Category Archives: Χατζιδάκις

Johnny Cash

Johnny Cash

Ο Χατζιδάκις εξηγούσε γιατί απέφευγε να χρησιμοποιεί διάσημους τραγουδιστές στους δίσκους του καταφεύγοντας στο Hollywood:

Όπως τα παλιά στούντιο δεν έβαζαν τον ηθοποιό που έπαιζε τον Χριστό να παίξει τον γκάνγκστερ, έτσι κι εκείνος δεν θα ζητούσε από έναν τραγουδιστή των νυχτερινών κέντρων να συμμετάσχει στον Μεγάλο Ερωτικό.

με την αναλογία αυτή υπογράμμιζε την σημασία που έχει στο τραγούδι η περσόνα του ερμηνευτή. Αν ο καλλιτέχνης επικοινωνεί με το κοινό μέσω συμπεφωνημένων υπονοουμένων, στο τραγούδι ο τραγουδιστής είναι το πιο εύγλωττο υπονοούμενο. Αυτό που δηλώνει με τις επιλογές, την στάση του, τον τρόπο του πάνω στη σκηνή αλλά και εκτός αυτής, χαράζει το κάθε τραγούδι πολλές φορές πιο βαθιά από τα γυρίσματα της φωνής του. Γι’ αυτό και ο Χατζιδάκις δεν έψαχνε ακριβώς «μεγάλες» φωνές, αλλά ένα συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου, που μπορούσε να επικοινωνήσει με τον καλλίτερο τρόπο τα τραγούδια του.

 

Ο Johnny Cash δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος τραγουδιστής ή τραγουδοποιός. Το μεγαλύτερο ίσως επίτευγμά του ήταν η εφεύρεση του Ανθρώπου με τα Μαύρα –η κατασκευή της περσόνας του, του καλλιτεχνικού εαυτού του. Ο ενοχικός οδοιπόρος, που εγκλημάτησε πραγματικά ή στη φαντασία του και περιμένει (ή αντικρίζει) τα έσχατα των καιρών προσπαθώντας να ανταποκριθεί στο θείο κάλεσμα, έχει κάτι το βαθιά καταγωγικό για την Αμερική, αλλά και την Δύση γενικότερα. Χάνεται στις απαρχές των νεώτερων χρόνων και κουβαλάει κάτι απ’ τον μεσαίωνα. Γι’ αυτό κι άντεξε στα γυρίσματα του καιρού και της μόδας. Γι’ αυτό και συγκινούν τόσο πολύ όχι μόνο τους παππούδες ή τους μεσήλικες, αλλά και τους πιτσιρικάδες.

Από αυτή την άποψη, η δουλειά του Rick Rubin, του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω από τις American Recordings, ήταν αυτονόητη: Το μόνο που είχε να κάνει είναι να φέρει τον Άνδρα με τα Μαύρα στα ‘90s· να βρει τον ήχο που θα έχει σήμερα αυτός ο αρχετυπικός χαρακτήρας.

Και δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ. Ο καινούργιος ήχος ήταν πάντα εδώ, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις: Ήταν ο τρόπος που δοκίμαζε ή μάθαινε τα τραγούδια του· ήταν εκείνος κι η κιθάρα του, εκείνος κι η φωνή του, εκείνος και τα τραγούδια του. Οι ιστορίες που αφηγούνταν μέσα από αυτά, προσδίδοντας στο καθένα μια μεγάλη υπαρξιακή αγωνία αλλά και την ελπίδα για το Μετά, που τον χαρακτήριζε.

Advertisements

Ο Μίκης και ο Σάκης

Σε κάτι τέτοιες περιστάσεις θυμάμαι τον Μάνο Χατζιδάκι:

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Χατζιδάκις συγκέντρωσε τα παλιά του τραγούδια, άλλα διάσημα κι αγαπημένα, άλλα παραγνωρισμένα και λησμονημένα, κάποια ανέκδοτα, και τα ξαναπρότεινε στο κοινό του μέσα από δυο μεγάλες συλλογές, την Ρωμαϊκή και την Λαϊκή Αγορά.

Αυτό που πέτυχε ο Χατζιδάκις μέσα από εκείνους τους δίσκους είναι ίσως μοναδικό. Τραγούδια που γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, με διαφορετικές προθέσεις, για να εξυπηρετήσουν διαφορετικές ανάγκες, εντάχθηκαν οργανικά σε νέα ευρύτερα σύνολα, δημιουργώντας εκ των ενόντων δύο καινούργια έργα.

Και το περιεχόμενο αυτών των έργων ήταν ο ίδιος ο Χατζιδάκις.

Τα τραγούδια δεν παρουσιάζονταν απλώς διασκευασμένα, εκμοντερνισμένα, με διαφορετική ενορχήστρωση και άλλους ερμηνευτές. Οι αλλαγές ήταν πολύ βαθύτερες, ουσιαστικότερες. Σε πολλά άλλαξε εντελώς η ατμόσφαιρα και η λειτουργία τους· η λαϊκότητα επανερμηνεύτηκε, η ερωτικότητα επαναπροσδιορίστηκε, προστέθηκε χιούμορ, διαστροφή και βαθιά μελαγχολία.

Με τις Αγορές ο συνθέτης αναθεώρησε όχι μόνο το έργο του αλλά και τον εαυτό του. Ξανασυστήνοντας τα παλιά του τραγούδια ο Χατζιδάκις ξανααυτοσυστήνεται στο κοινό του –γι’ αυτό άλλωστε την Ρωμαϊκή Αγορά συνοδεύει εκτενές αυτοβιογραφικό σημείωμα του συνθέτη. Διαβάζοντας την άγνωστη ιστορία ενός στοχαστικού, ιδιωτικού και πάντως παιγνιώδη Χατζιδάκι κι ακούγοντας τα καινούργια παλιά τραγούδια του, ο ακροατής ανακαλύπτει έναν νέο Χατζιδάκι, διαφορετικό από τον δημόσιο και διάσημο.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία έπαιξε η επιλογή των τραγουδιστών. Με εξαίρεση τις συμμετοχές της Μαρίας Φαραντούρη και του Γιώργου Νταλάρα, ο Χατζιδάκις χρησιμοποίησε νεαρούς άγνωστους ερμηνευτές, στους οποίους επέβαλε έναν συγκεκριμένο τρόπο ερμηνείας. Ακόμα και οι δυο διάσημοι συμμετέχοντες φόρεσαν το ιδιότροπο χατζιδακικό κοστούμι, αφήνοντας στην κρεμάστρα το λαμπερό δικό τους. Έτσι ο Χατζιδάκις υπηρετεί το προσωπικό του όραμα, πραγματοποιεί το δικό του μεράκι και δεν αφήνει το έργο του να γίνει γαλόνι στο στήθος οποιουδήποτε τραγουδιστή-σταρ. Παράλληλα εμπεδώνει μια προσωπική αισθητική στην ερμηνεία της μουσικής του, η οποία είναι ίσως δύσπεπτη κι αντιεμπορική, αλλά αποδεικνύεται πανίσχυρη· όλες οι μετέπειτα μεθερμηνείες, ζωντανές ή στούντιο, μοιάζουν κοπιαρίσματα εκείνων των πρώτων.

Τα θυμάμαι αυτά, όχι γιατί ο Χατζιδάκις σώνει και καλά είναι το «σωστό», αλλά γιατί εκπροσωπεί τον δύσκολο, ανηφορικό δρόμο· εκείνον που όπως τότε, έτσι και στις μερες μας έχει χορταριάσει.

Ο Θεοδωράκης, από την άλλη, δεν αναθεωρεί τίποτα στη μουσική του. Ο βίος, η πολιτική δράση, η ιστορία λέγεται και ξαναλέγεται, γράφεται και σβήνεται, οι παρτιτούρες όμως μένουν ως έχουν. Τα έργα του παίζονται συνεχώς, επανηχογραφούνται, αλλά οι αλλαγές δεν είναι ουσιαστικές και δεν οφείλονται στον συνθέτη, αλλά στον εκάστοτε τραγουδιστή και τις ανάγκες του. Έτσι ο δίσκος της Αλεξίας Βασιλείου με παλιά τραγούδια του Θεοδωράκη είναι τζαζ, του Μητσιά πιο κλασικός, του Γιάννη Πάριου οπωσδήποτε «ερωτικός».

Ο Μίκης συναντάται με τους συντελεστές του δίσκου, φωτογραφίζεται μαζί τους, μερικές φορές δίνει την ευλογία του γράφοντας ένα σημείωμα ή κάνοντας μια δήλωση. Κι η επιτυχία έρχεται αβίαστα. Οι δίσκοι πουλάνε χιλιάδες αντίτυπα, χωρίς όμως να προσφέρουν τίποτα περισσότερο στον συνθέτη και το έργο του και, προπάντων, στον απαιτητικό ακροατή. Παραδόξως, δεν φαίνεται να προσφέρουν κάτι ούτε στους αοιδούς. Πέρα από μια αράδα στο βιογραφικό, τίποτα δεν μένει που να θυμίζει την συνεργασία τους με τον μεγάλο μας συνθέτη. Τα τραγούδια του δεν εντάσσονται στο ρεπερτόριό τους κι οι τραγουδιστές επιστρέφουν στα ίδια.

Γιατί η διασταύρωση με το σπουδαίο έργο δεν αρκεί για να μεταμορφώσει κάποιον. Χρειάζονται πολλά περισσότερα –ο Μίκης φαίνεται να το ξεχνάει αυτό. Όπως φαίνεται και να μπερδεύει το δημοφιλές με το λαϊκό. Το αποτέλεσμα είναι η ελαφρότητα, η οποία, φυσικά, δεν είναι κακή, όταν την αναγνωρίζουμε και δεν την νομίζουμε σαν κάτι σπουδαίο.

Κάποιοι θα πουν ότι ο Μίκης μεγάλωσε και γι’ αυτό συμβαίνουν όλα αυτά, αλλά δεν είναι έτσι. Η νοοτροπία αυτή υπήρχε πάντα. Για παράδειγμα, ο Μίκης έχει την ψευδαίσθηση ότι ο ίδιος και η μουσική του κατέστησαν τον Μπιθικώτση μεγάλο τραγουδιστή. Ίσως βρείτε στο youtube μια παλιά συνέντευξη, όπου γελώντας αφηγείται πώς πήγε και βρήκε τον Μπιθικώτση στον «Κήπο του Αλλάχ» και του ζήτησε να τραγουδήσει τον Επιτάφιο. «Σε τέτοια μαγαζιά τραγουδούσε ο Μπιθικώτσης τότε», λέει. Δεν αμφιβάλλω ότι θα του δίδαξε κάποιες τεχνικές για την αναπνοή ή την τοποθέτηση της φωνής, αλλά δεν αυτά που καθόρισαν τον Μπιθικώτση. Αρκεί ν’ ακούσει κανείς τις ηχογραφήσεις του. Θα διαπιστώσει ότι οι μεγάλες του ερμηνείες δεν είναι, όπως λέγεται, στην Ρωμιοσύνη, αλλά στα 18 τραγούδια του Μάρκου. Στην Ρωμιοσύνη είναι εντυπωσιακός, στα τραγούδια του Μάρκου είναι αξεπέραστος.

Μπορούμε, νομίζω, πλέον να το ομολογήσουμε: Ο Μπιθικώτσης υπήρξε σπουδαίος πριν τον Μίκη, μετά τον Μίκη, παράλληλα με τον Μίκη και ανεξάρτητα του Μίκη.

Ο Μπιθικώτσης, όπως και ο Χιώτης, ο Παπαδόπουλος κι ο Καρνέζης, ο Ζαμπέτας, με το βάρος της λαϊκότητας που κουβαλούσαν μπόλιασαν ουσιαστικά το έργο του Μίκη. Ο Χατζιδάκις το είχε μισοπει: Σχολιάζοντας την θεοδωρακική εκδοχή του Επιταφίου είπε πως χάρη στην φωνή του Μπιθικώτση επιτεύχθηκε ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Υπονοούσε ότι η συγκεκριμένη ενορχήστρωση χωρίς την δύναμη του Μπιθικώτση δεν μπορούσε να σταθεί. Η δική του, αντιθέτως, χρησιμοποιούσε την Μούσχουρη ως όργανο, δεν βασιζόταν πάνω της.

Με την ψευδαίσθηση λοιπόν ότι ο ίδιος και το έργο του εμφυσούν την λαϊκότητα και την σπουδαιότητα στους τραγουδιστές, κι ίσως-ίσως από μια πίκα προς τον Χατζιδάκι με τις διαβόητες απαγορεύσεις του, ο Μίκης επέτρεψε τις τελευταίες δεκαετίες σωρεία αξιολησμόνητων επανεκτελέσεων, στην οποία του Σάκη θα είναι η τελευταία και όχι, δυστυχώς, η έσχατη –ούτε καν, φοβάμαι, το κερασάκι στην τούρτα.

Πέραν αυτών δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πούμε τίποτα άλλο. Το θέατρο θα γεμίσει κι ο Μίκης θα χαρεί. Ο Σάκης θα ζήσει τ’ όνειρο, όπως δήλωσε σε σαββατιάτικη εφημερίδα κι οι ρουβίτσες θα τσιρίζουν όταν θα τραγουδάει «Πού να βρω την ψυχή μου».

Όλα καλά.

Πρωτοχρονιά με τον Διονύση Σαββόπουλο

Χθες ξανάδα την εορταστική εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου, με την οποία υποδεχτήκαμε το σωτήριο έτος 1988.

Λέω «ξανάδα» γιατί, αν και ήμουν 12 χρονών την προηγούμενη φορά που το είχα δει, έχει χαραχτεί ανεπανόρθωτα στην μνήμη μου: Θυμόμουνα σκηνές, τραγούδια, ατάκες –σαν μέσα σε όνειρο, βέβαια, αλλά τα θυμόμουνα.

Το πρόγραμμα ξεκινάει με μια λαμπερή έναρξη στο γούστο εκείνης της εποχής: Ο Σαββόπουλος τραγουδάει συνοδεία ορχήστρας και χορωδίας τα κάλαντα κι ένα δικό του τραγούδι για την περίσταση, το «Ευτυχισμένος ο καινούργιος πόνος». Κάτι όμως δεν του κάθεται καλά, όλα του φαίνονται πρόχειρα, ανέμπνευστα, κακοφτιαγμένα, και πάνω στην ταραχή και το τρακ του, παρατάει τους συνεργάτες του σύξυλους και κρύβεται στο καμαρίνι του μέσα σε μια ντουλάπα. Εκεί, ανάμεσα στα κρεμασμένα σακάκια και τα πουκάμισα θυμάται, επισκέπτεται τις μικροαστικές Πρωτοχρονιές της παιδικής του ηλικίας, τις γιορτές των εφηβικών και νεανικών του χρόνων, τις πρωτοχρονιές που γιόρτασε σαν νέος μουσικός.

Και κάπου εκεί, σταματάει η αναδρομή και αρχίζει η αναρώτηση.

Ο Σαββόπουλος ακροβατεί στο χθες και στο (τότε, αλλά και νυν και αεί) σήμερα, επιχειρώντας να απαντήσει στο αίνιγμα του χρόνου –δηλαδή, στο πώς θα μπορέσει να φανεί αντάξιος της αγάπης του. Ένα εορταστικό υπαρξιακό δράμα, δηλαδή, που το υπογραμμίζουν σκηνές όπως εκείνη της συνομιλίας με την μητέρα του (την υποδύεται η Μίρκα Παπακωνσταντίνου) και με το παιδικό του ποδήλατο. Τα τραγούδια, άλλωστε, που επιλέγει ο Σαββόπουλος για να γιορτάσει, δεν είναι εκείνα του τρελού κεφιού. Είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο show, όπου η Μαρία Φαραντούρη τραγουδάει το «Μητέρα κι αδερφή» του Μάνου Χατζιδάκι και η Ντόρα Γιαννακοπούλου το «Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα» των Θεοδωράκη-Ελύτη. Το νόημα της Γιορτής του Χρόνου για τον Σαββόπουλο δεν βρίσκεται στο σκόρπισμα και το ξεφάντωμα, αλλά στη συνάντηση με τον Άλλο, η οποία, σύμφωνα με την άποψή του, προϋποθέτει βύθισμα στον μέσα εαυτό μας.

Και πόσοι Άλλοι δεν συναντιούνται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα! Ο Νταλάρας συνυπάρχει με τον Πανούση! Η Αλεξίου με την Αλίκη, ο Λουκιανός με τον Χριστοδουλόπουλο –και πάει λέγοντας. Στην εκπομπή εμφανίζονται για να δώσουν τις ευχές τους η Αρβελέρ, ο Ξενάκης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις (εύχεται στον Σαββόπουλο «να ξαναβρεί τον πραγματικό του εαυτό, δηλαδή να γράφει τραγούδια και να τραγουδάει τραγούδια» και «να φύγει η μεγάλη ανοησία, η οποία έχει πέσει στο Ελληνικό τραγούδι») κ.α.

.

Σήμερα, 26  χρόνια μετά την α΄ προβολή της, ο σαββοπουλικός εορτασμός βλέπεται εξίσου ευχάριστα, σαν καινούργιο πρόγραμμα κι όχι σαν μουσειακό δείγμα. Βέβαια, στις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που ζούμε, η γωνία από την οποία το βλέπουμε (και αυτό, αλλά και γενικότερα τα έργα του παρελθόντος) έχει αλλάξει. Φυσικά υπάρχει νοσταλγία –είναι το αναπόσπαστο στοιχείο των Γιορτών του Χρόνου για μας τους ενήλικες– αλλά είναι διαφορετική από την προ κρίσης νοσταλγία. Το παρελθόν δεν είναι πλέον μόνο ένας γλυκός καταγωγικός τόπος, το φιλόξενο καταφύγιο, αλλά η περίοδος που εισχώρησε μέσα μας το σκουλήκι που κατατρώγει τις σάρκες μας.

Βλέπουμε, λοιπόν, στην εκπομπή ότι μεταπολεμικά δεν καταφέραμε να ωριμάσουμε, όσο θα έπρεπε, για να τα βγάλουμε πέρα ευκολότερα στον σημερινό κόσμο. Αυτή την συνάντηση με τον Άλλο, που αναφέραμε και πιο πάνω, δεν την καταφέραμε. Δεν συν-χωρεθήκαμε. Παραμένουμε εγκλωβισμένοι ο καθένας στο δικό του δίκιο, στην δική του αλήθεια, και δεν δίνουμε χώρο εντός μας στον Άλλο.

Χειρότερα γίνανε τα πράγματα μεταπολιτευτικά. Στην πρόκληση της Ευρώπης απαντήσαμε είτε φοβικά, είτε με μια κοντόφθαλμη αυταρέσκεια, είτε με την καπατσοσύνη και την κουτοπονηριά του επαρχιώτη. Ήρθαμε σε επαφή με την Παράδοση, αλλά τυφλωμένοι και από το ευρωπαϊκό χρήμα, η σχέση μας μαζί της παρέμεινε επιδερμική. Πιο βαθιά δεν τολμήσαμε να πάμε. Δεν καταφέραμε να την ζωντανέψουμε και την νεκρώσαμε.

Τι μας απομένει λοιπόν σήμερα;

Μα φυσικά ο Άλλος. Αλλά, φοβάμαι, ακόμα δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να απλώσουμε τα χέρια. Που σημαίνει –κατά την σαββοπουλική φιλοσοφία– ότι χρειάζεται περισσότερη δουλειά μέσα μας, πιο βαθιά βουτιά εντός μας. Πρέπει να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας, για να συν-χωρέσουμε τους άλλους.

Άμποτε!

,

ΥΓ. Είδα την εκπομπή στο youtube. Το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ δεν υπάρχει πια. Κάποιος μερακλής την είχε μαγνητοσκοπήσει, την ψηφιοποίησε και την ανέβασε ώστε όλοι μας να επωφεληθούμε. Σε πιάνει μεγάλη πίκρα, που η ιστορία της χώρας μας έσβησε έτσι, σε μια στιγμή, σε μια επίδειξη τσαμπουκά –δηλαδή σε μια επίδειξη ό,τι πιο παρωχημένου διαθέτει ακόμα η κοινωνία μας. Όχι βέβαια ότι η ΕΡΤ ήταν κάποια άμωμη παρθένος. Αλλά (και) η εκπομπή αυτή αποδεικνύει ότι και τις πιο σκοτεινές της ώρες, παρήγε προγράμματα για τα οποία είμαστε ακόμα και σήμερα περήφανοι.

Πέρα από τις πόζες

Θυμούμενος τις πρώτες προσπάθειες του Καρόλου Κουν το 1934 να δημιουργήσει αυτό που αργότερα (το 1942, εν μέσω Κατοχής!) εξελίχθηκε στο Θέατρο Τέχνης, ο Τσαρούχης παρατηρεί:

«Κάτω από τις πόζες υπήρχε μια ουσία παραπάνω από πραγματική. Μερικοί Έλληνες είχαν αρκετά εξευρωπαϊσθεί, ώστε πια να μην βρίσκουν καμιά ευχαρίστηση στην κακή απομίμηση τρίτης και τέταρτης κατηγορίας Ευρωπαϊκών υποδειγμάτων. Μερικοί Έλληνες είχαν αρχίσει να συλλαμβάνουν τι θα έκαναν οι Ευρωπαίοι, αν βρίσκονταν στην Ελλάδα. Αυτό που φαινόταν σαν μια ουτοπιστική πόζα αντιπροοδευτική, ήταν ο μοιραίος καρπός μιας μικρής προόδου.»

Ουσιαστικά ο Τσαρούχης περιγράφει το πρόβλημα που αντιμετώπισε η Γενιά του ’30 και η λύση, στην οποία κατέληξε:

Για να μπορέσει να συνδεθεί με την Ευρώπη και τον κόσμο, στράφηκε προς τα μέσα. Ο Σεφέρης μελέτησε τον Μακρυγιάννη και τον Ερωτόκριτο, ο ίδιος ο Τσαρούχης τον Καραγκιόζη και τις αγιογραφίες, ενώ ο κατά τι νεώτερος Χατζιδάκις τα ρεμπέτικα. Εσωτερίκευσαν έτσι μιαν Ελλάδα, που ενώ υπήρχε παντού γύρω τους, ελάχιστοι της τάξης και της τέχνης τους την έβλεπαν ή αναγνώριζαν την ύπαρξη και την αξία της. Αυτή η εσωτερίκευση απέδωσε καρπούς πλούσιους, που διατηρήθηκαν αναλλοίωτοι μέχρι πρόσφατα κι ακόμα διατηρούν την αξία τους.

Σαν επαγγελματίας ιστορικός είμαι πεπεισμένος ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Απλώς οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Ή αλλάζουν δύσκολα και αργά και το κάθε μάθημα πρέπει να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά μέχρι να το εμπεδώσουν, ειδικά σε χώρες και λαούς σαν τον δικό μας, που όλα –και ειδικά τα καλά– γίνονται εκ των ενόντων χωρίς προγραμματισμούς και μακροπρόθεσμες στοχεύσεις.

Μετρώντας τα όσα γίνονται τα τελευταία χρόνια και, βέβαια, τις τελευταίες ημέρες νιώθω ότι πίσω από την υπερπληθώρα της επικοινωνίας, υπάρχει έλλειμμα κοινωνίας. Σαν εκείνους τους μη επαρκώς εξευρωπαϊσθέντες, που υπονοεί ο Τσαρούχης, αδυνατούμε να δούμε την πραγματικότητα στην οποία κινούμαστε και να μιλήσουμε γι’ αυτή –όχι μόνο οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι, αλλά και οι κάθε λογής δημοσιολογούντες σε καφενεία ή τα κοινωνικά δίκτυα. Βαριές κουβέντες, αιχμηρά τσιτάτα, υψηλοί ρητορικοί τόνοι και ατάκες της δεκάρας – επιχειρήματα και λογικές που καταπίπτουν στο πρώτο φύσημα του ανέμου, καθώς υψώνονται με κλωστές.

Πώς θα λύσουμε όμως ένα πρόβλημα αν δεν το περιγράψουμε; Και πώς θα το περιγράψουμε αν δεν το κατανοήσουμε; Και πώς θα το κατανοήσουμε αν δεν το δούμε; Χρειάζεται άλλο ήθος για να δούμε τους εαυτούς μας καθαρά, χωρίς φακούς και φίλτρα, και να μιλήσουμε γι’ αυτά που ζούμε κι αυτά που θέλουμε.

Μέχρι τότε θα συνεχίζουμε έτσι, χωρίς να μπορούμε να αναλάβουμε καμιά ουσιαστική πρωτοβουλία για την υπέρβαση του όποιου προβλήματος. Θα διαπιστώνουμε, θα γκρινιάζουμε, θα διαμαρτυρόμαστε και θα διεκδικούμε ματαίως απ’ τον μη έχοντα προσβλέποντας σε μια έξωθεν ή άνωθεν λύση.

Τέλος Μαΐου

Τελειώνει ο Μάιος ανάλαφρος και ανθοσκεπής, όπως τον μάθαμε στα παιδικά βιβλία.

Σαν ρετρό τραγουδάκι.

Σαν κλισέ, που δεν πιστεύεις, αλλά κάθε φορά σου τυχαίνει και σε εκπλήσσει ευχάριστα.

Μου άφησε όμως μια λαχτάρα ο φετινός Μάιος: Να σπαταλήσω ανέμελος μια μέρα -έστω λίγες ώρες.

Όταν λέω ανέμελος, εννοώ να μην χάνομαι στις υποχρεώσεις και τις ευθύνες. Να παραδοθώ στην παρόρμηση της στιγμής, χωρίς να νοιαστώ να πολεμήσω – χωρίς να με νοιάζει που θα χάσω την μάχη. Να έχω την (όσο περνάν τα χρόνια όλο και πιο παράλογη) βεβαιότητα πως ό,τι και να γίνει, στο τέλος καλά θα μου πάνε τα πράγματα.

Ζητάω πολλά – το ξέρω. Η ανεμελιά είναι για τους εφήβους και τους πολύ νέους -πιθανόν και για κάποιους ποιητές. Για όλους τους υπολοίπους οι χαρές -όλες οι χαρές, ακόμα και η άνοιξη- κρύβουν πίσω τους κι ένα πένθος -ακριβώς όπως το γιασεμί στο χατζιδακικό

τραγούδι

Λάθη

Όταν ρωτούσαν τον Μάνο Χατζιδάκι, αν θα ήθελε να ξαναγίνει νέος, απαντούσε: «Γιατί; Για να ξανακάνω τα ίδια λάθη;»

Νομίζω ότι με την απάντηση αυτή ο Χατζιδάκις δεν συνέδεε κατ’ ανάγκη την νεότητα με τα λάθη και –κατά μοιραία συνέπεια– την ωριμότητα (θα ήθελα να γράψω «ενηλικιώτητα», αλλά αφενός μεν δεν υφίσταται ο όρος, αφετέρου είναι αδόκιμος, καθώς ηχεί επικίνδυνα όμοια με την ηλιθιότητα) με το αλάθητο και τη σοφία.

Με την απόφανσή του πιο πολύ μας λέει ότι τα προφανή προτερήματα της νιότης πάνε μαζί με εξίσου προφανή μειονεκτήματα, τα οποία συνηθίζουμε να ξεχνάμε.

Βέβαια φαινεται να πίστευε ότι οι άνθρωποι κάνουμε τα λάθη και κάνουμε και τα σωστά μας.

Όμως, όσο το σκέφτομαι, τόσο αναρωτιέμαι: Υπάρχουν λάθη στη ζωή;

Κι όσο αναρωτιέμαι τόσο αμφιβάλλω.

Στη ζωή, αν υπάρχουν λάθη, αυτά δεν ορίζονται με αντικειμενικούς όρους, όπως οι ανορθογραφίες ή οι λαθεμένοι υπολογισμοί των μαθητών, αλλά από προσωπικούς και συλλογικούς ηθικούς κώδικες. Για παράδειγμα, στο σχολείο οποιαδήποτε απάντηση πέραν του 2 στο 1+1 είναι λάθος. Στη ζωή όμως, όπως έλεγε και ο Ρασούλης, συχνά το 1+1 ισούται με 1 ή και με 3 ή με κάτι ακόμα πιο σύνθετο.

Είναι σωστό; Είναι λάθος;

Ειλικρινά δεν ξέρω. Κατά περίπτωση μπορεί να νιώθουμε το 1+1=1 στενάχωρο / δυσλειτουργικό / ευχάριστο / απελευθερωτικό κτλ, αλλά το ίδιο μπορεί να αισθανόμαστε και για το «φυσιολογικό» 1+1=2.

Στην πραγματικότητα στη ζωή όλες αυτές οι εξισώσεις απλώς είναι, υπάρχουν, και το πώς τις νιώθουμε ή πώς τις κρίνουμε αποτελεί εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Γιατί το να είναι κάτι αντικειμενικά λάθος, προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου αντικειμενικά σωστού, το οποίο λογικά δεν μπορεί να είναι μόνο μέσα, αλλά και πάνω και πέρα από τον κόσμο. Που σημαίνει ότι για να υπάρχει κάτι αντικειμενικά λάθος, θα πρέπει να υπάρχει και Θεός…

————————

Ξαναγυρίζω στην απόφανση του Χατζιδάκι και, μέρα που είναι, κοιτάζω προς τα πίσω.

Κοιτάζω τα λάθη μου:

Δεν έχει άδικο. Σαν νέος έκαναν πολλά λάθη. Ή, για να μιλήσω με μεγαλύτερη ακρίβεια: Νεώτερος έκανα πιο συχνά λάθη απ’ ό,τι κάνω σήμερα.

Τα λέω «λάθη» για να συνεννοούμαστε, χωρίς να πιστεύω ότι είναι πραγματικά λάθη. Πρόκειται για σκέψεις, αποφάσεις και πράξεις, που ελήφθησαν είτε σφοδρής, σφοδρότατης επιθυμίας, τόσης που με έκανε να αδιαφορώ για τις συνέπειες (γιατί στις συνέπειες μετράμε το λάθος…), είτε γιατί λόγω έλλειψης εμπειρίας και κακής κρίσης δεν κατάφερα να προσμετρήσω επ’ ακριβώς τις συνέπειες. Και βέβαια έκανα και κάποια πράγματα γιατί δεν ήξερα τον εαυτό μου, τα κάθε λογής όριά μου.

Όμως όλα αυτά είναι μάλλον φυσιολογικά και αναμενόμενα παραπατήματα στη διάρκεια μιας πορείας, η οποία άλλοτε φαίνεται ατελείωτη κι άλλοτε στιγμιαία.

Μπορεί να μας ενοχλούν, να μην ταιριάζουν στην αυτοεικόνα μας ή με αυτό που θα θέλαμε να είμαστε και προσπαθούμε να γίνουμε, αλλά γιατί να τα πούμε λάθη;

Είναι απλώς ζωή.

Χατζιδάκις

Τελικά δεν είναι μόνο ο Σαββόπουλος που του «λείπει φριχτά» και τραγουδάει τα τραγούδια του. Όλοι μας (ή οι περισσότεροι από μας, τέλος πάντων) τον σκεφτόμαστε και τον νοσταλγούμε στους καιρούς που ζούμε.

Πιάνω τον εαυτό μου να τον θυμάται καθημερινά πηγαίνοντας στη δουλειά το πρωί ή επιστρέφοντας βαρύς το απόγευμα· ψιθυρίζω κάποιο τραγούδι του στο δρόμο για το σούπερμάρκετ ή τον φούρνο και τα βράδια πίνοντας το τελευταίο ποτό, μνημονεύω κάποια ιστορία ή έναν αφορισμό του.

Μάνος Χατζιδάκις: Μια απουσία διαρκώς παρούσα.

Προσπερνώ την παρόρμηση να σας αραδιάσω τα σχετικά της γνωριμίας μας και μπαίνω στην ουσία:

Τι είναι αυτό που νοσταλγούμε; Τι είναι αυτό που αποζητούμε όταν τον θυμόμαστε ή τον επικαλούμαστε; Τι είναι τελικά για μας σήμερα ο Χατζιδάκις;

Ο Σαββόπουλος το γράφει πολύ ωραία στο δελτίο τύπου που διένειμε με αφορμή τις συναυλίες του:

Ξεπλένει από μέσα μας κάθε ευτέλεια, ανελευθερία και λαϊκισμό, δικό μας ή των άλλων, αδιάφορο. Υπάρχει κάτι σαν κορυφαία πράξη αντίστασής μέσα σ’ αυτά
τ’ αγαπημένα κομμάτια. Σαν γλυκό φως στο σκοτάδι, που μας κάνει πιο ταπεινούς, δηλαδή πιο ικανούς για την αμοιβαία, επιτέλους, συγχώρεση. Έζησε και εργάστηκε σκληρά, με συνείδηση καταγωγής, ελεύθερο φρόνιμα, γενναιοδωρία και αυστηρότητα αληθινού μάγκα κι ανατολίτη. Έτσι και μόνον έτσι κατέκτησε κάποτε την οικουμένη και εξασφάλισε τη θέση του στην Ευρώπη, με χαρακτηριστική άνεση, σαν παιδί. Σαν Έλληνας.

.

Ο Χατζιδάκις ήταν μουσικός, ο Χατζιδάκις ήταν διανοούμενος, μα πάνω απ’ όλα ο Χατζιδάκις υπήρξε βαθύτατα λαϊκός άνθρωπος. Το απίστευτο ταλέντο του, η διεισδυτική σκέψη του, η αναλυτική του ικανότητα, το ακριβό του γούστο, οι αριστοκρατικοί τρόποι του, η παγκοσμιότητά του δεν ήρθαν ποτέ σε αντιπαράθεση με την λαϊκότητα της καταγωγής και του ήθους του. Το αντίθετο. Ό,τι συγκροτεί τον άνθρωπο, αλλά και το φαινόμενο που ονομάζουμε «Χατζιδάκις», πηγάζει και αναφέρεται ακριβώς σ’ αυτή την λαϊκότητα. Το ίδιο του το έργο παραμένει ερμητικό κι εν πολλοίς ακατανόητο σε όσους στερούνται λαϊκού ήθους (θυμάστε πώς χαρακτηρίζει τον Μεγάλο Ερωτικό; Κύκλο λαϊκών τραγουδιών). Και είναι αυτό, το λαϊκό ήθος, που γεφυρώνει τις αντιφάσεις και τα χάσματα του έργου, του χαρακτήρα και της προσωπικής του διαδρομής.

Από την άποψη αυτή, ο Χατζιδάκις ενσάρκωσε μια δυνατότητα που έχει στο μέτρο των δυνατοτήτων του βέβαια ο καθένας από εμάς. Αυτό το παιδί μιας μάλλον μικροαστικής οικογένειας, που γεννήθηκε στην Ξάνθη και μεγάλωσε στο Παγκράτι του Μεσοπολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου, χωρίς λαμπρά διπλώματα και σπουδές στο εξωτερικό, με ευαισθησία που την απέκτησε στις γειτονιές της Αθήνας και με τεράστιο προσωπικό μόχθο, κατάφερε όσα κατάφερε.

Αν η Κρίση μας έφερε σαν κοινωνία, αλλά και σαν άτομα, στον πάτο ή πολύ κοντά σ’ αυτόν, ο Χατζιδάκις συμβολίζει και είναι μια κορυφή στην οποία σαν κοινωνία, αλλά και σαν άτομα, πρέπει να στοχεύσουμε.