Category Archives: Αθήνα

Κύκλος διαλέξεων: Τόποι, χρόνος και ορίζοντες της Ύστερης Αρχαιότητας

Ο Michel Foucault θεωρούσε ότι για να κατανοήσουμε καλλίτερα το νεώτερο άτομο, θα πρέπει να εξετάσουμε την ιστορική πορεία που το διαμόρφωσε. Ακολουθώντας αυτή την προτροπή, ο συγκεκριμένος κύκλος διαλέξεων θα εστιάσει στην ύστερη αρχαιότητα (3ος – 8ος αιώνας μ.Χ.), μια περίοδο βαθιάς και πολυεπίπεδης κρίσης, αλλά και μεγάλων υπερβάσεων, η οποία δικαίως θεωρείται μήτρα του σύγχρονου κόσμου.

Η ύστερη αρχαιότητα ξεκινά με την διάδοση του Χριστιανισμού και κλείνει με την ανάδυση του Ισλάμ –δυο μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, που τότε, για πρώτη φορά, χώρισαν τον κόσμο σε χριστιανική Δύση και ισλαμική Ανατολή. Παράλληλα, αρχαίες δομές καταρρέουν και νέες συστήνονται, το αξιακό σύστημα αναδιαμορφώνεται, οι ορίζοντες του πνεύματος και της φαντασίας διευρύνονται, νέες γωνίες θέασης της πραγματικότητας ανακαλύπτονται. Ο άνθρωπος επανακαθορίζει την θέση του στον χώρο και τον χρόνο και την σχέση του με τον εαυτό του θέτοντας τα θεμέλια του σύγχρονου κόσμου.

Σε αυτούς ακριβώς τους δύο άξονες δομείται ο συγκεκριμένος κύκλος διαλέξεων, που θα γίνουν στο Ίδρυμα Θεοχαράκη τις Παρασκευές του Απριλίου και του Μαΐου. Θα συζητηθεί η σχέση του ανθρώπου με τον χώρο εστιάζοντας σε θέματα, όπως η δημιουργία νέων ισχυρών κέντρων εξουσίας εκτός Μεσογείου και η σχέση τους με την Ρώμη και το Βυζαντινό κράτος, η καινούργια σχέση του ανθρώπου με το σώμα και την ψυχή, οι αντιλήψεις για τον έρωτα και την σεξουαλικότητα, την βία και τον πόνο, την αρρώστια και τον θάνατο.

Αμφιθέατρο Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη

15, 22 Απριλίου 2016
6, 13, 20, 27 Μαΐου 2016
Παρασκευή 18.00-20.00

Πληροφορίες: 210 3611206 • http://www.thf.gr

Advertisements

Το κοριτσάκι

Προχθές το βράδυ στη Bd Sébastopol ένα κοριτσάκι στεκόταν μόνο στη μέση του πεζοδρομίου κι έκλαιγε. Θα ‘ταν 8.30 ή 9.00 και κόσμος πολύς πηγαινοέρχονταν, πεζοί κι εποχούμενοι, κι αυτή τυλιγμένη στο πορτοκαλί μπουφανάκι της, με το γκρι παντελόνι και τις κόκκινες μπότες, έκλαιγε γοερά τρίβοντας τα μάτια της με το ένα χέρι και κρατώντας το άλλο σφιγμένο στην κοιλιά της. Όλοι ξένοι, όλοι άγνωστοι, όλοι βιαστικοί κι αδιάφοροι –κανένας κανένας δεν στεκόταν δίπλα της, κανένας που να φαινόταν οικείος της. Το κοριτσάκι έμοιαζε χαμένο, έρημο, μόνο, στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης γεμάτο ανθρώπους κάθε φυλής, φύλου κι ηλικίας.

Να σταματήσω;

Τα γαλλικά μου δεν είναι τόσο καλά, ώστε να συνεννοηθώ με άνεση μαζί της –πολύ δε περισσότερο για να την βοηθήσω ή να την παρηγορήσω ουσιαστικά.

Κι έπειτα, όλοι ετούτοι οι ντόπιοι, που την προσπερνάει ρίχνοντας μόνο μια πλάγια ματιά, κάτι δεν θα ξέρουν περισσότερο; Το ενδιαφέρον ενός ενήλικα για ένα άγνωστο παιδί, έστω κι αν αυτό κλαίει μόνο στη μέση του δρόμου, είναι ύποπτο στις μέρες μας.

Της έρριξα κι εγώ ένα βλέμμα και την προσπέρασα χωρίς να επιβραδύνω τον βηματισμό μου. Την προσπέρασα και το κλάμμα της ακουγόταν ακόμα. Πέρασα την rue Reynie, άλλαξα τετράγωνο, αλλά η φωνή της ακουγόταν ακόμα…

.

Τοποθέτησα αυτό το κοριτσάκι, έτσι, μόνο, αβοήθητο, να κλαίει, στην Αθήνα, στο κέντρο. Κάπου στην Πανεπιστημίου, ορθή στα βρώμικα πεζοδρόμια, ανάμεσα στο νευρικό πλήθος, τα λεωφορεία, τους μικροπωλητές και τους κουλουρτζήδες, τα πρεζάκια. Η Αθήνα έχει πολύ θόρυβο και η φωνή της θα χανόταν. Θα απέμενε μόνο η εικόνα της. Αλλά η έρημη φιγούρα της, που άσκοπα στέκεται καταμεσής του δρόμου με το ένα χέρι να τρίβει τα κλαμένα της μάτια και το άλλο γροθιά, δεν διαφέρει από την ερημιά που κάθε κάτοικος της Αθήνας ζει κι αισθάνεται –χωρίς σκοπό, χωρίς ελπίδα, κάπως έτσι εγκαταβιούμε όλοι μας 4 χρόνια τώρα, αδύναμοι σαν εγκαταλελειμένα παιδιά, ελπίζοντας στο ευσπλαχνικό βλέμμα των διερχόμενων ξένων.

.

Τοποθέτησα το μικρό κορίτσι και στα Γιάννενα. Να κλαίει μόνο μπροστά στη Νομαρχία, ανάμεσα σε νεαρούς που περιμένουν την αγαπημένη τους, ζευγάρια που βολτάρουν πιασμένα χέρι-χέρι, συνταξιούχους σφιγμένοι στα παλτά τους, συνδικαλιστές που μοιράζουν φυλλάδια…

Εδώ το κοριτσάκι μας έχει περισσότερες πιθανότητες να το δουν και να του μιλήσουν και να το παρηγορήσουν. Όχι πάρα πολλές, αλλά σαφώς περισσότερες –ειδικά, και πονάει η καρδιά που που το γράφω, αν ήταν ένα κοριτσάκι σαν αυτό στην Sébastopol, καλοντυμένο, περιποιημένο, καθαρό –δικό μας…

.

Μέχρι να φτάσω στο σπίτι ξέχασα το κορίτσι, ξέχασα τα σενάρια, ξέχασα και τα συμπεράσματα –αν είχα καταλήξει σε κάποια. Τι σημασία όμως έχουν τα λόγια και οι αναλύσεις; Σε τέτοιες ειδικά περιστάσεις οι πράξεις μας μιλάνε πιο καθαρά, κραυγάζουν, από τον κάθε θεωρητικό λόγο. Κι όλοι καταλαβαίνουμε. Το θέμα είναι τι κάνουμε – αν μπορούμε δηλαδή κάτι να κάνουμε…

Τρίτη

Η μέρα που τα ψέματα τελειώνουν. Οι προφάσεις. Κανένα περιθώριο χαλαρότητας –ούτε βαθιά ανάσα δεν προλαβαίνεις να πάρεις πριν την βουτιά. Είσαι πλέον μέσα στην πραγματικότητα. Μέσα στον πεπιεσμένο και πιεστικό χρόνο. Τα πάντα μετεωρίζονται γύρω σου. Τα πάντα πρέπει να διευθετηθούν. Τηλέφωνα, email, πληρωμές, συναντήσεις –ό,τι προσπαθούσες να ξεχάσεις το Σαββατοκύριακο, ό,τι προσπέρασες ενοχικά την Δευτέρα, χορεύουν με βαριά βήματα πάνω στην καμπούρα σου διεκδικώντας το πιο αναντικατάστατο κομμάτι του εαυτού σου: Τον χρόνο σου.

Προσπαθώ να φανταστώ τον κόσμο πριν. Πριν το κινητό, πριν το διαδίκτυο, πριν την μηχανοργάνωση. Τότε που ο χρόνος κυλούσε στο περίπου κι όχι στο ακριβώς. Θυμάμαι τους παππούδες μου να κουρδίζουν τα ρολόγια τους και να τα βάζουν ένα τέταρτο μπροστά. Κάθε τόσο η ίδια διαδικασία: Κούρδισμα κι ένα τέταρτο μπροστά και πάντα πίσω έμεναν. Ήταν οι εποχές που τα ρολόγια είχαν ακόμα δείχτες που στριφογύριζαν γύρω από τους άξονές τους, εγκλωβισμένοι· χρόνος κυκλικός, εγκλωβισμένος. Ήταν η εποχή που στο ερώτημα «τι ώρα είναι;» η απάντηση ήταν «κοντεύει τόσο». Τίποτα στο ακριβώς κι όλα στο περίπου. Σε διαρκή αναμονή για κάτι (τι;) που βρισκόταν διαρκώς μπροστά, άπιαστο. Ήθελαν να το πιάσουν, αλλά πώς; Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να βάλουν τα ρολόγια λίγο μπροστά –μπορείς όμως να πετάξεις με ελατήρια στις σόλες; Πιο σωστά: Μπορεί ο κόσμος του περίπου να εγκιβωτιστεί στον χρόνο της ακρίβειας; Ή πρέπει να καταστραφεί ολοσχερώς;

Κάποιος θα πει ότι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πέσαμε σήμερα στην εκτός συγχρονίας ξέρα. Δεν ξέρω – πιθανόν. Αλλά εκείνος ήταν ένας άλλος κόσμος, διαφορετικός από τον δικό μας· τα όρια των δυο κόσμων, ο χρόνος, δεν εφάπτονται πουθενά.

Οπότε αναρωτιέμαι: Αυτοί οι άλλοι άνθρωποι τι είχαν στο μυαλό τους όταν βάζαν τα ρολογάκια τους μπροστά; Τι φαντάζονταν; Ανέμεναν, λαχταρούσαν τον δικό μας κόσμο, το δικό μας σήμερα; Πήραμε / πήρανε κάποια στροφή λάθος ή δεν υπήρχε άλλος δρόμος; Κι οι κόσμοι, όπως οι άνθρωποι, οι πολιτισμοί, ο χρόνος, κάποτε τελειώνουν…

.

Τρίτη και τα ψέματα τελειώνουν. Ξυπνάς και κλείνεις το ξυπνητήρι, βάζεις τον καφέ να γίνεται, τουαλέτα, βιαστικές γουλιές υπό τους ήχους της τηλεόρασης, δένεις το κασκόλ και κατηφορίζεις στη στάση. Οι ίδιοι άνθρωποι περιμένουν το ίδιο λεωφορείο, αλλά δεν ανταλλάζεις κουβέντα. Όλοι με τα κεφάλια σκυφτά, κάποιοι με τον καφέ ν’ αχνίζει στο πλαστικό ποτήρι, άλλοι με το βλέμμα στο κινητό. Τρίτη και το λεωφορείο σταματάει μπροστά σας πηγμένο. Τρίτη και στριμώχνεσαι μέσα του, στριμώχνεσαι μέσα σου επαναλαμβάνοντας την γνωστή κουβέντα:

«Εγώ είμαι κι από τους τυχερούς που έχουν δουλειά»…

Αύγουστος στην Αθήνα (Ημερολογιακή καταγραφή)

Παρασκευή πρωί δουλειά. Το απόγευμα καφές στο γνωστό στέκι στο Παγκράτι. Η γνωστή παρέα, τα γνωστά θέματα συζήτησης. Μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία με τρόπο που θυμίζει κατάρρευση, αυτές είναι οι πιο σταθερές συντεταγμένες που μας απόμειναν. Το διαλύσαμε μόλις το φως λιγόστεψε. Σκοτεινές βιτρίνες, αυτοκίνητα με ανοιχτά παράθυρα και δυνατές μουσικές. Στο σπίτι για λίγο, αλλά ο τόπος δεν με χώραγε. Εξάρχεια για ποτό με Ηλία και Κατερίνα – ωραία μουσική, ωραίος κόσμος και ένα ελαφρύ δροσερό αεράκι. Κατά τις τρεις με αφήσανε έξω από το σπίτι. Έβγαλα τα κλειδιά από την κωλότσεπη, αλλά δεν άνοιξα την πόρτα. Ανηφόρισα προς την Υμηττού και την περπάτησα για μια ακόμα φορά, έρημη, σκοτεινή, δικιά μου.

.

Το Σάββατο η υγρασία ήταν ανυπόφορη. Πήγα στο σουπερμάρκετ και δεν πήρα τίποτα· άλλα ξέχασα ότι τα χρειαζόμουν κι άλλα απλώς βαρέθηκα να τα πάρω. Τριγύρισα για λίγο χαζεύοντας τα ράφια, έβαλα δυο αναψυκτικά στο καλάθι και στάθηκα στο ταμείο. Στο σπίτι έφαγα ένα τοστ και ξάπλωσα. Κοιμήθηκα δυόμιση ώρες. Όταν ξύπνησα ένιωθα ότι είχε περάσει τανκ από πάνω μου. Έφτιαξα καφέ και τον ήπια ξαπλωμένος, διαβάζοντας, χαζεύοντας, ταβανοσκοπώντας.

.

Ξύπνησα πρωί την Κυριακή. Βγήκα έξω και είδα ένα μεγάλο άσπρο σύννεφο να μισοκρύβει τον ήλιο. Φαινόταν ότι μια καλλίτερη μέρα είχε ξημερώσει και όντως έτσι ήταν. Καφές και διάβασμα. Τηλέφωνο από τον Παναγιώτη: Να συναντηθούμε. Βρεθήκαμε γύρω στις 12.30 στο Σύνταγμα. Περπατήσαμε μέχρι την Πλάκα, αράξαμε στους Διόσκορους και ήπιαμε αναψυκτικά και νερά. Μετά περπατήσαμε ως το Φιξ. Μετρό και Πανεπιστήμιο κι από κει στα Εξάρχεια: Ροζαλία μέχρι τις 6 το απόγευμα –τριάμισι λίτρα κρασί και θαλασσινά για μεζέδες, κουβέντα για τα πριν, τα τωρινά και τα μετά. Ανηφορίσαμε στο προς Φίλιον για καφέ, αλλά ήταν κλειστό. Τότε το προσέξαμε: ελάχιστα στέκια ήταν ανοιχτά, ολίγος ο κόσμος που κυκλοφορούσε. Αράξαμε κάπου στην Ερμού για καφέ. Περπάτησα ως το σπίτι.

.

Σκέφτομαι ότι αυτή η ανάρτηση θα μπορούσε να λέγεται και «Πεθαίνοντας στην Αθήνα». Ούτως ή άλλως, η Αθήνα αυτές τις μέρες θυμίζει μέρες έσχατες…

Χαλασμένοι κόσμοι

Σηκώθηκε από το παγκάκι και πήγε παράμερα. Σκυφτό κεφάλι, βαρύ βήμα, χέρια στο πρόσωπο. Καθώς έψαξε την τσάντα της για χαρτομάντιλα, στράφηκε για λίγο προς το μέρος μου και την είδα: Τα μάτια της κόκκινα βουρκωμένα. Πριν σηκωθεί είχε φωνάξει στο τηλέφωνο:

«Φυσικά και χάλασε ο κόσμος! Φυσικά και χάλασε!»

Ένα κορίτσι είκοσι, εικοσιένα χρονών δεν μπορεί να κρατήσει τα δάκρυά του στη Συγγρού, γιατί είδε τον κόσμο να χαλάει μέσα κι έξω της από ένα τηλεφώνημα.

Έτσι είναι:

Αρκεί μια συνδιάλεξη, ένας άνθρωπος για να χαλάσει οριστικά τον κόσμο για μας / να μας κάνει να βλέπουμε τον κόσμο χαλασμένο πλέον. Και είναι μια ενέργεια που δεν μπορεί να αναιρεθεί – ποτέ δεν θα ξαναδούμε τα πράγματα και τους ανθρώπους με τον παλιό μας βλέμμα. Η αναπαρθένευση, όσο ζητούμενη κι αν είναι, άλλο τόσο ανέφικτη φαντάζει.

 

Ένας ηλικιωμένος κάθισε στη θέση που άφησε η κοπέλα· αυτοκίνητα, λεωφορεία, μοτοσικλέτες, τρόλεϊ ανεβοκατέβαιναν χωρίς ένα κόμπιασμα τη Συγγρού· σκόνες στροβιλίζονταν στον αέρα, καυσαέρια χρωμάτιζαν την ατμόσφαιρα· ο ήλιος κατέβηκε ένα κλικ, ο ορίζοντας κοκκίνισε περισσότερο. Όλοι συνεχίσαμε τις τροχιές μας όπως πάντα, κανείς δεν στάθηκε στιγμή.

Δεν υπήρχε λόγος.

Ο χαλασμένος κόσμος του κοριτσιού προστέθηκε στους δικούς μας.

Τι θέλω κι επιμένω;

Ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, όταν άνοιγα την εξώπορτα της πολυκατοικίας. Κουρασμένος, μπουχτισμένος, αλλά και με κείνη την υπόγεια ικανοποίηση που σου δίνει μια γεμάτη μέρα. Το μόνο που ήθελα ήταν να πετάξω από πάνω μου τα ρούχα της δουλειάς και να φτιάξω έναν καφέ κι αφού πιω τις πρώτες γουλιές και χαλαρώσω, να διαβάσω λίγη λογοτεχνία ή να κρατήσω μερικές σημειώσεις περί μνήμης, θέμα που με απασχολεί τελευταία.

Μπροστά μου, μπροστά στην πόρτα του ασανσέρ μια κυρία κάπως κοντή, κάπως λεπτή, γύρω στα πενηνταφεύγα –η κυρία που μένει στον τρίτο ή τον τέταρτο. Μαλλί βαμμένο καστανό, σκούρα πράσινη ζακέτα, σακούλες σούπερμάρκετ γύρω από τα πόδια της. Άκουσε την πόρτα να ανοίγει, κάποιον να μπαίνει, αλλά δεν γύρισε να κοιτάξει τι και ποιος.

– Καλησπέρα, είπα με φωνή δυνατή και καθαρή τόσο, που με εξέπληξα, γιατί συνήθως τα μασάω τα λόγια μου, όταν μιλάω σε ξένους.

Μου έριξε ένα βλέμμα όλο καχυποψία κι άρχισε να πιέζει νευρικά το κουμπί του ασανσέρ ξανά και ξανά, λες και θα το εξανάγκαζε να έρθει νωρίτερα, για να την σώσει –από τι; Άγνωστο.

Σκέφτηκα να σταθώ δίπλα της. Να της πω «ωραία ζέστη μας έβαλε στα ξαφνικά» ή «στον τρίτο μένετε ή τον τέταρτο; Είμαι ο γείτονας του πρώτου», αλλά το κατάπια. Φοβήθηκα μήπως της προξενήσω εγκεφαλικό ή κανα έμφραγμα, μήπως λιποθυμήσει από τον τρόμο της ή τρέξει γρήγορα επάνω  παρατώντας τις σακούλες με τα ψώνια και κλειδωθεί διά παντός στο σπίτι της.

Απλώς την προσπέρασα κι ανέβηκα τη σκάλα πιο βαρύς και πιο δύσθυμος.

Σάββατο

Το Σάββατο υπερέχει σαφώς της Κυριακής για τον απλούστατο λόγο ότι προηγείται η Παρασκευή κι ακολουθεί η Κυριακή, ενώ μετά την Κυριακή έρχεται η Δευτέρα.

Και είναι η κατεξοχήν μέρα της προσδοκίας. Όλη τη βδομάδα προγραμματίζω για το Σάββατο ό,τι δεν μπορώ να κάνω, χίλιες-δυο δουλειές και υποχρεώσεις μικρές και μεγάλες, ευχάριστες και δυσάρεστες ή το πιο δύσκολο απ’  όλα: Να μην κάνω τίποτα, να αράξω, να χαλαρώσω –όσο είναι αυτό δυνατό στις μέρες μας.

Και περνάει το πρωινό με χουζούρι, τα εβδομαδιαία ψώνια, μαγειρέματα και σιέστες κι έρχεται το απόγευμα με καφέδες και τηλέφωνα, λίγο διάβασμα ίσως, και ο ήλιος υποχωρεί, το φως αραιώνει και στους δρόμους εμφανίζονται οι πρώτοι έφηβοι που φοράνε τα καλά τους.

Γυρίζω σπίτι μετά τον καφέ και παίζω με το κομπολόι μου –έχω ένα κομπολόι με μεγάλες, βαριές χάντρες από κεχριμπάρι, που το παίρνω μαζί μου μόνο σε τέτοιες περιστάσεις. Μετράω τις χάντρες δυο-δυο ενώ περπατάω και ο ήχος τους επιβιώνει των θορύβων της πόλης και φτάνει στ’ αφτιά μου.

Καθαρός, μελωδικός ήχος.

Σκοτεινές βιτρίνες, τοίχοι καλυμμένοι με αφίσες και γκράφιτι, άδεια μπαλκόνια, άθλιες πλατείες, βανδαλισμένα αγάλματα, ακαθαρσίες σκύλων, αυτοκίνητα με τις μουσικές στο τέρμα και τα παράθυρα ανοιχτά, σπασμένα πεζοδρόμια, ο γερο-ζητιάνος με το βιολί, μυρωδιές ψημένου γύρου και καυσαερίων, ζευγάρια, μπακούρια, οικογένειες, ντόπιοι, ξένοι, περαστικοί, ένα κουβάρι όλοι μας δεμένο σφιχτά.

Όλα μοιάζουν μαγικά. Ασφυκτικά, αλλά μαγικά.