Category Archives: Παιδεία

Δυο παλιά σουξέ

«Του Θεού η χάρη μας φιλάει απ’ τα σουξέ»
τραγουδούσε ο Διονύσης Σαββόπουλος –επηρεασμένος προφανώς από την εμπειρία του Ντιρλαντά. Και είναι αλήθεια ότι οι έντεχνοι συνθέτες και τραγουδιστές καθώς και οι ψηλομύτες ακροατές τους κοιτάζαμε αφ’ υψηλού τα σουξεδάκια. Τραγούδια που γινόταν δημοφιλή ανά εποχή για να εξαφανιστούν την επόμενη τα περισσότερα, να επιβιώσουν περισσότερο –ή και για πάντα!– κάποια άλλα, ήταν η καλλίτερη απόδειξη μιας ζωντανής και υγιούς βιοτεχνίας (κοιτάζοντας σήμερα τα πράγματα, μου φαίνεται παράλογο να την πω την Ελλαδική «μουσική βιομηχανία»). Σήμερα τα σουξέ είναι ανύπαρκτα, οι εταιρίες εξαφανισμένες και οι δίσκοι προσφορές των Κυριακάτικων φύλλων…

Οι σκέψεις αυτές μου ήρθαν αυτόματα στο μυαλό, καθώς θυμήθηκα δυο τραγούδια, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, που όμως αγαπήθηκαν πολύ, έγιναν μεγάλες επιτυχίες στον καιρό τους και συνεχίζουν να ακούγονται και να τραγουδιούνται στις παρέες –είναι κι αυτό μια άσκηση πατριδογνωσίας ή μάλλον αυτογνωσίας, συλλογικής κι ατομικής.

Το Μια βοσκοπούλα αγάπησα, παρότι πολλοί το νομίζουν για δημοτικό τραγούδι, έχει σεφαράρικη μελωδία ενώ και οι στίχοι του ανήκουν στον συρρακιώτη Γεώργιο Ζαλοκώστα –λησμονημένο πλην έξοχο ποιητή του 19ου αιώνα. Αν δεν κάνω λάθος, ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά από τον Δ. Ζάχο την δεκαετία του ’60, ενώ τραγουδιόταν σε θέατρα, πανηγύρια, μαγαζιά και παρέες από την δεκαετία του από τις αρχές του αιώνα.

Εδώ είναι η πρώτη εκτέλεση που άκουσα, με τον Κώστα Μακεδόνα από τον δίσκο «Τι ειν’ η πατρίδα μας». Το ήξερα φυσικά και πιο πριν -το άκουσα στη γειτονιά; στο ραδιόφωνο; γιατί τους δικούς μου δεν θυμάμαι να το λένε…

Αν η Βοσκοπούλα αγαπήθηκε γιατί με τρυφερή μελαγχολία περιγράφει μια λίγο-πολύ κοινή ανθρώπινη εμπειρία, το έτερο άσμα αναφέρεται στην αθεμιτουργία.

Το Κακούργα πεθερά του Ιάκωβου Μοντανάρη αφηγείται με ζωντάνια και αιματηρές λεπτομέρειες το φονικό του Δ. Αθανασόπουλου από την πεθερά, την σύζυγο και τον ανιψιό του. Λόγω της περιορισμένης διάρκειας των δίσκων 78 στροφών, οι στίχοι δεν χώρεσαν στις ηχογραφήσεις της εποχής, αλλά τυπώθηκαν στα περιοδικά και πιθανότατα τραγουδιόταν στα πάλκα. Η επιτυχία του συγκεκριμένου τραγουδιού κινείται πλέον στην περιοχή του μύθου: Είναι μακράν η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία στην Ελλάδα, καθώς κατ’ αναλογίαν πούλησε τους περισσότερους δίσκους· τραγουδήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα από 5 σημαντικούς τραγουδιστές (Αντ. Νταλγκά, Μαρίκα Πολίτισσα, Κ. Νούρο, Ρ. Εσκενάζυ, Ζωή Κασιμάτη)· γέννησε παροιμιώδεις εκφράσεις (κακούργα πεθερά και σπάω πλάκα)· ο Σωτήρης Σπαθάρης το μετέφερε στο Θέατρο Σκιών.

Εδώ είναι η εκτέλεση του Αντώνη Διαμαντίδη ή Νταλγκά, αυτή που μ’ αρέσει περισσότερο

Advertisements

Ο Δεκέμβρης κι οι γιορτές του

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, όχι ο Δεκέμβρης. Ο Απρίλιος, που, όπως λέει κι ο ποιητής, γεννά μεσ’ απ’ την πεθαμένη γη τις Πασχαλιές – όχι ο Δεκέμβριος, που τις κρύβει και τις συστέλλει βαθιά μέσα στον παγωμένο κόρφο του. Ίσως γιατί ο αυτός δεν τάζει τίποτα, δεν ξεγελάει, είναι ό,τι ακριβώς περιμένουμε:

Ενώ ο παιχνιδιάρης Απρίλιος, εκεί που υπόσχεται άνοιξες και λιακάδες, συχνότατα αποδεικνύεται ένας ακόμα γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης, ο Δεκέμβριος φέρνει τον βαθύ χειμώνα, τις ατέλειωτες βροχές, την παγωνιά και τα χιόνια, τις ελάχιστες μέρες και τις μακρές νύχτες. Ούτε ινδιάνικα καλοκαίρια, ούτε αλκυονίδες μέρες για να ξεγελιόμαστε και να περνάει ο καιρός· μόνο χειμώνας στην πιο καθαρή και απόλυτη μορφή του.

Αλλά πιο πολύ κι απ’ το κρύο, ο Δεκέμβρης είναι ταυτισμένος στις συνειδήσεις με τις γιορτές. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε ήδη από τα μέσα του Νοέμβρη: Όσοι ακολουθούν την αρχαία συνήθεια της Εκκλησίας σταμάτησαν να τρώνε κρέας και γαλακτοκομικά, ενώ τα καταστήματα και τα σπίτια άρχισαν σιγά-σιγά να στολίζονται με φώτα, κλαδιά κωνοφόρων, μπάλες και παιχνίδια. Αυτή η γιορτή στη μέση του χειμώνα είναι η πλέον παγκόσμια, που στους ρυθμούς της εγκλωβίζει εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο. Όσο κι αν διαφημιστούν, οι οξυζενέ εορτές του ΟΗΕ (παγκόσμια ημέρα του τάδε ή του δείνα) δεν πρόκειται να την φτάσουν.

Λέω επίτηδες «γιορτές» και όχι Χριστούγεννα.

Στον αποϊεροποιημένο κόσμο μας, όπου συνυπάρχουν τόσες κουλτούρες, τόσες θρησκείες και αυτοματισμοί, δεν θα ήταν δυνατόν να εορτάσουμε τα γενέθλια του Χριστού. Η Δύση θα κατέρρεε εκ των έσω. Οπότε γιορτάζουμε κάτι άλλο: Την αγάπη γενικά κι αόριστα, τα δώρα, τον καταναλωτισμό, αυτό που έχουμε ή εκείνο που θέλουμε να αποκτήσουμε, τους εαυτούς μας, τους στόχους μας, την χαμένη παιδικότητά μας, την φιλανθρωπία –οτιδήποτε. Το πεδίο είναι ανοιχτό κι ο καθένας μας μπορεί να τοποθετήσει εκεί ό,τι θέλει κι ό,τι τον αναπαύει.

Κι εδώ είναι το στοίχημα.

Στα διηγήματά του, και τα Χριστουγεννιάτικα, ο Παπαδιαμάντης θρηνεί την εν σπέρματι καταστροφή της μικρής κοινότητας. Το έβλεπε: Άπαξ και επικρατήσουν οι συνήθειες της φραγκιάς, η γλυκιά καθ’ ημάς Ανατολή θα σβήσει. Κι εν πολλοίς είχε δίκιο: 150 χρόνια αργότερα, ο κόσμος αυτός ζει, όσο ζει, στις καρδιές ορισμένων για όσο εκείνοι θα υπάρχουν.

Αυτή είναι και η μείζονα αποτυχία του νεώτερου Ελληνισμού: Δεν κατάφερε να φέρει την παράδοσή της στο σήμερα. Την άφησε να σβήσει μαζί με τον παλιό κοινοτικό κόσμο. Η απώλεια αυτή κρίθηκε μάλλον απαραίτητη από τις κατά καιρούς ηγεσίες, για να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε τους πεπολιτισμένους, και οπωσδήποτε ασήμαντη. Τις συνέπειές της όμως τις βιώνουμε με οδυνηρό τρόπο σήμερα. Σήμερα που ενώ τα πάντα γύρω μας καταρρέουν, δεν έχουμε ούτε παρηγοριά, αλλά ούτε και τόπο να πατήσουμε για να τιναχτούμε και να ξεκολλήσουμε.

Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαμε να γυρίσουμε το καράβι. Οπωσδήποτε οι γιορτές του Δεκέμβρη, η νοηματοδότησή τους, θα ήταν μια καλή, στέρεα αρχή…

Μαζεύοντας τον πόνο της πληγής μας

Στις 20 Οκτώβριου 1932 κυκλοφόρησε σε 50 αριθμημένα εκτός εμπορίου αντίτυπα η Στέρνα του Γ. Σεφέρη. Επειδή ο ποιητής υπηρετούσε στο Λονδίνο, την επιμέλεια της έκδοσης ανέλαβε ο Κατσίμπαλης. Στην αλληλογραφία των δυο ανδρών («Αγαπητέ μου Γιώργο» Αλληλογραφία (1924-1970), επιμ. Δ. Δασκαλόπουλος, Ίκαρος 2009) μας διασώζονται οι σχετικές συνεννοήσεις (το χαρτί που θα χρησιμοποιηθεί, το δέσιμο, το αν θα υπάρχει εξώφυλλο και τι θα αναγράφει κτλ), αλλά κι έναν άκρως ενδιαφέροντα διάλογο για το ίδιο το ποίημα, η οποία εύκολα ξεστράτισε σε συζήτηση για το νόημα της Ελληνικότητας, το χρέος των ποιητών και, βεβαίως, τη σχέση της Ελλάδας με την Δύση (και την Ανατολή κατ’ επέκταση) –τα αιώνια δηλαδή ερωτήματα που απασχολούν κάθε γενιά από το 1204 και δώθε και στα οποία ο καθένας μας πρέπει να δώσει μια κάποια απάντηση για να μπορέσει να πορευτεί.

Η Στέρνα, με το ύφος, τον ρυθμό και την μορφή της ξένισε. Με εξαίρεση τον Γ. Αποστολίδη (στον οποίο είναι αφιερωμένη), που τη θεωρεί αριστούργημα, οι υπόλοιποι της παρέας στέκουν αμήχανοι στην καλλίτερη περίπτωση απέναντί της. Στη χειρότερη, απολύτως αρνητικοί –σε αυτή την κατηγορία ανήκει και ο επιμελητής της έκδοσης, ο Γ. Κατσίμπαλης,

«Γιώργο, θαρρώ πως μας επρόδωσες και πως σ’ έφαγε κι εσένα η Φραγκιά», δηλώνει ορθά-κοφτά στην επιστολή 8ης Οκτωβρίου, που απευθύνει στον Σεφέρη.  Και συνεχίζει:

«Παράτησε τον (δήθεν) άνθρωπο του αιώνα σου και κοίταξε να εκφράσεις κάτι από τον τόπο σου κι από τη φύση του, που είναι και δική σου φύση –όπως τουλάχιστο το πιστέψαμε εμείς κάποτε, όσοι περιμέναμε κάτι από σένα».

Σημειώνει δε με τον ορμητικό τρόπο που τον χαρακτήριζε:

«Παρόλα τα συγκλονιστικά γεγονότα της Χαλκιδικής (χωρίς καλαμπούρι), των εκλογών, της κρίσης κλπ. απολαμβάνω  και χαίρομαι αυτό το πανηγύρι τούτο του Θεού συνεπαρμένος από μια ακράτητη έκσταση (…) Γυρίζοντας κάθε μέρα σπίτι, μέσα στα «κατάλαμπρα» αυτά μεσημέρια, κάτω από τα «καταγάλανα» ουράνια, συναντώ (λίγο παρακάτω από του Παπουτσάκη) στο δρόμου μου μια… στέρνα, μ’ ένα σκέπασμα από τσιμέντο κι ένα τετράγωνο ανοιγματάκι στη μέση του, που αφήνει να φαίνεται το σκοτεινό νερό της. (…) Τι αντίθεση και τι ασχήμια αυτή η στέρνα μέσα στο φωτεινό κι υπέρλαμπρο πανηγύρι που μας περιστοιχίζει! Ως πότε θα τ’ αγνοούμε το πανηγύρι αυτό και θα καταφεύγουμε στις σκοταδερές στέρνες να βυθίζουμε την ψυχή και τη νιότη μας, αντί να την υψώνουμε υπέρλαμπρο ολοκαύτωμα πάνω σ’ ένα κορφοβούνι κάτω από τον πυρακτωμένον ήλιο;»

Η επιστολή του Κατσίμπαλη, όπως παρατηρεί ο βιογράφος του Σεφέρη, Ρ. Μπήτον (Γιώργος Σεφέρης. Περιμένοντας τον άγγελο, Ωκεανίδα 2003), καταλήγει να είναι μια «εκπληκτική πραγματεία, όπου οι επιφυλάξεις του για τη Στέρνα λειτουργούν ως καταλύτης για μια σειρά από παθιασμένα αιτήματα, τα οποία θα έχουν μακροχρόνιο αντίκτυπο όχι μόνον στην εξέλιξη του Γιώργου ως ποιητή, αλλά και σε ολόκληρο το λογοτεχνικό κίνημα της Ελλάδας, το οποίο σύντομα θα γίνει γνωστό ως η “Γενιά του Τριάντα”».

Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό η μεταγενέστερη ποίηση του Σεφέρη επηρεάστηκε από τις ιδέες αυτές του ισόβιου φίλου και συνομιλητή του, πάντως σε εκείνη την περίσταση, δεν ήταν διατεθειμένος να ακολουθήσει το παράδειγμά του και να ξεχάσει τα «συγκλονιστικά γεγονότα» που συνέβαιναν στον ίδιο και τον κόσμο και να παραδοθεί σε μια έκσταση.

Η απάντησή του, που γράφτηκε 2 μέρες αργότερα, έχει έντονο απολογητικό χαρακτήρα. Αναφέρεται στη μέχρι τότε ζωή του – είναι μια από τις σπάνιες φορές που αναθυμάται το σπίτι του στη Σμύρνη και σημειώνει πως αν δεν είχε μεσολαβήσει ο Ξεριζωμός «ίσως να ήταν τα πράγματα κάπως διαφορετικά, χειρότερα ή καλλίτερα ποιος ξέρει;»

Απαντάει στον Κατσίμπαλη πρώτα με τον τρόπο του –αντιπαρατάσσει στην ορμή και το πάθος του μαγκουροφόρου τον βαθύ και φαινομενικά αργό στοχασμό και στις ιδέες του, που αναγκαστικά, όπως όλες οι ιδέες καταλήγουν μονόπαντες, την περιπλοκότητα της ζωής. Αυτό είναι το νόημα της φράσης του, όταν λέει:

«Όσα μου λες είναι σωστά. Είναι όμως και άδικα για μένα.»

Μια απόφανση μπορεί σωστή και άδικη μαζί, δίψυχη, να συναμφοτερίζει, όπως η ζωή και οι άνθρωποι –άλλωστε κι η Στέρνα για την διπλή φύση του έρωτα, της ηδονής και του θανάτου, μιλάει.

Δεν θα παρασυρθώ περισσότερο σχολιάζοντας την σεφερική επιστολή –έχει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς αυτοβιογραφούμενος ο Σεφέρης τοποθετεί τον εαυτό του στη χορεία των μεγάλων ποιητών της σύγχρονης Ελλάδας, που είναι Έλληνες και ξένοι ταυτόχρονα (πάλι διφυσεία έχουμε εδώ).

Θα περιοριστώ στην άμεση απάντηση που έδωσε στον Κατσίμπαλη. Του γράφει:

«Το δύσκολο δεν είναι να υψωθούμε προς το “υπέρλαμπρο πανηγύρι”, το δύσκολο είναι να λυτρωθούμε από την τραγική μας μοίρα, και ο αγώνας αυτός θα φάει, καθώς το φοβούμαι, πολλές γενιές ανθρώπων, αν υπάρξουν τόσοι πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα».

Είναι σαφές: Από το έξω φως, ο Σεφέρης προτιμά το μέσα σκοτάδι. Από την ανέμελη έκσταση, την οδυνηρή επαφή με την πραγματικότητα. Από την ύψωση στα κορφοβούνια, που προϋποθέτει λησμονιά της πραγματικότητας, μέσα καταβύθιση.

Και κάτι ακόμα:

Μας λέει ο Σεφέρης, πως αν το «υπέρλαμπρο πανηγύρι», είναι ατομικό προνόμιο και δυνατότητα του καθενός από μας, η λύτρωση από την «τραγική μας μοίρα» είναι συλλογικό κατόρθωμα – έργο πολλών γενεών και πολλών ανθρώπων, που θα εργαστούν έχοντας αυτό τον στόχο.

Διαβάζοντας αυτά τα λόγια σκέφτομαι ότι χάσαμε μια ολόκληρη γενιά, 30 μεταπολιτευτικά χρόνια, όχι στο υπέρλαμπρο πανηγύρι, αλλά την ιλουστρασιόν αποχαύνωση. Χάσαμε μια ολόκληρη γενιά κι αποκτήσαμε αναπηρίες που πριν δεν είχαμε.

Τουλάχιστον, ας υπάρξουν στην Ελλάδα όσοι άνθρωποι χρειάζονται για να ξεφύγουμε από την τραγική μας μοίρα. Θα είναι κρίμα να χαθούμε έτσι…

Άρνηση

Τελειώσαμε την ανάγνωση της Άρνησης του Σεφέρη και ο κ. Κωστάκης μας είπε να το δούμε για λίγο ήσυχα. Εκείνος, κατά πως το συνήθιζε, άρχισε να ξεφυλλίζει την ατζέντα του σοβαρός-σοβαρός –αναρωτιέμαι αν όντως σε κάτι τέτοιες ώρες απορροφούνταν τόσο πολύ με τον προγραμματισμό της ημέρας του ή αν απλώς προσποιούνταν προσπαθώντας να ροκανίσει μια αμήχανη στιγμή.

Περάσανε λίγα λεπτά σκυμμένοι στα βιβλία διαβάζοντας διαγώνια το ποίημα, ρίχνοντας πλάγιες ματιές στους συμμαθητές μας ή πλάγιες κουβέντες ή, ενίοτε, πλάγιες γροθιές, κι όταν οι ψίθυροι άρχισαν να γίνονται βοή, ο κ. Κωστάκης μας ρώτησε τι κατά τη γνώμη μας έλεγε.

Ήταν Μάιος και ήμασταν Γ΄ Γυμνάσιου, ξαναμμένοι και μελαγχολικοί, ρομαντικοί και ωμοί, αντιμέτωποι για πρώτη φορά με όλες τις φριχτές αλήθειες του κόσμου, κρατώντας ή δημιουργώντας το έσχατο ψέμα, την αυτοεικόνα μας –όπως όλοι οι έφηβοι. Και μια και ήταν ένα ποίημα του Σεφέρη, ο οποίος πήρε το Νόμπελ, το οποίο μελοποιήθηκε από τον Θεοδωράκη, ο οποίος είναι πολύ σπουδαίος, κι όλο και κάτι είχαμε ακούσει από εδώ κι από εκεί για αυτούς τους δυο πολύ μεγάλους και για το συγκεκριμένο πολύ σημαντικό ποίημα, αρχίσαμε να σολάρουμε.

Αν θυμάμαι καλά, το σύνθημα το έδωσε η Ουρανία, η οποία ποτέ δεν παραδέχτηκα πόσο πολύ μου άρεσε: Σήκωσε το κατάλευκο χέρι της και είπε κάτι για την ζωή που είναι ένα ταξίδι. Κι άλλα χέρια υψώθηκαν ανυπόμονα. Ο ένας είδε στο ποίημα την αλλοτρίωση (ήταν πολύ της μόδας τότε στα σχολεία –ακόμα ίσως είναι), ο άλλος τον καταναλωτισμό, ο τρίτος για τα αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου και κάποιος πέταξε κάτι για την επανάσταση.

Ο κ. Κωστάκης είχε σηκωθεί από την έδρα του και σαν διευθυντής ορχήστρας έδινε τον λόγο με νοήματα, κι όταν οι μεγάλες ιδέες μας τελείωσαν και οι αναγνώσεις μας κατέληξαν σε διαφωνίες («τι λες, ρε βλάκα;», «θα τα πούμε μετά εμείς οι δυο»), αφού έβγαλε το μακρόσυρτο σσσσσσσσσστ!, που ήταν σήμα κατατεθέν του, με ύφος όλο συγκατάβαση μας είπε:

«Τα πράγματα, παιδιά, είναι απλά. Μια παρέα αποφάσισε να πάει μια εκδρομή. Μπήκαν στο αυτοκίνητο, πήγαν σε μια ωραία παραλία κι εκεί άρχισαν τα παιχνίδια, βόλεϊ, ρακέτες, τρεχαλητά. Πέρασε έτσι καμιά ωρίτσα και δίψασαν –τότε συνειδητοποίησαν ότι δεν είχαν πάρει νερό μαζί τους. Η παραλία έρημη, δεν υπήρχε ούτε μπιτς μπαρ, ούτε περίπτερο απ’ όπου θα μπορούσαν να πάρουν ένα αναψυκτικό. Ψάχνουν από εδώ, ψάχνουν από κει και βρίσκουν μια βρύση. Κάνουν να πιουν, αλλά το νερό δεν πίνονταν –γενικά στις παραλίες το νερό δεν είναι καλό, γι’ αυτό να παίρνετε από το σπίτι σας…»

Έτσι συνέχισε μέχρι που χτύπησε το κουδούνι. Η αντίθεση ανάμεσα στις υψιπετείς αναλύσεις μας και την ταπεινή δική του ήταν τόσο έντονη, που η αίθουσα αντηχούσε με πνιχτά γελάκια –ακόμα χαμογελάω όταν τα θυμάμαι.

.

Σήμερα αναγνωρίζω ότι εκείνη την ημέρα ο κ. Κωστάκης, ανεπίγνωστα ίσως, μας έδωσε ένα σπουδαίο μάθημα.

Στη ζωή όλα σχεδόν είναι θέμα οπτικής γωνίας: Οι απόψεις που θα διαμορφώσουμε ή θα υιοθετήσουμε, οι θέσεις που θα διατυπώσουμε, οι αποφάσεις που θα λάβουμε. Και ειδικά σε έναν πολιτισμό της εικόνας, όπως είναι εν πολλοίς ο δικός μας, ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα είναι καθοριστικός για πολλά.

Για αυτό είναι πολύ σημαντικό να βλέπουμε αυτό που πραγματικά έχουμε απέναντί μας κι όχι εκείνο που νομίζουμε ότι είναι. Φαίνεται εύκολο, αλλά καθόλου δεν είναι. Απαιτεί καθαρό βλέμμα και καθαρό νου. Πάρτε για παράδειγμα εμάς, 15-20 έφηβους που μόλις μας δόθηκε η ευκαιρία, παπαγαλίσαμε βαρύγδουπες λέξεις, προσπαθώντας να φανούμε σπουδαίοι και καίριοι, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας τι είπε ο ποιητής. Μάλιστα, όταν ο Κωστάκης μας το υπενθύμισε, η ποιητική εικόνα μας φάνηκε φτωχή μπροστά στο μεγαλείο των αναλύσεών μας, αστεία.

Έπειτα, μια θεωρία, μια ανάλυση είναι αξιόπιστη και σταθερή μόνο αν στηρίζεται σε σωστή εκτίμηση των υπαρκτών δεδομένων. Πρώτα πρέπει να βλέπουμε καθαρά αυτό που έχουμε μπροστά μας κι έπειτα δι’ αυτού να αρθούμε σε υψηλότερες, λεπτότερες θεωρήσεις. Η αδυναμία να δούμε το προφανές, το αντι-κείμενο, που σχεδόν πάντα δεν είναι παρά άρνηση να αποδεχτούμε την πραγματικότητα, μας οδηγεί σε αυθαιρεσίες και στρεβλώσεις.

.

Χτύπησε κουδούνι και βγήκαμε έξω.

Ο λόφος της Κιάφας δεν είχε ακόμα οικοδομηθεί κι όταν σήμαινε διάλλειμα γέμιζε πιτσιρικαρία από τα παρακείμενα σχολεία. Τρέχαμε, σπρωχνόμασταν, φωνάζαμε ή καθόμασταν πάνω στο χορτάρι και μιλούσαμε με εκείνη την παιδιάστική σοβαρότητα.

Ήμασταν 15 χρονών.

Ήμασταν σίγουροι πως όταν θα βάζαμε την δική μας άνω τελεία στη ζωή, η επόμενη λέξη μας δεν θα ήταν «λάθος».

Το άγγιγμα

Λέγεται καμιά φορά ότι πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια. Κι έχει ένα δίκιο αυτή η λογική, καθώς όλα εκείνα στα οποία ζυμωθήκαμε σαν παιδιά, η λογική, το ήθος, ο τόπος, οι άνθρωποι, είναι στοιχεία που μας συντροφεύουν μια ζωή. Με βάση αυτές τις εμπειρίες οργανώνουμε συνειδητά ή ασυνείδητα τον ενήλικο βίο μας. Τα σχέδια, οι φιλοδοξίες, τα όνειρά μας αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα σε κείνη την περίοδο και στις δύσκολες στιγμές εκεί αναζητούμε παρηγοριά. Όσο και να μεγαλώνουμε, όσο και να ωριμάζουμε, όσο και να παίρνουμε απόσταση ή να επικρίνουμε τον τρόπο που μεγαλώσαμε, ζούμε με/μες τα παιδικά μας χρόνια. Είναι η πατρίδα που αδιάλειπτα νοσταλγούμε, ο προορισμός που κυνηγάμε και ποτέ δεν θα προσεγγίσουμε, ο φαντασιακός τόπος που ταιριάζουμε και μας ταιριάζει άψογα, σαν το στρώμα που έχει πάρει το σχήμα του κορμιού μας και όταν βυθιζόμαστε μέσα του νιώθουμε ξεκούραστοι, ζεστοί και γαλήνιοι, τότε ναι, πατρίδα μας είναι και τα παιδικά μας χρόνια.

.

Σκέφτομαι ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει και με το άγγιγμα.

Το χάδι ενός ανθρώπου μπορεί να καταστεί ο Τόπος, στον οποίο αισθανόμαστε απόλυτα ασφαλείς και γαλήνιοι, ο Τόπος που μας ξεκουράζει, ο Τόπος που μας ταιριάζει τέλεια. Ο τόπος που νοσταλγούμε, όταν βρισκόμαστε μακριά του ή όταν –αλίμονο!– τον χάνουμε.

Η στιγμή που εκείνη η συγκεκριμένη παλάμη με αγγίζει στο μάγουλο, το στήθος, τους γοφούς, που εκείνα τα συγκεκριμένα δάχτυλα κρατάνε το χέρι μου ή μπλέκονται στα μαλλιά μου, ξεκόβεται από τον χρόνο, τον χώρο, το τώρα μας και μετεωρίζεται πάνω και πέρα από κάθε περιορισμό δημιουργώντας μια ελάχιστη νησίδα παρηγοριάς μέσα στη λύπη, υγείας μέσα στην αρρώστια, ειρήνης μέσα στον πόλεμο, ζωής μέσα στον θάνατο –ό,τι τέλος πάντων χαρακτηρίζει (ή είναι) την καθημερινότητά μας σήμερα.

Και νομίζω ότι αυτό το άγγιγμα μπορεί να αντικαταστήσει τα παιδικά μας χρόνια ή μάλλον να τα χωρέσει μέσα του και να καταστεί η πατρίδα που πάντα νοσταλγούσαμε, που πάντα επιθυμούσαμε, που πάντα αναζητούσαμε. Να συμπυκνώσει ό,τι υπήρξαμε και ό,τι θα γίνουμε, όλα τα πριν και τα μετά, το άπειρο σε μια στιγμή· το αιέν σ’ αυτό εδώ το νυν.

Να γίνει η μικρή προσωπική μας ευτυχία που θα μας γεμίζει.

Χατζιδάκις

Τελικά δεν είναι μόνο ο Σαββόπουλος που του «λείπει φριχτά» και τραγουδάει τα τραγούδια του. Όλοι μας (ή οι περισσότεροι από μας, τέλος πάντων) τον σκεφτόμαστε και τον νοσταλγούμε στους καιρούς που ζούμε.

Πιάνω τον εαυτό μου να τον θυμάται καθημερινά πηγαίνοντας στη δουλειά το πρωί ή επιστρέφοντας βαρύς το απόγευμα· ψιθυρίζω κάποιο τραγούδι του στο δρόμο για το σούπερμάρκετ ή τον φούρνο και τα βράδια πίνοντας το τελευταίο ποτό, μνημονεύω κάποια ιστορία ή έναν αφορισμό του.

Μάνος Χατζιδάκις: Μια απουσία διαρκώς παρούσα.

Προσπερνώ την παρόρμηση να σας αραδιάσω τα σχετικά της γνωριμίας μας και μπαίνω στην ουσία:

Τι είναι αυτό που νοσταλγούμε; Τι είναι αυτό που αποζητούμε όταν τον θυμόμαστε ή τον επικαλούμαστε; Τι είναι τελικά για μας σήμερα ο Χατζιδάκις;

Ο Σαββόπουλος το γράφει πολύ ωραία στο δελτίο τύπου που διένειμε με αφορμή τις συναυλίες του:

Ξεπλένει από μέσα μας κάθε ευτέλεια, ανελευθερία και λαϊκισμό, δικό μας ή των άλλων, αδιάφορο. Υπάρχει κάτι σαν κορυφαία πράξη αντίστασής μέσα σ’ αυτά
τ’ αγαπημένα κομμάτια. Σαν γλυκό φως στο σκοτάδι, που μας κάνει πιο ταπεινούς, δηλαδή πιο ικανούς για την αμοιβαία, επιτέλους, συγχώρεση. Έζησε και εργάστηκε σκληρά, με συνείδηση καταγωγής, ελεύθερο φρόνιμα, γενναιοδωρία και αυστηρότητα αληθινού μάγκα κι ανατολίτη. Έτσι και μόνον έτσι κατέκτησε κάποτε την οικουμένη και εξασφάλισε τη θέση του στην Ευρώπη, με χαρακτηριστική άνεση, σαν παιδί. Σαν Έλληνας.

.

Ο Χατζιδάκις ήταν μουσικός, ο Χατζιδάκις ήταν διανοούμενος, μα πάνω απ’ όλα ο Χατζιδάκις υπήρξε βαθύτατα λαϊκός άνθρωπος. Το απίστευτο ταλέντο του, η διεισδυτική σκέψη του, η αναλυτική του ικανότητα, το ακριβό του γούστο, οι αριστοκρατικοί τρόποι του, η παγκοσμιότητά του δεν ήρθαν ποτέ σε αντιπαράθεση με την λαϊκότητα της καταγωγής και του ήθους του. Το αντίθετο. Ό,τι συγκροτεί τον άνθρωπο, αλλά και το φαινόμενο που ονομάζουμε «Χατζιδάκις», πηγάζει και αναφέρεται ακριβώς σ’ αυτή την λαϊκότητα. Το ίδιο του το έργο παραμένει ερμητικό κι εν πολλοίς ακατανόητο σε όσους στερούνται λαϊκού ήθους (θυμάστε πώς χαρακτηρίζει τον Μεγάλο Ερωτικό; Κύκλο λαϊκών τραγουδιών). Και είναι αυτό, το λαϊκό ήθος, που γεφυρώνει τις αντιφάσεις και τα χάσματα του έργου, του χαρακτήρα και της προσωπικής του διαδρομής.

Από την άποψη αυτή, ο Χατζιδάκις ενσάρκωσε μια δυνατότητα που έχει στο μέτρο των δυνατοτήτων του βέβαια ο καθένας από εμάς. Αυτό το παιδί μιας μάλλον μικροαστικής οικογένειας, που γεννήθηκε στην Ξάνθη και μεγάλωσε στο Παγκράτι του Μεσοπολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου, χωρίς λαμπρά διπλώματα και σπουδές στο εξωτερικό, με ευαισθησία που την απέκτησε στις γειτονιές της Αθήνας και με τεράστιο προσωπικό μόχθο, κατάφερε όσα κατάφερε.

Αν η Κρίση μας έφερε σαν κοινωνία, αλλά και σαν άτομα, στον πάτο ή πολύ κοντά σ’ αυτόν, ο Χατζιδάκις συμβολίζει και είναι μια κορυφή στην οποία σαν κοινωνία, αλλά και σαν άτομα, πρέπει να στοχεύσουμε.

Προεκλογική περίοδος άγονος / αγωνίας

Πανηγυρίζει σήμερα το Bloomberg γιατί θεωρεί ότι οι Έλληνες στρέφονται προς τα Μνημονιακά κόμματα.

Όλοι ξέρουμε ότι, αν τα δημοσκοπικά ευρήματα του Σαββατοκύριακου επιβεβαιωθούν στις επόμενες εκλογές, την 17η Ιουνίου οι χαρτογιακάδες των Βρυξελλών θα πανηγυρίζουν, οι ηγέτες της ΕΕ και του ΔΝΤ θα χαιρετίσουν το αποτέλεσμα και τα Χρηματιστήρια ανά τον κόσμο θα ανέβουν.

Όλα καλά δηλαδή;

Όχι ακριβώς.

Γιατί ακόμα και αν τα επόμενα μέτρα που προβλέπονται από το Μνημόνιο περάσουν απρόσκοπτα από την όποια κυβερνητική πλειοψηφία τον Ιούνιο ή 2-3 μήνες αργότερα, η πραγματικότητα, αυτή που ζούμε εγώ κι εσείς, δεν βελτιώνεται σε τίποτα. Στην καλλίτερη περίπτωση θα μείνει στάσιμη. Στην ρεαλιστική θα επιβαρυνθεί από τις νέες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις και κοινωνικές δαπάνες και από τους νέους φόρους. Στην χειρότερη θα γίνει ακόμα πιο δραματική εξαιτίας κάποιας απρόβλεπτης εξέλιξης (πχ Ιράν) ή νέων νέων μέτρων που θα αναγκαστεί να λάβει η Κυβέρνηση το τελευταίο τρίμηνο.

Όλα αυτά δεν μπορούν να απορροφηθούν, αν οι δημοσκοπήσεις επιβεβαιωθούν και η ΝΔ_ πάρει γύρω στο 25% και το Πασόκ περί το 15. Πόσω μάλλον που για να φτάσουν σε αυτά τα ποσοστά, οι κκ. Σαμαράς και Βενιζέλος αποτάσσονται τις Μνημονιακές πολιτικές (που συμφώνησαν με την Τρόικα και μετά τις ψήφισαν!) και διακηρύσσουν την απόφασή τους να τις επαναδιαπραγματευτούν.

Συμπερασμα: Για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης οι εταίροι και οι εταίρες μας ας πανηγυρίσουν το όποιο εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά ας μην επαναπαύονται. Το καζάνι βράζει και είναι θαύμα πώς δεν έχει τινάξει ακόμα το καπάκι στον αέρα.

*          *          *          *          *

Είμαι πολύ απογοητευμένος και από αυτή την προεκλογική περίοδο. Οι όρκοι πίστης στο Ευρώ και την Ένωση και οι επιδείξεις τσαμπουκά ή «υπευθυνότητας» στους μέσα και τους έξω, με αφήνουν παγερά αδιάφορο, όταν δεν με ενοχλούν.

Θα ήθελα μια προεκλογική περίοδο χωρίς συνθήματα, χωρίς επικοινωνιακά εφέ. Μια προεκλογική περίοδο που τα κόμματα θα καταθέσουν τις προτάσεις τους και θα προσπαθήσουν με επιχειρήματα να πείσουν τους πολίτες για την ορθότητα των δικών τους θέσεων και όχι για τα λάθη του αντιπάλου. Θέλω κόμματα με θετικό λόγο, όχι τρολ.

Περίμενα η προεκλογική επιχειρηματολογία των κομμάτων να κινηθεί σε δύο άξονες:

  1. Τι σκοπεύουν να κάνουν με τα δραματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πολίτης στην καθημερινότητά του, όπως την κατάρρευση του κοινωνικού κράτους, την διάλυση του Δημόσιου Σχολείου, την ανυποληψία των Πανεπιστημίων μας, τις Αστικές συγκοινωνίες που δεν εξυπηρετούν, την ακρίβεια στην αγορά, την κατάθλιψη και τις αυτοκτονίες, που έχουν καταστεί πλέον κοινωνικό φαινόμενο, άρα και πολιτικό θέμα.
  2. Το σχέδιό τους για την έξοδο από την Κρίση. Να μας εξηγήσουν τον τελικό στόχο, τι όραμα έχουν για την κοινωνία, και να περιγράψουν τα ενδιάμεσα βήματα. Και –προς Θεού!- όχι με αοριστολογίες για ανάπτυξη και πράσινες ενέργειες, αλλά με σαφές χρονοδιάγραμμα, ρεαλιστικό και υλοποιήσιμο.

Αντ’ αυτών όμως έχουμε αλληλοκατηγορίες, τεχνητή πόλωση, κενούς ρητορισμούς και εξαγγελίες πυροτεχνήματα.

Το Spiegel  δημοσίευσε τους 6 άξονες που θα προτείνει η κα Μέρκελ για την ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού νότου. Δεν θα αναφέρω την δική μου γνώμη γι’ αυτούς –έχουμε καιρό γι’ αυτό– θα αντιγράψω όμως το σχόλιο του περιοδικού:

«Με λίγα λόγια, η περιοχή της Μεσογείου πρόκειται να μοιάζει περισσότερο με τη Γερμανία, αλλά με καλύτερο καιρό…»

Πώς τοποθετούνται τα κόμματα, η Σαμαρική ΝΔ_, ο Σύριζα, το Πασόκ και τα υπόλοιπα φυσικά, απέναντι στους άξονες αυτούς; Συμφωνούν και υπό ποίες προϋποθέσεις; Διαφωνούν και για ποιους λόγους; Θεωρούν ότι αποτελούν βάση για συζήτηση και προς πια κατεύθυνση θα κινηθούν οι δικές τους προτάσεις; Έχουν συγκροτήσει κάποιο δικό τους σχέδιο, δικούς τους άξονες για την ανάπτυξη, για να τους θέσουν στο τραπέζι; Θα συνεννοηθούν με τα άλλα Μεσογειακά κράτη, ώστε να συγκροτηθεί ισχυρή και ενιαία αντιπρόταση προς τον Βορρά ή παθητικά θα δεχτούν ό,τι τους πετάξει η Γερμανία καθιστώντας την χώρα και τους πολίτες πειραματόζωα για δεύτερη φορά;

*          *          *          *          *

Ακούγοντας τις προεκλογικές θέσεις των κομμάτων, τον λόγο που εκφέρουν, για μένα ένα είναι σίγουρο:

Οι οδύνες θα συνεχιστούν και θα κορυφωθούν. Οι κάλπες του Ιουνίου δεν θα γεννήσουν το νέο.