Category Archives: ΗΠΑ

Johnny Cash

Johnny Cash

Ο Χατζιδάκις εξηγούσε γιατί απέφευγε να χρησιμοποιεί διάσημους τραγουδιστές στους δίσκους του καταφεύγοντας στο Hollywood:

Όπως τα παλιά στούντιο δεν έβαζαν τον ηθοποιό που έπαιζε τον Χριστό να παίξει τον γκάνγκστερ, έτσι κι εκείνος δεν θα ζητούσε από έναν τραγουδιστή των νυχτερινών κέντρων να συμμετάσχει στον Μεγάλο Ερωτικό.

με την αναλογία αυτή υπογράμμιζε την σημασία που έχει στο τραγούδι η περσόνα του ερμηνευτή. Αν ο καλλιτέχνης επικοινωνεί με το κοινό μέσω συμπεφωνημένων υπονοουμένων, στο τραγούδι ο τραγουδιστής είναι το πιο εύγλωττο υπονοούμενο. Αυτό που δηλώνει με τις επιλογές, την στάση του, τον τρόπο του πάνω στη σκηνή αλλά και εκτός αυτής, χαράζει το κάθε τραγούδι πολλές φορές πιο βαθιά από τα γυρίσματα της φωνής του. Γι’ αυτό και ο Χατζιδάκις δεν έψαχνε ακριβώς «μεγάλες» φωνές, αλλά ένα συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου, που μπορούσε να επικοινωνήσει με τον καλλίτερο τρόπο τα τραγούδια του.

 

Ο Johnny Cash δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος τραγουδιστής ή τραγουδοποιός. Το μεγαλύτερο ίσως επίτευγμά του ήταν η εφεύρεση του Ανθρώπου με τα Μαύρα –η κατασκευή της περσόνας του, του καλλιτεχνικού εαυτού του. Ο ενοχικός οδοιπόρος, που εγκλημάτησε πραγματικά ή στη φαντασία του και περιμένει (ή αντικρίζει) τα έσχατα των καιρών προσπαθώντας να ανταποκριθεί στο θείο κάλεσμα, έχει κάτι το βαθιά καταγωγικό για την Αμερική, αλλά και την Δύση γενικότερα. Χάνεται στις απαρχές των νεώτερων χρόνων και κουβαλάει κάτι απ’ τον μεσαίωνα. Γι’ αυτό κι άντεξε στα γυρίσματα του καιρού και της μόδας. Γι’ αυτό και συγκινούν τόσο πολύ όχι μόνο τους παππούδες ή τους μεσήλικες, αλλά και τους πιτσιρικάδες.

Από αυτή την άποψη, η δουλειά του Rick Rubin, του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω από τις American Recordings, ήταν αυτονόητη: Το μόνο που είχε να κάνει είναι να φέρει τον Άνδρα με τα Μαύρα στα ‘90s· να βρει τον ήχο που θα έχει σήμερα αυτός ο αρχετυπικός χαρακτήρας.

Και δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ. Ο καινούργιος ήχος ήταν πάντα εδώ, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις: Ήταν ο τρόπος που δοκίμαζε ή μάθαινε τα τραγούδια του· ήταν εκείνος κι η κιθάρα του, εκείνος κι η φωνή του, εκείνος και τα τραγούδια του. Οι ιστορίες που αφηγούνταν μέσα από αυτά, προσδίδοντας στο καθένα μια μεγάλη υπαρξιακή αγωνία αλλά και την ελπίδα για το Μετά, που τον χαρακτήριζε.

Advertisements

House of Cards

Πόσες φορές έχουμε δει έναν πραγματικά κακό στις οθόνες μας;

Μάλλον ποτέ. Ο Dexter, αν και serial-killer, κατάφερε να διοχετεύσει την ορμή του και να την καταστήσει χρήσιμη (!) στην κοινωνία, ενώ ήταν εξαιρετικός σύζυγος, πατέρας, αδελφός, συνάδελφος. Κι όσο για τον περίφημο Heisenberg του Breaking Bad, δεν ήταν παρά ένας κακομοίρης μικροαστός, πραγματικά δαρμένο σκυλί, που όταν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο, απελευθερώθηκαν εντός του η επιθυμία για χρήμα και δύναμη. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να την εκπληρώσει, προκαλώντας την συμπάθεια των τηλεθεατών, αφού αφενός τους θύμιζε κάτι από τον εαυτό τους, αφετέρου εκπλήρωνε ένα απωθημένο (ή μη) φαντασιακό τους. Η δε σύζυγός του, όσο κι αν ο Vince Gilligan, ο δημιουργός της σειράς, προσπαθούσε να μας πείσει ότι είναι η Ms Heisenberg, δεν τα κατάφερε. Οι προσπάθειές της για δύναμη εντός κι εκτός συζυγικής σχέσης έμοιαζαν με εκρήξεις υστερίας –εξ ου και το μίσος των φαν.

Το House of Cards όμως είναι άλλη υπόθεση. Αυτό μας προσφέρει δυο πραγματικά κακούς, βαθιά κακούς, αρχετυπικά κακούς χαρακτήρες: Τον κο και την κα Underwood.

House of Cards Spouses

Η ιστορία είναι λίγο-πολύ γνωστή:

Μετά από μια πετυχημένη εκλογή κι αφού ο Πρόεδρος δεν του δίνει τον υπεσχημένο υπουργικό θώκο, ο Frank Underwood ξεκινά έναν μαραθώνιο δολοπλοκίας, χειραγώγησης και αθεμιτουργίας με στόχο την κορυφή. Το χρήμα εδώ δεν είναι παρά το μέσον, χρηστικό αντικείμενο κι όχι στόχος –ακριβώς όπως και η ανθρώπινη ζωή ή οι διαπροσωπικές σχέσεις. Εκείνο που μετράει, εκείνο που θέλει ο Underwood είναι η εξουσία. Από την ίδια πάστα είναι φτιαγμένη και η γυναίκα του. H Claire Underwood δεν είναι κάποια αθώα που ξύπνησε μια ωραία πρωία στον κυκλώνα, που δημιούργησε ο άντρας της, όπως η Skyler White. Δεν είναι παθητικός θεατής των δρωμένων, ούτε στηρίζει απλώς τον Francis. Συμμετέχει ενεργά στις αθεμιτουργίες προωθώντας την δική της παράλληλη ατζέντα.

Αν τους ονομάζαμε σύγχρονους Macbeth, θα τους αδικούσαμε. Στο σαιξπηρικό δράμα η τραγωδία προκύπτει από το συνειδησιακό πρόβλημα των πρωταγωνιστών, τις τύψεις, την μετάνοιά τους. Οι Μάκβεθ ακολούθησαν έναν δρόμο, που δεν άντεχαν να πάρουν. Αντιθέτως, οι Underwood δεν έχουν τέτοια ζητήματα. Ξέρουν ακριβώς πού βρίσκονται, τι θέλουν, πώς να το αποκτήσουν, δεν έχουν κανένα δισταγμό και νιώθουν υπέροχα. Είναι αυτή η απόλυτη απουσία ηθικιστικών αντανακλαστικών και ορίων, που καθιστούν τον Frank και την ClaireUnderwood, τους μόνους πραγματικά υπεράνθρωπους της μικρής και της μεγάλης οθόνης.

Μέσα στο δυσλειτουργικό σύμπαν του House of Cards η σχέση του Frank και της Claire είναι το μόνο που λειτουργεί. Ο γάμος τους είναι τόσο αρμονικός, ώστε να συναγωνίζεται στα ίδια εκείνον του Cliff και της Clair Huxtable στο The Cosby Show: Υπάρχει αφοσίωση, αμοιβαίος σεβασμός και αλληλοκατανόηση, συζητούν τα πάντα χωρίς να κρατάνε μυστικά και έχουν μια βαθιά αγάπη ο ένας για τον άλλον. Η συζυγία τους, το σπίτι τους είναι το οχυρό τους, όπως αρέσκονται να το ονομάζουν, απέναντι στους άλλους –όλους τους άλλους. Είναι η αφετηρία τους, η απαραίτητη προϋπόθεση, για να κατακτήσουν τον κόσμο.

house of cards

(Το μείζον ερώτημα που προκύπτει δεν έχει να κάνει με την σειρά καθεαυτή, αλλά τροφοδοτείται είναι το γιατί καθόμαστε και βλέπουμε αθεμιτουργίες; Γιατί διασκεδάζουμε με τον θρίαμβο του κακού; Πώς και γιατί εξαφανίστηκαν οι θετικοί ήρωες και την θέση τους κατέλαβαν οι κακοί; Γιατί να μας συναρπάζει το κακό και να βαριόμαστε το καλό; Θα προσπαθήσω να το απαντήσω κάποια επόμενη φορά.)

10 ταινίες του Robert De Niro

Στις 17 Αυγούστου 1943 γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη ένας από τους σημαντικότερους και πλέον αγαπημένους ηθοποιούς του σινεμά, ο Robert De Niro.

Ο Ντε Νίρο είναι από τους ανθρώπους που δεν χρειάζεται να ειπωθεί τίποτα για τη μεγάλη τέχνη του. Συστάσεις ή αναλύσεις για την απίστευτη ικανότητά του να διεισδύει και να εκφράζει τις πιο σκοτεινές πτυχές του σύγχρονου ψυχισμού· τον απαράμιλλο τρόπο που αυτός, ο ντροπαλός, ολιγόλογος και χαμηλοβλέπων άνθρωπος, αποτύπωσε την βία και την αθεμιτουργία.

Αδράχνω λοιπόν την ευκαιρία για να θυμηθούμε 10 από τις πιο σημαντικές και αγαπημένες ταινίες του.

.

The Godfather Part II

Ποιος μπορούσε να παίξει τον Vito Corleone μετά τον Brando;

Η απάντηση σήμερα μας φαίνεται δεδομένη, αλλά εκείνη την εποχή βασάνιζε όσους εμπλέκονταν στο β΄ μέρος του Νονού. Τελικά την λύση την έδωσε ο μεγαλοφυής Κόπολα, που στην ηλεκτρισμένη ερμηνεία του πιτσιρικά των Κακόφημων Δρόμων βρήκε όχι μόνο τον πρωταγωνιστή που αναζητούσε, αλλά και τον πιο συνεπή ίσως ηθοποιό της «μεθόδου» μετά τον ίδιο τον Μπράντο.

Εδώ ο Ντε Νίρο δεν παίζει απλώς τον νεαρό Βίτο. Αλλά εκ των πραγμάτων αναγκάζεται να στηρίξει την δική του ερμηνεία σε εκείνη του Brando, που προηγήθηκε….

Για το Godfather

.

Taxi Driver 

H ιστορία του Εκδικητή Αγγέλου, που περιφέρεται ακροβατώντας παραισθητικά στους δρόμους της Νέας Υόρκης, είναι κομμάτι της σύγχρονης δυτικής κουλτούρας. Εκφράζει με ενάργεια όχι μόνο το υπαρξιακό κενό του ανθρώπου της πόλης, αλλά ταυτόχρονα και την φαντασίωσή του. Ο Travis Bickle είναι ταυτοχρόνως χαρακτήρας, αντι-ήρωας, αλλά και σύμβολο ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής. Το γεγονός ότι ο De Niro κατάφερε να συνδυάσει αυτά τα δυο και να τα υποστηρίξει ταυτοχρόνως, αποτελεί ερμηνευτικό άθλο.

Αξίζει να θυμίσουμε ότι η περίφημη σκηνή του You talkin’ to me είναι αποτέλεσμα του αυτοσχεδιασμού του ηθοποιού. Όπως λέει η κινηματογραφική ιστορία, το σενάριο έγραφε μόνο «Travis looks in the mirror».

.

Raging Bull

Η 4η συνεργασία του De Niro με τον M. Scorcese ξεκίνησε από μια δική του εμμονή. Ο Μπόμπι διάβασε την αυτοβιογραφία του LaMotta και παθιάστηκε τόσο, που θέλησε να τον υποδυθεί. Το σχέδιο κάθε άλλο παρά ενθουσίαζε τον Μάρτιν, ο οποίος δεν υπήρξε ποτέ φίλαθλος. Τελικά, υπέκυψε στις πιέσεις του Ντε Νίρο και του παραγωγού του, του Irwin Winkler, μετά από ένα σοβαρότατο overdose. Η ιστορία του LaMotta αίφνης έγινε για εκείνον μια ευκαιρία να σωθεί ο ίδιος, αφού αποτοξινωθεί, διασώζοντας και την ετοιμόρροπη καριέρα του.

Οι ιστορίες της προετοιμασίας του Ντε Νίρο για να παίξει τον πυγμάχο είναι θρυλικές: Τα κιλά που πήρε, οι αγώνες που έπαιξε για να μπει στην ψυχολογία, τα πλευρά του Joe Pesci που έσπασε στα γυρίσματα κοκ…

.

The Untouchables

Όσο περνάν τα χρόνια, τόσο ανυπόφορες μου φαίνονται οι ταινίες του Brian De Palma. Το υπερβολικό στιλιζάρισμα είναι τελικά το μοναδικό προσόν τους, αλλά είναι τόσο υπερβολικό, που καταντάει ενοχλητικό.

Οι Αδιάφθοροι παίζει να είναι η καλλίτερη ταινία του. Όχι ότι το στιλιζάρισμα εδώ είναι λιγότερο ή πιο ισορροπημένο, αλλά τα άλλα στοιχεία καλύπτουν την (δική μου) ενόχληση που (μου) προκαλεί η σκηνοθεσία του Ντε Πάλμα. Και βέβαια σε αυτό πρωτοστατούν οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών και δη του Sean Connery, που κέρδισε το Οσκαράκι του ως Jimmy Malone και του Μεγάλου Μπόμπι, που μας απασχολεί σήμερα.

Ο R. De Niro έχει δεύτερο ρόλο. Ο Al Capone του εμφανίζεται, αν δεν κάνω λάθος, γύρω στα 15΄. Αλλά είναι τέτοιος ο ηλεκτρισμός που εκπέμπει, που σημαδεύει όλη την ταινία. Η σκηνή που δολοφονεί με το ρόπαλο του μπέιζμπολ έναν ομοτράπεζό του, είναι πλέον αστικός θρύλος.

.

Angel Heart

Είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η ταινία του Alan Parker, το 1987 που πρωτοπαίχτηκε. Όχι μόνο γιατί αποκάλυψε τον ερωτισμό της Lisa Bonet, της τηλεοπτικής γλυκούλας κόρης του Bill Cosby, αλλά για την ατμόσφαιρά του. Η ταινία ακροβατεί πετυχημένα στο noir, το θρίλερ και την φρίκη. Ο Mickey Rurke στο αποκορύφωμα της καριέρας του παίζει με στιλ τον Harry Angel. Αλλά είναι ο Louis Cyphre του De Niro, που με την γαλήνη του, καθώς καθαρίζει το αυγό από τα τσόφλια, κυριεύει τους εφιάλτες μας.

.

Cape Fear

Η 7η συνεργασία του De Niro με τον Scorcese οφείλεται στον Spielberg. Ο σκηνοθέτης του Indiana Jones σκόπευε αρχικά να σκηνοθετήσει ο ίδιος το remake του κλασικού noir, που είχαν πρωτοπαίξει ο Gr. Peck και ο R. Mitchum, αλλά τελικά το «φόρτωσε» στον παλιό του φίλο Μάρτιν, για να αφοσιωθεί στην Λίστα του Σίντλερ.

Η κινηματογραφική παρα-ιστορία μας λέει για το πώς ο Ντε Νίρο χάλασε τα δόντια του, για να παίξει τον Max Cady, τις ώρες που αφιέρωσε στο γυμναστήριο ή το πώς γυρίστηκε η περίφημη σκηνή της αποπλάνησης της ανήλικης Ντανιέλ. Όλα αυτά είναι κομμάτια του παζλ, που στην συνολική του εικόνα δείχνει έναν από τους πιο τρομακτικούς κινηματογραφικούς χαρακτήρες.

.

GoodFellas

Μια από τις σημαντικότερες ταινίες του σύγχρονου αμερικάνικου κινηματογράφου – κατά την γνώμη μου, η τελευταία πραγματικά σπουδαία ταινία του Scorcese, από κει και πέρα γυρίζει καλές, πολύ καλές, μέτριες ταινίες, αλλά όχι σπουδαίες. Είναι ταινία συνόλου -ο Ντε Νίρο παίζει ένα από τα Καλά Παιδιά και όχι τον κεντρικό ήρωα. Φυσικά δεν χάνεται -κάθε άλλο: Καταφέρνει με ένα βλέμμα του να συνδυάσει το κύρος, την ηρεμία και την απειλή.

.

Jackie Brown

Η τρίτη ταινία του Tarantino είναι και η πιο άγνωστη. Κι όμως, βασισμένη σε ένα βιβλίο του E. Leonard, είναι ίσως η πιο στιβαρή αφήγηση του δημιουργού. Ο Ντε Νίρο κρατά ένα μικρό ρόλο – στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Pam Grier, Samuel L. Jackson και Robert Forster.

.

Heat

Ταινία-θρύλος. Η επική συνάντηση δυο σπουδαίων ηθοποιών. Η μεγάλη σύγκρουση δύο ερμηνευτικών σχολών.

Η ταινία του M. Mann πραγματοποιεί μια χρόνια ονείρωξη των κινηματογραφόφιλων: Φιλοξενεί όχι μόνο στην ίδια ταινία, αλλά και στην ίδια σκηνή Robert De Niro και Al Pacino -ως γνωστόν, οι δυο τους είχαν παίξει στο δεύτερο μέρος του Νονού, αλλά δεν είχαν μοιραστεί καμιά σκηνή.

Ποιος βγαίνει νικητής από αυτή την μάχη; Ο παθιασμένος, χοϊκός Πατσίνο ή ο ήρεμος, σχεδόν μεγαλοπρεπής Ντε Νίρο;

Ο καθένας μας έχει την δική του απάντηση.

.

Analyze This

Η ταινία του Harold Ramis σηματοδότησε μια στροφή στην καριέρα του Μπόμπι: Αν και συνεχίζει να είναι αφοσιωμένος στο σινεμά, η ηθοποιΐα περνά πλέον στο περιθώριο των ενδιαφερόντων του. Ασχολείται κυρίως με την παραγωγή ταινιών, την οργάνωση του κινηματογραφικού φεστιβάλ της Νέας Υόρκης, ενίοτε και με τη σκηνοθεσία. Συνεχίζει βεβαίως να παίζει και να χαράζει ταινίες με την παρουσία του (θυμίζω πρόχειρα το φετινό Silver Linings Playbook), αλλά είναι φανερό ότι δεν είναι αυτό που πρωτίστως τον απασχολεί.

Εδώ πάντως έχουμε μια εξαιρετική ερμηνεία, που αποτελεί ταυτοχρόνως παρωδία, αυτοπαρωδία και αυτοσαρκασμό. Σε μια θαρραλέα -και τρομερά αστεία- ερμηνεία, ο De Niro δεν διστάζει να αστειευτεί με κείνα ακριβώς τα στοιχεία που έχτισε την καριέρα του, τα στοιχεία που αγαπάμε οι σινεφίλ, τα στοιχεία που θα σατίριζαν κάποιοι άλλοι, εν τέλει.

Πολύ καλή κωμωδία, μεγάλη εμπορική επιτυχία, που οδήγησε σε μια συνέχεια, που όλοι θέλουμε να ξεχάσουμε…

Indiana Jones

Η δημιουργία

Το καλοκαίρι του 1977, George Lucas και Stephen Spielberg πήγαν στη Χαβάη για διακοπές και για να ελαφρύνουν την ένταση της αναμονής των νέων του box-office· ο Lucas είχε επενδύσει ό,τι είχε και δεν είχε στο Star Wars και η αγωνία ήταν μεγάλη. Τα νέα του θριάμβου επέτρεψαν όμως στους δυο νεαρούς σκηνοθέτες να χαλαρώσουν και να συζητήσουν για τα μελλοντικά τους σχέδια. Τότε ήταν που ο Spielberg εξέφρασε την μεγάλη του επιθυμία να σκηνοθετήσει ένα James Bond.

«Άσε το James Bond», του είπε ο Lucas. «Σου έχω κάτι καλλίτερο: Τον Indiana Smith, έναν αρχαιολόγο με δερμάτινο σακάκι και μαστίγιο που θα αναζητά αντικείμενα με μεταφυσική δύναμη. Θα είναι σαν τα κινηματογραφικά σήριαλ του ’30, με ασταμάτητη δράση και συνεχείς κορυφώσεις.»

«Όλα καλά», του απάντησε ο Spielberg, «αλλά δεν μου αρέσει αυτό το Σμιθ.»

«Ας τον πούμε τότε Indiana Jones.»

indy

Η περιπέτεια

Όσο πιο ορθολογικά είναι δομημένες οι ζωές μας, τόσο πιο πολύ θέλουμε να αποδράσουμε από αυτές. Οι διακοπές ως ανάγκη, που ουσιαστικά είναι πραγματικότητα στον δυτικό κόσμο των τελευταίων 150-200 ετών, δημιουργήθηκαν εν μέρει κι από αυτό. Ο αστός καταρχήν, αλλά και οι άλλες κοινωνικές ομάδες στη συνέχεια, μπουχτισμένος από την τέλεια τακτοποιημένη ζωή του, θέλει να σπάσει το συνεχές του χρόνου· θέλει να ξεφύγει από την τακτοποιημένη, βαλτωμένη ζωή του.

Στην αρχή των ταινιών, μετά την αρχική περιπετειώδη σεκάνς, βλέπουμε τον Ιντιάνα Τζόουνς με το κοστουμάκι του καθηγητή να διδάσκει βαριεστημένους φοιτητές· να τον κυνηγάει η γραμματέας του για τις γραφειοκρατικές υποχρεώσεις. Για να ξεφύγει από όλα αυτά, ο Καθηγητής Jones στην Σταυροφορία φοράει το καπέλο του και δραπετεύει από το παράθυρο. Απ’ έξω από το παράθυρο τον περιμένουν οι άνθρωποι του Donovan, για να του αναθέσουν τις έρευνες για το Δισκοπότηρο· έξω από το παράθυρο, την απρόβλεπτη/αστεία/παιδιάστικη/αντισυμβατική έξοδο από την καθημερινότητα τον περιμένει η περιπέτεια και όχι βέβαια από την πόρτα, την συμβατική έξοδο, που θα επέλεγε κάθε σοβαρός ενήλικας. Έτσι ο τυχοδιώκτης Καθηγητής Δρ. Jones μεταμορφώνεται στον αντι-ηρωικό και αντι-σούπερ ήρωα Ιντιάνα.

Οι περιπέτειες του Indiana Jones είναι πάντα επικεντρωμένες στην αναζήτηση ενός αντικειμένου, αλλά δίπλα του υπάρχει και μια γυναίκα. Η σχέση του με την γυναίκα είναι σημαντική, αλλά όχι καθοριστική. Πλουτίζει την ταινία, αλλά η ιστορία δεν εξαρτάται από εκείνη. Κανένας δεν θα πει, για παράδειγμα, ότι στο Ναό των Καταραμένων μια διάσημη αμερικανίδα τραγουδίστρια, καλομαθημένη και λεπτεπίλεπτη, εξαιτίας ενός τυχαίου γεγονότος καταλήγει στην ζούγκλα της Ινδίας. Όχι. Εκεί ο Ίντυ αναζητά την Sivalinga, την ιερή πέτρα. Η Willie Scott και η σχέση της με τον Indy, όσο διασκεδαστική κι αν είναι, παραμένει στον φόντο.

Κατά συνέπεια, ο Indiana Jones είναι πρωτίστως μια αγορίστικη φαντασίωση. Αν οι γυναίκες καταλαμβάνουν την πρώτη θέση στις φαντασιώσεις των ενηλίκων ανδρών, για τα αγόρια είναι στο βάθος, περισσότερο σαν θαμπή υπενθύμιση ενός μέλλοντος. Στον Τομ Σόγιερ, για παράδειγμα, μια άλλη αγορίστικη περιπέτεια, τα κορίτσια επίσης δεν διαδραματίζουν κάποιο σημαντικό ρόλο.

 

Η αναζήτηση και η αλήθεια

«Η αρχαιολογία αναζητά δεδομένα, όχι την αλήθεια. Αν σας ενδιαφέρει να αναζητήσετε την αλήθεια, να πάτε στο μάθημα φιλοσοφίας του Δρ. Tyree», λέει ο ίδιος ο Indiana Jones στους φοιτητές του στην αρχή της Τελευταίας Σταυροφορίας.

Βέβαια όσα διδάσκει θεωρητικά στο μάθημα, διαψεύδονται στη διάρκεια της ταινίας από την πράξη. Έτσι, για παράδειγμα, στην Βενετία ο Ιντιάνα ψάχνει το Χ που σημαδεύει τον κρυμμένο θησαυρό, ενώ στις παραδόσεις του έλεγε κατηγορηματικά ότι δεν είναι αυτό αρχαιολογία· ότι ο αρχαιολόγος κάνει το 70% της δουλειάς του στην βιβλιοθήκη.

Διαψεύδεται και η απόφανση περί αναζήτησης της αληθείας από την ίδια την ταινία; Προφανώς ναι, αλλά όχι με τον ευθύ τρόπο που διαψεύδεται το Χ· αφήνεται ο ίδιος ο θεατής να αποφασίσει κατά πόσο η αναζήτηση του Δισκοπότηρου είναι ταυτοχρόνως και η αναζήτηση μιας –έστω– αλήθειας.

Έχει σημασία πάντως το γεγονός ότι την όποια αλήθεια μαθαίνει ο Indy, την μαθαίνει συμπτωματικά κι όχι γιατί το επεδίωξε. Εκείνος βάζει πάντα ένα όριο στην αναζήτηση, βάζει ένα όριο στο τι διερευνά, βάζει ένα όριο στην γνώση που θέλει να αποκτήσει. Έτσι θέλει μόνο να βρει την Κιβωτό, όχι να διερευνήσει τις δυνατότητές της, όπως οι Ναζί και ο Belloq, γι’ αυτό και κλείνει τα μάτια του, όταν εκείνοι την ανοίγουν· στον Ναό των Καταραμένων ανακτά την ιερή πέτρα για λογαριασμό των κατοίκων του χωριού, χωρίς να μπαίνει στην διαδικασία να διερευνά τα τι και πώς της δύναμής της· στη Σταυροφορία εξαναγκάζεται να χρησιμοποιήσει την δύναμη του Δισκοπότηρου για  να θεραπεύσει τον πατέρα του και σταματάει εκεί – δεν τον ενδιαφέρει να δει όλες τις δυνατότητες του Ιερού Ποτηρίου· τα ίδια και στο Κρυστάλλινο Κρανίο, που δεν μπαίνει στην διαδικασία να μάθει την αλήθεια που κρύβεται πίσω του, αλλά προσπαθεί να σώσει τους συντρόφους του και τον εαυτό του.

Θέτει ένα όριο στη γνώση που θέλει, στη γνώση που μπορεί να αποκτήσει και να αφομοιώσει ο Indiana, το οποίο, αν θέλαμε να το περιγράψουμε, αναγκαστικά θα πηγαίναμε στον Wittgenstein. Γιατί όπως ο Wittgenstein μας λέει ότι για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, γι’ αυτά πρέπει να σωπαίνει, ο Ίντυ μας διδάσκει ότι για όσα δεν μπορεί να μιλήσει κανείς, αυτά δεν πρέπει να τα μαθαίνει. Δίπλα στο βιτκενσταϊνικό «τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου», ο Ιντιάνα προσθέτει «και τα όρια της γνώσης μου».

Casual Friday

Αν κάτι έχει απωθήσει στο περιθώριο της εμπειρίας του ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος είναι οι τελετές μύησης και κάθαρσης. Στις παραδοσιακές κοινωνίες τα τελετουργικά αυτά είχαν μεγάλη σημασία: Δεν μπορούσες να ξεκινήσεις τίποτα, δεν μπορούσες να συμμετάσχεις σε οτιδήποτε, αν πρώτα δεν περνούσες την κατάλληλη περίοδο προετοιμασίας. Τελετές ενηλικίωσης, αρχής της επαγγελματικής δραστηριότητας, προετοιμασίας για τον γάμο, προπαρασκευής για την συμμετοχή σε εορτές και θρησκευτικά μυστήρια –στις μέρες μας επιβιώνουν ακόμα κάποιες τέτοιες διαδικασίες, όπως η περίοδος νηστείας πριν το Πάσχα.

Γενικά πάντως η νεωτερικότητα άνοιξε τις πύλες που ήταν κλειστές ή, τέλος πάντων, έμοιαζαν κλειδωμένες. Ο άνθρωπος απέκτησε αίφνης πρόσβαση παντού. Δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα για να γευτεί τους καρπούς του οποιουδήποτε δέντρου. Η αντοχή της τσέπης είναι ο συνηθέστερος περιορισμός –τα ηθικά, πνευματικά, οντολογικά κωλύματα του παραδοσιακού ανθρώπου, ο σύγχρονος τα βιώνει ως οικονομικά.

Το παράδοξο βέβαια είναι ότι καθώς ξεπερνιούνται όλες αυτές οι τελετές και οι διαδικασίες, οι οποίες –ας μην το ξεχνάμε, ούτε να το υποτιμούμε– διαμορφώθηκαν στο πέρασμα μακρών αιώνων για να θεραπεύσουν αρχέγονα ένστικτα, δεν έχει ξεπεραστεί η ανάγκη να υπάρχει μια κάποια τελετή ή διαδικασία πριν τις σημαντικές στιγμές της ζωής μας.

Αν οι αρχαίες θρησκείες και τα μυστήριά τους φαντάζουν εκτός τόπου και χρόνου στο μεγάλο χωνευτήρι της Αμερικής, η ανάγκη να υπάρξει κάτι που θα δώσει νόημα στην επιλογή και την πράξη μας παραμένει: Για να παντρευτούν δεν θα πάνε στο ναό ν’ ακούσουν από κάποιον ξένο κύριο περίεργα ντυμένο κάποια πολύ παλιά, δυσνόητα κείμενα, αλλά θα διαβάσουν τους όρκους που μόνοι τους έγραψαν ενώπιον του φίλου τους που πήρε άδεια να τελεί γάμους μέσω διαδικτύου ειδικά για την περίσταση αυτή.

.

Παρασκευή σήμερα. Για τους Εβραίους η μέρα πριν την Ημέρα του Κυρίου· για τους Χριστιανούς η μέρα πριν την Ημέρα των Ψυχών –ημέρα προετοιμασίας για όλους. Μιας προετοιμασίας άρρητης και μυστικής, που απαιτεί κάθαρση και αποχή από τις πλούσιες τροφές, η οποία για λίγους από εμάς έχει νόημα πλέον.

Παρασκευή σήμερα, η μέρα πριν το Σαββατοκύριακο. Και πηγαίνουμε στη δουλειά μας πιο απλά, πιο καθημερινά ντυμένοι –casual Friday, το λέμε. Η ονομασία μαρτυρά και την καταγωγή της: Αυτή, η καινούργια Παρασκευή μας ήρθε από έξω, από τη Δύση και μας προετοιμάζει για το ξεφάντωμα του Σαββατόβραδου. Ξεφάντωμα, διασκέδαση, διασκόρπισμα, άδειασμα του φόρτου της εβδομάδας για να δημιουργηθεί χώρος για όσα θα μας φέρει η επόμενη. Η απαραίτητη εβδομαδιαία τελετουργία που μας βοηθάει να συνεχίζουμε…

Homeland

Μια ομάδα πεζοναυτών που εισβάλλει σε ένα καταφύγιο της Αλ Κάιντα στο Ιράκ, ανακαλύπτει τον Nicholas Brody, έναν συνάδελφό τους, ο οποίος είχε αιχμαλωτιστεί 8 χρόνια πριν και θεωρούνταν νεκρός. Ο Μπρόντι επιστρέφει στην πατρίδα του, όπου η στρατιωτική και η πολιτική ηγεσία τον υποδέχεται με τιμές ήρωα –γι’ αυτούς ο πεζοναύτης που επιβίωσε των βασανιστηρίων των Ταλιμπάν συμβολίζει τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Όμως η πράκτορας της CIA Carrie Mathison, η οποία είχε λάβει την πληροφορία χρόνια πριν ότι κάποιος αμερικανός είχε προσηλυτιστεί από τους Ταλιμπάν, υποψιάζεται ότι η «ανακάλυψη» του Μπροντι έχει σκηνοθετηθεί από τον ηγέτη της Αλ Κάιντα, ο οποίος ετοιμάζει μια μεγάλη επίθεση στην καρδιά των ΗΠΑ.

HomelandTVSeries

Στη μετά-Μπους εποχή, του οικονομικού πολέμου, της θριαμβευτικής επανεκλογής του Ομπάμα στην Προεδρία, της εξόντωσης του Μπιν Λαντεν, ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας φαντάζει πολύ μακριά –περισσότερο μακριά απ’ όσο πραγματικά είναι, για να πούμε την αλήθεια.

Με δεδομένο μάλιστα ότι πίσω από το Homeland κρύβεται η δημιουργική ομάδα του «ψυχροπολεμικού» 24, ορισμένοι ίσως αναρωτηθούν γιατί να χάσουν τον χρόνο τους παρακολουθώντας μια σειρά με τόσο παρωχημένο (και ενοχλητικό) θέμα.

Η απάντηση είναι απλή:

Ακριβώς γιατί και το θέμα παραμένει δραματικά επίκαιρο, αλλά και γιατί ο χειρισμός του από τους δημιουργούς της σειράς είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Αν στο 24 ο Jack Bauer κατατρόπωνε τους εχθρούς του έθνους σε ένα συναρπαστικό εικοσιτετράωρο, στο Homeland τα πράγματα είναι πιο σκοτεινά, πιο αμφίσημα και λιγότερο, δηλαδή καθόλου, ηρωικά. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι ένα από τα βασικά ερωτήματα που θέτει αυτό το σήριαλ ουδέποτε απασχόλησε το 24: Γιατί γινεται κάποιος τρομοκράτης; Γιατί επιλέγει κάποιος να καταστρέψει τον εαυτό του μόνο και μόνο για να εξοντώσει τον Άλλο;

Και η απάντηση που δίνει –γιατί δίνει απάντηση– είναι αναπάντεχη, τολμηρή και εξόχως αυτοκριτική: Γιατί εμείς δεν ήμασταν σωστοί· εμείς δεν τηρήσαμε τις αρχές μας και τους φέραμε σε αδιέξοδο –δεν λέω τίποτα παραπάνω για να μην προδώσω την υπόθεση.

Δεν σας κρύβω ότι παρατηρώντας την διαδρομή που έχουν διανύσει οι δημιουργοί του 24 στο Homeland και μαζί τους το κοινό και η ηγεσία των ΗΠΑ (ο Ομπάμα έχει δηλώσει πως είναι η αγαπημένη του σειρά), δεν μπορώ παρά να θαυμάσω αυτό τον λαό. Είναι ακριβώς αυτή η τάση τους να αναθεωρούν τους πάντες και τα πάντα, προπάντων τους εαυτούς τους, που διατηρεί τους Αμερικανούς νέους – και είναι η δική μας συντηρητική και εγκλωβισμένη σε κάθε λογής ταμπού λογική, που μας κρατάει καθηλωμένους και γηραιούς.

Το συναρπαστικό σενάριο υπηρετούν σπουδαίοι ηθοποιοί. Η Claire Daines, η Ιουλιέτα του Baz Luhrmann, στον ρόλο της πράκτορος Carrie, που πάσχει από διπολική διαταραχή, δίνει πραγματικό ρεσιτάλ –ευτυχώς που η τηλεόραση δημιουργεί τέτοιους γυναικείους ρόλους και επιτρέπει σε σπουδαίες ηθοποιούς να μας δείχνουν το ταλέντο τους. Ο Damian Lewis παίζει τον Μπρόντι με μυστήριο και αθωότητα, με την αμφισημία που επιβάλλει ο ρόλος. Αλλά και στους υπόλοιπους ρόλους βλέπουμε ηθοποιούς να λάμπουν, όπως ο M. Patinkin στο ρόλο του μέντορα της Κάρυ ή η πανέμορφη M. Baccarin, που παίζει την συζυγο του Μπρόντι.

Η παραγωγή είναι εξαιρετική – σκηνικά, κοστούμια κτλ όλα άψογα. Και η σκηνοθεσία αναδεικνύει τις ερμηνείες και επιβάλλει έναν ρυθμό που εγκλωβίζει τον θεατή στην ιστορία.

Το Homeland είναι ίσως το καλλίτερο δραματικό σήριαλ της χρονιάς και το συστήνω ανεπιφύλακτα.

Βαλεντίνικα

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα δυο κατηγορίες συμπολιτών μας εκφράζουν την έντονη δυσφορία τους.

Πρώτα-πρώτα οι Χριστιανοί.

Μερικοί απ’ αυτούς κάνουν σαν να τους πήραν την μπουκιά μέσα από το στόμα: Τι δουλειά έχει στα μέρη μας αυτός ο ξενόφερτος άγιος; Και είναι όντως άγιος ή ένα εμπορικό κατασκεύασμα σαν τον Σάντα; Και εν πάσι περιπτώσει ποιο το νόημα αυτής της γιορτής; Μερικοί μάλιστα μπαίνουν στην διαδικασία να αντιπροτείνουν «δικούς μας» αγίους, εφάμιλλους των ευρωπαϊκών, για να εορτάζει ελληνοπρεπώς η νεολαία μας τους έρωτές της.

Έχουν άδικο. Η μνήμη του αγ. Βαλεντίνου τιμάται και από την Ορθόδοξη Εκκλησία, αφού είναι μάρτυρας του 3ου αιώνα, προ του Σχίσματος δηλαδή. Η γιορτή των ερωτευμένων έχει βέβαια τις ρίζες της στις αυλές των φεουδαρχών και τις μπαλάντες των τροβαδούρων του Μεσαίωνα, θέριεψε όμως μετά τον θάνατο του Ροδόλφου Βαλεντίνου, του πρώτου κινηματογραφικού sex symbol  -με άλλα λόγια δεν έχει όντως σχέση με την παράδοση. Όπως δεν έχει σχέση με την παράδοση και ο αγ. Υάκινθος ως άγιος των ερωτευμένων ή όποιος άλλος φιλοδοξεί να πάρει τη θέση του Βαλεντίνου στα καθ’ ημάς. Κι αυτό γιατί οι ζωές μας δεν έχουν σχέση με τη ζωή του παραδοσιακού ανθρώπου.

Γκρινιάζουν επίσης κι όσοι ενοχλούνται από τον χαρακτήρα της γιορτής.

Κάθε χρόνο τα ίδια επιχειρήματα εναντίον του καταναλωτισμού και της εμπορευματικοποίησης του έρωτα. Οι πιο μερακλήδες μάλιστα απαιτούν οι ερωτευμένοι να γιορτάζουν κάθε μέρα και όχι μόνο μια τον χρόνο.

Όμως αφού ο πολιτισμός μας είναι καταναλωτικός, οι ζωές μας είναι καταναλωτικές, πώς μπορεί ο έρωτάς μας να μην είναι κι αυτός καταναλωτικός; Ακόμα κι αν δεν υποκύψουμε στα λούτρινα, τα λουλούδια και τα (υπέροχα) σοκολατάκια, ο καταναλωτισμός είναι εδώ, γύρω μας, μέσα μας, παντού. Η επισήμανση και -χειρότερα- η καταγγελία της εμπορευματικοποίησης του έρωτα (ή της αγιότητας, αν θέλετε) δεν φέρνει κανένα αποτέλεσμα. Γιατί κι αυτή είναι αποτέλεσμα ενός νοήματος. Για να πάψει να υπάρχει ή, έστω, για να πιάσει τόπο η καταγγελία της, πρέπει να έχεις να αντιπροτείνεις ένα άλλο νόημα -εννοώ νόημα που μπορεί να πιάσει τόπο σήμερα όχι που υπήρξε κάποτε (ή νομίζεται ότι κάποτε υπήρξε…)

.

Συμπέρασμα δεν έχω.

Προσωπικά, αν με ρωτάτε, η 14η Φεβρουαρίου για μένα είναι μια ακόμα άβολη ημέρα, μαζί με τα γενέθλιά μου, την ονομαστική μου εορτή, τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, τις Απόκριες, την Μεγαλοβδομάδα και το Πάσχα, την 28η Οκτωβρίου, την 25η Μαρτίου, και την Παγκόσμια Ημέρα Σκέψης. Την ζω όσο πιο κανονικά μπορώ και προχωράω στην επόμενη θεωρώντας πως η μάχη, αν διεξάγεται, θα κριθεί αλλού.