Category Archives: Αυτοβιογραφικά

«Το κράτος είναι μια καταπιεστική μάνα» (συνέντευξη στον Αντώνη Παγκράτη)

 

Τα καφενεία συνιστούσαν ανέκαθεν καταφύγιο ιστοριών: προσωπικών, εθνικών, κοινωνικών. Ατομικής και συλλογικής μνήμης – όχι απαραίτητα αξιόπιστης αλλά καθορισμένης από την πολυπλοκότητα των επιλογών ενός εκάστου. Ετσι, για τον υπεραπλουστευμένο συμβολισμό, το κολωνακιώτικο «Καφενείο» στη Λουκιανού κρίθηκε ιδανικός τόπος συζήτησης με τον ιστορικό Φώτη Βασιλείου. Μέχρι το τέλος της κουβέντας, η σύνδεση ανάμεσα στην Υστερη Αρχαιότητα, που αποτελεί το πεδίο του, και τη σημερινή ελληνική κατάσταση φαίνεται σχεδόν αναπόφευκτη…

– Γιατί έγινες ιστορικός;

– Νομίζω ότι ασυνείδητα με έσπρωξε εκεί η αγάπη μου για την αφήγηση. Από παιδί με μάγευε κι εξακολουθεί να με μαγεύει κάθε αφηγηματικό είδος: το μυθιστόρημα, το σινεμά, η μπαλάντα, το παραμύθι. Η Ιστορία είναι μια έντεχνη αφήγηση που συγκροτεί και ανασυγκροτεί τη συλλογική και ατομική μας μνήμη. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που η μνήμη του ξεπερνάει τα όρια της βιολογικής του εμπειρίας. Μπορεί να μη ζήσαμε την Κατοχή, τη Μικρασιατική Καταστροφή ή το ’21, αλλά τα περιέχουμε. Η εικόνα που έχουμε γι’ αυτά διαμορφώνει τις ιδέες, τις ευαισθησίες, τον χαρακτήρα μας. Εδώ βρίσκεται, αν θέλετε, και η μεγάλη ευθύνη του ιστορικού.

– Τι ορίζουμε ως Υστερη Αρχαιότητα;

– Είναι η περίοδος που ξεκινάει με τη διάδοση του χριστιανισμού και τελειώνει με την άνοδο του Ισλάμ – χονδρικά θα λέγαμε από το 200 ώς το 750 μ.Χ. Οι χρονολογίες, όπως βλέπετε, δεν είναι με ακρίβεια καθορισμένες, όπως στις πιο παραδοσιακές περιοδολογήσεις, γιατί δεν ορίζεται από συγκεκριμένα στρατιωτικά, πολιτικά ή οικονομικά συμβάντα, αλλά από αυτά τα δύο σημαντικά πνευματικά γεγονότα. Αυτό δείχνει και τα ενδιαφέροντα όσων μελετάμε τη συγκεκριμένη περίοδο: ασχολούμαστε με τις σχέσεις, τις ιδέες, τις αισθήσεις, τη συγκρότηση της ταυτότητας, την αισθητική. Συνάδελφοι που μελετούν τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα της εποχής εκείνης προτιμούν να την ονομάζουν με τους πιο παραδοσιακούς όρους, Υστερη Ρωμαϊκή ή Πρώιμη Βυζαντινή – αναλόγως της οπτικής τους.

– Πώς κατέληξες εκεί;

– Δεν ήταν αυτονόητο. Μου πήρε πολλά χρόνια και πολύ κόπο γιατί αρχικά ήμουν στραμμένος στην κυρίως βυζαντινή περίοδο. Σπούδασα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τη δεκαετία του ’90, όταν ήταν ένα σημαντικό βυζαντινολογικό κέντρο. Παράλληλα, ήταν μια εποχή που ο κόσμος όπως είχε διαμορφωθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατέρρεε και η ελληνική κοινωνία αναζητούσε έναν δικό της τρόπο ύπαρξης, χωρίς ίσως και να πολυκαταλαβαίνει τον σύνθετο κόσμο που δημιουργούνταν γύρω της – όλα αυτά μάς έσπρωχναν στη μελέτη του Βυζαντίου. Αλλά κάτι με έτρωγε. Δεν μου αρκούσε να μελετήσω τον καθ’ ημάς Μεσαίωνα. Ηθελα να κατανοήσω πώς δημιουργήθηκε, τις προϋποθέσεις του. Αυτός ήταν και ο μόνος τρόπος να κατανοήσω τη σύγχρονη Ελλάδα και τελικά τον εαυτό μου. Ετσι, ενώ τα πρώτα μου ενδιαφέροντα περιστρέφονταν γύρω από το Υστερο Βυζάντιο, άρχισα να πηγαίνω όλο και πιο πίσω, όλο και πιο πίσω, μέχρι που έφτασα στην περίοδο που ονομάζουμε Υστερη Αρχαιότητα. Εκεί σταμάτησα.

– Οπότε έκανες ένα ταξίδι καταγωγών, το οποίο ακούγεται πολύ μοναχικό.

– Στην Ελλάδα δεν υπάρχει διδασκαλία και μαθητεία. Σίγουρα οι καθηγητές θα σου πουν μια γνώμη, φίλοι, συγγενείς θα σε στηρίξουν, θα σε ενθαρρύνουν, αλλά συστηματική καθοδήγηση δεν υπάρχει – τουλάχιστον εγώ δεν την αξιώθηκα. Επρεπε να ανακαλύψω τον τροχό, τη φωτιά, τον ηλεκτρισμό και να φθάσω σιγά σιγά στο σήμερα, στην εποχή των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ενστικτωδώς και ψηλαφητά προχώρησα. Χάνοντας χρόνο, κάνοντας λάθη, μαθαίνοντας μέσα από τις αποτυχίες.

– Γιατί όμως σταμάτησες εκεί; Γιατί δεν πήγες πιο πίσω;

– Η Υστερη Αρχαιότητα είναι μια μεταιχμιακή εποχή. Από τη μια, τότε ολοκληρώθηκε η κωδικοποίηση των γνώσεων και των επιτευγμάτων των παλαιότερων εποχών και, απ’ την άλλη, αυτά αξιοποιήθηκαν για να δοθούν απαντήσεις στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Η Υστερη Αρχαιότητα είναι η εποχή μιας μεγάλης και πολυδιάστατης κρίσης – οικονομικής, πολιτικής, θεσμικής, πνευματικής. Ο αρχαίος κόσμος κατέρρεε από τις εσωτερικές του αντιφάσεις και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις ανάγκες των καιρών. Ταυτόχρονα όμως είναι και η εποχή των μεγάλων λύσεων και υπερβάσεων. Οι απαντήσεις που δόθηκαν αποτέλεσαν τον σπόρο που κάρπισε τον σύγχρονο, νεωτερικό κόσμο.

– Στο βιβλίο σου ασχολείσαι με τον ρόλο του πατέρα εκείνη την περίοδο. Τι σημαντικό συνέβη στο πεδίο αυτό που άξιζε να μελετηθεί;

– Συνέβη μια κοσμογονία. Στις μεσογειακές κοινωνίες ο πατέρας θεωρούνταν ο αρχηγός, ο κυρίαρχος μέσα στην οικογένεια, και ήταν ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος για να αποφασίζει σχετικά με το παρόν και το μέλλον όσων ανήκαν στο νοικοκυριό που διεύθυνε. Επιπλέον, το ρωμαϊκό δίκαιο με τον θεσμό της patria potestas τού παρείχε απόλυτη εξουσία επί των απογόνων του. Κι ας μην ξεχνάμε ότι με τη διάδοση του ρωμαϊκού δικαίου σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας, οι βασικές αρχές της patria potestas υιοθετήθηκαν από όλη τη ρωμαϊκή οικουμένη. Κατά την Υστερη Αρχαιότητα όμως διατυπώθηκε με βασικό όχημα τον χριστιανισμό ένα αίτημα για μεγαλύτερη εξατομίκευση. Για να το πω απλά: τα παιδιά ζητούσαν πλέον να αποφασίσουν τα ίδια για τον εαυτό τους. Τα αγόρια δεν ήθελαν να ακολουθήσουν τον δρόμο που τους υποδείκνυε ο πατέρας και τα κορίτσια αντιστέκονταν στα προξενιά, ενώ οι γυναίκες αποκτούσαν σημαντική θέση στον νέο δημόσιο χώρο που διαμορφωνόταν, την Εκκλησία. Ετσι άρχισε να απομειώνεται η ηθική και πραγματική δύναμη του πατέρα προς όφελος της μητέρας και των τέκνων. Να δημιουργούνται τα δικαιώματα της γυναίκας και των παιδιών. Η πατρότητα από εξουσιαστική δύναμη αρχίζει πια να γίνεται πνευματική λειτουργία.

O ρόλος του πατέρα

– Πώς συνδέονται όλα αυτά με το σήμερα;

– Νομίζω ότι σήμερα ζούμε την τελευταία φάση αυτής της εξέλιξης. Ο πατέρας ως βιολογικός παράγοντας έχει σχεδόν καταστεί αχρείαστος – πριν από έναν μήνα μάθαμε ότι οι επιστήμονες κατάφεραν να κατασκευάσουν τεχνητό σπέρμα. Αυτό όμως καθόλου δεν απομειώνει τον πνευματικό του ρόλο: πρέπει να υπάρχει, για να εκπροσωπεί τον Αλλο στη συνείδησή μας. Αλλιώς δεν μπορούμε να ολοκληρωθούμε ως άτομα.

– Εδώ φαίνεται να υπάρχει μια συμβολική αντιστοιχία ανάμεσα στον πολίτη και το σύγχρονο ελληνικό κράτος.

– Το ελληνικό κράτος είναι μια καταπιεστική μάνα. Δεν υπάρχει κάποιος θεσμός που θα λειτουργήσει στις συνειδήσεις μας πατρικά, που θα μας βοηθήσει να απογαλακτιστούμε, να αναλάβουμε τις ευθύνες του εαυτού μας, να ωριμάσουμε. Ολα μάς ωθούν στο βόλεμα, δηλαδή στην επιστροφή στη ζεστή, υγρή και σκοτεινή μήτρα της μάνας-κράτους. Την κατάρρευση αυτού του οικοδομήματος ζούμε σήμερα.

– Πώς γίνεται να απογαλακτιστούμε από τη μάνα-κράτος;

– Το Ευαγγέλιο λέει κάτι πολύ απλό: να εγκαταλείπουμε τους γονείς μας και να φτιάχνουμε τις δικές μας οικογένειες. Αυτό πρέπει να κάνουμε και τώρα, να αποκολληθούμε από τη μήτρα και να ξανοιχτούμε στον κόσμο.

 

————

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Advertisements

39

Δεν στεναχωριέμαι που μεγαλώνω. Δεν καταθλίβομαι. Εντάξει, τα πρωινά που κοιτάζομαι στον καθρέφτη και βλέπω τις άσπρες τρίχες στα μαλλιά και τα γένια μου αιφνιδιάζομαι· αναρωτιέμαι πώς βρέθηκαν εκεί, πού βρίσκομαι εγώ –αλλά μέχρι εκεί. Νίβομαι, τακτοποιώ τα μαλλιά μου και ξεκινώ την μέρα μου.

Κατανοώ απολύτως τους φίλους που τους πιάνει κρίση παραμονές γενεθλίων ή κάθε φορά που συνειδητοποιούν ότι φθάσαμε στην ηλικία των γονιών μας –αλλά δεν μού ‘χει τύχει. Ο όποιος πανικός, που με πιάνει, δεν έχει σχέση με τον χρόνο καθεαυτόν, αλλά με τον τρόπο που τον διαχειρίζομαι. Όπως πριν από ενάμιση χρόνο που ένιωθα ότι το μυαλό μου μετατρεπόταν σε χυλό και νέκρωνε η όποια δημιουργικότητά μου. Όμως γι’ αυτό η λύση ήταν απλή μέσα στην δυσκολία της: Αλλαγή εργασίας.

Όχι, νιώθω άνετα εδώ που είμαι, έτσι όπως είμαι. Δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Δεν νοσταλγώ. Δεν θέλω να ξαναγίνω 20, 25 ή 30.

 

Είχα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Κλασική ελληνική οικογένεια, γονείς, παππούδες, αδέλφια, θείοι, ξαδέλφια, γιορτινές συγκεντρώσεις, βαβούρα, λογομαχίες για τα πολιτικά ή το ποδόσφαιρο (ενίοτε και για το μπάσκετ!), επισκέψεις και ύπνος στρωματσάδα γιατί χίλιοι καλοί χωράνε, ασπρόμαυρη τηλεόραση και δίσκοι 33 στροφών στο σκρίνιο. Τα σκέφτομαι καμιά φορά. Προσπαθώ να μας δω με τα τωρινά μου μάτια· να καταλάβω. Βλέπετε, ό,τι μύθο ή εμμονή έχω μέσα μου, τότε φυτεύτηκε.

Αντιθέτως, δεν σκέφτομαι καθόλου το σχολείο, τα φροντιστήρια, τα Πανεπιστήμια –την εποχή που ο σπόρος φύτρωσε, θα έλεγε κάποιος. Όχι ότι ήταν άσχημα –φίλοι, συμμαθητές, κορίτσια, βόλτες, «φάσεις», ξενύχτια, διαβάσματα, ωραία γενικά κι ανάλαφρα, απλώς σήμερα δεν μου λένε τίποτα. Ίσως φταίει το εκπαιδευτικό σύστημα, που ρίχνει βαριά την σκιά του σε όλα εκείνα τα χρόνια: Η ένταξη σε έναν μηχανισμό, που είχε κάτι από γραφειοκρατία, κάτι από στρατωνισμό, κάτι από εξουσιαστική επιβολή, κι απαιτούσε προσαρμογή κι υπακοή μ’ ενοχλούσε· με πετούσε εκτός –ακόμα δηλαδή με πετάει. Δεν αντέχω τα συστήματα και τα γρανάζια τους, τις κλειστές πόρτες, την ιεραρχία που δεν στηρίζεται πουθενά αλλού παρά στον παραλογισμό της δύναμης. Φεύγω.

Κι έπειτα ακολούθησε μια περίοδος αναζήτησης –που κι αυτή είχε τα ωραία της, αλλά εγώ έμοιαζα με τυφλό που κινείται σε χώρο που δεν ξέρει: πήγαινα ψηλαφώντας πότε εδώ, πότε εκεί, χωρίς πρόγραμμα και στόχους. Μετά τα τριαντατόσα βρήκα έναν δρόμο που μπορώ κουτσά-στραβά να περπατήσω νιώθοντας ότι δεν προδίδω τον εαυτό μου και δεν χάνω την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό μου. Κι αυτόν ακολουθώ.

 

Τριανταεννιά.

Αναγνωρίζω πάνω μου τα χούγια του πατέρα μου και στ’ ανίψια μου (παιδιά δεν έχω) κάποια δικά μου χαρακτηριστικά. Παράξενο. Βλέπω την ζωή να σχηματίζει σιγά-σιγά έναν κύκλο. Έναν κύκλο που κάποτε θα ολοκληρωθεί και θα με κλείσει μέσα του.

Και μετά;

Εδώ σε θέλω κάβουρα…

Το καλοκαίρι βρήκα έναν παλιό μου δάσκαλο, που πατάει πλέον τα 75. Πάνω στην κουβέντα μου είπε ότι σκέφτεται συχνά ότι ο θάνατος είναι κοντά πλέον. Το είπε αυτό μορφάζοντας παράξενα. Εγώ τον κοιτούσα επίμονα, προσπαθώντας κάτι να μάθω από την εμπειρία του, αλλά εκείνος τραβούσε τα χείλη δείχνοντας ζόρι. Σκέφτηκα πως με την ιδέα του θανάτου ο άνθρωπος μπορεί να συμβιβαστεί. Προσοχή: Δεν εννοώ να το λέει «όλοι θα πεθάνουμε» ή να αστειεύεται ή άλλες τέτοιες εφηβικές συμπεριφορές, που ξορκίζουν τον φόβο, αλλά να συνειδητοποιήσει με κάθε μόριο του εαυτού του ότι κάποια στιγμή θα πεθάνει. Αυτό, όσο επίπονο κι αν είναι, μπορούν κάποιοι να το επιτύχουν. Εκείνο όμως που μου φαίνεται αδύνατο είναι να συνειδητοποιήσει κανείς ότι θα πάψει να υπάρχει, θα σβήσει, θα εξαφανιστεί, θα γίνει τίποτα. Ο νους δεν μπορεί να φτάσει εκεί· ο θάνατος είναι ένα αδιαπέραστο τείχος. Το τίποτα μας ξεπερνάει κι αυτό είναι το σημείο που γεννιέται η θρησκεία, η τέχνη, η ταυτότητα –ό,τι συγκροτεί τον άνθρωπο.

 

Έχω γενέθλια σήμερα, μπαίνω στα 39, και το βράδυ θα βγούμε με φίλους να το γιορτάσουμε. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω τι ακριβώς γιορτάζουμε, αλλά «είθισται», και μ’ αρέσει που θα είμαι με ανθρώπους που εκτιμώ, αγαπώ και περνάω καλά μαζί τους, οπότε δεν το πολυψάχνω. Στο κάτω-κάτω της γραφής, οι ανοιχτοί λογαριασμοί μας με τον χρόνο, που είναι ανοιχτοί λογαριασμοί με τους εαυτούς μας, δεν θα κλείσουν σ’ ένα βράδυ. Θα μένουν ανοιχτοί, σαν πληγές, σαν πηγάδια, για ν’ αντλούμε από μέσα τους έμπνευση και φώτιση.

Δέκα βιβλία

Οι λίστες που αραδιάζουν αγαπημένα ή μισητά βιβλία, τραγούδια, ταινίες, συγγραφείς, συνήθειες, τόπους, φαγητά, θέτουν όριο στη μνήμη, την φαντασία, την επιθυμία· ακρωτηριάζουν την ελευθερία μας σε μια σειρά επιλογών. Και οι αξιολογήσεις, ειδικά των πραγμάτων που έγραψαν μέσα μας, φανερώνουν αφέλεια και είναι περιορισμένης αξίας, καθώς μετράνε μόνο εκείνο που έχουμε πρόχειρο στην μνήμη και την συνείδηση, αφήνοντας εκτός του πεδίο που κατεξοχήν παίζεται μπάλα, το ασυνείδητο.

Κι όμως παραμένουν χρήσιμες, γιατί μας κινητοποιούν να ξαναδούμε τον εαυτό μας. Μας εξαναγκάζουν να τον δείξουμε –ή τουλάχιστον να δείξουμε μια εκδοχή του, εκείνη που νομίζουμε ότι μεταδίδουμε ή την άλλη, που θα θέλαμε να είμαστε ή και κάποια άλλη.

Κάπως έτσι αποφάσισα να αραδιάσω 10 βιβλία στο facebook, όταν φίλοι με προκάλεσαν.

Υπήρχε βεβαίως ένα βασικό πρόβλημα:

Το παιχνίδι απαιτούσε 10 βιβλία που με επηρέασαν, αλλά δεν προσδιόριζε το πότε και το πού. Όταν ήμουν παιδί; Έφηβος; Ενήλικος; Τώρα; Ή μήπως ως επιστήμονα; Σαν συγγραφέα; Εραστή;

Το κούρασα πολύ, όπως βλέπετε. Και, φυσικό ήταν, κουράστηκα κι ο ίδιος. Οπότε κατέφυγα στην πιο προφανή απάντηση:

Μέτρησα 10 βιβλία (δηλαδή 11), που με σφράγισαν ως νεαρό άνδρα, που έψαχνε τον εαυτό του. Είναι εκείνα που, νομίζω, με χάραξαν βαθύτερα κι ευθύνονται, ως ένα βαθμό, για τις ιδέες, τις ιδιοτροπίες, τις επιλογές μου, προσωπικές, επιστημονικές, συγγραφικές ή άλλες. Τα παραθέτω λοιπόν κι εδώ, προσθέτοντας και δυο κουβέντες για το καθένα. Η σειρά είναι τυχαία.

1. Ray Monk: Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Το χρέος της μεγαλοφυΐας (Scripta 1998)
Η φιλοσοφία, για να έχει κάποιο νόημα, δεν πρέπει να είναι μια στεγνή περιδιάβαση στον χώρο των ιδεών, ούτε αποφάνσεις κι απόψεις –χώρος ειδικά γι’ αυτές τις τελευταίες είναι το καφενείο. Φιλοσοφία είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα τρόπος, παράδειγμα ζωής. Υπ’ αυτή την έννοια, το σημαντικότερο έργο του Wittgenstein είναι ο ίδιος του ο βίος και το βιβλίο του Monk το καλλίτερο βοήθημα για να τον γνωρίσει και να τον κατανοήσει κάποιος

2. Χρήστος Γιανναράς: Το πρόσωπο και ο έρως (Δόμος 1992)
Υπάρχει ο Γιανναράς των επιφυλλίδων και ο Γιανναράς της φιλοσοφίας (της φιλοκαλίας μάλλον), όπως υπάρχει και η Εκκλησία των αποκλήρων και του μανικού έρωτα κι άλλη της κανονικότητας και του κυβερνητισμού. Δεν χρειάστηκε ιδιαίτερος κόπος για να επιλέξω…

3. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Διηγήματα (Δόμος)
Η γλυκιά πατρίδα που νοσταλγούμε, το παρόν που δυσφορούμε, ο παράδεισος που αποβλέπουμε, χώρεσαν στους πέντε τόμους των Απάντων που επιμελήθηκε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος.

4. Thomas Mann, Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού (Guttenberg 2004)
Χρησιμοποιώντας την αρχαία βιβλική ιστορία για το πανέμορφο παλικάρι που πουλήθηκε σαν σκλάβος από τα φθονερά αδέλφια του, ο Μαν μιλάει για τον καιρό του, την πατρίδα του, και την μοίρα του κόσμου, που είναι φυσικά και δική μας μοίρα. Μας διδάσκει δε πως η ζωή, όπως και οι ιστορίες, κυλάνε αέναα χρησιμοποιώντας τα ίδια πάνω-κάτω μονοπάτια.

5. Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα
Οφείλω να ομολογήσω ότι σήμερα με έλκουν πιο πολύ τα ημερολόγια και οι αλληλογραφίες του Σεφέρη. Αλλά η πρώτη, η καθοριστική επαφή έγινε φυσικά μέσα από τα ποιήματά του. Είναι ο ποιητής που πέρα από ατμόσφαιρες, ωραιολογίες και ιδέες, είδε και μίλησε για την μοίρα αυτού του τόπου και των ανθρώπων του.

6. Κωστής Παπαγιώργης: Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ (Καστανιώτης 1997)
Βλέποντας το τώρα, καταλαβαίνω ότι στο βιβλίο αυτό συναντιούνται δυο από τους πιο ανοικονόμητους συγγραφείς μας. Φυγάνθρωποι, πότες, και νοσταλγοί, δύσκολα χωράγανε κι ανέχονταν ακόμα κι εκείνο που αγαπούσαν.

7. Φιοντόρ Ντοστογιέβσκη, Αδελφοί Καραμαζόφ (Γκοβόστης)
Τέσσερα αδέλφια, δυο πατέρες, μια πατροκτονία –αυτό που στα χέρια οποιουδήποτε άλλου συγγραφέα θα ήταν ένα οικογενειακό μελόδραμα, ο Ντοστογιέβσκη το αναγάγει σε αρχετυπικό μύθο και προφητεία για το παρόν και το μέλλον του λαού του και του ανθρώπου γενικότερα.

8. Διονύσιος Σολωμός, Η γυναίκα της Ζάκυθος
Αν ο Ντοστογιέβσκη βλέπει την μοχθηρία στον άνδρα (πχ ο Σμερντιάκοβ Καραμαζόφ), ο Σολωμός την τοποθετεί σε μια γυναίκα, εφιαλτικά οικεία και σήμερα.

9. Ernest Hemingway: Άντρες χωρίς γυναίκες
Μινιμαλιστική αφήγηση, εξαιρετικοί διάλογοι, σαρκαστικό χιούμορ, συμβολισμός που δεν ακυρώνει τον ρεαλισμό αλλά τον ενισχύει. Κι όπως και στα άλλα βιβλία του, ο Hemingway δεν κρίνει και δεν εξηγεί, δεν αναλύει τους ήρωές του και τις πράξεις του, τα λόγια του. Τους παραδίδει γυμνούς, αυτούσιους στον αναγνώστη για να τους κρίνει και να τους ερμηνεύσει σύμφωνα με την διάθεσή του, τις ιδέες του, τα πιστεύω του –τα έχω ξαναγράψει

10. James Ellroy, Η Μαύρη Ντάλια (Άγρα 1996)
Ο Ελρόι είναι ίσως ο σημαντικότερος αμερικανός συγγραφέας σήμερα και το συγκεκριμένο βιβλίο ένα από τα αριστουργήματά του. Ευτύχησε να έχει και καλό μεταφραστή…

11. Νίκος Γκάτσος, Φύσα αεράκι φύσα με μη χαμηλώνεις ίσαμε (Ίκαρος 1992)
Με προμετωπίδα του Ο. Ελύτη και μια ιδιόχειρη παρτιτούρα του Μ. Χατζιδάκι κυκλοφόρησε αθόρυβα αυτός ο τόμος με τα τραγούδια του λίγο. Δεν περιέχει άπαντα τα τραγουδιστικά –αυτό το βιβλίο ήρθε αργότερα, μετά τον θάνατό του– αλλά εκείνα που ο ίδιος επέλεξε και χώρισε σε ενότητες. Μαζεμένα έτσι, αποτελούν ένα σκοτεινό όραμα για το μέλλον, ανάλογο με κείνο που ψηλαφούσε ο Σεφέρης…

…από την αρχή ήμουν χαμένος, χαμένος

Κιθάρες μας εισάγουν σε ένα γλυκό βαλσάκι, μελαγχολικό κι αθώο –γιατί η αθωότητα προκαλεί μελαγχολία στους ενηλίκους– και πολύ μελωδικό. Κι ύστερα ο πρώτος στίχος που μπορεί να θεωρηθεί παραπλανητικός:

Είσαι ένα λουλούδι, λουλούδι, λουλούδι

γιατί δίνει την εντύπωση ότι ακούμε ένα ερωτικό τραγούδι. Στην πραγματικότητα όμως ακούμε ένα βαθιά υπαρξιακό τραγούδι –η μελαγχολία και η αθωότητά του από πηγάζουν από το σημείο εκείνο που βρίσκεται πολύ βαθιά μέσα μας και διασώζει στο ακέραιο την παιδικότητά μας. Έτσι κι εδώ, η αγάπη είναι η αφετηρία μιας πορείας που καταλήγει στον εαυτό του με ενδιάμεσο σταθμό τον κόσμο. Μιας πορείας που τοποθετεί τον εαυτό σε σχέση με το πρόσωπο της αγάπης και τον κόσμο –απέναντι, δίπλα, μέσα, πουθενά.

Είναι αξιοσημείωτη η ασάφεια με την οποία μιλάει τόσο για την αγάπη του, όσο και για τον κόσμο: Η αγάπη είναι ένα υπερκόσμιο λουλούδι, που σαρκώνεται σε τραγούδι· ο κόσμος είναι σκοτεινός και άπορος. Για τον εαυτό του αντίθετα μιλάει με σιγουριά. Φαίνεται να ξέρει επακριβώς ποιος είναι και πού βρίσκεται:
Από την αρχή ήμουν χαμένος, χαμένος

Δεν μας εξηγεί γιατί νιώθει έτσι, αλλά αυτή η αίσθηση της ήττας του παρέχει μια παράξενη ελευθερία κινήσεων και επιλογών

Τι κι αν χάσω πάλι λοιπόν

Όπως ο σκλάβος δεν έχει να χάσει παρά τις αλυσίδες του, έτσι και ο ήρωάς μας το μόνο που διακινδυνεύει να χάσει είναι η ήττα του. Αφήνεται λοιπόν στο παιχνίδι, όχι για να κερδίσει, αλλά για το ίδιο το παιχνίδι και την ομορφιά του –την ζωή. Και βέβαια από πίστη στο θαύμα: Δεν το ομολογεί, αλλά είναι φανερό πως βαθιά μέσα του πιστεύει ότι κάτι μπορεί να γίνει και αυτή τη φορά όλα να είναι διαφορετικά στο τέλος.

 

Οι Έλληνες είχαμε εξ αρχής περίεργη, προβληματική σχέση με την ευτυχία, την επιτυχία, την νίκη. Οι αρχαίοι την προσέγγιζαν με φόβο, δέος και περίσκεψη. Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος οι θεοί να σε φθονήσουν, αν σε άκουγαν να λες «Είμαι ευτυχισμένος» και να σου στερήσουν όλα όσα με μόχθο πέτυχες –ή από τύχη αγαθή σου δόθηκαν. Ο φόβος της Ύβρεως δηλώνει την βαθιά πεποίθηση ότι η ανθρώπινη κατάσταση είναι ασύμβατη με την ευτυχία. Η Πτώση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αναπόδραστη και τραγική. Δημιουργήθηκε έτσι μια ιδιόρρυθμη κουλτούρα γκρίνιας. Μια νοοτροπία όπου, ακόμα κι αν έχει κανείς όλα όσα μπορούσαν να του δοθούν, δεν ομολογούσε ποτέ την χαρά του. Αναμφίβολα, το «ας τα λέμε καλά», εκεί φαίνεται να ρίζωσε.

Ο Χριστιανισμός τα άλλαξε όλα. Δεν αντέστρεψε απλώς το νόημα της ευτυχίας, της χαράς, της νίκης, αλλά τα τοποθέτησε οριστικά εκτός κόσμου, αφού πρώτα αφαίρεσε το ενδοκοσμικό τους νόημα. Έτσι, στη ζωή αυτή η ευτυχία, η νίκη είναι πάντα ζητούμενα και ποτέ δεν κατακτιούνται. Μάλιστα, αν έρθουν τώρα, υπάρχει πιθανότητα να τα στερηθούμε στο άπειρο μετά. Γιατί πλέον για να χορτάσεις, πρέπει να πεινάσεις· για να κερδίσεις την ζωή σου, πρέπει να την χάσεις· για να ευτυχήσεις, πρέπει να πενθήσεις. Η χαρά είναι μεγάλη, αλλά είναι μόνο εν τοις ουρανοίς. Εδώ υπάρχει μόνο αγώνας και αγωνία.
Και φτάνουμε στον σημερινό άνθρωπο, που κουβαλάει ασυναίσθητα στους ώμους του όλους αυτούς τους αιώνες, όλους αυτούς τους φόβους και τις προσδοκίες –το αρχέγονο σφίξιμο– ενώ παράλληλα ζει σε έναν κόσμο που τον θέλει άνετο, χαλαρό, κουλ, πετυχημένο, ευτυχή.

Πώς θα κινηθεί; Πώς θα λειτουργήσει; Τι θ’ απογίνει;

Η μια λύση είναι αυτή που τραγουδάει ο Φάμελλος: Να αποδεχτεί την εξαρχής, την οντολογική του ήττα και να προσπαθήσει για το θαύμα. Να ελπίσει στην αστραπή που θα φωτίσει τον δρόμο του.

[Το Λουλούδι του Μανώλη Φάμελλου πρωτοτραγούδησε ο Γιώργος Νταλάρας στο διπλό CD «Η άσφαλτος που τρέχει». Το ξανατραγούδησε ο ίδιος στο «Ποτέ όπως πριν»]

Όνειρο Σχέδιο Ελπίδα

Οι νέοι, που έχουν τον ορίζοντα καθαρό και δεν νιώθουν αδυναμίες, παρά μόνο δύναμη, ονειρεύονται. Για κείνους όλα είναι εφικτά: Να κερδίσουν το Νόμπελ ή το Όσκαρ, να πατήσουν το πόδι τους στη σελήνη ή τους αντίποδες, να κερδίσουν όλα όσα έχασαν οι προηγούμενοι κι εκείνα ακόμα που θα χρειαστούν οι επόμενοι, ν’ αλλάξουν όχι μόνο τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά το ίδιο το παιχνίδι. Όνειρο είναι ο τόπος που, αν και κατασκευασμένος με τα υλικά της πραγματικότητας, μόνο πραγματικός δεν είναι· εκεί φυσικοί νόμοι δεν ισχύουν – βαρύτητα δεν υπάρχει, μπορούμε και πετάμε ελεύθερα στον ουρανό. Οι νέοι λοιπόν δεν είναι αισιόδοξοι· η ονειρική τους δύναμη τους τραβάει πέραν της αισιοδοξίας, σε μια μη-ρεαλιστική πραγματικότητα, η οποία δεν είναι παρά υπέρλογη ατομικιστική ελευθερία. Γι’ αυτό κι όσο μεγαλώνουμε, όσο βυθιζόμαστε στην πραγματικότητα, όσο βαθαίνουν οι σχέσεις μας, τόσο κλεινόμαστε έξω από το όνειρο.
Ώσπου φτάνουμε σε μιαν ηλικία, που δεν μας απομένει παρά να το νοσταλγούμε –όπως οι πρωτόπλαστοι νοσταλγούσαν την Εδέμ.

.

Ο ενήλικας που πατάει γερά στα πόδια του, που έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, εκείνος δηλαδή που έχει μια υγιή σχέση με τον εαυτό του και το περιβάλλον του, θέτει στόχους κι αναζητά τους βέλτιστους τρόπους για να τους πετύχει –σχεδιάζει. Ο κόσμος δεν είναι πλέον μια απέραντη δυνατότητα, έχει περιοριστεί σε συγκεκριμένες επιλογές και είναι στο χέρι του να τις πετύχει όλες, κάποιες ή καμία από αυτές. Όλα κρίνονται στην δική του δύναμη κι επιδεξιότητα· στην καθαρότητα της ματιάς του, όταν αντικρίζει τον εαυτό του και επιλέγει στόχο και τρόπο· στην σταθερότητα του χεριού του όταν σέρνει το νυστέρι. Ο άνθρωπος που έχει σχέδια, έχει κι αυτοπεποίθηση, ψυχραιμία, πιστεύει πάνω απ’ όλα και πέρα απ’ οτιδήποτε στον εαυτό του. Είναι δε αισιόδοξος, σε σημείο που πολλές φορές νομίζεται για αφελής –όμως αφελείς δεν είναι εκείνος, αλλά οι άλλοι, που τον θεωρούν έτσι, γιατί νομίζουν ότι βλέπουν αυτό που εκείνος αγνοεί, ενώ στην πραγματικότητα αγνοούν το πρώτο που είδε εκείνος:
Τον εαυτό του.

,

Οι απεγνωσμένοι ελπίζουν. Ο άνθρωπος που αισθάνεται το χώμα να υποχωρεί κάτω από το πέλμα του και δεν βρίσκει χειρολαβή να κρατηθεί, όποιος δεν έχει απάγκιο ν’ ακουμπήσει, δεν μπορεί παρά να ελπίζει. Γιατί αν κάτι δεν μπορεί να χωρέσει ο νους του ανθρώπου είναι το τέλος, η ανυπαρξία, το μηδέν, ο θάνατος, η καταστροφή –ακριβώς πριν απ’ αυτά μπλοκάρει και πιάνεται απ’ την ελπίδα, την μπλε οθόνη της συνείδησής μας. Ελπίδα είναι η παράλογη πεποίθηση ότι πριν το τέλος, κάποιο θαύμα θα συμβεί, κάποιος θεός θα εμφανιστεί από μηχανής, μ’ έναν τρόπο η φυσική εξέλιξη θα αναστραφεί ή έστω θα ανακοπεί. Όταν η λογική και ο ρεαλισμός καταλήγουν στο τέρμα, ενστικτωδώς στρεφόμαστε προς την μεταφυσική.
Η ελπίδα είναι το αποκούμπι των τελειωμένων, γι’ αυτό και ταράζομαι όταν μου την σερβίρουν.

Πρόχειρο

Στο σχολείο, από το Γυμνάσιο, αλλά κυρίως στο Λύκειο, παίρναμε καθημερινά μαζί μας το πρόχειρο. Ήταν μεγάλου μεγέθους τετράδιο, πολυσέλιδο, συνήθως σπιράλ με πολλά θέματα, στα οποία κρατούσαμε σημειώσεις από όλα τα μαθήματα, τις οποίες, υποτίθεται, θα χρησιμοποιούσαμε αργότερα στη μελέτη μας. Καμιά φορά εκεί λύναμε και τις ασκήσεις για το σπίτι ή γράφαμε ό,τι μας υπαγόρευε στην ώρα του μαθήματος κάποιος δάσκαλος.

Έτσι στο πρόχειρο συνυπήρχαν μεταφράσεις αγνώστων κειμένων, κλίσεις ανωμάλων ρημάτων, λύσεις εξισώσεων και ταυτότητες, μαθηματικοί τύποι, χημικές ενώσεις, φυσικοί νόμοι και δόγματα της Εκκλησίας, χρονολογίες σημαντικών γεγονότων και ονόματα πρωταγωνιστών, βιογραφικά συγγραφέων και ποιητών με κάθε είδους ορισμούς.  Και μαζί στίχοι των αγαπημένων μας τραγουδιών, τίτλοι και ατάκες από ταινίες, φωτογραφίες και ονοματεπώνυμα πρωταγωνιστών, ραβασάκια, αυτοβιογραφικές σημειώσεις, συνθήματα, σκίτσα, τρίλιζες, αστειάκια.

Για έναν μαθητή σαν εμένα και τους φίλους μου, πιθανότατα δηλαδή για κάθε μαθητή, το πρόχειρο έπαυε να είναι το βοήθημα του απογευματινού διαβάσματος, αλλά γινόταν κάτι σαν ημερολόγιο. Ή δελτίο ταυτότητας, ένα χάραγμα στον κόσμο της μέσα μας ζωής, καθρέφτης όχι τόσο του ποιος είμαι τώρα, αλλά του ποιος θέλω να γίνω.

Συνέβη λοιπόν το παράδοξο:

Ενώ αντιπαθούσα το σχολείο –ειδικά το Λύκειο – να αγαπώ τα πρόχειρα τετράδια. Τα ένιωθα –τα νιώθω δηλαδή– σαν ένα κομμάτι του εαυτού μου. Γι’ αυτό και δεν τα πέταξα μαζί με τα άλλα σχολικά ενθύμια, αλλά τα αποθήκευσα τρυφερά στο υπόγειο, να σαπίζουν αργά από τον χρόνο και την υγρασία μαζί με τον τότε εαυτό μου.

Το δε Σημειωματάριο, όταν το έστηνα πριν από 7 χρόνια, κάπως έτσι το φανταζόμουν:

Σαν ένα χώρο, που πρόχειρα θα σκαλίζω την ανησυχία μου.

Τι τα θυμάσαι όλα αυτά, θα ρωτήσεις. Σε έπιασε νοσταλγία;

Ναι, αλλά μια ιδιόρρυθμη νοσταλγία. Δεν μου λείπουν τα χρόνια, το τότε, αλλά το πρόχειρο, το πού, ένας χώρος που θα σημειώνω αυτά που μου έχουν καρφωθεί στο μυαλό. Όχι για να τα θυμηθώ, όχι για να μην τα ξεχάσω –δεν αναφέρομαι σε τέτοιου είδους σημειώσεις. Θέλω κάπου να γράφω πράγματα που δεν μου αρκεί να τα έχω μέσα μου, στο μυαλό μου· που για να τα χορτάσω θέλω να τα βλέπω απέναντι· να μπω εγώ μέσα τους, ει δυνατόν.

Σαν φοιτητής, που δεν είχαμε πια πρόχειρα, προμηθεύτηκα έναν φελοπίνακα και πάνω του καρφίτσωνα ό,τι ήθελα να βλέπω απέναντι. Φελοπίνακα είχα και τα 4 χρόνια στην Κύπρο, αλλά όχι πέρσι στην Αθήνα. Κι ούτε που μου έλειψε εκεί –παράξενο!

Μου λείπει όμως εδώ, που οι ιδιοκτήτες δεν επιτρέπουν τρύπες από καρφιά στους τοίχους, με αποτέλεσμα να κολλάω χαρτάκια στην ντουλάπα, που όλο πέφτουν, κι όλο τα σηκώνω, και τσαλακώνονται, και τσατίζομαι, τα σκίζω και τα πετάω, και τα ξαναγράφω…

Επιτρέψτε μου λοιπόν να σημειώσω κι εδώ αυτό που μου έχει κάτσει σήμερα, να δω, αν το μπλογκ μπορεί να λειτουργήσει κι έτσι:

Είμ’ ό,τι δεν έζησα…

Λεωφορεία

Κάθομαι στη θέση μου κι ακουμπάω το μέτωπό μου στο τζάμι. Το κινητό και η ταμπλέτα στη θήκη μπροστά μου, τα ακουστικά στην τσέπη. Τα βγάζω και τα ξεμπερδεύω. Θέλουμε ακόμα πέντε λεπτά για να φύγουμε –πέντε ολόκληρα λεπτά–, υπάρχουν ακόμα όρθιοι που ψάχνουν τις θέσεις τους, αλλά ο οδηγός κάθεται και κοιτάζει ανυπόμονος από τον καθρέφτη. Μόλις βγούμε από το σταθμό θα βάλω τ’ ακουστικά στ’ αυτιά και θα γλαρώσω στις μελωδίες για καμιά ώρα. Μετά διάλειμμα και μετά ταινία. Στάση είκοσι λεπτών μετά την Γέφυρα και πάλι μουσικές κι ίσως ακόμα μια ταινία μέχρι να φτάσουμε: Αθήνα-Γιάννενα εξίμισι ώρες.

Στα λεωφορεία, πιστέψτε με, δεν έχεις και πολλά να ελπίζεις. Η μαγεία, ο ρομαντισμός, το παραμύθι, η άνεση είναι στα τραίνα –τα λεωφορεία έχουν την μιζέρια και την ταλαιπωρία, μια ρεαλιστική πραγματικότητα μέσα στην σκόνη και την ιδρωτίλα. Καθηλωμένος για ώρες στην άβολη και στενή θέση μου υπολογίζω τις γουλιές του νερού σε σχέση με την απόσταση για την στάση. Στο τραίνο σηκώνεσαι, βολτάρεις, ξεμουδιάζεις, αράζεις στο κυλικείο και πας στην τουαλέτα για κατούρημα. Στα λεωφορεία μουδιάζεις, κρατιέσαι, σφίγγεσαι κι εύχεσαι ν’ αποφύγεις τα χειρότερα: Ο διπλανός σου να είναι υπέρβαρος και να κάθεται και στη δική σου καρέκλα ή γριά που θα μασουλάει καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής ή πιτσιρίκι που θα μιλάει ακατάπαυστα επί εξίμισι ώρες στο κινητό του…

Καλός συνταξιδιώτης είναι ο αόρατος συνταξιδιώτης. Ένας άνθρωπος-τοίχος ανάμεσα σε μένα και τον διάδρομο που δεν θα βάζει-βγάζει το μπουφάν του, ούτε θα πειράζει τον εξαερισμό, ούτε θα κοιτάζει το ρολόι του κάθε πέντε λεπτά ξεφυσώντας.

Ιδανικός συνταξιδιώτης είναι εκείνος που θα συζητήσεις μαζί του. Δεν υπάρχει καλλίτερο πράγμα. Η κουβέντα μειώνει την απόσταση και τον χρόνο. Καθώς έρχεσαι κοντά στον συνομιλητή σου, μοιάζει και ο προορισμός να έρχεται προς το μέρος σας. Χαλαρώνεις, ξεχνιέσαι, οι ώρες που περνούν παύουν να μοιάζουν οριστικά χαμένες –μπορεί να μην τις κερδίζω, αλλά τουλάχιστον δεν τις χάνω, κάτι είναι κι αυτό.

Εντάξει, η φαντασίωση είναι κοινή και αναμενόμενη: Δίπλα σου να καθίσει η πανέμορφη γκόμενα, που θα έχει παρόμοια ενδιαφέροντα με σένα, θα γελάει με τ’ αστεία σου και τα σκουντήματά της θα είναι γεμάτα νόημα. Στα είκοσι χρόνια που ταξιδεύω συστηματικά (περισσότερο συστηματικά απ’ όσο θα ήθελα είναι η αλήθεια) με λεωφορεία, μου έχει τύχει δύο ή τρεις φορές. Την μια φορά μάλιστα, στο λεωφορείο Ιωάννινα-Αθήνα, που πήγαινα για να προλάβω το αεροπλάνο για την Κύπρο, περνούσαμε τόσο καλά, που από την Κόρινθο και μετά μας έπιασε μελαγχολία. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα, email, facebook, υποσχέσεις ότι δεν θα χαθούμε κι ότι θα τα ξαναπούμε οπωσδήποτε, αλλά δεν βαριέσαι… Για καλό ή για κακό η ζωή δεν είναι ταινία.

Τελευταία φορά καθόμουνα δίπλα σε έναν μαγκάκο, χρόνια υπάλληλο σε μεγάλα ξενοδοχεία της Ελλάδας και του εξωτερικού –είχε περάσει μάλιστα κι από την Κύπρο. Μου έλεγε κόλπα για το πώς τα κονομούσαν τις καλές εποχές και μου περιέγραφε τα μεγάλα ξενοδοχεία από τα οποία είχε περάσει. Ο φουκαράς είχε σχεδόν ένα χρόνο άνεργος και κατέβαινε στην Αθήνα μέσα στο άγχος και τις ελπίδες.

Άλλη μια φορά θυμάμαι καθόμουν δίπλα σε μια κυρία από την Κόρινθο, που η μεγάλη της κόρη ήταν πρωτοετής στα Γιάννενα. Πήγαινε να την επισκεφθεί για πρώτη φορά και ήταν μέσα στο άγχος. Τα Γιάννενα της φαινόταν πολύ μακριά, πολύ μεγάλα, πολύ εξωτικά –τι γύρευε η κορούλα της εκεί; Κι αν πέσει σε κανέναν επιτήδειο; Κι αν την παρασύρουν σε κάποιο ολισθηρό σοκάκι; Είχε ακούσει ιστορίες κι ιστορίες και ήταν τρομοκρατημένη. Στην αρχή την έκανα χάζι –μου θύμιζε ανθρώπους και αγωνίες που άκουγα στη γειτονιά, όταν ήμουνα πολύ μικρός. Μετά προσπάθησα να την καθησυχάσω, αλλά μάλλον την άγχωσα περισσότερο. Μετά την βαρέθηκα, αλλά είχαμε ήδη φτάσει…

Συχνά ευχάριστη κουβέντα μπορείς να κάνεις με παππούδες και γιαγιάδες από χωριά. Καμιά φορά νομίζω ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι οι τελευταίοι που κατέχουν την μαγική τέχνη της ανεπιτήδευτης κοινωνικότητας. Ξέρουν πώς να ανοίξουν μια κουβέντα, πώς να διηγηθούν μια ιστορία, τι αντίδραση να έχουν σε ό,τι κι αν τους πεις, πόσο ν’ ανοιχτούνε και τι να κρύψουν.

.

Είκοσι χρόνια τώρα δεν υπάρχει στη ζωή μου αναγκαιότερο κακό από τα λεωφορεία. Πλέον δεν τα βαριέμαι, δεν με εξοργίζουν, δεν σπάζομαι, δεν αγανακτώ, δεν παραξενεύομαι. Κάθομαι στη θέση μου ευχόμενος ν’ αποφύγω τα χειρότερα και φοράω τ’ ακουστικά μόλις ξεκινήσουμε. Μουσική. Κι έξω απ’ τα παράθυρα το ίδιο σκηνικό κάθε φορά διαφορετικό: Μέρα ή νύχτα, καλοκαίρι ή χειμώνας, με ανθρώπους ή χωρίς. Και το μυαλό μου αδειάζει και πέφτω ολόκληρος, ψυχή τε και σώματι, στη μαύρη τρύπα που είναι αυτές οι εξίμισι ώρες. Και κει μέσα αναπάντεχα κάποιες φορές κατάφερα να πιάσω το κουβάρι και να το ξεδιαλύνω και να βρω την αρχή. Και ξέρετε αυτό τι σημαίνει:

Υπάρχουν φορές που χωρίς να το περιμένω ή να το ελπίζω εκεί, μέσα στο λεωφορείο, καθισμένος κι ακίνητος, να βρίσκω την έξοδο απ’ τον λαβύρινθο…