Category Archives: Ποίηση

Για τον Leonard Cohen

Ο θάνατος του Leonard Cohen συνέπεσε με τον θρίαμβο του Donald Trump και η βεβαιότητα ότι μια εποχή τελείωσε και μια άλλη, που δεν ενθουσιάζει αλλά μάλλον φοβίζει, ξεκίνησε, έγινε ακόμα πιο έντονη. Άλλωστε ο Καναδός τραγουδοποιός έμοιαζε πάντα με άνθρωπο αλλοτινών καιρών και τρόπων: Ντυμένος μονίμως με άψογες κοστουμιές και υπέροχα καπέλα, ποτέ με τζιν, το ρούχο του 20ου αιώνα, ρουφώντας αργά κόκκινο κρασί κι όχι χάπια ή σκόνες, όπως απαιτούν οι μόδες, και με ευγένεια ασυνήθιστη και απροσδόκητη για άνθρωπο της φήμης του, προσωποποιούσε μια δυνατότητα του δυτικού ανθρώπου, την οποία μάλλον ποτέ δεν κατάφερε να προσεγγίσει. Το πένθος λοιπόν για τον θάνατό του αφορά περισσότερο εμάς και το παρόν μας και λιγότερο εκείνον. Τον ίδιο μόνο να τον μακαρίζει κανείς μπορεί· υπήρξε ως το τέλος Ευλογημένος: Πέθανε διαυγέστατος και πλήρης ημερών, έχοντας ολοκληρώσει ένα σπουδαίο έργο, που δεν περιορίζεται στην τραγουδοποιία, αλλά εκτείνεται στην πεζογραφία, την ποίηση και τα εικαστικά, περιτριγυρισμένος από τα παιδιά, τους φίλους και την αγάπη εκατομμυρίων ανθρώπων ανά τον κόσμο. Leonard, έζησες μια ωραία ζωή κι αξιώθηκες έναν εξίσου ωραίο θάνατο –τι άλλο μπορεί κανείς να ελπίζει και να εύχεται για τον εαυτό του και τους αγαπημένους του;

Leonard Cohen at the Arena in Geneva, 27 October 2008

Leonard Cohen at the Arena in Geneva, 27 October 2008

Για τους θαυμαστές του, η αγγελία του θανάτου του αποδείχτηκε αφορμή να βυθιστούμε για μια ακόμα φορά στις μουσικές και τα λόγια του. Από τα πρώτα του 1967, που τραγουδάει χαμηλόφωνα (δειλά;) συνοδευόμενος με μια κιθάρα, στην σταθερή, σίγουρη φωνή που ξεπηδάει μέσα από τα συνθεσάιζερ της εποχής του Ρήγκαν και, τέλος, στην υπόγεια βραχνάδα του Popular Problems και του You Wanted Darker. Δεκατέσσερις σπουδαίοι δίσκοι αποτελούν το κυρίως σώμα της δουλειάς του δουλεμένοι μέσα σε 60 χρόνια και περιέχουν τραγούδια-ιδανικούς συντρόφους για μοναχικές ώρες και δύσκολες στιγμές. Τραγούδια που γλύφουν μέσα πληγές και δεν τις ξύνουν, που μπορούν να στοχαστούν ξεπερνώντας την συγκυρία, αλλά και να σαρκάσουν, να καταγγείλουν, να οργιστούν.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι και πολλοί λόγοι για να ακούσει κανείς τα τραγούδια του Cohen. Μπορεί να συγκινηθεί από την μελαγχολική αισθαντικότητα με την οποία αντιμετωπίζει τα μεγάλα και τα μικρά του κόσμου, την αγάπη και τον θάνατο ή τον καπιταλισμό και το κρασί. Μπορεί να διδαχθεί από την σοφή και διεισδυτική ματιά του (το «There is a crack in everything / That’s how the light gets» in είναι από τα σημαντικότερα μαθήματα που έχω πάρει). Και βεβαίως μπορεί να ωφεληθεί και από τον τρόπο που αντιμετώπιζε την δουλειά και τη ζωή. Γιατί ποτέ δεν υπέταξε ούτε το ένα ούτε το άλλο στη δημοσιότητα και το κέρδος –οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται για το χρήμα και την φήμη δεν σπαταλούν πέντε χρόνια για να γράψουν ένα τραγούδι, ούτε βεβαίως έχουν ένα Hallelujah να επιδείξουν.

Εβραίος γεννημένος στο Κεμπέκ, κάτοικος της Νέας Υόρκης, της Ύδρας, του Λος Άντζελες και πολίτης του κόσμου, ο Cohen περιπλανήθηκε στα νεανικά κινήματα των μέσων του περασμένου αιώνα, πάλεψε με τον Χριστιανισμό, αναζήτησε την γαλήνη του Ζεν, παρέμεινε όμως πάντα ο Εβραίος προφήτης και ποιητής. Πέτυχε οι επιρροές του να τον βαθύνουν και να τον επεκτείνουν, όχι να τον αλλοιώσουν. Αυτή ακριβώς η σχέση του με την κληρονομιά του μπορεί να διδάξει πολλά εμάς τους Έλληνες. Όσο πιο συνειδητά έπαιρνε την θέση του μέσα στην μεγάλη Εβραϊκή παράδοση, τόσο πιο σημαντικά έργα μας παρέδιδε. Έτσι μας δίδαξε κι αυτός ότι η οικουμενικότητα ξεπηδάει μέσα από το συγκεκριμένο, όχι το αφηρημένο και το άρριζο.

Διαβάζω ότι ζήτησε να ταφεί με τον παραδοσιακό εβραϊκό τρόπο ανάμεσα στους γονείς και τους παππούδες του. Χοῦς εἰς χοῦν –ο Leonard επέστρεψε στην αρχέγονη μήτρα. Έκλεισε έναν τέλειο κύκλο, έγινε κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα. Υπάρχει μια μελαγχολική ομορφιά σ’ αυτό, ίδια μ’ εκείνη που κουβαλούν τα τραγούδια του. Και κάτι το ανομολόγητα ανακουφιστικό, καθώς δίνει προοπτική στα πράγματα και τη ζωή.

______________________

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό Φρέαρ 

Advertisements

Δέκα βιβλία

Οι λίστες που αραδιάζουν αγαπημένα ή μισητά βιβλία, τραγούδια, ταινίες, συγγραφείς, συνήθειες, τόπους, φαγητά, θέτουν όριο στη μνήμη, την φαντασία, την επιθυμία· ακρωτηριάζουν την ελευθερία μας σε μια σειρά επιλογών. Και οι αξιολογήσεις, ειδικά των πραγμάτων που έγραψαν μέσα μας, φανερώνουν αφέλεια και είναι περιορισμένης αξίας, καθώς μετράνε μόνο εκείνο που έχουμε πρόχειρο στην μνήμη και την συνείδηση, αφήνοντας εκτός του πεδίο που κατεξοχήν παίζεται μπάλα, το ασυνείδητο.

Κι όμως παραμένουν χρήσιμες, γιατί μας κινητοποιούν να ξαναδούμε τον εαυτό μας. Μας εξαναγκάζουν να τον δείξουμε –ή τουλάχιστον να δείξουμε μια εκδοχή του, εκείνη που νομίζουμε ότι μεταδίδουμε ή την άλλη, που θα θέλαμε να είμαστε ή και κάποια άλλη.

Κάπως έτσι αποφάσισα να αραδιάσω 10 βιβλία στο facebook, όταν φίλοι με προκάλεσαν.

Υπήρχε βεβαίως ένα βασικό πρόβλημα:

Το παιχνίδι απαιτούσε 10 βιβλία που με επηρέασαν, αλλά δεν προσδιόριζε το πότε και το πού. Όταν ήμουν παιδί; Έφηβος; Ενήλικος; Τώρα; Ή μήπως ως επιστήμονα; Σαν συγγραφέα; Εραστή;

Το κούρασα πολύ, όπως βλέπετε. Και, φυσικό ήταν, κουράστηκα κι ο ίδιος. Οπότε κατέφυγα στην πιο προφανή απάντηση:

Μέτρησα 10 βιβλία (δηλαδή 11), που με σφράγισαν ως νεαρό άνδρα, που έψαχνε τον εαυτό του. Είναι εκείνα που, νομίζω, με χάραξαν βαθύτερα κι ευθύνονται, ως ένα βαθμό, για τις ιδέες, τις ιδιοτροπίες, τις επιλογές μου, προσωπικές, επιστημονικές, συγγραφικές ή άλλες. Τα παραθέτω λοιπόν κι εδώ, προσθέτοντας και δυο κουβέντες για το καθένα. Η σειρά είναι τυχαία.

1. Ray Monk: Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Το χρέος της μεγαλοφυΐας (Scripta 1998)
Η φιλοσοφία, για να έχει κάποιο νόημα, δεν πρέπει να είναι μια στεγνή περιδιάβαση στον χώρο των ιδεών, ούτε αποφάνσεις κι απόψεις –χώρος ειδικά γι’ αυτές τις τελευταίες είναι το καφενείο. Φιλοσοφία είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα τρόπος, παράδειγμα ζωής. Υπ’ αυτή την έννοια, το σημαντικότερο έργο του Wittgenstein είναι ο ίδιος του ο βίος και το βιβλίο του Monk το καλλίτερο βοήθημα για να τον γνωρίσει και να τον κατανοήσει κάποιος

2. Χρήστος Γιανναράς: Το πρόσωπο και ο έρως (Δόμος 1992)
Υπάρχει ο Γιανναράς των επιφυλλίδων και ο Γιανναράς της φιλοσοφίας (της φιλοκαλίας μάλλον), όπως υπάρχει και η Εκκλησία των αποκλήρων και του μανικού έρωτα κι άλλη της κανονικότητας και του κυβερνητισμού. Δεν χρειάστηκε ιδιαίτερος κόπος για να επιλέξω…

3. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Διηγήματα (Δόμος)
Η γλυκιά πατρίδα που νοσταλγούμε, το παρόν που δυσφορούμε, ο παράδεισος που αποβλέπουμε, χώρεσαν στους πέντε τόμους των Απάντων που επιμελήθηκε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος.

4. Thomas Mann, Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού (Guttenberg 2004)
Χρησιμοποιώντας την αρχαία βιβλική ιστορία για το πανέμορφο παλικάρι που πουλήθηκε σαν σκλάβος από τα φθονερά αδέλφια του, ο Μαν μιλάει για τον καιρό του, την πατρίδα του, και την μοίρα του κόσμου, που είναι φυσικά και δική μας μοίρα. Μας διδάσκει δε πως η ζωή, όπως και οι ιστορίες, κυλάνε αέναα χρησιμοποιώντας τα ίδια πάνω-κάτω μονοπάτια.

5. Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα
Οφείλω να ομολογήσω ότι σήμερα με έλκουν πιο πολύ τα ημερολόγια και οι αλληλογραφίες του Σεφέρη. Αλλά η πρώτη, η καθοριστική επαφή έγινε φυσικά μέσα από τα ποιήματά του. Είναι ο ποιητής που πέρα από ατμόσφαιρες, ωραιολογίες και ιδέες, είδε και μίλησε για την μοίρα αυτού του τόπου και των ανθρώπων του.

6. Κωστής Παπαγιώργης: Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ (Καστανιώτης 1997)
Βλέποντας το τώρα, καταλαβαίνω ότι στο βιβλίο αυτό συναντιούνται δυο από τους πιο ανοικονόμητους συγγραφείς μας. Φυγάνθρωποι, πότες, και νοσταλγοί, δύσκολα χωράγανε κι ανέχονταν ακόμα κι εκείνο που αγαπούσαν.

7. Φιοντόρ Ντοστογιέβσκη, Αδελφοί Καραμαζόφ (Γκοβόστης)
Τέσσερα αδέλφια, δυο πατέρες, μια πατροκτονία –αυτό που στα χέρια οποιουδήποτε άλλου συγγραφέα θα ήταν ένα οικογενειακό μελόδραμα, ο Ντοστογιέβσκη το αναγάγει σε αρχετυπικό μύθο και προφητεία για το παρόν και το μέλλον του λαού του και του ανθρώπου γενικότερα.

8. Διονύσιος Σολωμός, Η γυναίκα της Ζάκυθος
Αν ο Ντοστογιέβσκη βλέπει την μοχθηρία στον άνδρα (πχ ο Σμερντιάκοβ Καραμαζόφ), ο Σολωμός την τοποθετεί σε μια γυναίκα, εφιαλτικά οικεία και σήμερα.

9. Ernest Hemingway: Άντρες χωρίς γυναίκες
Μινιμαλιστική αφήγηση, εξαιρετικοί διάλογοι, σαρκαστικό χιούμορ, συμβολισμός που δεν ακυρώνει τον ρεαλισμό αλλά τον ενισχύει. Κι όπως και στα άλλα βιβλία του, ο Hemingway δεν κρίνει και δεν εξηγεί, δεν αναλύει τους ήρωές του και τις πράξεις του, τα λόγια του. Τους παραδίδει γυμνούς, αυτούσιους στον αναγνώστη για να τους κρίνει και να τους ερμηνεύσει σύμφωνα με την διάθεσή του, τις ιδέες του, τα πιστεύω του –τα έχω ξαναγράψει

10. James Ellroy, Η Μαύρη Ντάλια (Άγρα 1996)
Ο Ελρόι είναι ίσως ο σημαντικότερος αμερικανός συγγραφέας σήμερα και το συγκεκριμένο βιβλίο ένα από τα αριστουργήματά του. Ευτύχησε να έχει και καλό μεταφραστή…

11. Νίκος Γκάτσος, Φύσα αεράκι φύσα με μη χαμηλώνεις ίσαμε (Ίκαρος 1992)
Με προμετωπίδα του Ο. Ελύτη και μια ιδιόχειρη παρτιτούρα του Μ. Χατζιδάκι κυκλοφόρησε αθόρυβα αυτός ο τόμος με τα τραγούδια του λίγο. Δεν περιέχει άπαντα τα τραγουδιστικά –αυτό το βιβλίο ήρθε αργότερα, μετά τον θάνατό του– αλλά εκείνα που ο ίδιος επέλεξε και χώρισε σε ενότητες. Μαζεμένα έτσι, αποτελούν ένα σκοτεινό όραμα για το μέλλον, ανάλογο με κείνο που ψηλαφούσε ο Σεφέρης…

Ποίηση κατά του ρατσισμού (Αθ. Κρατημένου – Μ. Παπαντωνόπουλος)

Συζητούσαμε προχθές με τον ποιητή Ζήση Αϊναλή, καλό φίλο και συνάδελφο, για το διϊστολογικό αφιέρωμα κατά του ρατσισμού την ημέρα της ποίησης. Μου πρότεινε ο Ζήσης τα ποιήματα δυο νέων ποιητών (γεννήθηκαν και οι δυο το 1980), της Αθανασίας Κρατημένου και του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, που μιλάνε για το θέμα από σύγχρονη οπτική και με μια νέα γλώσσα. Ομολογώ ότι δεν τους ήξερα και ο Ζήσης προθυμοποιήθηκε να μου τους συστήσει. Να λοιπόν δυο ποιήματά τους, δυο εξαιρετικά ποιήματα, που μιλάνε για το θέμα – μια σταγόνα φως στο σκοτάδι που βιώνουμε.

.

Αθανασία Κρατημένου

Από την ποιητική συλλογή «Μνημόπολη – μια άχρονη και ημιτελής αλφάβητος»

Ήταν κάποια, η οποία ήρθε στην πόλη από πολύ μακριά, από μια πόλη ξένη, κουβαλώντας στο ασθενικό της σώμα της όνειρα και φυγή. Ένα χειμωνιάτικο πρωινό όπου οι βιτρίνες ήταν εδώ και καιρό στολισμένες Χριστούγεννα, βγήκε στους γεμάτους δρόμους και άρχισε να μονολογεί, απευθύνοντας στους περαστικούς διαβάτες, κοιτώντας τους πάντα μέσα στα μάτια, τα οργισμένα της παράπονα. Κι όταν ξέμενε από τις λέξεις της, άρχιζε πάλι από την αρχή. Τόσοι άνθρωποι γύρω της. Έπρεπε να την ακούσουν όλοι. Τα λόγια, τα οποία ξεστόμιζε σε σπασμένη γλώσσα ήταν ακριβώς τα παρακάτω. «Είμαι ένα πρόσωπο το οποίο δεν εγγράφεται στη μνήμη. Κανένας δεν μπορεί να ανακαλέσει το όνομα μου. Η ταυτότητα μου δεν έχει σημασία. Δεν με θυμάσαι. Κι όμως. Ναι. Μ’ έχεις ξαναδεί. Κοίταξε με καλά. Ποια σου θυμίζω; Με είδες να ζητιανεύω με το πρόσωπο μου χαρακωμένο τη βία της γεωγραφίας. Με είδες να κάθομαι δίπλα σου φορώντας το τσακισμένο φόρεμα χιλίων πολέμων. Με είδες να καθαρίζω το σπίτι σου με χέρια ανοιγμένα απ’ τα χημικά ενός σίφουνα αστικής αποστειρωμένης λευκότητας. Με είδες να παίζω με τα παιδιά σου παιδικά παραμύθια χωρίς λέξεις. Με είδες να σου ζητάω να με βοηθήσεις να βρω το δρόμο σ’ έναν σκισμένο χάρτη μιας πόλης ξένης. Με είδες να συλλαβίζω ψωμί και γάλα, ενώ γελούσες με την άθλια ξένη μου γλώσσα σου. Με είδες κρεμασμένη την καταγωγή μου χάρτινο κολιέ. Με είδες μια, δυο, τρεις και πάντα με προσπερνούσες αδιάφορα σιγοψιθυρίζοντας μια κατάρα που δεν ξέρω τι σημαίνει. Φαντάζομαι όμως. Πίστεψε με. Φαντάζομαι… Πες μου λοιπόν, με θυμήθηκες;»

.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Από την ποιητική συλλογή «Οι Δώδεκα. Μια ημιτελής συμφωνία»

Τσαμαδού. Στέκι μεταναστών. Πέτρος σκοτάδι ασάλευτο στέκεται ώμους στο παράθυρο. Δεν βιάζεται σιωπή. Δεν σκέπτεται τη νύκτα άνθρωπος. Κάποτε μόνο τον ακολουθεί στήθος ανάσα κόψη το σκότος του ομοαίματου.

Μαίνεται Ακούς; Με δοκιμάζει.
Πλάσμα ή τι; –αν δεις– πάντα
κάτι λοφίο ψηλότερο από φράκτη.
Ξέρω: σύρει κραυγή ως να χαράξει
καύκαλο ο κήπος κι’ έντομα
στις κόγχες του θανάτου.
Μα δεν σπαράσσει Δεν πληροί
καν την κάτεργη ροπή του πνεύματος:
κείνο το δούλο φως
που καταυγάζει τρέλα σίδερο
μόλις τυφλώσει πλήθος τα μάτια ερπετό
στην πέτρα η εξουσία.

Παρανοώ Κύριε; Κι’ όμως:
δουλεύω σκοτεινά
τρεις λόγους άρνηση
τον οίκτο Φθονώ το κίνημα
που νέμονται τα χέρια Του
καταπώς δεξιώνεται την Πόρνη
τον Τελώνη τον Ληστή.
Στοχάσου: αν απελπίζεται αίμα
τη δορά του αγριμιού ως την εκούσια θυσία;
– πιο φρικτά: αν γέρνει αγκάθι βλέφαρα
μέσα στον ύστερο πατέρα;
Ποιος υπομένει πως το κτήνος δοκιμάζει νύχια
σ’ ένα σχήμα ανθρώπινης διανοίας;

Σπλαχνίσου Κύριε: γκρεμίζεται
στέγη ο ουρανός επάνω μας
και πρέπει Εγώ να τον στεριώσω.

Για την ημέρα της ποίησης και κατά του ρατσισμού

Το Σημειωματάριο με χαρά συμμετέχει στο διιστολογικό αφιέρωμα με αφορμή την σημερινή παγκόσμια ημέρα της ποίησης και παγκόσμια ημέρα κατά του ρατσισμού αντιγράφοντας το ποίημα του αγαπημένου Γιώργου Ιωάννου «Τα ηλιοτρόπια των Εβραίων».

Το σχέδιο που συνοδεύει το ποίημα είναι του Γιώργου Κόρδη από τη σειρά «Νεομάρτυρες».

.

Ιουδίθ και Ολοφέρνης

 

Κάθε φορά ποὺ τρίζει ἡ σκάλα μας
«λές νά ‘ναι αὐτοὶ ἐπιτέλους;» σκέφτομαι,
Κι ὕστερα φεύγω καὶ μὲ τὶς ὧρες
Κατακίτρινα ζωγραφίζω ἡλιοτρόπια.

Ὅμως αὔριο ὥσπου νὰ ξεχαστῶ
στὴν αἴθουσα ἀναμονῆς, τὸ τραῖνο
ἀπ’ τὴν Κρακόβια θὰ περιμένω.

Κι ἀργά τὴ νύχτα, ὅταν ἴσως κατέβουν
ὠχροί, σφίγγοντας τὰ δόντια
«ἀργήσατε τόσο νὰ μοῦ γράψετε»
Θὰ κάνω δῆθεν ἀδιάφορα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στο αφιέρωμα επίσης συμμετέχουν τα ιστολόγια:

Κυνοκέφαλοι Rubies and Clouds Κόκκινο καγκουρό Ο βιβλιοθηκάριος Ποδηλάτισσα Το καραντί Ο ήχος του ανέμου Αναγεννημένη Τσαλαπετεινός Kopsanti

Ωραίο πράγμα ο έρωτας

Το 1992 κυκλοφόρησε το Συγγνώμη για την άμυνα σε μουσική Θ. Μικρούτσικου και στίχους  Κ. Τριπολίτη με τον Γ. Νταλάρα –ένας από τους πιο ενδιαφέροντες δίσκους της τελευταίας εικοσαετίας, αν και μάλλον άνισος, αν τον κρίνουμε αυστηρά.

Πηγαίνοντας ανάδρομα στο ρέμα, που απαιτούσε αισθηματικά τραγουδάκια ή γλυκανάλατες αναφορές στο παρελθόν, που πολύ τις συνήθιζαν τότες στο έντεχνο (πιθανόν ακόμα να τις επιστρατεύουν), ο δίσκος περιείχε τραγούδια για την σκληρή καθημερινότητα. Το Συγγνώμη για την άμυνα είναι ένας πολιτικός δίσκος, όχι από εκείνους που προορίζονται να συνεγείρουν τα πλήθη και να γεμίζουν τα στάδια, αλλά του άλλους, που ενδείκνυνται για κλειστές παρέες και κατ’ ιδίαν ενδοσκόπηση.

Ο δίσκος μας χάρισε δυο μεγάλες επιτυχίες, το Ανεμολόγιο και το Μοναξιά… χιλιάδες φύλλα, πραγματικά εξαιρετικά τραγούδια, που γνώρισαν πολλές επανεκτελέσεις στο μεταξύ. Αλλά ένα από τα τραγούδια, στα οποία κολλάω είναι το 1-0.

Ο μυστηριώδης τίτλος με τους αριθμούς κρύβει ένα αργό ζεϊμπέκικο, που αποτελείται από μια απλή αλλά υποβλητική μελωδία και δυο μικρά τετράστιχα -35 λέξεις όλο κι όλο.

Αυτή η περιγραφή, όσο ακριβής είναι, τόσο απέχει από την πραγματικότητα του τραγουδιού. Γιατί παρά την απλότητα και την συντομία του (2.23΄), το 1-0 δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε εύπεπτο.

Ξεκινάει με μια αναφώνηση:

Ωραίο πράγμα ο έρωτας

Μια αναφώνηση, που δεν έχει τίποτα το δοξαστικό, δεν φωτίζει το τραγούδι. Η ειρωνεία της φράσης υπογραμμίζεται από την λιτή, εικονογραφική μελωδία του Μικρούτσικου και την υποχθόνια ερμηνεία του τραγουδιστή.

Μόνο που έχει μια δυσκολία
χρειάζεται το λιγότερο δύο
στη φαντασία του ενός.

Έτσι που το ένα μηδέν του άλλου
να ‘ναι μηδέν του μηδενός

Η δυσκολία, το ζόρι το έρωτα, όπως αναφέρεται στο επόμενο κουπλέ είναι η παράξενη αριθμητική του. Γιατί αν υπάρχει ένας τόπος που το απολύτως λογικό και μετρημένο 1+1=2 δεν ισχύει, είναι η καρδιά. Εκεί, στην καρδιά, στον έρωτα, το 1+1 μπορεί να μας δώσει 1, 2, 3 ή και τίποτα –το λέει και ο Μ. Ρασούλης πολύ όμορφα σε ένα δικό του τραγουδάκι.

Όσο κι αν θέλει ο σύγχρονος άνθρωπος να κρυφτεί, τα μαθηματικά του έρωτα, λογικά μαζί και παράλογα και, πάνω απ’ όλα, αμείλικτα, την μοναξιά του υπογραμμίζουν στο τέλος. Διότι το ένα, όντας ένα, καταλήγει μηδέν.

Άρνηση

Τελειώσαμε την ανάγνωση της Άρνησης του Σεφέρη και ο κ. Κωστάκης μας είπε να το δούμε για λίγο ήσυχα. Εκείνος, κατά πως το συνήθιζε, άρχισε να ξεφυλλίζει την ατζέντα του σοβαρός-σοβαρός –αναρωτιέμαι αν όντως σε κάτι τέτοιες ώρες απορροφούνταν τόσο πολύ με τον προγραμματισμό της ημέρας του ή αν απλώς προσποιούνταν προσπαθώντας να ροκανίσει μια αμήχανη στιγμή.

Περάσανε λίγα λεπτά σκυμμένοι στα βιβλία διαβάζοντας διαγώνια το ποίημα, ρίχνοντας πλάγιες ματιές στους συμμαθητές μας ή πλάγιες κουβέντες ή, ενίοτε, πλάγιες γροθιές, κι όταν οι ψίθυροι άρχισαν να γίνονται βοή, ο κ. Κωστάκης μας ρώτησε τι κατά τη γνώμη μας έλεγε.

Ήταν Μάιος και ήμασταν Γ΄ Γυμνάσιου, ξαναμμένοι και μελαγχολικοί, ρομαντικοί και ωμοί, αντιμέτωποι για πρώτη φορά με όλες τις φριχτές αλήθειες του κόσμου, κρατώντας ή δημιουργώντας το έσχατο ψέμα, την αυτοεικόνα μας –όπως όλοι οι έφηβοι. Και μια και ήταν ένα ποίημα του Σεφέρη, ο οποίος πήρε το Νόμπελ, το οποίο μελοποιήθηκε από τον Θεοδωράκη, ο οποίος είναι πολύ σπουδαίος, κι όλο και κάτι είχαμε ακούσει από εδώ κι από εκεί για αυτούς τους δυο πολύ μεγάλους και για το συγκεκριμένο πολύ σημαντικό ποίημα, αρχίσαμε να σολάρουμε.

Αν θυμάμαι καλά, το σύνθημα το έδωσε η Ουρανία, η οποία ποτέ δεν παραδέχτηκα πόσο πολύ μου άρεσε: Σήκωσε το κατάλευκο χέρι της και είπε κάτι για την ζωή που είναι ένα ταξίδι. Κι άλλα χέρια υψώθηκαν ανυπόμονα. Ο ένας είδε στο ποίημα την αλλοτρίωση (ήταν πολύ της μόδας τότε στα σχολεία –ακόμα ίσως είναι), ο άλλος τον καταναλωτισμό, ο τρίτος για τα αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου και κάποιος πέταξε κάτι για την επανάσταση.

Ο κ. Κωστάκης είχε σηκωθεί από την έδρα του και σαν διευθυντής ορχήστρας έδινε τον λόγο με νοήματα, κι όταν οι μεγάλες ιδέες μας τελείωσαν και οι αναγνώσεις μας κατέληξαν σε διαφωνίες («τι λες, ρε βλάκα;», «θα τα πούμε μετά εμείς οι δυο»), αφού έβγαλε το μακρόσυρτο σσσσσσσσσστ!, που ήταν σήμα κατατεθέν του, με ύφος όλο συγκατάβαση μας είπε:

«Τα πράγματα, παιδιά, είναι απλά. Μια παρέα αποφάσισε να πάει μια εκδρομή. Μπήκαν στο αυτοκίνητο, πήγαν σε μια ωραία παραλία κι εκεί άρχισαν τα παιχνίδια, βόλεϊ, ρακέτες, τρεχαλητά. Πέρασε έτσι καμιά ωρίτσα και δίψασαν –τότε συνειδητοποίησαν ότι δεν είχαν πάρει νερό μαζί τους. Η παραλία έρημη, δεν υπήρχε ούτε μπιτς μπαρ, ούτε περίπτερο απ’ όπου θα μπορούσαν να πάρουν ένα αναψυκτικό. Ψάχνουν από εδώ, ψάχνουν από κει και βρίσκουν μια βρύση. Κάνουν να πιουν, αλλά το νερό δεν πίνονταν –γενικά στις παραλίες το νερό δεν είναι καλό, γι’ αυτό να παίρνετε από το σπίτι σας…»

Έτσι συνέχισε μέχρι που χτύπησε το κουδούνι. Η αντίθεση ανάμεσα στις υψιπετείς αναλύσεις μας και την ταπεινή δική του ήταν τόσο έντονη, που η αίθουσα αντηχούσε με πνιχτά γελάκια –ακόμα χαμογελάω όταν τα θυμάμαι.

.

Σήμερα αναγνωρίζω ότι εκείνη την ημέρα ο κ. Κωστάκης, ανεπίγνωστα ίσως, μας έδωσε ένα σπουδαίο μάθημα.

Στη ζωή όλα σχεδόν είναι θέμα οπτικής γωνίας: Οι απόψεις που θα διαμορφώσουμε ή θα υιοθετήσουμε, οι θέσεις που θα διατυπώσουμε, οι αποφάσεις που θα λάβουμε. Και ειδικά σε έναν πολιτισμό της εικόνας, όπως είναι εν πολλοίς ο δικός μας, ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα είναι καθοριστικός για πολλά.

Για αυτό είναι πολύ σημαντικό να βλέπουμε αυτό που πραγματικά έχουμε απέναντί μας κι όχι εκείνο που νομίζουμε ότι είναι. Φαίνεται εύκολο, αλλά καθόλου δεν είναι. Απαιτεί καθαρό βλέμμα και καθαρό νου. Πάρτε για παράδειγμα εμάς, 15-20 έφηβους που μόλις μας δόθηκε η ευκαιρία, παπαγαλίσαμε βαρύγδουπες λέξεις, προσπαθώντας να φανούμε σπουδαίοι και καίριοι, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας τι είπε ο ποιητής. Μάλιστα, όταν ο Κωστάκης μας το υπενθύμισε, η ποιητική εικόνα μας φάνηκε φτωχή μπροστά στο μεγαλείο των αναλύσεών μας, αστεία.

Έπειτα, μια θεωρία, μια ανάλυση είναι αξιόπιστη και σταθερή μόνο αν στηρίζεται σε σωστή εκτίμηση των υπαρκτών δεδομένων. Πρώτα πρέπει να βλέπουμε καθαρά αυτό που έχουμε μπροστά μας κι έπειτα δι’ αυτού να αρθούμε σε υψηλότερες, λεπτότερες θεωρήσεις. Η αδυναμία να δούμε το προφανές, το αντι-κείμενο, που σχεδόν πάντα δεν είναι παρά άρνηση να αποδεχτούμε την πραγματικότητα, μας οδηγεί σε αυθαιρεσίες και στρεβλώσεις.

.

Χτύπησε κουδούνι και βγήκαμε έξω.

Ο λόφος της Κιάφας δεν είχε ακόμα οικοδομηθεί κι όταν σήμαινε διάλλειμα γέμιζε πιτσιρικαρία από τα παρακείμενα σχολεία. Τρέχαμε, σπρωχνόμασταν, φωνάζαμε ή καθόμασταν πάνω στο χορτάρι και μιλούσαμε με εκείνη την παιδιάστική σοβαρότητα.

Ήμασταν 15 χρονών.

Ήμασταν σίγουροι πως όταν θα βάζαμε την δική μας άνω τελεία στη ζωή, η επόμενη λέξη μας δεν θα ήταν «λάθος».

Bob Dylan, Scarlet Town

Υπάρχει μια πόλη στη Μακρινή Δύση που η Συντέλεια πλησιάζει. Οι αξίες έχουν καταρρεύσει και οι πολίτες της σέρνονται στους δρόμους. Βοήθεια δεν υπάρχει – δεν υπάρχει κάτι, από κάπου να πιαστούν και τους αρχαίους τους δαίμονες τους πολεμάνε με ουίσκι, μορφίνη και τζιν. Ο παγωμένος αέρας σφυρίζει στους γυμνούς λόφους κι ο θάνατος έχει δηλητηριάσει τα πάντα…

50 χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου, ο Bob Dylan στα 71 του κυκλοφόρησε τον 35ο δίσκο του, το Tempest. Όσο εντυπωσιακή κι αν ακούγεται η πληροφορία αυτή, ο δίσκος καθεαυτός, τα καινούργια τραγούδια του, είναι ακόμα πιο εντυπωσιακά. Γιατί ο  Dylan δεν αρκείται στο να αναπαράγει την ποιητική του (κάποιοι θα την έλεγαν και μανιέρα), όπως έκανε στον δικό του τελευταίο δίσκο ο έτερος αγαπημένος παππούς L. Cohen,  αλλά την εξελίσσει. Αυτό είναι το πραγματικό επίτευγμα! Από την ουτοπία του Duquesne Whistle στην δυστοπία του Scarlet Town και από τον θάνατο και την καταστροφή που περιγράφει στο Tin Angel και το επικό ομώνυμο τραγούδι στον θρήνο για τον John Lennon, τα καινούργια τραγούδια του Ντύλαν διαθέτουν έναν σκοτεινό ρεαλισμό και μια ωμότητα που δεν είχαμε ξανακούσει από τα χείλη του.

Τα 5 στα 5 αστεράκια με τα οποία βαθμολόγησε το Rolling Stone το Tempest δεν προέρχονται από σεβασμό σε ένα πραγματικό ζωντανό θρύλο (πόσοι τέτοιοι απομένουν άραγε;), αλλά από αναγνώριση της σημασίας των συγκεκριμένων τραγουδιών.