Category Archives: Ρεμπέτικο – Λαϊκό τραγούδι

Νίκος Πλατύραχος – Γιώργος Νταλάρας: Τα άστεγα

Τα άστεγαΗ σχέση του ρεμπέτικου –και κατ’ επέκταση του λαϊκού τραγουδιού – με την ανατολίτικη μουσική,
δεν χρειάζεται ιδιαίτερα επιχειρήματα για να στοιχειωθετηθεί –τουλάχιστον για μας του Έλληνες. Αρκεί να θυμίσουμε τους μανέδες, που με τόσο καημό τραγουδούσαν ο Στελλάκης, ο Στράτος, η Ρόζα και οι άλλοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες στις προπολεμικές ηχογραφήσεις ή τις ασυγκέραστες κλίμακες, που χρησιμοποιούσαν θρυλικοί μουσικοί, όπως ο Γιοβάν Τσαούς. Εκείνο που ξεχνάμε όμως είναι η εξίσου στενή σχέση του ρεμπέτικου –και κατ’ επέκταση του λαϊκού – με την δυτική (την «Ευρωπαϊκή») μουσική. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε στα τάνγκο-ζεϊμπέκικο του Μπιθικώτση, τις μπλουζιές του Τσιτσάνη ή τα μάμπο του Χιώτη για να βρούμε συγγένειες. Ήδη το 1932 ο Γ. Μπάτης για τον περίφημο «Μπουφετζή» του αντλεί την μελωδική γραμμή από το How Dry I am, ένα αρχαίο τραγουδάκι από τον καιρό της ποτοαπαγόρευσης.

Αυτή τη μάλλον λησμονημένη σχέση υπενθυμίζει, αναδεικνύει και διερευνά ο Νίκος Πλατύραχος στον καινούργιο του δίσκο. Παράλληλα όμως, μας δείχνει ότι οι λαϊκοί ρυθμοί έχουν την δυναμική, το εύρος και την πλαστικότητα να μιλήσουν στο σήμερα για το σήμερα και να διαλεχθούν δημιουργικά με άλλες μουσικές κουλτούρες. Με άλλα λόγια, Τα άστεγα αποδεικνύουν ότι όσοι θεωρούν το ρεμπέτικο ως τελειωμένο είδος κατάλληλο για μουσειακές αναβιώσεις προς τέρψιν των νοσταλγών και μόρφωσιν των νεώτερων, είναι απλώς άνθρωποι χωρίς φαντασία ή χωρίς ταλέντο. Έχει μάλιστα ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ο συνθέτης δεν συνδέει το ρεμπέτικο με είδη που φαντάζουν σαν μακρινά ξαδέρφια του, όπως το blues ή η country, αλλά με το ragtime, τον ήχο της Νέας Ορλεάνης, την jazz. Λιτές κι ευφάνταστες ενορχηστρώσεις συνδέουν δημιουργικά το καμηλιέρικο και το απτάλικο, με το cakewalk και το stride – το βάρος του ρεμπέτικου με την ανεμελιά του ragtime.

Με την δουλειά του αυτή ο Πλατύραχος δίνει στέγη στο αίσθημα που ταλαιπωρήθηκε περισσότερο τα τελευταία 5-6 χρόνια, στη χαρά, την αισιοδοξία, την ελπίδα για ένα καλλίτερο αύριο, στην ομορφιά της ζωής εν τέλει. Πραγματικά, δεν πρέπει να έχει υπάρξει περίοδος που μια γενικευμένη μιζέρια μας έχει επιβληθεί με τόση ένταση από δυνάμεις που αλληλοσυγκρούονται στα υπόλοιπα ενοχοποιώντας μάλιστα οτιδήποτε ξεφεύγει · ο χαρούμενος, ο αισιόδοξος, ο άνθρωπος που ελπίζει, που δημιουργεί αίφνης ενοχοποιήθηκε και καλείται από τους διαφόρους κήνσορες σε απολογία. Μέσα σε μια απέλπιδα και σκοτεινή εποχή, Τα άστεγα είναι μια μελωδική παραφωνία, στέγη για την χαρά και την προσδοκία, ένα κάλεσμα να δούμε την κατάσταση αλλιώς.

Οι εξαιρετικοί στίχοι που υπογράφουν ο ίδιος ο συνθέτης, καθώς και οι Γιάννης Δούκας, Δημήτρης Λέντζος, Κώστας Παπαγεωργίου, Δημήτρης Ρούλιας, Παναγιώτης Μακρή και η Τίνα Γιωτοπούλου, συμβάλλουν σε αυτή την προσπάθεια, μεταφέροντας στη  σύγχρονη εποχή παλιά ρεμπέτικα στιχουργικά μοτίβα και εμμονές. Για παράδειγμα στο «Αχ ψυχή μου φυλλοβόλα», ο Λέντζος θυμάται το παλιό βαμβακαρικό «Χθες το βράδυ στο σκοτάδι / μου την πέσανε δυο μαύροι»· η «Κουκλίτσα» είναι μια από εκείνες τις δαιμονικές, άσπλαχνες γυναίκες, που καταστρέφουν τους άντρες με τα σκέρτσα τους (ο Τσιτσάνης είχε περιγράψει κάμποσες τέτοιες)· η «Λουκία» είναι ένα ανεξάρτητο λαϊκό κορίτσι, σαν αυτά που σκιτσάριζε ο Π. Τούντας κ.ο.κ. Ταυτοχρόνως, σχολιάζουν διακριτικά, αλλά με χιούμορ και σαρκαστική διάθεση την σημερινή κατάσταση –δεν μπορεί κανείς παρά να χαμογελάσει, όταν ακούει τον Νταλάρα να τραγουδάει «…για την κρίση εγώ φταίω / και με πέταξαν στα ΚΤΕΟ».

Τα άστεγα αξιώθηκαν να έχουν και εξαιρετικές ερμηνείες. Ο Σταμάτης Κραουνάκης δίνει ρέστα στην «Λουκία»· η Ελένη Τσαλιγοπούλου και η Ασπασία Στρατηγού συνδυάζουν την ώριμη μελαγχολία με το κοριτσίστικο νάζι· κι ο ίδιος ο συνθέτης τραγουδάει με παιγνιώδη διάθεση την «Κουκλίτσα». Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι το μεγάλο ατού του δίσκου είναι ο Γιώργος Νταλάρας.

 

Ο Γιώργος Νταλάρας

Μέσα από τα τραγούδια του Πλατύραχου ο τραγουδιστής επιχειρεί ένα ουσιαστικό comeback μετά την περιπέτεια του ’12 –όχι σαν «Νταλάρας», όπως δήλωσε ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του, αλλά σαν «Γιώργος». Το εγχείρημα φαντάζει τιτάνιο. Γιατί ο Νταλάρας, περισσότερο από κάθε άλλον συνάδελφό του, παλαιό ή νεώτερο, έγινε «εθνικός τραγουδιστής», όχι γιατί είπε κάποια τραγούδια «εθνικής» σημασίας, αλλά γιατί συνδέθηκε με τις αγωνίες, τους αγώνες και την πορεία του έθνους τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Υπό αυτή την οπτική, οι επιθέσεις που δέχτηκε δεν ήταν περιπτώσεις ανθρωποφαγίας, αλλά θεοφαγίας: Από την στιγμή που η πατρίδα βρέθηκε σε κρίση και το έθνος σε παρακμή, ο εθνικός τραγουδιστής δεν υπήρχε περίπτωση να διασωθεί. Το ίδιο το κοινό που τον λάτρεψε, οι πιστοί, επιχείρησαν να τον γκρεμίσουν από το βάθρο και να τον κατασπαράξουν –είχε κάτι βαθύ και καταγωγικό η άγρια στιγμή του γιουχαΐσματος, κάτι το πρωτόγονο και μυστικιστικό, που δεν εξηγείται μόνο με προφανείς παραπομπές στα σκουπίδια της συγκαιρινής πολιτικής.

Ο Γιώργος Νταλάρας λοιπόν επιστρέφει με έναν εξαιρετικό δίσκο, στον οποίο δεν είναι απλώς ο κεντρικός τραγουδιστής, αλλά και η κινητήριος δύναμη: Ο Νίκος Πλατύραχος έχει εξηγήσει ότι έγραψε τα τραγούδια έχοντας εκείνον στο μυαλό του κι ότι ο Νταλάρας συνέβαλε ως μουσικός και παραγωγός στην ολοκλήρωση του έργου (το όνομά του άλλωστε είναι δίπλα στου Πλατύραχου, πάνω από τον τίτλο). Αναμφίβολα, ο ερμηνευτής γνωρίζει σε βάθος το ρεμπέτικο και το λαϊκό, είναι και ο ίδιος ικανός μουσικός κι έχει πειραματιστεί με μύρια άλλα είδη τραγουδιού –έχει δηλαδή τις προϋποθέσεις να συμβάλει ουσιαστικά σε έναν δίσκο που έχει και μια πλευρά πειραματισμού. Επιπλέον αποδεικνύει για ακόμα μια φορά τα ταλέντα του, την δύναμη και την ευρηματικότητα της ερμηνείας, που φωτίζει κι αναδεικνύει τα τραγούδια καθιστώντας οικείο το ασυνήθιστο. Δείχνει όμως και την ευσυνειδησία του, καθώς είναι φανερό ότι έχει ψάξει το υλικό του και δεν επαναπαύτηκε στις ευκολίες του –δεν αρκέστηκε στο «μια κι έξω».

Εν κατακλείδι, Τα άστεγα αποτέλεσαν για μένα την ευχάριστη μουσική έκπληξη των τελευταίων μηνών. Ταλέντα παλαιά και νέα συναντήθηκαν και μας έδωσαν ένα φιλόδοξο δίσκο, από κείνους που σπανίως βλέπουμε πια στα δισκοπωλεία. Από αυτή την άποψη, η εργασία αυτή δεν είναι μόνο ακουστική απόλαυση, αλλά και μια βαθιά παρηγοριά μέσα στις όλες δυσκολίες.

 

Δημοσιεύτηκε στο globalview.g

Advertisements

Ο Μίκης και ο Σάκης

Σε κάτι τέτοιες περιστάσεις θυμάμαι τον Μάνο Χατζιδάκι:

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Χατζιδάκις συγκέντρωσε τα παλιά του τραγούδια, άλλα διάσημα κι αγαπημένα, άλλα παραγνωρισμένα και λησμονημένα, κάποια ανέκδοτα, και τα ξαναπρότεινε στο κοινό του μέσα από δυο μεγάλες συλλογές, την Ρωμαϊκή και την Λαϊκή Αγορά.

Αυτό που πέτυχε ο Χατζιδάκις μέσα από εκείνους τους δίσκους είναι ίσως μοναδικό. Τραγούδια που γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, με διαφορετικές προθέσεις, για να εξυπηρετήσουν διαφορετικές ανάγκες, εντάχθηκαν οργανικά σε νέα ευρύτερα σύνολα, δημιουργώντας εκ των ενόντων δύο καινούργια έργα.

Και το περιεχόμενο αυτών των έργων ήταν ο ίδιος ο Χατζιδάκις.

Τα τραγούδια δεν παρουσιάζονταν απλώς διασκευασμένα, εκμοντερνισμένα, με διαφορετική ενορχήστρωση και άλλους ερμηνευτές. Οι αλλαγές ήταν πολύ βαθύτερες, ουσιαστικότερες. Σε πολλά άλλαξε εντελώς η ατμόσφαιρα και η λειτουργία τους· η λαϊκότητα επανερμηνεύτηκε, η ερωτικότητα επαναπροσδιορίστηκε, προστέθηκε χιούμορ, διαστροφή και βαθιά μελαγχολία.

Με τις Αγορές ο συνθέτης αναθεώρησε όχι μόνο το έργο του αλλά και τον εαυτό του. Ξανασυστήνοντας τα παλιά του τραγούδια ο Χατζιδάκις ξανααυτοσυστήνεται στο κοινό του –γι’ αυτό άλλωστε την Ρωμαϊκή Αγορά συνοδεύει εκτενές αυτοβιογραφικό σημείωμα του συνθέτη. Διαβάζοντας την άγνωστη ιστορία ενός στοχαστικού, ιδιωτικού και πάντως παιγνιώδη Χατζιδάκι κι ακούγοντας τα καινούργια παλιά τραγούδια του, ο ακροατής ανακαλύπτει έναν νέο Χατζιδάκι, διαφορετικό από τον δημόσιο και διάσημο.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία έπαιξε η επιλογή των τραγουδιστών. Με εξαίρεση τις συμμετοχές της Μαρίας Φαραντούρη και του Γιώργου Νταλάρα, ο Χατζιδάκις χρησιμοποίησε νεαρούς άγνωστους ερμηνευτές, στους οποίους επέβαλε έναν συγκεκριμένο τρόπο ερμηνείας. Ακόμα και οι δυο διάσημοι συμμετέχοντες φόρεσαν το ιδιότροπο χατζιδακικό κοστούμι, αφήνοντας στην κρεμάστρα το λαμπερό δικό τους. Έτσι ο Χατζιδάκις υπηρετεί το προσωπικό του όραμα, πραγματοποιεί το δικό του μεράκι και δεν αφήνει το έργο του να γίνει γαλόνι στο στήθος οποιουδήποτε τραγουδιστή-σταρ. Παράλληλα εμπεδώνει μια προσωπική αισθητική στην ερμηνεία της μουσικής του, η οποία είναι ίσως δύσπεπτη κι αντιεμπορική, αλλά αποδεικνύεται πανίσχυρη· όλες οι μετέπειτα μεθερμηνείες, ζωντανές ή στούντιο, μοιάζουν κοπιαρίσματα εκείνων των πρώτων.

Τα θυμάμαι αυτά, όχι γιατί ο Χατζιδάκις σώνει και καλά είναι το «σωστό», αλλά γιατί εκπροσωπεί τον δύσκολο, ανηφορικό δρόμο· εκείνον που όπως τότε, έτσι και στις μερες μας έχει χορταριάσει.

Ο Θεοδωράκης, από την άλλη, δεν αναθεωρεί τίποτα στη μουσική του. Ο βίος, η πολιτική δράση, η ιστορία λέγεται και ξαναλέγεται, γράφεται και σβήνεται, οι παρτιτούρες όμως μένουν ως έχουν. Τα έργα του παίζονται συνεχώς, επανηχογραφούνται, αλλά οι αλλαγές δεν είναι ουσιαστικές και δεν οφείλονται στον συνθέτη, αλλά στον εκάστοτε τραγουδιστή και τις ανάγκες του. Έτσι ο δίσκος της Αλεξίας Βασιλείου με παλιά τραγούδια του Θεοδωράκη είναι τζαζ, του Μητσιά πιο κλασικός, του Γιάννη Πάριου οπωσδήποτε «ερωτικός».

Ο Μίκης συναντάται με τους συντελεστές του δίσκου, φωτογραφίζεται μαζί τους, μερικές φορές δίνει την ευλογία του γράφοντας ένα σημείωμα ή κάνοντας μια δήλωση. Κι η επιτυχία έρχεται αβίαστα. Οι δίσκοι πουλάνε χιλιάδες αντίτυπα, χωρίς όμως να προσφέρουν τίποτα περισσότερο στον συνθέτη και το έργο του και, προπάντων, στον απαιτητικό ακροατή. Παραδόξως, δεν φαίνεται να προσφέρουν κάτι ούτε στους αοιδούς. Πέρα από μια αράδα στο βιογραφικό, τίποτα δεν μένει που να θυμίζει την συνεργασία τους με τον μεγάλο μας συνθέτη. Τα τραγούδια του δεν εντάσσονται στο ρεπερτόριό τους κι οι τραγουδιστές επιστρέφουν στα ίδια.

Γιατί η διασταύρωση με το σπουδαίο έργο δεν αρκεί για να μεταμορφώσει κάποιον. Χρειάζονται πολλά περισσότερα –ο Μίκης φαίνεται να το ξεχνάει αυτό. Όπως φαίνεται και να μπερδεύει το δημοφιλές με το λαϊκό. Το αποτέλεσμα είναι η ελαφρότητα, η οποία, φυσικά, δεν είναι κακή, όταν την αναγνωρίζουμε και δεν την νομίζουμε σαν κάτι σπουδαίο.

Κάποιοι θα πουν ότι ο Μίκης μεγάλωσε και γι’ αυτό συμβαίνουν όλα αυτά, αλλά δεν είναι έτσι. Η νοοτροπία αυτή υπήρχε πάντα. Για παράδειγμα, ο Μίκης έχει την ψευδαίσθηση ότι ο ίδιος και η μουσική του κατέστησαν τον Μπιθικώτση μεγάλο τραγουδιστή. Ίσως βρείτε στο youtube μια παλιά συνέντευξη, όπου γελώντας αφηγείται πώς πήγε και βρήκε τον Μπιθικώτση στον «Κήπο του Αλλάχ» και του ζήτησε να τραγουδήσει τον Επιτάφιο. «Σε τέτοια μαγαζιά τραγουδούσε ο Μπιθικώτσης τότε», λέει. Δεν αμφιβάλλω ότι θα του δίδαξε κάποιες τεχνικές για την αναπνοή ή την τοποθέτηση της φωνής, αλλά δεν αυτά που καθόρισαν τον Μπιθικώτση. Αρκεί ν’ ακούσει κανείς τις ηχογραφήσεις του. Θα διαπιστώσει ότι οι μεγάλες του ερμηνείες δεν είναι, όπως λέγεται, στην Ρωμιοσύνη, αλλά στα 18 τραγούδια του Μάρκου. Στην Ρωμιοσύνη είναι εντυπωσιακός, στα τραγούδια του Μάρκου είναι αξεπέραστος.

Μπορούμε, νομίζω, πλέον να το ομολογήσουμε: Ο Μπιθικώτσης υπήρξε σπουδαίος πριν τον Μίκη, μετά τον Μίκη, παράλληλα με τον Μίκη και ανεξάρτητα του Μίκη.

Ο Μπιθικώτσης, όπως και ο Χιώτης, ο Παπαδόπουλος κι ο Καρνέζης, ο Ζαμπέτας, με το βάρος της λαϊκότητας που κουβαλούσαν μπόλιασαν ουσιαστικά το έργο του Μίκη. Ο Χατζιδάκις το είχε μισοπει: Σχολιάζοντας την θεοδωρακική εκδοχή του Επιταφίου είπε πως χάρη στην φωνή του Μπιθικώτση επιτεύχθηκε ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Υπονοούσε ότι η συγκεκριμένη ενορχήστρωση χωρίς την δύναμη του Μπιθικώτση δεν μπορούσε να σταθεί. Η δική του, αντιθέτως, χρησιμοποιούσε την Μούσχουρη ως όργανο, δεν βασιζόταν πάνω της.

Με την ψευδαίσθηση λοιπόν ότι ο ίδιος και το έργο του εμφυσούν την λαϊκότητα και την σπουδαιότητα στους τραγουδιστές, κι ίσως-ίσως από μια πίκα προς τον Χατζιδάκι με τις διαβόητες απαγορεύσεις του, ο Μίκης επέτρεψε τις τελευταίες δεκαετίες σωρεία αξιολησμόνητων επανεκτελέσεων, στην οποία του Σάκη θα είναι η τελευταία και όχι, δυστυχώς, η έσχατη –ούτε καν, φοβάμαι, το κερασάκι στην τούρτα.

Πέραν αυτών δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πούμε τίποτα άλλο. Το θέατρο θα γεμίσει κι ο Μίκης θα χαρεί. Ο Σάκης θα ζήσει τ’ όνειρο, όπως δήλωσε σε σαββατιάτικη εφημερίδα κι οι ρουβίτσες θα τσιρίζουν όταν θα τραγουδάει «Πού να βρω την ψυχή μου».

Όλα καλά.

Δυο παλιά σουξέ

«Του Θεού η χάρη μας φιλάει απ’ τα σουξέ»
τραγουδούσε ο Διονύσης Σαββόπουλος –επηρεασμένος προφανώς από την εμπειρία του Ντιρλαντά. Και είναι αλήθεια ότι οι έντεχνοι συνθέτες και τραγουδιστές καθώς και οι ψηλομύτες ακροατές τους κοιτάζαμε αφ’ υψηλού τα σουξεδάκια. Τραγούδια που γινόταν δημοφιλή ανά εποχή για να εξαφανιστούν την επόμενη τα περισσότερα, να επιβιώσουν περισσότερο –ή και για πάντα!– κάποια άλλα, ήταν η καλλίτερη απόδειξη μιας ζωντανής και υγιούς βιοτεχνίας (κοιτάζοντας σήμερα τα πράγματα, μου φαίνεται παράλογο να την πω την Ελλαδική «μουσική βιομηχανία»). Σήμερα τα σουξέ είναι ανύπαρκτα, οι εταιρίες εξαφανισμένες και οι δίσκοι προσφορές των Κυριακάτικων φύλλων…

Οι σκέψεις αυτές μου ήρθαν αυτόματα στο μυαλό, καθώς θυμήθηκα δυο τραγούδια, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, που όμως αγαπήθηκαν πολύ, έγιναν μεγάλες επιτυχίες στον καιρό τους και συνεχίζουν να ακούγονται και να τραγουδιούνται στις παρέες –είναι κι αυτό μια άσκηση πατριδογνωσίας ή μάλλον αυτογνωσίας, συλλογικής κι ατομικής.

Το Μια βοσκοπούλα αγάπησα, παρότι πολλοί το νομίζουν για δημοτικό τραγούδι, έχει σεφαράρικη μελωδία ενώ και οι στίχοι του ανήκουν στον συρρακιώτη Γεώργιο Ζαλοκώστα –λησμονημένο πλην έξοχο ποιητή του 19ου αιώνα. Αν δεν κάνω λάθος, ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά από τον Δ. Ζάχο την δεκαετία του ’60, ενώ τραγουδιόταν σε θέατρα, πανηγύρια, μαγαζιά και παρέες από την δεκαετία του από τις αρχές του αιώνα.

Εδώ είναι η πρώτη εκτέλεση που άκουσα, με τον Κώστα Μακεδόνα από τον δίσκο «Τι ειν’ η πατρίδα μας». Το ήξερα φυσικά και πιο πριν -το άκουσα στη γειτονιά; στο ραδιόφωνο; γιατί τους δικούς μου δεν θυμάμαι να το λένε…

Αν η Βοσκοπούλα αγαπήθηκε γιατί με τρυφερή μελαγχολία περιγράφει μια λίγο-πολύ κοινή ανθρώπινη εμπειρία, το έτερο άσμα αναφέρεται στην αθεμιτουργία.

Το Κακούργα πεθερά του Ιάκωβου Μοντανάρη αφηγείται με ζωντάνια και αιματηρές λεπτομέρειες το φονικό του Δ. Αθανασόπουλου από την πεθερά, την σύζυγο και τον ανιψιό του. Λόγω της περιορισμένης διάρκειας των δίσκων 78 στροφών, οι στίχοι δεν χώρεσαν στις ηχογραφήσεις της εποχής, αλλά τυπώθηκαν στα περιοδικά και πιθανότατα τραγουδιόταν στα πάλκα. Η επιτυχία του συγκεκριμένου τραγουδιού κινείται πλέον στην περιοχή του μύθου: Είναι μακράν η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία στην Ελλάδα, καθώς κατ’ αναλογίαν πούλησε τους περισσότερους δίσκους· τραγουδήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα από 5 σημαντικούς τραγουδιστές (Αντ. Νταλγκά, Μαρίκα Πολίτισσα, Κ. Νούρο, Ρ. Εσκενάζυ, Ζωή Κασιμάτη)· γέννησε παροιμιώδεις εκφράσεις (κακούργα πεθερά και σπάω πλάκα)· ο Σωτήρης Σπαθάρης το μετέφερε στο Θέατρο Σκιών.

Εδώ είναι η εκτέλεση του Αντώνη Διαμαντίδη ή Νταλγκά, αυτή που μ’ αρέσει περισσότερο

Νίκος Γκάτσος: Ο χορός των Κυκλάδων

Ο Νίκος Γκάτσος δεν συνήθιζε να γράφει υπαρξιακά-εξομολογητικά τραγούδια. Οι στίχοι του είχαν άλλο βάθος. Η φωνή του δεν πήγαζε από τα κατάβαθα της (ατομικής) ψυχής, όπως των καλών μας τραγουδοποιών, αλλά ερχόταν, όπως των μεγάλων ποιητών, από τα βάθη των αιώνων. Γιατί ο Γκάτσος μπορούσε να βλέπει τα πράγματα από μακριά· να προβάλει πρόσωπα και καταστάσεις στην προοπτική του χρόνου και της ιστορίας· να διακρίνει το πρόσκαιρο και το ευκαιριακό από το διαχρονικό και το ασάλευτο, την ουσία από το επιφαινόμενο. Χρησιμοποιώντας αρχετυπικά σύμβολα και μύθους του λαού, του τόπου και του πολιτισμού μας, περιέγραψε την μοίρα του σύγχρονου Έλληνα με ενάργεια, που μετρημένοι στα δάχτυλα (ο Χατζιδάκις, ο Σεφέρης, ο Τσαρούχης…) συγκαιρινοί του το κατάφεραν.

Ο Χορός των Κυκλάδων, το πρώτο τραγούδι των Κατά Μάρκον, κάνει ακριβώς αυτό:

Μιλάει για την μοίρα του λαού και του τόπου, αλλά από μια διαφορετική γωνία, πρωτόφαντη στο έργο του. Εδώ δεν διαμεσολαβούν σύμβολα και προσωπεία. Ο ποιητής επέλεξε, για πρώτη ίσως φορά, να μιλήσει με την δική του φωνή, να ακουστούν άμεσα η σκέψη και τα λόγια του, η ανάσα του. Έτσι ένα τραγούδι για το παρόν και την μοίρα του Ελληνισμού αποκτά μια υπαρξιακή διάσταση που μας ακουμπά όλους. Ο Γκάτσος εδώ ούτε θεωρητικολογεί, ούτε συναισθηματολογεί· ακουμπάει την πληγή που φέρουμε όλοι εντός μας. Το αποτέλεσμα είναι ένα τραγούδι, όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει στον πρώτο στίχο, σκοτεινό.

Το τοπίο στον Χορό των Κυκλάδων είναι μετα-αποκαλυπτικό.

Συντρίμμια, ακινησία, ερείπια, παγωνιά. Ο χορός σταμάτησε, τα τραγούδια σώπασαν κι απομένει το βουητό ενός σκληρού ανέμου. Η ζωή, το όνειρο, η δημιουργία, η ελπίδα –όλα νεκρά και ξεχασμένα. Ο ποιητής προχωράει ψηλαφητά σ’ αυτό το σκηνικό και μας παίρνει μαζί του –όπως έκανε το Πνεύμα των Μελλοντικών Χριστουγέννων με τον Εμπενέιζερ Σκρουτζ. Μόνο που εδώ, σε αντίθεση με την ιστορία του Ντίκενς, δεν φαίνεται να υπάρχουν περιθώρια διόρθωσης. Η φορά, η φύση, των πραγμάτων είναι τέτοια, που στο τέλος κυριαρχεί η καταστροφή –τὸ σκουλήκι πάντα θα τσακίζει τὸν καρπό, ή όπως το είπε στο άλλο τραγούδι του:

Αὐτός ὁ κόσμος δὲν θ’ ἀλλάξει ποτέ.

Το τραγούδι τελειώνει με δυο επικλήσεις, μια προσευχή:

Χαμένα ἀδέρφια δεῖχτε μου ἕνα δρόμο
Χαμένη Ἑλλάδα τὴν πόρτα σου χτυπῶ

Γιατί ακόμα κι αν στο τέλος υπάρχει πάντα η καταστροφή κι ο θάνατος, αν στον κόσμο ετούτο θα κυριαρχούν πάντα το κακό και η αδικία, οι ζωές μας μπορούν να έχουν νόημα –ή μάλλον, γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να έχουν νόημα. Τα χαμένα αδέλφια και η χαμένη Ελλάδα μπορούν, σύμφωνα με τον Γκάτσο, να φωτίσουν και να νοηματοδοτήσουν την ζωή μας. Γι’ αυτό μας καλεί μέσα από το τραγούδι αυτό και τα υπόλοιπα των Κατά Μάρκον, αλλά και μέσα από όλο το έργο του, να τα ανακαλύψουμε…

Οι στίχοι του τραγουδιού, πληροφορίες για τον δίσκο και το σημείωμα του Στ. Ξαρχάκου για Τα Κατά Μάρκον στο ιστολόγιο για τον Κώστα Παπαδόπουλο της Β. Παπαπροδρόμου και της Ελ. Μπέη

Πρωτοχρονιά με τον Διονύση Σαββόπουλο

Χθες ξανάδα την εορταστική εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου, με την οποία υποδεχτήκαμε το σωτήριο έτος 1988.

Λέω «ξανάδα» γιατί, αν και ήμουν 12 χρονών την προηγούμενη φορά που το είχα δει, έχει χαραχτεί ανεπανόρθωτα στην μνήμη μου: Θυμόμουνα σκηνές, τραγούδια, ατάκες –σαν μέσα σε όνειρο, βέβαια, αλλά τα θυμόμουνα.

Το πρόγραμμα ξεκινάει με μια λαμπερή έναρξη στο γούστο εκείνης της εποχής: Ο Σαββόπουλος τραγουδάει συνοδεία ορχήστρας και χορωδίας τα κάλαντα κι ένα δικό του τραγούδι για την περίσταση, το «Ευτυχισμένος ο καινούργιος πόνος». Κάτι όμως δεν του κάθεται καλά, όλα του φαίνονται πρόχειρα, ανέμπνευστα, κακοφτιαγμένα, και πάνω στην ταραχή και το τρακ του, παρατάει τους συνεργάτες του σύξυλους και κρύβεται στο καμαρίνι του μέσα σε μια ντουλάπα. Εκεί, ανάμεσα στα κρεμασμένα σακάκια και τα πουκάμισα θυμάται, επισκέπτεται τις μικροαστικές Πρωτοχρονιές της παιδικής του ηλικίας, τις γιορτές των εφηβικών και νεανικών του χρόνων, τις πρωτοχρονιές που γιόρτασε σαν νέος μουσικός.

Και κάπου εκεί, σταματάει η αναδρομή και αρχίζει η αναρώτηση.

Ο Σαββόπουλος ακροβατεί στο χθες και στο (τότε, αλλά και νυν και αεί) σήμερα, επιχειρώντας να απαντήσει στο αίνιγμα του χρόνου –δηλαδή, στο πώς θα μπορέσει να φανεί αντάξιος της αγάπης του. Ένα εορταστικό υπαρξιακό δράμα, δηλαδή, που το υπογραμμίζουν σκηνές όπως εκείνη της συνομιλίας με την μητέρα του (την υποδύεται η Μίρκα Παπακωνσταντίνου) και με το παιδικό του ποδήλατο. Τα τραγούδια, άλλωστε, που επιλέγει ο Σαββόπουλος για να γιορτάσει, δεν είναι εκείνα του τρελού κεφιού. Είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο show, όπου η Μαρία Φαραντούρη τραγουδάει το «Μητέρα κι αδερφή» του Μάνου Χατζιδάκι και η Ντόρα Γιαννακοπούλου το «Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα» των Θεοδωράκη-Ελύτη. Το νόημα της Γιορτής του Χρόνου για τον Σαββόπουλο δεν βρίσκεται στο σκόρπισμα και το ξεφάντωμα, αλλά στη συνάντηση με τον Άλλο, η οποία, σύμφωνα με την άποψή του, προϋποθέτει βύθισμα στον μέσα εαυτό μας.

Και πόσοι Άλλοι δεν συναντιούνται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα! Ο Νταλάρας συνυπάρχει με τον Πανούση! Η Αλεξίου με την Αλίκη, ο Λουκιανός με τον Χριστοδουλόπουλο –και πάει λέγοντας. Στην εκπομπή εμφανίζονται για να δώσουν τις ευχές τους η Αρβελέρ, ο Ξενάκης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις (εύχεται στον Σαββόπουλο «να ξαναβρεί τον πραγματικό του εαυτό, δηλαδή να γράφει τραγούδια και να τραγουδάει τραγούδια» και «να φύγει η μεγάλη ανοησία, η οποία έχει πέσει στο Ελληνικό τραγούδι») κ.α.

.

Σήμερα, 26  χρόνια μετά την α΄ προβολή της, ο σαββοπουλικός εορτασμός βλέπεται εξίσου ευχάριστα, σαν καινούργιο πρόγραμμα κι όχι σαν μουσειακό δείγμα. Βέβαια, στις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που ζούμε, η γωνία από την οποία το βλέπουμε (και αυτό, αλλά και γενικότερα τα έργα του παρελθόντος) έχει αλλάξει. Φυσικά υπάρχει νοσταλγία –είναι το αναπόσπαστο στοιχείο των Γιορτών του Χρόνου για μας τους ενήλικες– αλλά είναι διαφορετική από την προ κρίσης νοσταλγία. Το παρελθόν δεν είναι πλέον μόνο ένας γλυκός καταγωγικός τόπος, το φιλόξενο καταφύγιο, αλλά η περίοδος που εισχώρησε μέσα μας το σκουλήκι που κατατρώγει τις σάρκες μας.

Βλέπουμε, λοιπόν, στην εκπομπή ότι μεταπολεμικά δεν καταφέραμε να ωριμάσουμε, όσο θα έπρεπε, για να τα βγάλουμε πέρα ευκολότερα στον σημερινό κόσμο. Αυτή την συνάντηση με τον Άλλο, που αναφέραμε και πιο πάνω, δεν την καταφέραμε. Δεν συν-χωρεθήκαμε. Παραμένουμε εγκλωβισμένοι ο καθένας στο δικό του δίκιο, στην δική του αλήθεια, και δεν δίνουμε χώρο εντός μας στον Άλλο.

Χειρότερα γίνανε τα πράγματα μεταπολιτευτικά. Στην πρόκληση της Ευρώπης απαντήσαμε είτε φοβικά, είτε με μια κοντόφθαλμη αυταρέσκεια, είτε με την καπατσοσύνη και την κουτοπονηριά του επαρχιώτη. Ήρθαμε σε επαφή με την Παράδοση, αλλά τυφλωμένοι και από το ευρωπαϊκό χρήμα, η σχέση μας μαζί της παρέμεινε επιδερμική. Πιο βαθιά δεν τολμήσαμε να πάμε. Δεν καταφέραμε να την ζωντανέψουμε και την νεκρώσαμε.

Τι μας απομένει λοιπόν σήμερα;

Μα φυσικά ο Άλλος. Αλλά, φοβάμαι, ακόμα δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να απλώσουμε τα χέρια. Που σημαίνει –κατά την σαββοπουλική φιλοσοφία– ότι χρειάζεται περισσότερη δουλειά μέσα μας, πιο βαθιά βουτιά εντός μας. Πρέπει να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας, για να συν-χωρέσουμε τους άλλους.

Άμποτε!

,

ΥΓ. Είδα την εκπομπή στο youtube. Το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ δεν υπάρχει πια. Κάποιος μερακλής την είχε μαγνητοσκοπήσει, την ψηφιοποίησε και την ανέβασε ώστε όλοι μας να επωφεληθούμε. Σε πιάνει μεγάλη πίκρα, που η ιστορία της χώρας μας έσβησε έτσι, σε μια στιγμή, σε μια επίδειξη τσαμπουκά –δηλαδή σε μια επίδειξη ό,τι πιο παρωχημένου διαθέτει ακόμα η κοινωνία μας. Όχι βέβαια ότι η ΕΡΤ ήταν κάποια άμωμη παρθένος. Αλλά (και) η εκπομπή αυτή αποδεικνύει ότι και τις πιο σκοτεινές της ώρες, παρήγε προγράμματα για τα οποία είμαστε ακόμα και σήμερα περήφανοι.

7 Τραγούδια ενός φωτεινού Οκτώβρη

Μερικές φορές μου κολλάνε κάποια τραγούδια για μέρες. Συνοδεύουν / Συνδέονται με πρόσωπα, πράξεις, εμπειρίες, γεύσεις, μυρωδιές, φιλιά και φτιάχνουν ένα soundtrack αντιφατικό κι αλλοπρόσαλλο, αλλά με μεγάλη αξία για μένα. Αυτό το soundtrack μοιράζομαι μαζί σας:

.

Βίκυ Μοσχολιού: Η αγάπη (στίχοι Νίκου Γκάτσου)

Από τις αναπάντεχες εκπλήξεις που μας δίνει το διαδίκτυο:

Η Μουσική Βραδιά που ο Γ. Παπαστεφάνου αφιέρωσε στην Β. Μοσχολιού το 1976 ξεκινάει με την τραγουδίστρια να ερμηνεύει χωρίς ορχήστρα αυτό το ανέκδοτο τραγούδι σε στίχους Νίκου Γκάτσου. Ποιος είναι ο στιχουργός, δεν ξέρω -ίσως να αναφέρεται στους τίτλους της εκπομπής, αλλά δεν κατάφερα να τους βρω.  Το τραγούδι πάντως είναι εξαιρετικό και η ερμηνεία της Μοσχολιού ανατριχιαστική – μακάρι να βρισκόταν τρόπος τέτοιοι θησαυροί από το αρχείο της συχωρεμένης της ΕΡΤ να συλλέγονταν και ει δυνατόν να κυκλοφορούσαν. Οι ίδιοι στίχοι μελοποιήθηκαν κι από τον Δ. Παπαδημητρίου και τραγουδήθηκαν από τη Φ. Δάρρα στο CD Λουλούδι στη φωτιά.

.

Βασίλης Τσιτσάνης: Το γράμμα

Ξανάπιασα το μπουζούκι αυτή την εποχή μετά από πολύ, πολύ καιρό. Τα δάχτυλα σκούριασαν· κουράζονται εύκολα και δεν τρέχουν όπως άλλοτε στα τάστα. Τα πιο αγαπημένα τραγούδια μου όμως καταφέρνω και τα παίζω. Κι αυτό το τραγούδι του Τσιτσάνη, που έρχεται από το σκληρό 1949 είναι ένα από αυτά. Το πρωτοτραγούδησε σε δίσκο σιγανά, σαν να προσεύχεται, η Στέλλα Χασκήλ. Το ξανάπε ο Τσιτσάνης χρόνια αργότερα, στο σπουδαίο δίσκο «Τραγούδια και ταξίμια».

.

Γρηγόρης Μπιθικώτσης-Κ. Βίρβος: Ο κυρ Θάνος

Ο Μπιθί δεν ήταν μόνο μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής (κατά τη γνώμη μου ο μεγαλύτερος), αλλά και εξαιρετικός συνθέτης. Είχε κι αυτός το ταλέντο του Μάρκου: Με λίγες νότες κι απλούς ρυθμούς να φτιάχνει μελωδίες που συμπυκνώνουν τεράστιο συναίσθημα –ο κυρ Θάνος είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κι αυτό το τραγούδι μου αρέσει να το παίζω κατάτι πιο αργά, για να είμαι ειλικρινής. Το ταξίμι του Παπαδόπουλου στην αρχή είναι, φυσικά, άπιαστο…

.

Tom Waits: Little Drop Of Poison

Έχοντας μετά από αρκετό καιρό τα Γιάννενα ξανά ως βάση μου για τους επόμενους 2-3 μήνες, το τραγούδι αυτό του Waits μου έρχεται και μου ξανάρχεται στο μυαλό σαν ευχή: Ωραία η πόλη μου και μου αρέσει και την αγαπώ, αλλά μια σταγονίτσα δηλητήριο (όπως κι αν το ορίσει κανείς αυτό), θα την έκανε πιο απολαυστική.

Αναζητείτα..!

.

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: Στην Αμερική

Ακούω πολύ Παπακωνσταντίνου αυτό το διάστημα. Οι δίσκοι του συγκροτούν ένα σκοτεινό μεταφυσικό τοπίο παράξενα οικείο που με γοητεύει και με χωράει απόλυτα. Μπορεί να μην είναι σπουδαίος μελωδίστας (ούτε το Ντίλαν είναι, άλλωστε), οι στίχοι του όμως είναι σπουδαίοι, βαθείς, και οι ενορχηστρώσεις μαγικές.

Το συγκεκριμένο τραγούδι, με τον Μάλαμα να ακροβατεί ανάμεσα σε μεράκι και σπαραγμό, με συγκινεί βαθύτατα. Δεν ξέρω αν είναι που ταυτίζομαι έχω ζήσει αρκετά μακριά από την μικρή μου πόλη, αν μου θυμίζει τη σκηνή της άφιξης των μεταναστών στο Νιου Γιορκ στον Νονό, μέρος ΙΙ, που αναφέρει όλους αυτούς τους πρωτεργάτες του ρεμπέτικου με τόση αγάπη ή που με ένα μαγικό τρόπο φέρνει το χτες στο σήμερα και το αύριο (ειδικά με τον ελπιδοφόρο στίχο «Ελλάδα σαν αγριόχορτο φύτρωσες κι εκεί»)

.

Chris Cornell: Black Hole Sun

Με αέρα από τους Beatles να φουσκώνει τα πανιά της έμπευσής του, το τραγούδι αυτό του Chris Cornell υπήρξε η μεγαλύτερη επιτυχία των Soundgarden στις αρχές των ’90s. Σήμερα, 20 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του, συνεχίζει να χρωματίζει τις νύχτες που τα σεντόνια κολλάνε πάνω μου και σε θυμάμαι…

.

Ella Fitzgerald: I love Paris

Ετοιμάζοντας για μια ακόμα φορά τις βαλίτσες μου για την αγαπημένη μου πόλη, δεν μπορώ να σταματήσω να το σιγοτραγουδάω. Στίχοι και μουσική του αγαπημένου Cole Porter.

Για την παράδοση (Νίκος Ξυδάκης – Θανάσης Παπακωνσταντίνου)

Φαίνεται ότι δύσκολα θα υπάρξει γενιά που δεν θα την απασχολήσει το ζήτημα της παράδοσης και της σχέσης μας με την Δύση και την Ανατολή –θέματα, που ουσιαστικά είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, αφού η σχέση μας με την Δύση δεν είναι θέμα πολιτικών αποφάσεων, οικονομικών συγκυριών και συσχετισμού δυνάμεων, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την Τουρκία, αλλά βαθύ καταγωγικό ζήτημα και πρόβλημα υπαρξιακό για όλους μας.

Επαναπροσδιορίζοντας κάθε φορά την σχέση μας με την παράδοση επαναπροσδιορίζουμε τον εαυτό μας και ταυτοχρόνως την θέση μας στον κόσμο. Που θα πει: Ανανεωνόμαστε και ανατροφοδοτούμαστε με έμπνευση και δύναμη για να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες και την μιζέρια που η κάθε εποχή κουβαλάει –αναπαρθένευση θα το ονόμαζε ο Ελύτης.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι στις μέρες μας δεν πολυσυζητάμε για δύσκολα και περίπλοκα προβλήματα όπως αυτά. Όλα αίφνης γίνανε γραμμικά και απλά: Κόβουμε από εδώ, ράβουμε εκεί, δημιουργούμε πρωτογενές πλεόνασμα· στριμώχνουμε κάτι στα δεξιά, ξεφορτώνουμε κάτι από τ’ αριστερά, λύνουμε το πρόβλημα της Παιδείας. Η αναρώτηση, ο στοχασμός και ο σχεδιασμός λοιδορήθηκαν και εξοστρακίστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Δεν ξέρω αν γι’ αυτό φταίει η κουλτούρα του διαδικτύου, που μας κάνει όλους πιο βιαστικούς και πιο επιφανειακούς, η επιβολή του lifestyle σε όλες τις πτυχές του βίου μας, που αποστρέφεται την διαδικασία της σκέψης, καθότι προκαλεί ρυτίδες ή οι δημοφιλείς στους πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους λογικές των μονοδρόμων, που μας κάνουν να μην αμφιβάλουμε για την ρότα που ακολουθούμε, αλλά να αναλωνόμαστε στην επιλογή καπετάνιου.

Όποια κι αν είναι η αιτία, το ζήτημα της παράδοσης (και της αυτοεικόνας μας και της θέσης μας στον κόσμο) θεωρείται λυμένο και όλοι εκείνοι που παίζουν μεγάλο ρόλο στα δημόσια πράγματα (πολιτικά, πολιτιστικά, επιστημονικά κτλ) δεν φαίνεται διατεθειμένοι να το αγγίξουν. Καίει, όπως τα κάρβουνα. Οπότε, αν στριμωχτούν, καταφεύγουν σε τσιτάτα και αφορισμούς, που θα μαζέψουν λάικ στα κοινωνικά δίκτυα από τους φίλους και θα συγκεντρώσουν την προσοχή των δημοσιογράφων της πρωινής ζώνης και του διαδικτύου.

Ευτυχώς βέβαια που σε κάθε εποχή υπάρχουν κι εκείνοι που, όχι μόνο το θέτουν με πολύ ουσιαστικό τρόπο, αλλά επιχειρούν να το απαντήσουν.

1978, η Μεταπολίτευση κορυφωνόταν πλησιάζοντας στο τέλος της, καμπάνες, φαβορίτες, ζιβάγκο, φεστιβάλ πολιτικών νεολαιών και γήπεδα γεμάτα από παλλόμενα πλήθη, που πίστευαν ότι με το τραγούδι τους θα αλλάξουν τον κόσμο. Τότε από το πουθενά ξεπετάχτηκε Η εκδίκηση της γυφτιάς, ο δίσκος του Ν. Ξυδάκη και του Μ. Ρασούλη, που γύριζε επιδεικτικά την πλάτη σε όλη την μεταπολιτευτική κουλτούρα αναδεικνύοντας κάτι ενθαδικό και περιφρονημένο. Έναν λαϊκό πολιτισμό της γειτονιάς και του καφενείου, του τζουκ-μποξ και της λουλουδάτης ρόμπας, που οι «μεγάλοι» προτιμούσαν να αγνοούν. Οι στίχοι του Ρασούλη, που ανενοχικά μιλούσαν για την ομορφιά της καθημερινής μικροχαράς, χωρίς να καταγγέλλει ταυτόχρονα και τον διεθνή ιμπεριαλισμό και εξωστρεφείς μουσικές του Ξυδάκη, δημιούργησαν μια νέα εσωτερικότητα. Βοήθησαν τους νέους της εποχής να εκφραστούν μέσα από ένα τραγούδι που δεν βάραινε από ιδεολογήματα και κομματικά πρέπει.

Ξυδάκης και Ρασούλης επανήλθαν την επόμενη χρονιά με τα Δήθεν, που πατάνε στους ίδιους δρόμους στιχουργικά και μουσικά, αλλά 4 χρόνια αργότερα, ο συνθέτης πραγματοποίησε έστριψε το τιμόνι προς τα μέσα. Δεν απαρνήθηκε τους ρυθμούς και την μελωδικότητα της Ανατολής, αλλά τους εσωτερίκευσε περισσότερο –κάθε δίσκος του από το Πρώτο βράδυ στην Αθήνα και μετά είναι λιγότερο μαζικός, περισσότερο ψιθυριστός, πιο προσωπικός. Η Μεταπολίτευση είχε πεθάνει και ο δημιουργός αναζήτησε σε άλλη βάση την επαφή με την παράδοση, που ήταν ταυτοχρόνως και επαφή με τον εαυτό του.

Κάπου εκεί που σταματά ο Ξυδάκης, νιώθω ότι αρχίζει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Ο ίδιος ορίζει την σχέση του με την παράδοση νοσταλγική: Η παράδοση είναι ο γλυκός τόπος που καταφεύγει, όταν όλοι οι άλλοι τον έχουν διώξει και δεν έχει πού αλλού να πάει. Όμως δεν σταματάει σε αυτή την επίσκεψη. Άλλωστε αν η σχέση του εξαντλούνταν με μια επιστροφή στην μήτρα, δεν θα μας αφορούσε ιδιαίτερα.

Ο Παπακωνσταντίνου ξαναδιαβάζει την παράδοση, την ανανοηματοδοτεί, την επαναπροσδιορίζει και επαναπροσδιορίζεται μέσω αυτής. Οι στίχοι του, οι μουσικές, οι ενορχηστρώσεις, ακόμα-ακόμα και οι παραστάσεις του, η σκηνική του παρουσία, ο τρόπος που τραγουδάει, και παίζει, αντλούν από το βαθύ πηγάδι του τόπου του. Αν ο ίδιος είναι τόσο ξεχωριστός δημιουργός, το οφείλει στην ξεχωριστή σχέση που έχει με την παράδοση. Κι αν έχει μια θέση στην διεθνή μουσική σκηνή, την έχει εξαιτίας ακριβώς αυτής της σχέσης. Κι αν αγγίζει κάτι πολύ καλά κρυμμένο μέσα μας, το αγγίζει μέσω της σχέσης του με την παράδοση – γιατί η παράδοση άγγιξε κάτι καλά κρυμμένο μέσα του.