Category Archives: Σινεμά

Ο ιστορικός και οι «300»

Ταινίες όπως οι 300 φτιάχνονται, λες, για να φέρνουν τον ιστορικό σε αμηχανία.

Δεν είναι τόσο ότι καλείται από γνωστούς και φίλους, ασχέτως του πεδίου που ερευνά, να τοποθετηθεί σε σχέση με την ταινία, να πει μια γνώμη και να διαφωτίσει για τα γεγονότα και τα πρόσωπα που παρουσιάζονται. Είναι ότι αναγκάζεται να τοποθετηθεί σε σχέση με την δουλειά του, να προσδιορίσει πώς αντιλαμβάνεται τον ρόλο του με άλλα λόγια.

Ιστορία είναι η επιστήμη που μας λέει τι συνέβη στο παρελθόν.

Από όλα τα ζώα, ο άνθρωπος μόνο διαθέτει μνήμη που ξεπερνά την εμπειρία του, που ξεπερνά την ίδια του την ζωή. Φτάνει πίσω γενιές, αιώνες, χιλιετίες και τον προσδιορίζει, του δίνει ταυτότητα στο παρόν. Η ιστορία τα γεγονότα που συγκροτούν αυτή την μνήμη μελετά και καταγράφει, όχι παθητικά, αλλά ενεργητικά, που σημαίνει ότι όπως τα καταγράφει τα προσδιορίζει, τα νοηματοδοτεί, τα αποκαλύπτει ή τα συσκοτίζει.

Αυτό σημαίνει ένα πράγμα:

Όσο αυστηρές ή αντικειμενικές κι αν είναι οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί ένας ιστορικός ή όσο τεχνικά, εξειδικευμένα, στριφνά, μπερδεμένα και βαρετά κι αν είναι τα θέματα που διερευνά, στον πυρήνα της εργασίας του βρίσκεται πάντα η αφήγηση. Στο τέλος ένα κομμάτι του παρελθόντος θα περιγράψει συμβάλλοντας κι αυτός στην αποτύπωση και την διαχείριση της κοινής μνήμης.

Το θέμα μπερδεύεται όταν κάποιοι συνάδελφοι ιστορικοί διεκδικούν για τον εαυτό τους –ή κάποιοι άλλοι διεκδικούν για εκείνους ή στο όνομα εκείνων– τον ρόλο του κατόχου της αλήθειας.

Η συζήτηση δεν είναι απλώς μεγάλη, αλλά είναι από εκείνες που δεν έχουν αρχή, μέση και τέλος, οπότε επιτρέψτε μου να παραλείψω το σκεπτικό και να πάω κατευθείαν στο συμπέρασμα –το δικό μου, προσωπικό συμπέρασμα:

Η αλήθεια είναι πεδίο που διερευνά η φιλοσοφία και η θεολογία και οπωσδήποτε όχι η ιστορία. Ο ιστορικός ούτε αναζητά, ούτε μπορεί να πει την αλήθεια, για τον απλούστατο λόγο ότι το τι είναι αλήθεια στην ιστορία είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Αν η ιστορία ως επιστήμη είναι επικίνδυνα υποκειμενική, ειδικά όταν αποφαίνεται και κάνει κρίσεις, το τι αντιλαμβάνεται ως αλήθεια μια κοινωνία, μια εποχή ή ένας άνθρωπος είναι απολύτως υποκειμενικό, είναι ουσιαστικά ηθικό ζήτημα.

Δουλειά συνεπώς του ιστορικού είναι να αφηγηθεί το παρελθόν όσο πιο ολοκληρωμένα κι έντιμα μπορεί, να αναλύσει, να ερμηνεύσει, κι αν μπορεί, να νοηματοδοτήσει ό,τι περιγράφει. Δίνοντας σύγχρονο, έγκυρο νόημα στη μνήμη, ο ιστορικός συμβάλει στο γίγνεσθαι του καιρού του, κι όχι κατασκευάζοντας αλήθειες, δηλαδή τοτέμ –κατά την γνώμη μου πάντα, φυσικά.

Ο τρόπος λοιπόν που αντιλαμβάνεται ο ιστορικός την δουλειά του επηρεάζει άμεσα και την σχέση του με τους 300 κι οποιαδήποτε άλλη ταινία, βιβλίο, τραγούδι κτλ αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα ή μια ιστορική περίοδο. Αν θεωρεί ότι είναι ο κάτοχος της αλήθειας, φυσικά και θα ενοχληθεί σφόδρα από τους σφετεριστές. Αν έχει συνείδηση ότι συμβάλλει στην αφήγηση του παρελθόντος και την συγκρότηση της μνήμης, τότε θα παρακολουθήσει την ταινία όπως πάνω-κάτω όλοι οι θεατές, με ένα ίσως επιπλέον ιστοριογραφικό ενδιαφέρον…

Advertisements

Δυσφορία και Ανατροπή στο Elysium

Τοποθετημένο σε ένα μέλλον μακρινό, αλλά και κοντινό ταυτόχρονα, παράξενο και μαζί οικείο, το Elysium του Neill Blomkamp είναι μια από τις καλλίτερες –και πιο επιτυχημένες– εμπορικές ταινίες του φετινού καλοκαιριού και ταυτοχρόνως ένα blockbuster με πολιτική θέση. Όπως και το περσινό The Dark Knight Rises του Christopher Nolan, καταπιάνεται με σημαντικά ζητήματα και μέσω της μυθοπλασίας δίνει απάντηση σε ερωτήματα και διέξοδο σε αδιέξοδα. Γιατί, ας το πούμε εξαρχής, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο βαρύ κι ασήκωτο κινηματογραφικό δοκίμιο, αλλά με μια χορταστική περιπέτεια, που πατάει στην παράδοση του Terminator και του Matrix.

Elysium

Περνάς καλά παρακολουθώντας το Elysium. Πέρα όμως από το fan, η πολιτική (και η οικονομία και η κοινωνία, άλλωστε αυτά είναι ένα), και μάλιστα μέσα από το σχήμα δυσφορία/εξέγερση είναι πανταχού παρούσα στο φιλμ κι έχει αξία να σταθούμε για λίγο εδώ.

  1. Η δυστοπία που περιγράφει ο Blomkamp δεν οφείλεται σε κάποια μεταφυσική ή εξωανθρώπινη καταστροφή. Η αποκάλυψη που κατέστρεψε τον κόσμο, όπως τον ξέρουμε, συνέβη όταν η κοινωνία χωρίστηκε σε πληβείους χωρίς δικαιώματα, χωρίς ελπίδα, χωρίς καν ταυτότητα, και σε ολίγους πάμπλουτους που κατέχουν τα πάντα. Για να το πω διαφορετικά: Η καταστροφή που προφητεύεται εδώ είναι εκείνη της μεσαίας τάξης, η οποία στις Δυτικές Κοινωνίες της Περασμένης Εποχής δεν γεφύρωνε απλώς ένα χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, αλλά επέτρεπε σε ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού να έχουν μερίδιο από τον παραγόμενο πλούτο, πρόσβαση σε αγαθά όπως η εκπαίδευση, η υγεία και τη τεχνολογία. Η Κρίση που βιώνουμε (και που είναι παγκόσμια και δη ευρωπαϊκή, ας μη το λησμονούμε αυτό), ασχέτως αιτιών, καταστρέφει ακριβώς αυτή την Μεσαία Τάξη καθιστώντας τους πολύ πλούσιους ακόμα πλουσιότερους και τους μεσαίους φτωχούς.
  2. Στην ταινία οι πλούσιοι έχουν απομονωθεί στον δικό τους τεχνητό πλανήτη, τον Elysium. Οι φτωχοί είναι αποκλεισμένοι από αυτό το ιδανικό οικοσύστημα, αλλά και από τα αγαθά της τεχνολογίας (τις μηχανές αναζωογόνησης, που με το πάτημα ενός κουμπιού μπορούν να θεραπεύσουν πάσα νόσο). Οι φτωχοί εγκλωβισμένοι στη Γη είναι καταδικασμένοι να βλέπουν τον Elysium να πλέει στα ουράνια –όπως οι κολασμένοι βλέπουν τον Παράδεισο από το Καθαρτήριο, ορατό και απρόσιτο. Τα διαστημόπλοια των αθλίων που επιχειρούν να αποβιβαστούν εκεί, καταρρίπτονται χωρίς δεύτερη σκέψη.
    Η αναφορά στην παράνομη μετανάστευση –πρόβλημα πολύ έντονο στη χώρα μας και τι ς άλλες Μεσογειακές χώρες, αλλά και άλλων Δυτικών χωρών, όπως οι ΗΠΑ– είναι σαφής. Αυτό που ουσιαστικά μας λέει o BlomKamp είναι πως όταν σε πολιορκούν τόσοι πολλοί, η υπεροπλία δεν σε σώζει· απαιτείται άλλη προσέγγιση.
    (Βέβαια, ας σημειώσω μια βασική διαφορά της ταινίας και της πραγματικότητας –τουλάχιστον της πραγματικότητας που βιώνουμε στην Ελλάδα: Στην ταινία οι άθλιοι της Γης διεκδικούν μερίδιο σε έναν κόσμο με τον οποίο έχουν κοινές αξίες και αρχές και από τον οποίο είναι αποκλεισμένοι – δυστυχώς, δεν είναι αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, αυτή τη στιγμή τουλάχιστον).
  3. Έχουν ενδιαφέρον τα πρόσωπα που επιχειρούν να ανατρέψουν το συγκεκριμένο status quo:
    –  Πρώτη και καλλίτερη η Υπουργός Άμυνας Delacourt της J. Foster, η οποία θέλει να εκθρονίσει τον νερόβραστο Πρόεδρο του Elysium και να αναλάβει η ίδια την εξουσία πραξικοπηματικά.
    –  Ο παρανοϊκός πράκτορας Kruger, συνεργάτης της Delacourt, ο οποίος όταν καταλαβαίνει τι παίζεται, πουλάει την συνεργάτιδα και ζητάει την εξουσία για τον εαυτό του.
    –  Ένας μεσαίος γκάγκστερ, ο Spider, που όμως έχει το όραμα να πάρουν όλοι οι κάτοικοι της Γης τον τίτλο του πολίτη.
    –  Ο Max του Matt Damon, ο κεντρικός χαρακτήρας. Ο Μαξ δεν είναι ο επαναστάτης, ο άνθρωπος που έχει ένα συγκεκριμένο όραμα. Το μόνο που ζητάει είναι να φτάσει στον Elysium για να μπορέσει να αποκτήσει πρόσβαση στις μηχανές αναζωογόνησης· έχει εκτεθεί σε θανατηφόρα δόση ραδιενέργειας και πεθαίνει. Μόνο στο τέλος κατανοεί την σημασία όσων του λέει ο Spider και θυσιάζεται για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του –έχουμε δηλαδή έναν ακόμα μεσσία.
    Στην ταινία του BlomKamp δεν έχουμε επανάσταση, δεν έχουμε συλλογικότητες, έχουμε μονάδες που αντιδρούν για διαφόρους λόγους…

Το Elysium είναι μια πολύ καλή ταινία. Μπορεί να αφηγείται μια ιστορία, που παραλλαγές της έχουμε δει πολλές τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν παύει να καθηλώνει τον θεατή και να τον εγκλωβίζει στη δυστοπία της. Ο Matt Damon παίζει με δύναμη και ζεστασιά τον Μαξ και κάνει τον θεατή να συμπάσχει μαζί του. Η Frey της Alice Braga είναι ερωτική και μητρική ταυτόχρονα. Η  Jodie Foster πάλι δεν εντυπωσιάζει, αλλά υπηρετεί τον ρόλο με συνέπεια. Βρώμικη φωτογραφία, εφέ που δεν φαίνεται να είναι εφέ, εξαιρετικό μοντάζ και σκηνές δράσης που τις ζεις.

Ο κινηματογραφικός χειμώνας καλά ξεκίνησε.

10 ταινίες του Robert De Niro

Στις 17 Αυγούστου 1943 γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη ένας από τους σημαντικότερους και πλέον αγαπημένους ηθοποιούς του σινεμά, ο Robert De Niro.

Ο Ντε Νίρο είναι από τους ανθρώπους που δεν χρειάζεται να ειπωθεί τίποτα για τη μεγάλη τέχνη του. Συστάσεις ή αναλύσεις για την απίστευτη ικανότητά του να διεισδύει και να εκφράζει τις πιο σκοτεινές πτυχές του σύγχρονου ψυχισμού· τον απαράμιλλο τρόπο που αυτός, ο ντροπαλός, ολιγόλογος και χαμηλοβλέπων άνθρωπος, αποτύπωσε την βία και την αθεμιτουργία.

Αδράχνω λοιπόν την ευκαιρία για να θυμηθούμε 10 από τις πιο σημαντικές και αγαπημένες ταινίες του.

.

The Godfather Part II

Ποιος μπορούσε να παίξει τον Vito Corleone μετά τον Brando;

Η απάντηση σήμερα μας φαίνεται δεδομένη, αλλά εκείνη την εποχή βασάνιζε όσους εμπλέκονταν στο β΄ μέρος του Νονού. Τελικά την λύση την έδωσε ο μεγαλοφυής Κόπολα, που στην ηλεκτρισμένη ερμηνεία του πιτσιρικά των Κακόφημων Δρόμων βρήκε όχι μόνο τον πρωταγωνιστή που αναζητούσε, αλλά και τον πιο συνεπή ίσως ηθοποιό της «μεθόδου» μετά τον ίδιο τον Μπράντο.

Εδώ ο Ντε Νίρο δεν παίζει απλώς τον νεαρό Βίτο. Αλλά εκ των πραγμάτων αναγκάζεται να στηρίξει την δική του ερμηνεία σε εκείνη του Brando, που προηγήθηκε….

Για το Godfather

.

Taxi Driver 

H ιστορία του Εκδικητή Αγγέλου, που περιφέρεται ακροβατώντας παραισθητικά στους δρόμους της Νέας Υόρκης, είναι κομμάτι της σύγχρονης δυτικής κουλτούρας. Εκφράζει με ενάργεια όχι μόνο το υπαρξιακό κενό του ανθρώπου της πόλης, αλλά ταυτόχρονα και την φαντασίωσή του. Ο Travis Bickle είναι ταυτοχρόνως χαρακτήρας, αντι-ήρωας, αλλά και σύμβολο ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής. Το γεγονός ότι ο De Niro κατάφερε να συνδυάσει αυτά τα δυο και να τα υποστηρίξει ταυτοχρόνως, αποτελεί ερμηνευτικό άθλο.

Αξίζει να θυμίσουμε ότι η περίφημη σκηνή του You talkin’ to me είναι αποτέλεσμα του αυτοσχεδιασμού του ηθοποιού. Όπως λέει η κινηματογραφική ιστορία, το σενάριο έγραφε μόνο «Travis looks in the mirror».

.

Raging Bull

Η 4η συνεργασία του De Niro με τον M. Scorcese ξεκίνησε από μια δική του εμμονή. Ο Μπόμπι διάβασε την αυτοβιογραφία του LaMotta και παθιάστηκε τόσο, που θέλησε να τον υποδυθεί. Το σχέδιο κάθε άλλο παρά ενθουσίαζε τον Μάρτιν, ο οποίος δεν υπήρξε ποτέ φίλαθλος. Τελικά, υπέκυψε στις πιέσεις του Ντε Νίρο και του παραγωγού του, του Irwin Winkler, μετά από ένα σοβαρότατο overdose. Η ιστορία του LaMotta αίφνης έγινε για εκείνον μια ευκαιρία να σωθεί ο ίδιος, αφού αποτοξινωθεί, διασώζοντας και την ετοιμόρροπη καριέρα του.

Οι ιστορίες της προετοιμασίας του Ντε Νίρο για να παίξει τον πυγμάχο είναι θρυλικές: Τα κιλά που πήρε, οι αγώνες που έπαιξε για να μπει στην ψυχολογία, τα πλευρά του Joe Pesci που έσπασε στα γυρίσματα κοκ…

.

The Untouchables

Όσο περνάν τα χρόνια, τόσο ανυπόφορες μου φαίνονται οι ταινίες του Brian De Palma. Το υπερβολικό στιλιζάρισμα είναι τελικά το μοναδικό προσόν τους, αλλά είναι τόσο υπερβολικό, που καταντάει ενοχλητικό.

Οι Αδιάφθοροι παίζει να είναι η καλλίτερη ταινία του. Όχι ότι το στιλιζάρισμα εδώ είναι λιγότερο ή πιο ισορροπημένο, αλλά τα άλλα στοιχεία καλύπτουν την (δική μου) ενόχληση που (μου) προκαλεί η σκηνοθεσία του Ντε Πάλμα. Και βέβαια σε αυτό πρωτοστατούν οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών και δη του Sean Connery, που κέρδισε το Οσκαράκι του ως Jimmy Malone και του Μεγάλου Μπόμπι, που μας απασχολεί σήμερα.

Ο R. De Niro έχει δεύτερο ρόλο. Ο Al Capone του εμφανίζεται, αν δεν κάνω λάθος, γύρω στα 15΄. Αλλά είναι τέτοιος ο ηλεκτρισμός που εκπέμπει, που σημαδεύει όλη την ταινία. Η σκηνή που δολοφονεί με το ρόπαλο του μπέιζμπολ έναν ομοτράπεζό του, είναι πλέον αστικός θρύλος.

.

Angel Heart

Είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η ταινία του Alan Parker, το 1987 που πρωτοπαίχτηκε. Όχι μόνο γιατί αποκάλυψε τον ερωτισμό της Lisa Bonet, της τηλεοπτικής γλυκούλας κόρης του Bill Cosby, αλλά για την ατμόσφαιρά του. Η ταινία ακροβατεί πετυχημένα στο noir, το θρίλερ και την φρίκη. Ο Mickey Rurke στο αποκορύφωμα της καριέρας του παίζει με στιλ τον Harry Angel. Αλλά είναι ο Louis Cyphre του De Niro, που με την γαλήνη του, καθώς καθαρίζει το αυγό από τα τσόφλια, κυριεύει τους εφιάλτες μας.

.

Cape Fear

Η 7η συνεργασία του De Niro με τον Scorcese οφείλεται στον Spielberg. Ο σκηνοθέτης του Indiana Jones σκόπευε αρχικά να σκηνοθετήσει ο ίδιος το remake του κλασικού noir, που είχαν πρωτοπαίξει ο Gr. Peck και ο R. Mitchum, αλλά τελικά το «φόρτωσε» στον παλιό του φίλο Μάρτιν, για να αφοσιωθεί στην Λίστα του Σίντλερ.

Η κινηματογραφική παρα-ιστορία μας λέει για το πώς ο Ντε Νίρο χάλασε τα δόντια του, για να παίξει τον Max Cady, τις ώρες που αφιέρωσε στο γυμναστήριο ή το πώς γυρίστηκε η περίφημη σκηνή της αποπλάνησης της ανήλικης Ντανιέλ. Όλα αυτά είναι κομμάτια του παζλ, που στην συνολική του εικόνα δείχνει έναν από τους πιο τρομακτικούς κινηματογραφικούς χαρακτήρες.

.

GoodFellas

Μια από τις σημαντικότερες ταινίες του σύγχρονου αμερικάνικου κινηματογράφου – κατά την γνώμη μου, η τελευταία πραγματικά σπουδαία ταινία του Scorcese, από κει και πέρα γυρίζει καλές, πολύ καλές, μέτριες ταινίες, αλλά όχι σπουδαίες. Είναι ταινία συνόλου -ο Ντε Νίρο παίζει ένα από τα Καλά Παιδιά και όχι τον κεντρικό ήρωα. Φυσικά δεν χάνεται -κάθε άλλο: Καταφέρνει με ένα βλέμμα του να συνδυάσει το κύρος, την ηρεμία και την απειλή.

.

Jackie Brown

Η τρίτη ταινία του Tarantino είναι και η πιο άγνωστη. Κι όμως, βασισμένη σε ένα βιβλίο του E. Leonard, είναι ίσως η πιο στιβαρή αφήγηση του δημιουργού. Ο Ντε Νίρο κρατά ένα μικρό ρόλο – στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Pam Grier, Samuel L. Jackson και Robert Forster.

.

Heat

Ταινία-θρύλος. Η επική συνάντηση δυο σπουδαίων ηθοποιών. Η μεγάλη σύγκρουση δύο ερμηνευτικών σχολών.

Η ταινία του M. Mann πραγματοποιεί μια χρόνια ονείρωξη των κινηματογραφόφιλων: Φιλοξενεί όχι μόνο στην ίδια ταινία, αλλά και στην ίδια σκηνή Robert De Niro και Al Pacino -ως γνωστόν, οι δυο τους είχαν παίξει στο δεύτερο μέρος του Νονού, αλλά δεν είχαν μοιραστεί καμιά σκηνή.

Ποιος βγαίνει νικητής από αυτή την μάχη; Ο παθιασμένος, χοϊκός Πατσίνο ή ο ήρεμος, σχεδόν μεγαλοπρεπής Ντε Νίρο;

Ο καθένας μας έχει την δική του απάντηση.

.

Analyze This

Η ταινία του Harold Ramis σηματοδότησε μια στροφή στην καριέρα του Μπόμπι: Αν και συνεχίζει να είναι αφοσιωμένος στο σινεμά, η ηθοποιΐα περνά πλέον στο περιθώριο των ενδιαφερόντων του. Ασχολείται κυρίως με την παραγωγή ταινιών, την οργάνωση του κινηματογραφικού φεστιβάλ της Νέας Υόρκης, ενίοτε και με τη σκηνοθεσία. Συνεχίζει βεβαίως να παίζει και να χαράζει ταινίες με την παρουσία του (θυμίζω πρόχειρα το φετινό Silver Linings Playbook), αλλά είναι φανερό ότι δεν είναι αυτό που πρωτίστως τον απασχολεί.

Εδώ πάντως έχουμε μια εξαιρετική ερμηνεία, που αποτελεί ταυτοχρόνως παρωδία, αυτοπαρωδία και αυτοσαρκασμό. Σε μια θαρραλέα -και τρομερά αστεία- ερμηνεία, ο De Niro δεν διστάζει να αστειευτεί με κείνα ακριβώς τα στοιχεία που έχτισε την καριέρα του, τα στοιχεία που αγαπάμε οι σινεφίλ, τα στοιχεία που θα σατίριζαν κάποιοι άλλοι, εν τέλει.

Πολύ καλή κωμωδία, μεγάλη εμπορική επιτυχία, που οδήγησε σε μια συνέχεια, που όλοι θέλουμε να ξεχάσουμε…

Indiana Jones

Η δημιουργία

Το καλοκαίρι του 1977, George Lucas και Stephen Spielberg πήγαν στη Χαβάη για διακοπές και για να ελαφρύνουν την ένταση της αναμονής των νέων του box-office· ο Lucas είχε επενδύσει ό,τι είχε και δεν είχε στο Star Wars και η αγωνία ήταν μεγάλη. Τα νέα του θριάμβου επέτρεψαν όμως στους δυο νεαρούς σκηνοθέτες να χαλαρώσουν και να συζητήσουν για τα μελλοντικά τους σχέδια. Τότε ήταν που ο Spielberg εξέφρασε την μεγάλη του επιθυμία να σκηνοθετήσει ένα James Bond.

«Άσε το James Bond», του είπε ο Lucas. «Σου έχω κάτι καλλίτερο: Τον Indiana Smith, έναν αρχαιολόγο με δερμάτινο σακάκι και μαστίγιο που θα αναζητά αντικείμενα με μεταφυσική δύναμη. Θα είναι σαν τα κινηματογραφικά σήριαλ του ’30, με ασταμάτητη δράση και συνεχείς κορυφώσεις.»

«Όλα καλά», του απάντησε ο Spielberg, «αλλά δεν μου αρέσει αυτό το Σμιθ.»

«Ας τον πούμε τότε Indiana Jones.»

indy

Η περιπέτεια

Όσο πιο ορθολογικά είναι δομημένες οι ζωές μας, τόσο πιο πολύ θέλουμε να αποδράσουμε από αυτές. Οι διακοπές ως ανάγκη, που ουσιαστικά είναι πραγματικότητα στον δυτικό κόσμο των τελευταίων 150-200 ετών, δημιουργήθηκαν εν μέρει κι από αυτό. Ο αστός καταρχήν, αλλά και οι άλλες κοινωνικές ομάδες στη συνέχεια, μπουχτισμένος από την τέλεια τακτοποιημένη ζωή του, θέλει να σπάσει το συνεχές του χρόνου· θέλει να ξεφύγει από την τακτοποιημένη, βαλτωμένη ζωή του.

Στην αρχή των ταινιών, μετά την αρχική περιπετειώδη σεκάνς, βλέπουμε τον Ιντιάνα Τζόουνς με το κοστουμάκι του καθηγητή να διδάσκει βαριεστημένους φοιτητές· να τον κυνηγάει η γραμματέας του για τις γραφειοκρατικές υποχρεώσεις. Για να ξεφύγει από όλα αυτά, ο Καθηγητής Jones στην Σταυροφορία φοράει το καπέλο του και δραπετεύει από το παράθυρο. Απ’ έξω από το παράθυρο τον περιμένουν οι άνθρωποι του Donovan, για να του αναθέσουν τις έρευνες για το Δισκοπότηρο· έξω από το παράθυρο, την απρόβλεπτη/αστεία/παιδιάστικη/αντισυμβατική έξοδο από την καθημερινότητα τον περιμένει η περιπέτεια και όχι βέβαια από την πόρτα, την συμβατική έξοδο, που θα επέλεγε κάθε σοβαρός ενήλικας. Έτσι ο τυχοδιώκτης Καθηγητής Δρ. Jones μεταμορφώνεται στον αντι-ηρωικό και αντι-σούπερ ήρωα Ιντιάνα.

Οι περιπέτειες του Indiana Jones είναι πάντα επικεντρωμένες στην αναζήτηση ενός αντικειμένου, αλλά δίπλα του υπάρχει και μια γυναίκα. Η σχέση του με την γυναίκα είναι σημαντική, αλλά όχι καθοριστική. Πλουτίζει την ταινία, αλλά η ιστορία δεν εξαρτάται από εκείνη. Κανένας δεν θα πει, για παράδειγμα, ότι στο Ναό των Καταραμένων μια διάσημη αμερικανίδα τραγουδίστρια, καλομαθημένη και λεπτεπίλεπτη, εξαιτίας ενός τυχαίου γεγονότος καταλήγει στην ζούγκλα της Ινδίας. Όχι. Εκεί ο Ίντυ αναζητά την Sivalinga, την ιερή πέτρα. Η Willie Scott και η σχέση της με τον Indy, όσο διασκεδαστική κι αν είναι, παραμένει στον φόντο.

Κατά συνέπεια, ο Indiana Jones είναι πρωτίστως μια αγορίστικη φαντασίωση. Αν οι γυναίκες καταλαμβάνουν την πρώτη θέση στις φαντασιώσεις των ενηλίκων ανδρών, για τα αγόρια είναι στο βάθος, περισσότερο σαν θαμπή υπενθύμιση ενός μέλλοντος. Στον Τομ Σόγιερ, για παράδειγμα, μια άλλη αγορίστικη περιπέτεια, τα κορίτσια επίσης δεν διαδραματίζουν κάποιο σημαντικό ρόλο.

 

Η αναζήτηση και η αλήθεια

«Η αρχαιολογία αναζητά δεδομένα, όχι την αλήθεια. Αν σας ενδιαφέρει να αναζητήσετε την αλήθεια, να πάτε στο μάθημα φιλοσοφίας του Δρ. Tyree», λέει ο ίδιος ο Indiana Jones στους φοιτητές του στην αρχή της Τελευταίας Σταυροφορίας.

Βέβαια όσα διδάσκει θεωρητικά στο μάθημα, διαψεύδονται στη διάρκεια της ταινίας από την πράξη. Έτσι, για παράδειγμα, στην Βενετία ο Ιντιάνα ψάχνει το Χ που σημαδεύει τον κρυμμένο θησαυρό, ενώ στις παραδόσεις του έλεγε κατηγορηματικά ότι δεν είναι αυτό αρχαιολογία· ότι ο αρχαιολόγος κάνει το 70% της δουλειάς του στην βιβλιοθήκη.

Διαψεύδεται και η απόφανση περί αναζήτησης της αληθείας από την ίδια την ταινία; Προφανώς ναι, αλλά όχι με τον ευθύ τρόπο που διαψεύδεται το Χ· αφήνεται ο ίδιος ο θεατής να αποφασίσει κατά πόσο η αναζήτηση του Δισκοπότηρου είναι ταυτοχρόνως και η αναζήτηση μιας –έστω– αλήθειας.

Έχει σημασία πάντως το γεγονός ότι την όποια αλήθεια μαθαίνει ο Indy, την μαθαίνει συμπτωματικά κι όχι γιατί το επεδίωξε. Εκείνος βάζει πάντα ένα όριο στην αναζήτηση, βάζει ένα όριο στο τι διερευνά, βάζει ένα όριο στην γνώση που θέλει να αποκτήσει. Έτσι θέλει μόνο να βρει την Κιβωτό, όχι να διερευνήσει τις δυνατότητές της, όπως οι Ναζί και ο Belloq, γι’ αυτό και κλείνει τα μάτια του, όταν εκείνοι την ανοίγουν· στον Ναό των Καταραμένων ανακτά την ιερή πέτρα για λογαριασμό των κατοίκων του χωριού, χωρίς να μπαίνει στην διαδικασία να διερευνά τα τι και πώς της δύναμής της· στη Σταυροφορία εξαναγκάζεται να χρησιμοποιήσει την δύναμη του Δισκοπότηρου για  να θεραπεύσει τον πατέρα του και σταματάει εκεί – δεν τον ενδιαφέρει να δει όλες τις δυνατότητες του Ιερού Ποτηρίου· τα ίδια και στο Κρυστάλλινο Κρανίο, που δεν μπαίνει στην διαδικασία να μάθει την αλήθεια που κρύβεται πίσω του, αλλά προσπαθεί να σώσει τους συντρόφους του και τον εαυτό του.

Θέτει ένα όριο στη γνώση που θέλει, στη γνώση που μπορεί να αποκτήσει και να αφομοιώσει ο Indiana, το οποίο, αν θέλαμε να το περιγράψουμε, αναγκαστικά θα πηγαίναμε στον Wittgenstein. Γιατί όπως ο Wittgenstein μας λέει ότι για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, γι’ αυτά πρέπει να σωπαίνει, ο Ίντυ μας διδάσκει ότι για όσα δεν μπορεί να μιλήσει κανείς, αυτά δεν πρέπει να τα μαθαίνει. Δίπλα στο βιτκενσταϊνικό «τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου», ο Ιντιάνα προσθέτει «και τα όρια της γνώσης μου».

Κινηματογραφικό καλοκαίρι

Οι κριτικοί ισχυρίζονται ότι το φετινό είναι από τα πιο ενδιαφέροντα και γόνιμα κινηματογραφικά καλοκαίρια. Κι έχουν δίκιο από μια πλευρά: Το πρόγραμμα είναι ισορροπημένο, κάθε βδομάδα υπάρχουν ταινίες για ποικίλα γούστα (ακόμα και σινεφίλ ταινίες βρήκαν τον δρόμο για τις αίθουσες φέτος το καλοκαίρι). Και πάνω απ’ όλα οι ταινίες, κυρίως δε οι ταινίες που διαμορφώνουν το κλίμα, είναι όλες ενός επιπέδου και πάνω.

Από την άλλη βέβαια, λείπει η μεγάλη έκπληξη. Η ταινία που θα κάνει την διαφορά. Για να μην πάμε μακριά, φέτος δεν είχαμε (μέχρι τώρα τουλάχιστον) ένα Moonrise Kingdom. Αντιθέτως οι οθόνες μας πνίγηκαν στα superheroes movies, που το κάθε καινούργιο μοιάζει απελπιστικά ίδιο (στην σύλληψη, τον προβληματισμό, την αισθητική, την ιστορία) με το όποιο προηγούμενο.

Με άλλα λόγια, δεν επισκέπτομαι την σκοτεινή αίθουσα τόσο συχνά όσο θα ήθελα. Αλλά αυτό δεν αποτελεί αναγκαστικά αιτία μελαγχολίας ή εκνευρισμού.

.

Στην Ελλάδα συνέβη το εξής παράδοξο:

Ενώ στις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο η θερινή κινηματογραφική σεζόν επιβλήθηκε συστηματικά και με κόπους από τους χαρτογιακάδες των στούντιο, τους διανομείς, τους επαγγελματίες του κινηματογράφου, στον τόπο μας καθιερώθηκε μετά από τις διαμαρτυρίες και την απαίτηση του κινηματογραφόφιλου κοινού. Στους πιτσιρικάδες που κατακλύζουν τα multiplex θα ακούγεται παράδοξο, παράλογο, ηλίθιο ίσως, αλλά όταν πηγαίναμε εμείς σχολείο, η κινηματογραφική σεζόν σταματούσε το Πάσχα, οποτεδήποτε κι αν εορταζόταν, τα σινεμά έκλειναν, και ξανάνοιγαν αρχές Οκτωβρίου. Το καλοκαίρι η κινηματογραφική τέχνη (και το fan) υποχωρούσε για να δώσει την θέση του στην γραφικότητα του θερινού σινεμά, με τις γαζίες, τα σουβλάκια και τις μπύρες, τον κάκιστο ήχο και τις «επανεκδόσεις» (ίδιες κάθε χρόνο, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου). Οι σινεφίλ του ’90, συνεπικουρούμενοι είναι αλήθεια από μια ομάδα νέων (εννοώ νέων στο πνεύμα, όχι αναγκαστικά την ηλικία) κριτικών, που απαιτούσαμε αφενός μεν από τους διανομείς να επεκτείνουν την κινηματογραφική σεζόν, αφετέρου από τους φίλους μας, να «κλειστούμε» κατακαλόκαιρο στο σινεμά, γιατί αυτό είναι διασκεδαστικό.

Φαίνεται να αφορά μόνο κάτι σπασικλάκια κολλημένα με το σινεμά, αλλά το κέρδος από αυτή την αλλαγή είναι σημαντικό και πολυεπίπεδο. Πριν την καθιέρωση της θερινής σεζόν εγκαταλείπαμε  για 4-5 μήνες την επικαιρότητα και την πιεστικότητα του παρόντος χρόνου, για να αφεθούμε στην επιβεβλημένη νοσταλγία ενός παρωχημένου και οπωσδήποτε χαμένου κόσμου.  Με την υιοθέτησή της, παγκοσμιοποιηθήκαμε. Γιατί παγκοσμιοποίηση δεν είναι μόνο χρηματοπιστωτικά γεγονότα, κρίσεις-ντόμινο και λιτότητα, αλλά η δυνατότητα συμμετοχής σε ένα παγκόσμιο γίγνεσθαι. Και μάλιστα, με την βοήθεια της τεχνολογίας, ταυτόχρονης συμμετοχής.

Δεν αμφιβάλλω ότι κάποιοι θα αντιτείνουν ότι ανταλλάξαμε μεταξωτές κορδέλες με φύκια. Από την άλλη όμως, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή κανένας δεν μπορεί να επιβιώσει περίκλειστος – ακριβώς όπως και κανείς δεν μπορεί να επιβιώσει καταναλώνοντας παθητικά εισαγόμενη junk κουλτούρα. Θα πρέπει να συμμετέχουμε σε αυτό που συμβαίνει δίπλα μας, γύρω μας, μέσα μας.

Δωμάτιο 237

Είτε μυθοπλασίας (όπως το αρχετυπικό Singing in the Rain, που αναφέρεται στην μετάβαση από τον βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο) είτε ντοκιμαντέρ (όπως το επικό Hearts of Darkness για τα γυρίσματα του Αποκάλυψη τώρα), το σινεμά-για-το-σινεμά είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα υπο-είδη. Οι ταινίες αυτές κατά κανόνα δεν απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό που πάει σινεμά (το οποίο –φευ!– όσο περνάνε τα χρόνια φαίνεται να περιορίζεται όλο και περισσότερο στις ηλικίες που φέρουν σιδεράκια στα δόντια), αλλά συσπειρώνουν το κρίσιμο κοινό που θεωρεί ότι ο κινηματογράφος είναι κάτι παραπάνω από μια βραδιά έξω. Ίσως γι’ αυτό ταινίες-για-τις-ταινίες κάνουν όλο και πιο συχνά την εμφάνισή τους.

Room-237-Quad

Στο Δωμάτιο 237 ο Rodney Ascher κάνει κάτι πρωτότυπο: Συγκεντρώνει τις θεωρίες και τις αναλύσεις έξι φανατικών θεατών (οπαδών θα έπρεπε ίσως να γράψω) για τη Λάμψη του Stanley Kubrick.

Η Λάμψη θεωρείται πλέον ένα από τα αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου, φιλμ που καθόρισε το είδος της και ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του σκηνοθέτη της.

Κι επιπλέον υπάρχουν ένα σωρό ιστορίες γύρω από την δημιουργία της:

Είναι η ταινία που ο Kubrick σκηνοθέτησε μετά την αποτυχία του Barry Linton. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε την ιστορία του Stephen King, αλλά όχι το πνεύμα του, προκαλώντας την οργή του συγγραφέα –είναι η μοναδική διασκευή που έχει αποκηρύξει ο Κινγκ. Η συνεργασία του σκηνοθέτη με τον μεγάλο Jack –συνέγραψαν μαζί αρκετούς από τους διαλόγους– και οι κακές σχέσεις που είχε με την συμπρωταγωνίστρια Shelley Duvall. Και βέβαια οι κακές κριτικές που έλαβε αρχικά η ταινία και η σταδιακή αναγνώρισή της από το κριτικό κατεστημένο.

Αλλά όλα αυτά, όσο ζουμερά και αν φαίνονται σε μένα ή σε σας, δεν απασχολούν το ντοκιμαντέρ του Ascher. Επικεντρώνοντας σε λεπτομέρειες του φόντου, αποκόπτοντας σκηνές, παίζοντας την ταινία αργά, γρήγορα ή και ανάποδα, οι συγκεκριμένοι ερμηνευτές προσπαθούν να μας πείσουν ότι το πραγματικό θέμα της Λάμψης είναι η γενοκτονία των αυτοχθόνων της Αμερικής από τους αποίκους ή το Ολοκαύτωμα ή μια έμμεση ομολογία του Κιούμπρικ ότι εκείνος σκηνοθέτησε την άφιξη του Apollo 11 στη Σελήνη σε κάποιο μυστικό στούντιο της CIA.

THE SHINING - v07 - Silver Ferox Design

Είδα το Δωμάτιο 237 με ενδιαφέρον, αλλά, για να είμαι ειλικρινής, τα κλειδιά που χρησιμοποίησε ο Ascher δεν μου άνοιξαν καμιά πόρτα. Ίσως γιατί δεν ποτέ δεν πίστεψα ότι ήταν κλειδωμένο· γιατί κατά τη γνώμη μου ο Kubrick από πολύ νωρίς αποκαλύπτει στον θεατή τους δυο βασικούς αφηγηματικούς άξονες της ταινίας: Η παράνοια του πατέρα και η υπεραισθητική αντίληψη του γιου. Στα δυο αυτά στοιχεία που αλληλεπιδρούν και οδηγούν τα πρόσωπα και τις καταστάσεις προς το τραγικό τέλος, προστίθενται και μερικές πινελιές παραλόγου / υπερφυσικού στοιχείου. Ο Kubrick ήθελε να γυρίσει μια ταινία με φαντάσματα και ήξερε ότι τα φαντάσματα, ο ρόλος τους σε μια ιστορία, δεν μπορεί να αναλυθεί με όρους λογικής, έτσι στις λογικά καθορισμένες ανθρώπινες σχέσεις, πετάει το υπερφυσικό στοιχείο ξαφνικά, απροσδόκητα, τόσο για τους ήρωες όσο και για τον θεατή και αφήνει την ιστορία να εξελιχθεί. Αλλά δεν είναι αυτό, το παράλογο, που καθορίζει τα πράγματα –ας το πούμε διαφορετικά:

Το Κακό στη Λάμψη του Κιούμπρικ είναι εσωτερικό, ενυπάρχει μέσα στους ήρωες, και κυρίως στον πατέρα, το Τζακ, γι’ αυτό και οδηγείται στην καταστροφή. Το Κακό στη Λάμψη του Κινγκ είναι εξωτερικό, κατοικοεδρεύει στο ξενοδοχείο και στοιχειώνει τους ενοίκους του, γι’ αυτό στο τέλος του βιβλίου καταστρέφεται το ξενοδοχείο, όχι οι άνθρωποι. Από αυτή την άποψη, ο Stephen King είναι αισιόδοξος για την ανθρώπινη φύση, ενώ ο Kubrick βαθιά απαισιόδοξος, βλέπει τον σπόρο της καταστροφής και στην πιο μικρή, θεμελιακή ανθρώπινη κοινότητα, την οικογένεια, όπως και στο πιο θαυμαστό ανθρώπινο επίτευγμα, ο HAL 9000 του 2001.

Αλλά θα άξιζε να ασχοληθούμε πιο εκτενώς με την ανθρωπολογία του Κιούμπρικ ή τέλος πάντων τη Λάμψη του…

——–

Βλ. Stephen King, The Stand (Το Κοράκι)

Atomic Alert*

Στο Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης, που πήγαμε να δούμε το Atomic Alert σε σκηνοθεσία Λ. Γιοβανίδη, μας περίμενε μια έκπληξη: Η σκηνή έχει καταληφθεί από μια κινηματογραφική οθόνη και οι ηθοποιοί στέκονταν δεξιά κι αριστερά της σκηνής διακριτικά φωτισμένοι. Στην οθόνη προβάλλονται αποσπάσματα από b-movies και κινηματογραφικά σήριαλ της δεκαετίας του ’50, τα οποία οι ηθοποιοί ντουμπλάρουν ζωντανά δημιουργώντας έτσι μια συνεκτική αφήγηση. Με άλλα λόγια, στο Atomic Alert οι ηθοποιοί δεν συμμετέχουν στα δρώμενα, παρά μόνο με την φωνή τους, και είναι και οι ίδιοι ένα είδος θεατών. Στην παράσταση αυτή αναμειγνύονται δημιουργικά και απολαυστικά τα πιο διαφορετικά –ετερόκλιτα ίσως – υλικά: Σινεμά, θέατρο, μεταγλώττιση, θεατρικό αναλόγιο και ραδιοφωνικό θέατρο.

Atomic Alert

Η υπόθεση του έργου θυμίζει b-movies: Σε μια ήσυχη επαρχιακή πόλη στο πουθενά της αμερικανικής περιφέρειας εκρήγνυται μια ατομική βόμβα από λάθος ή και εσκεμμένα –δεν διευκρινίζεται από το έργο –  κι εμείς παρακολουθούμε τις αρχές, τοπικές και κεντρικές, να προσπαθούν να διαχειριστούν την κατάσταση, τον τρόπο που ο Τύπος διαχειρίζεται την είδηση και βέβαια τις συνέπειες στη ζωή των κατοίκων.

Ακούγεται βαρύ και καταθλιπτικό, αλλά δεν είναι. Το έργο είναι μια πανέξυπνη μαύρη κωμωδία, παρωδία των b-movies μιας χρυσής εποχής και ταυτόχρονα σάτιρα όλων των φόβων, των ελπίδων και των αμυνών μας. Γιατί, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, η ιστορία, η παρωδία, το χιούμορ και το γέλιο, δεν αφορά τα περασμένα που εξιδανικεύτηκαν, αλλά το σήμερα κι εμάς. Έτσι, όσο περνούσε η ώρα, οι ομοιότητες με της πραγματικότητας του έργου με εκείνη που ζούμε εμείς σήμερα γινόταν πιο έντονες κι υπογραμμιζόταν από τις διαβρωτικές ατάκες. Γελάσαμε πολύ, αυθόρμητα και από καρδιάς κατά την διάρκεια της παράστασης. Και φύγαμε πιο ανάλαφροι, αφού καταφέραμε να δούμε την φωτεινή πλευρά μιας αδυσώπητης πραγματικότητας –άλλωστε η παράσταση τελειώνει υπό τους ήχους του Always Look on the Bright Side of Life.

Πληροφορίες για τα πού και τα πότε, στην σελίδα του Ιδρύματος Μ. Κακογιάννη.

—————————

*Το κείμενο γράφτηκε σε συνεργασία με την φίλη Κατερίνα Χάλκου.