Category Archives: Ευρώπη

Κύκλος διαλέξεων: Τόποι, χρόνος και ορίζοντες της Ύστερης Αρχαιότητας

Ο Michel Foucault θεωρούσε ότι για να κατανοήσουμε καλλίτερα το νεώτερο άτομο, θα πρέπει να εξετάσουμε την ιστορική πορεία που το διαμόρφωσε. Ακολουθώντας αυτή την προτροπή, ο συγκεκριμένος κύκλος διαλέξεων θα εστιάσει στην ύστερη αρχαιότητα (3ος – 8ος αιώνας μ.Χ.), μια περίοδο βαθιάς και πολυεπίπεδης κρίσης, αλλά και μεγάλων υπερβάσεων, η οποία δικαίως θεωρείται μήτρα του σύγχρονου κόσμου.

Η ύστερη αρχαιότητα ξεκινά με την διάδοση του Χριστιανισμού και κλείνει με την ανάδυση του Ισλάμ –δυο μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, που τότε, για πρώτη φορά, χώρισαν τον κόσμο σε χριστιανική Δύση και ισλαμική Ανατολή. Παράλληλα, αρχαίες δομές καταρρέουν και νέες συστήνονται, το αξιακό σύστημα αναδιαμορφώνεται, οι ορίζοντες του πνεύματος και της φαντασίας διευρύνονται, νέες γωνίες θέασης της πραγματικότητας ανακαλύπτονται. Ο άνθρωπος επανακαθορίζει την θέση του στον χώρο και τον χρόνο και την σχέση του με τον εαυτό του θέτοντας τα θεμέλια του σύγχρονου κόσμου.

Σε αυτούς ακριβώς τους δύο άξονες δομείται ο συγκεκριμένος κύκλος διαλέξεων, που θα γίνουν στο Ίδρυμα Θεοχαράκη τις Παρασκευές του Απριλίου και του Μαΐου. Θα συζητηθεί η σχέση του ανθρώπου με τον χώρο εστιάζοντας σε θέματα, όπως η δημιουργία νέων ισχυρών κέντρων εξουσίας εκτός Μεσογείου και η σχέση τους με την Ρώμη και το Βυζαντινό κράτος, η καινούργια σχέση του ανθρώπου με το σώμα και την ψυχή, οι αντιλήψεις για τον έρωτα και την σεξουαλικότητα, την βία και τον πόνο, την αρρώστια και τον θάνατο.

Αμφιθέατρο Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη

15, 22 Απριλίου 2016
6, 13, 20, 27 Μαΐου 2016
Παρασκευή 18.00-20.00

Πληροφορίες: 210 3611206 • http://www.thf.gr

«Το κράτος είναι μια καταπιεστική μάνα» (συνέντευξη στον Αντώνη Παγκράτη)

 

Τα καφενεία συνιστούσαν ανέκαθεν καταφύγιο ιστοριών: προσωπικών, εθνικών, κοινωνικών. Ατομικής και συλλογικής μνήμης – όχι απαραίτητα αξιόπιστης αλλά καθορισμένης από την πολυπλοκότητα των επιλογών ενός εκάστου. Ετσι, για τον υπεραπλουστευμένο συμβολισμό, το κολωνακιώτικο «Καφενείο» στη Λουκιανού κρίθηκε ιδανικός τόπος συζήτησης με τον ιστορικό Φώτη Βασιλείου. Μέχρι το τέλος της κουβέντας, η σύνδεση ανάμεσα στην Υστερη Αρχαιότητα, που αποτελεί το πεδίο του, και τη σημερινή ελληνική κατάσταση φαίνεται σχεδόν αναπόφευκτη…

– Γιατί έγινες ιστορικός;

– Νομίζω ότι ασυνείδητα με έσπρωξε εκεί η αγάπη μου για την αφήγηση. Από παιδί με μάγευε κι εξακολουθεί να με μαγεύει κάθε αφηγηματικό είδος: το μυθιστόρημα, το σινεμά, η μπαλάντα, το παραμύθι. Η Ιστορία είναι μια έντεχνη αφήγηση που συγκροτεί και ανασυγκροτεί τη συλλογική και ατομική μας μνήμη. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που η μνήμη του ξεπερνάει τα όρια της βιολογικής του εμπειρίας. Μπορεί να μη ζήσαμε την Κατοχή, τη Μικρασιατική Καταστροφή ή το ’21, αλλά τα περιέχουμε. Η εικόνα που έχουμε γι’ αυτά διαμορφώνει τις ιδέες, τις ευαισθησίες, τον χαρακτήρα μας. Εδώ βρίσκεται, αν θέλετε, και η μεγάλη ευθύνη του ιστορικού.

– Τι ορίζουμε ως Υστερη Αρχαιότητα;

– Είναι η περίοδος που ξεκινάει με τη διάδοση του χριστιανισμού και τελειώνει με την άνοδο του Ισλάμ – χονδρικά θα λέγαμε από το 200 ώς το 750 μ.Χ. Οι χρονολογίες, όπως βλέπετε, δεν είναι με ακρίβεια καθορισμένες, όπως στις πιο παραδοσιακές περιοδολογήσεις, γιατί δεν ορίζεται από συγκεκριμένα στρατιωτικά, πολιτικά ή οικονομικά συμβάντα, αλλά από αυτά τα δύο σημαντικά πνευματικά γεγονότα. Αυτό δείχνει και τα ενδιαφέροντα όσων μελετάμε τη συγκεκριμένη περίοδο: ασχολούμαστε με τις σχέσεις, τις ιδέες, τις αισθήσεις, τη συγκρότηση της ταυτότητας, την αισθητική. Συνάδελφοι που μελετούν τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα της εποχής εκείνης προτιμούν να την ονομάζουν με τους πιο παραδοσιακούς όρους, Υστερη Ρωμαϊκή ή Πρώιμη Βυζαντινή – αναλόγως της οπτικής τους.

– Πώς κατέληξες εκεί;

– Δεν ήταν αυτονόητο. Μου πήρε πολλά χρόνια και πολύ κόπο γιατί αρχικά ήμουν στραμμένος στην κυρίως βυζαντινή περίοδο. Σπούδασα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τη δεκαετία του ’90, όταν ήταν ένα σημαντικό βυζαντινολογικό κέντρο. Παράλληλα, ήταν μια εποχή που ο κόσμος όπως είχε διαμορφωθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατέρρεε και η ελληνική κοινωνία αναζητούσε έναν δικό της τρόπο ύπαρξης, χωρίς ίσως και να πολυκαταλαβαίνει τον σύνθετο κόσμο που δημιουργούνταν γύρω της – όλα αυτά μάς έσπρωχναν στη μελέτη του Βυζαντίου. Αλλά κάτι με έτρωγε. Δεν μου αρκούσε να μελετήσω τον καθ’ ημάς Μεσαίωνα. Ηθελα να κατανοήσω πώς δημιουργήθηκε, τις προϋποθέσεις του. Αυτός ήταν και ο μόνος τρόπος να κατανοήσω τη σύγχρονη Ελλάδα και τελικά τον εαυτό μου. Ετσι, ενώ τα πρώτα μου ενδιαφέροντα περιστρέφονταν γύρω από το Υστερο Βυζάντιο, άρχισα να πηγαίνω όλο και πιο πίσω, όλο και πιο πίσω, μέχρι που έφτασα στην περίοδο που ονομάζουμε Υστερη Αρχαιότητα. Εκεί σταμάτησα.

– Οπότε έκανες ένα ταξίδι καταγωγών, το οποίο ακούγεται πολύ μοναχικό.

– Στην Ελλάδα δεν υπάρχει διδασκαλία και μαθητεία. Σίγουρα οι καθηγητές θα σου πουν μια γνώμη, φίλοι, συγγενείς θα σε στηρίξουν, θα σε ενθαρρύνουν, αλλά συστηματική καθοδήγηση δεν υπάρχει – τουλάχιστον εγώ δεν την αξιώθηκα. Επρεπε να ανακαλύψω τον τροχό, τη φωτιά, τον ηλεκτρισμό και να φθάσω σιγά σιγά στο σήμερα, στην εποχή των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ενστικτωδώς και ψηλαφητά προχώρησα. Χάνοντας χρόνο, κάνοντας λάθη, μαθαίνοντας μέσα από τις αποτυχίες.

– Γιατί όμως σταμάτησες εκεί; Γιατί δεν πήγες πιο πίσω;

– Η Υστερη Αρχαιότητα είναι μια μεταιχμιακή εποχή. Από τη μια, τότε ολοκληρώθηκε η κωδικοποίηση των γνώσεων και των επιτευγμάτων των παλαιότερων εποχών και, απ’ την άλλη, αυτά αξιοποιήθηκαν για να δοθούν απαντήσεις στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Η Υστερη Αρχαιότητα είναι η εποχή μιας μεγάλης και πολυδιάστατης κρίσης – οικονομικής, πολιτικής, θεσμικής, πνευματικής. Ο αρχαίος κόσμος κατέρρεε από τις εσωτερικές του αντιφάσεις και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις ανάγκες των καιρών. Ταυτόχρονα όμως είναι και η εποχή των μεγάλων λύσεων και υπερβάσεων. Οι απαντήσεις που δόθηκαν αποτέλεσαν τον σπόρο που κάρπισε τον σύγχρονο, νεωτερικό κόσμο.

– Στο βιβλίο σου ασχολείσαι με τον ρόλο του πατέρα εκείνη την περίοδο. Τι σημαντικό συνέβη στο πεδίο αυτό που άξιζε να μελετηθεί;

– Συνέβη μια κοσμογονία. Στις μεσογειακές κοινωνίες ο πατέρας θεωρούνταν ο αρχηγός, ο κυρίαρχος μέσα στην οικογένεια, και ήταν ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος για να αποφασίζει σχετικά με το παρόν και το μέλλον όσων ανήκαν στο νοικοκυριό που διεύθυνε. Επιπλέον, το ρωμαϊκό δίκαιο με τον θεσμό της patria potestas τού παρείχε απόλυτη εξουσία επί των απογόνων του. Κι ας μην ξεχνάμε ότι με τη διάδοση του ρωμαϊκού δικαίου σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας, οι βασικές αρχές της patria potestas υιοθετήθηκαν από όλη τη ρωμαϊκή οικουμένη. Κατά την Υστερη Αρχαιότητα όμως διατυπώθηκε με βασικό όχημα τον χριστιανισμό ένα αίτημα για μεγαλύτερη εξατομίκευση. Για να το πω απλά: τα παιδιά ζητούσαν πλέον να αποφασίσουν τα ίδια για τον εαυτό τους. Τα αγόρια δεν ήθελαν να ακολουθήσουν τον δρόμο που τους υποδείκνυε ο πατέρας και τα κορίτσια αντιστέκονταν στα προξενιά, ενώ οι γυναίκες αποκτούσαν σημαντική θέση στον νέο δημόσιο χώρο που διαμορφωνόταν, την Εκκλησία. Ετσι άρχισε να απομειώνεται η ηθική και πραγματική δύναμη του πατέρα προς όφελος της μητέρας και των τέκνων. Να δημιουργούνται τα δικαιώματα της γυναίκας και των παιδιών. Η πατρότητα από εξουσιαστική δύναμη αρχίζει πια να γίνεται πνευματική λειτουργία.

O ρόλος του πατέρα

– Πώς συνδέονται όλα αυτά με το σήμερα;

– Νομίζω ότι σήμερα ζούμε την τελευταία φάση αυτής της εξέλιξης. Ο πατέρας ως βιολογικός παράγοντας έχει σχεδόν καταστεί αχρείαστος – πριν από έναν μήνα μάθαμε ότι οι επιστήμονες κατάφεραν να κατασκευάσουν τεχνητό σπέρμα. Αυτό όμως καθόλου δεν απομειώνει τον πνευματικό του ρόλο: πρέπει να υπάρχει, για να εκπροσωπεί τον Αλλο στη συνείδησή μας. Αλλιώς δεν μπορούμε να ολοκληρωθούμε ως άτομα.

– Εδώ φαίνεται να υπάρχει μια συμβολική αντιστοιχία ανάμεσα στον πολίτη και το σύγχρονο ελληνικό κράτος.

– Το ελληνικό κράτος είναι μια καταπιεστική μάνα. Δεν υπάρχει κάποιος θεσμός που θα λειτουργήσει στις συνειδήσεις μας πατρικά, που θα μας βοηθήσει να απογαλακτιστούμε, να αναλάβουμε τις ευθύνες του εαυτού μας, να ωριμάσουμε. Ολα μάς ωθούν στο βόλεμα, δηλαδή στην επιστροφή στη ζεστή, υγρή και σκοτεινή μήτρα της μάνας-κράτους. Την κατάρρευση αυτού του οικοδομήματος ζούμε σήμερα.

– Πώς γίνεται να απογαλακτιστούμε από τη μάνα-κράτος;

– Το Ευαγγέλιο λέει κάτι πολύ απλό: να εγκαταλείπουμε τους γονείς μας και να φτιάχνουμε τις δικές μας οικογένειες. Αυτό πρέπει να κάνουμε και τώρα, να αποκολληθούμε από τη μήτρα και να ξανοιχτούμε στον κόσμο.

 

————

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΝΑΙ!

Ο κ. Αλέξης Τσίπρας δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ στην λιτότητα. Ο ίδιος έχει υπογράψει μια πρόταση με μέτρα λιτότητας 8 δισεκατομμυρίων, η οποία, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, δημοσιονομικά δεν απείχε πολύ από εκείνη των δανειστών. Από τον Γιούνκερ κατόπι μάθαμε ότι η διαφορά ήταν μόλις στα 60 εκατομμύρια €, κάτι που δεν έχει διαψευστεί από την Ελληνική Κυβέρνηση.

Επίσης, δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ σε τελεσίγραφα, γιατί απλούστατα αυτά δεν υπάρχουν. Τα ίδια τα στελέχη του κραδαίνουν θριαμβευτικά δηλώσεις ξένων παραγόντων, που διαβεβαιώνουν προς πάσα κατεύθυνση ότι θα συζητήσουν με την Ελλάδα και μετά από ΟΧΙ. Από ποια βάση θα ξεκινήσουν αυτές οι διαπραγματεύσεις, βεβαίως, δεν λένε λέξη.

Τέλος, δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ σε ένα non paper των Θεσμών, το οποίο έχει ήδη αποσύρθηκε από το τραπέζι αφού προηγουμένως είχε αλλάξει. Αυτό θα ήταν πολύ απλά ηλίθιο.

Στην πραγματικότητα, ο κ. Τσίπρας μας καλεί να πούμε ΝΑΙ ή ΟΧΙ σε ένα ασαφώς διατυπωμένο ερώτημα επί ανύπαρκτου διακυβεύματος, το οποίο η κάθε πλευρά (εταίροι, δανειστές, ολιγάρχες, δραχμολάγνοι κλπ), θα ερμηνεύσει κατά βούληση και κατά συμφέρον.

Με άλλα λόγια, ο κ. Τσίπρας μας παγίδευσε.

Το γιατί μας παγίδευσε, το αποκάλυψε ο κ. Τσακαλώτος το πρωί:
Η κοινοβουλευτική ομάδα του Σύριζα δεν θα ψήφιζε την συμφωνία. Η συμφωνία βεβαίως θα περνούσε –Νέα Δημοκρατία, Ποτάμι και Πασόκ θα υπεραναπλήρωναν τους αριστερούς βουλευτές που θα λάκιζαν. Σε αυτή την περίπτωση, ο κ. Τσίπρας θα μπορούσε να προχωρήσει σε σαρωτικό ανασχηματισμό χρησιμοποιώντας ικανούς ανθρώπους από όλο το πολιτικό φάσμα. Σε λίγους μήνες θα ξαναπήγαινε στις Βρυξέλλες για να συζητήσει το θέμα του χρέους. Θα τον υποστήριζαν το ΔΝΤ, ο φίλος του ο Ρέντσι, αλλά και οι νεοεκλεγείσα κυβέρνηση της Ισπανίας και η κοινή λογική. Δεν θα έπαιρνε, φυσικά, όλα όσα θα ζητούσε, αλλά θα μπορούσε να γυρίσει στην Ελλάδα φορώντας γραβάτα. Θα είχε αναδειχτεί σε εθνικός ηγέτης.

Αντ’ αυτού, του δύσκολου και ανηφορικού δρόμου, ο κ. Τσίπρας προέκρινε την ενότητα του κόμματός του. Για να μην διασπάσει τον Σύριζα πέταξε το μπαλάκι στην εξέδρα και διχάζει τους πολίτες. Αντί για ηγέτης, προτίμησε να παραμείνει κομματικός αρχηγός.

Ας είναι.

Πρέπει κι εμείς τώρα να κοιτάξουμε το συμφέρον μας .

Πρέπει να απαντήσουμε θετικά και να αφήσουμε την άρνηση.

Πρέπει να επιδιώξουμε την ώριμη σύνθεση κι όχι την παιδιάστικη απόρριψη.

Πρέπει να πούμε το μεγάλο, το δύσκολο και βαρύ ΝΑΙ.

Ρευστότητα

Τα ρεπορτάζ και οι πολιτικές αναλύσεις των τελευταίων μηνών, ειδικά μετά τις Ευρωεκλογές, μεταφέρουν την αγωνία του Συστήματος Εξουσίας (κόμματα, ΜΜΕ, επιχειρηματίες, τράπεζες κτλ) για την ρευστότητα που επικρατεί στην πολιτική σκηνή. Ρευστότητα που «δοκιμάζει» τις «αντοχές» της Κυβέρνησης και μετατρέπει κάθε «μεταρρυθμιστική προσπάθεια» σε «Γολγοθά».

Όμως από το 1974 καμία Κυβέρνηση δεν ολοκλήρωσε τον 4ετή κύκλο της· ο μέσος όρος ζωής κάθε Βουλής είναι περί τα 2,5 χρόνια· και, όπως όλοι γνωρίζουμε, στον τόπο μας τα σενάρια για τις πρόωρες εκλογές ξεκινούν την επομένη των εκλογών (συχνά πριν καν προκηρυχθούν, όπως τώρα, που συζητείται η «αριστερή παρένθεση»). Με άλλα λόγια, αναβρασμός επικρατούσε πάντα στην πολιτική σκηνή, κυβερνήσεις ανέβαιναν κι έπεφταν, ηγέτες αποθεώνονταν και καταβαραθρώνονταν –τι άλλαξε τώρα και τα Κυριακάτικα ρεπορτάζ ξορκίζουν την «ρευστότητα»;

Η απάντηση δεν είναι δύσκολη:

Το περιβάλλον έχει αλλάξει, οι όροι του παιχνιδιού διαφοροποιήθηκαν και διαφοροποιούνται συνεχώς και το Σύστημα Εξουσίας φοβάται ότι δεν θα μπορέσει να ελέγξει την κατάσταση που θα προκύψει.

Τα όσα συνέβησαν με την Χρυσή Αυγή τα τελευταία 2 χρόνια είναι ενδεικτικά: Η αρχική αδιαφορία Μέσων, μεγάλων κομμάτων και προβεβλημένων στελεχών (είχαν μάθει να ασχολούνται με «λαμπερά» θέματα όλοι τους κι όχι να χώνουν τα χέρια τους στη λάσπη της πραγματικότητας) διαδέχθηκε η έκπληξη (το διαβόητο «εγέρθητο» το βράδυ των Εκλογών), έπειτα ήρθε η προσπάθεια προσεταιρισμού (συνοψίστηκε λαμπρά στην φαντασίωση περί «σοβαρής Χρυσής Αυγής» που θα έμπαινε στην Κυβέρνηση) κι όταν πια είδαν ότι δεν έχουν να κάνουν με ένα νέο Λάος, αλλά με κάτι εντελώς διαφορετικό, ξεκίνησε η απόπειρα αφοπλισμού της.

Όμως, αν έδειξαν κάτι οι Ευρωεκλογές είναι ότι η κατάσταση που περιγράφεται ως «ρευστότητα» είναι αυτή που σταθεροποιήθηκε:

Ένα μεγάλο κομμάτι των πολιτών αποστασιοποιήθηκε από τις πολιτικές διαδικασίες και απέχει συνειδητά από τις εκλογές, γιατί απλούστατα διαπίστωσε ότι όποιον και να ψηφίσει, όπως και να ψηφίσει, τίποτα δεν αλλάζει. Η διάλυση του κοινωνικού κέντρου, που επιτεύχθηκε με τις πολιτικές από το 2010 και μετά, επέφερε και την διάλυση του πολιτικού κέντρου, με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν τα μεγάλα κόμματα-παρατάξεις και στην θέση τους να απομείνουν συμπαρατάξεις μικρο-ομάδων και μικρο-μηχανισμών (στην καλλίτερη περίπτωση) ή προσωπικές φατρίες αυτοπρόβλητων σωτήρων. Μέσα σ’ αυτόν τον ερειπιώνα εύκολα ξεφύτρωσαν κομματικά μορφώματα που εκφράζουν το μηδενιστικό, καταστροφικό/αυτοκαταστροφικό ένστικτο του πρώην νοικοκύρη ή άλλα, που προσπερνώντας τα πραγματικά δεδομένα του παρόντος και με αναφορά στο διαβόητο λαμπερό παρελθόν, ευαγγελίζονται ένα εξίσου λαμπερό μέλλον στηριγμένο στην «κοινή λογική» (λες κι υπάρχει τέτοιο πράγμα).

Στην πραγματικότητα, αυτό που περιγράφεται ως «ρευστότητα» είναι η αποσύνθεση της Ελλαδικής κοινωνίας, η οποία παρά την Κυβερνητική ρητορική συνεχίζεται κι εντείνεται. Και πραγματικό σχέδιο εξόδου από την Κρίση, δηλαδή σχέδιο ανασυγκρότησης του κοινωνικού σώματος, δεν έχει να προτείνει κανείς, ούτε από τους εντός, ούτε από τους εκτός…

Το κοριτσάκι

Προχθές το βράδυ στη Bd Sébastopol ένα κοριτσάκι στεκόταν μόνο στη μέση του πεζοδρομίου κι έκλαιγε. Θα ‘ταν 8.30 ή 9.00 και κόσμος πολύς πηγαινοέρχονταν, πεζοί κι εποχούμενοι, κι αυτή τυλιγμένη στο πορτοκαλί μπουφανάκι της, με το γκρι παντελόνι και τις κόκκινες μπότες, έκλαιγε γοερά τρίβοντας τα μάτια της με το ένα χέρι και κρατώντας το άλλο σφιγμένο στην κοιλιά της. Όλοι ξένοι, όλοι άγνωστοι, όλοι βιαστικοί κι αδιάφοροι –κανένας κανένας δεν στεκόταν δίπλα της, κανένας που να φαινόταν οικείος της. Το κοριτσάκι έμοιαζε χαμένο, έρημο, μόνο, στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης γεμάτο ανθρώπους κάθε φυλής, φύλου κι ηλικίας.

Να σταματήσω;

Τα γαλλικά μου δεν είναι τόσο καλά, ώστε να συνεννοηθώ με άνεση μαζί της –πολύ δε περισσότερο για να την βοηθήσω ή να την παρηγορήσω ουσιαστικά.

Κι έπειτα, όλοι ετούτοι οι ντόπιοι, που την προσπερνάει ρίχνοντας μόνο μια πλάγια ματιά, κάτι δεν θα ξέρουν περισσότερο; Το ενδιαφέρον ενός ενήλικα για ένα άγνωστο παιδί, έστω κι αν αυτό κλαίει μόνο στη μέση του δρόμου, είναι ύποπτο στις μέρες μας.

Της έρριξα κι εγώ ένα βλέμμα και την προσπέρασα χωρίς να επιβραδύνω τον βηματισμό μου. Την προσπέρασα και το κλάμμα της ακουγόταν ακόμα. Πέρασα την rue Reynie, άλλαξα τετράγωνο, αλλά η φωνή της ακουγόταν ακόμα…

.

Τοποθέτησα αυτό το κοριτσάκι, έτσι, μόνο, αβοήθητο, να κλαίει, στην Αθήνα, στο κέντρο. Κάπου στην Πανεπιστημίου, ορθή στα βρώμικα πεζοδρόμια, ανάμεσα στο νευρικό πλήθος, τα λεωφορεία, τους μικροπωλητές και τους κουλουρτζήδες, τα πρεζάκια. Η Αθήνα έχει πολύ θόρυβο και η φωνή της θα χανόταν. Θα απέμενε μόνο η εικόνα της. Αλλά η έρημη φιγούρα της, που άσκοπα στέκεται καταμεσής του δρόμου με το ένα χέρι να τρίβει τα κλαμένα της μάτια και το άλλο γροθιά, δεν διαφέρει από την ερημιά που κάθε κάτοικος της Αθήνας ζει κι αισθάνεται –χωρίς σκοπό, χωρίς ελπίδα, κάπως έτσι εγκαταβιούμε όλοι μας 4 χρόνια τώρα, αδύναμοι σαν εγκαταλελειμένα παιδιά, ελπίζοντας στο ευσπλαχνικό βλέμμα των διερχόμενων ξένων.

.

Τοποθέτησα το μικρό κορίτσι και στα Γιάννενα. Να κλαίει μόνο μπροστά στη Νομαρχία, ανάμεσα σε νεαρούς που περιμένουν την αγαπημένη τους, ζευγάρια που βολτάρουν πιασμένα χέρι-χέρι, συνταξιούχους σφιγμένοι στα παλτά τους, συνδικαλιστές που μοιράζουν φυλλάδια…

Εδώ το κοριτσάκι μας έχει περισσότερες πιθανότητες να το δουν και να του μιλήσουν και να το παρηγορήσουν. Όχι πάρα πολλές, αλλά σαφώς περισσότερες –ειδικά, και πονάει η καρδιά που που το γράφω, αν ήταν ένα κοριτσάκι σαν αυτό στην Sébastopol, καλοντυμένο, περιποιημένο, καθαρό –δικό μας…

.

Μέχρι να φτάσω στο σπίτι ξέχασα το κορίτσι, ξέχασα τα σενάρια, ξέχασα και τα συμπεράσματα –αν είχα καταλήξει σε κάποια. Τι σημασία όμως έχουν τα λόγια και οι αναλύσεις; Σε τέτοιες ειδικά περιστάσεις οι πράξεις μας μιλάνε πιο καθαρά, κραυγάζουν, από τον κάθε θεωρητικό λόγο. Κι όλοι καταλαβαίνουμε. Το θέμα είναι τι κάνουμε – αν μπορούμε δηλαδή κάτι να κάνουμε…

Πρωτοχρονιά με τον Διονύση Σαββόπουλο

Χθες ξανάδα την εορταστική εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου, με την οποία υποδεχτήκαμε το σωτήριο έτος 1988.

Λέω «ξανάδα» γιατί, αν και ήμουν 12 χρονών την προηγούμενη φορά που το είχα δει, έχει χαραχτεί ανεπανόρθωτα στην μνήμη μου: Θυμόμουνα σκηνές, τραγούδια, ατάκες –σαν μέσα σε όνειρο, βέβαια, αλλά τα θυμόμουνα.

Το πρόγραμμα ξεκινάει με μια λαμπερή έναρξη στο γούστο εκείνης της εποχής: Ο Σαββόπουλος τραγουδάει συνοδεία ορχήστρας και χορωδίας τα κάλαντα κι ένα δικό του τραγούδι για την περίσταση, το «Ευτυχισμένος ο καινούργιος πόνος». Κάτι όμως δεν του κάθεται καλά, όλα του φαίνονται πρόχειρα, ανέμπνευστα, κακοφτιαγμένα, και πάνω στην ταραχή και το τρακ του, παρατάει τους συνεργάτες του σύξυλους και κρύβεται στο καμαρίνι του μέσα σε μια ντουλάπα. Εκεί, ανάμεσα στα κρεμασμένα σακάκια και τα πουκάμισα θυμάται, επισκέπτεται τις μικροαστικές Πρωτοχρονιές της παιδικής του ηλικίας, τις γιορτές των εφηβικών και νεανικών του χρόνων, τις πρωτοχρονιές που γιόρτασε σαν νέος μουσικός.

Και κάπου εκεί, σταματάει η αναδρομή και αρχίζει η αναρώτηση.

Ο Σαββόπουλος ακροβατεί στο χθες και στο (τότε, αλλά και νυν και αεί) σήμερα, επιχειρώντας να απαντήσει στο αίνιγμα του χρόνου –δηλαδή, στο πώς θα μπορέσει να φανεί αντάξιος της αγάπης του. Ένα εορταστικό υπαρξιακό δράμα, δηλαδή, που το υπογραμμίζουν σκηνές όπως εκείνη της συνομιλίας με την μητέρα του (την υποδύεται η Μίρκα Παπακωνσταντίνου) και με το παιδικό του ποδήλατο. Τα τραγούδια, άλλωστε, που επιλέγει ο Σαββόπουλος για να γιορτάσει, δεν είναι εκείνα του τρελού κεφιού. Είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο show, όπου η Μαρία Φαραντούρη τραγουδάει το «Μητέρα κι αδερφή» του Μάνου Χατζιδάκι και η Ντόρα Γιαννακοπούλου το «Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα» των Θεοδωράκη-Ελύτη. Το νόημα της Γιορτής του Χρόνου για τον Σαββόπουλο δεν βρίσκεται στο σκόρπισμα και το ξεφάντωμα, αλλά στη συνάντηση με τον Άλλο, η οποία, σύμφωνα με την άποψή του, προϋποθέτει βύθισμα στον μέσα εαυτό μας.

Και πόσοι Άλλοι δεν συναντιούνται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα! Ο Νταλάρας συνυπάρχει με τον Πανούση! Η Αλεξίου με την Αλίκη, ο Λουκιανός με τον Χριστοδουλόπουλο –και πάει λέγοντας. Στην εκπομπή εμφανίζονται για να δώσουν τις ευχές τους η Αρβελέρ, ο Ξενάκης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις (εύχεται στον Σαββόπουλο «να ξαναβρεί τον πραγματικό του εαυτό, δηλαδή να γράφει τραγούδια και να τραγουδάει τραγούδια» και «να φύγει η μεγάλη ανοησία, η οποία έχει πέσει στο Ελληνικό τραγούδι») κ.α.

.

Σήμερα, 26  χρόνια μετά την α΄ προβολή της, ο σαββοπουλικός εορτασμός βλέπεται εξίσου ευχάριστα, σαν καινούργιο πρόγραμμα κι όχι σαν μουσειακό δείγμα. Βέβαια, στις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που ζούμε, η γωνία από την οποία το βλέπουμε (και αυτό, αλλά και γενικότερα τα έργα του παρελθόντος) έχει αλλάξει. Φυσικά υπάρχει νοσταλγία –είναι το αναπόσπαστο στοιχείο των Γιορτών του Χρόνου για μας τους ενήλικες– αλλά είναι διαφορετική από την προ κρίσης νοσταλγία. Το παρελθόν δεν είναι πλέον μόνο ένας γλυκός καταγωγικός τόπος, το φιλόξενο καταφύγιο, αλλά η περίοδος που εισχώρησε μέσα μας το σκουλήκι που κατατρώγει τις σάρκες μας.

Βλέπουμε, λοιπόν, στην εκπομπή ότι μεταπολεμικά δεν καταφέραμε να ωριμάσουμε, όσο θα έπρεπε, για να τα βγάλουμε πέρα ευκολότερα στον σημερινό κόσμο. Αυτή την συνάντηση με τον Άλλο, που αναφέραμε και πιο πάνω, δεν την καταφέραμε. Δεν συν-χωρεθήκαμε. Παραμένουμε εγκλωβισμένοι ο καθένας στο δικό του δίκιο, στην δική του αλήθεια, και δεν δίνουμε χώρο εντός μας στον Άλλο.

Χειρότερα γίνανε τα πράγματα μεταπολιτευτικά. Στην πρόκληση της Ευρώπης απαντήσαμε είτε φοβικά, είτε με μια κοντόφθαλμη αυταρέσκεια, είτε με την καπατσοσύνη και την κουτοπονηριά του επαρχιώτη. Ήρθαμε σε επαφή με την Παράδοση, αλλά τυφλωμένοι και από το ευρωπαϊκό χρήμα, η σχέση μας μαζί της παρέμεινε επιδερμική. Πιο βαθιά δεν τολμήσαμε να πάμε. Δεν καταφέραμε να την ζωντανέψουμε και την νεκρώσαμε.

Τι μας απομένει λοιπόν σήμερα;

Μα φυσικά ο Άλλος. Αλλά, φοβάμαι, ακόμα δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να απλώσουμε τα χέρια. Που σημαίνει –κατά την σαββοπουλική φιλοσοφία– ότι χρειάζεται περισσότερη δουλειά μέσα μας, πιο βαθιά βουτιά εντός μας. Πρέπει να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας, για να συν-χωρέσουμε τους άλλους.

Άμποτε!

,

ΥΓ. Είδα την εκπομπή στο youtube. Το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ δεν υπάρχει πια. Κάποιος μερακλής την είχε μαγνητοσκοπήσει, την ψηφιοποίησε και την ανέβασε ώστε όλοι μας να επωφεληθούμε. Σε πιάνει μεγάλη πίκρα, που η ιστορία της χώρας μας έσβησε έτσι, σε μια στιγμή, σε μια επίδειξη τσαμπουκά –δηλαδή σε μια επίδειξη ό,τι πιο παρωχημένου διαθέτει ακόμα η κοινωνία μας. Όχι βέβαια ότι η ΕΡΤ ήταν κάποια άμωμη παρθένος. Αλλά (και) η εκπομπή αυτή αποδεικνύει ότι και τις πιο σκοτεινές της ώρες, παρήγε προγράμματα για τα οποία είμαστε ακόμα και σήμερα περήφανοι.

Μυρωδιές

Τα Ευαγγέλια είναι γεμάτα μυρωδιές:

Από την αποφορά του νεκρού Λάζαρου ως το μύρο που άλειψε η αμαρτωλή τα πόδια του Ιησού, οι οσμές πάνε κι έρχονται. Και δεν είναι μυρωδιές ουράνιες και παραδείσιες, αλλά καθημερινές, ανθρώπινες, χθαμαλές. Έτσι, και από αυτή την πλευρά, της όσφρησης, ο καθημερινός, ο αδύναμος άνθρωπος, ο ταπεινός, ο εξαθλιωμένος, ο άρρωστος σωματικά ή ψυχικά εισβάλλει στο προσκήνιο μέσω των Ευαγγελίων.

Η συνέχεια ήταν ανάλογη.

Οι Βίοι των αγίων δεν χάνουν ευκαιρία να μας μεταφέρουν τις μυρωδιές της εποχής και των ηρώων τους: Ο Συμεών ο Στυλίτης πριν ανέβει στην κολώνα ασκήτευε σ’ ένα κοινόβιο. Εκεί έδεσε το κορμί του τόσο σφιχτά με μια τριχιά, ώστε σύντομα η σάρκα του άρχισε να σαπίζει και να βρωμάει τόσο πολύ, που οι συμμοναστές του διαμαρτυρήθηκαν στον ηγούμενο. Χωρίς πολλές λεπτομέρειες, αλλά με σαφήνεια, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός αναφέρεται στην δυσάρεστη οσμή της αδελφής του Γοργονίας στον Επιτάφιο που έγραψε στην μνήμη της, εξαιτίας της μακράς αποχής από το λουτρό. Ο Μακάριος ο Ρωμαίος χρησιμοποίησε τον απόπατο ως οδό διαφυγής από τον κόσμο το βράδυ του γάμου του.

Αν όλα αυτά συγκριθούν με των κόσμο των αρχαίων μυθιστορημάτων, όπου ευγενικοί νέοι και νέες (ή νέοι πάλι…), πανέμορφοι και υγιείς, ερωτεύονταν σε ευωδιαστούς κήπους για να περιπλανηθούν έπειτα σε μια Μεσόγειο εξιδανικευμένη, πολύχρωμη και οπωσδήποτε άοσμη, αν όχι μοσχοβολούσα, ή ακόμα-ακόμα με κείμενα, όπως ο Βίος του Πλωτίνου, που το σώμα, οι λειτουργίες του και φυσικά οι μυρωδιές του, είναι πλήρως αποκλεισμένα και δεν θεωρούνται μέρος της ταυτότητας του ανθρώπου, η διαφορά, το καινούργιο που κομίζει ο αρχαίος Χριστιανισμός, καθίσταται σαφέστερο.

Ο χριστιανός της εποχής εκείνης, όπως παρατηρεί η Susan Ashbrook Harvey (Scenting Salvation. Ancient Christianity and the olfactory imagination, Los Angeles, Berkeley, London 2006) απέκτησε μια (αυτο)συνειδησία της πολιτισμικής του κληρονομιάς, την έφερε στο κέντρο της προσοχής και της μελέτης του, την εναγκαλίστηκε σφιχτά, αλλάζοντάς την όπου χρειαζόταν, για να έρθει πιο κοντά στις δικές του αγωνίες. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει και τις μυρωδιές, αλλά πάνω απ’ όλα, το σώμα.

Γιατί στην χριστιανική λογοτεχνία της ύστερης αρχαιότητας το σώμα δεν εξιδανικεύεται, όπως στα αρχαία μυθιστορήματα, ούτε εξορίζεται, όπως στον πλατωνισμό του Πλωτίνου, αλλά είναι συνεχώς παρόν.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σχέση του αρχαίου χριστιανού με το σώμα του είναι δύσκολη, αλλά το σώμα του είναι εκεί, πανταχού παρόν, εμπόδιο και μέσον ταυτόχρονα για την επίτευξη των στόχων του. Ο αγώνας του ασκητή με τους δαίμονες, δεν είναι παρά αγώνας με τις ανάγκες του σώματός του και την θέλησή του, την πείνα, την δίψα, την κακουχία, την ερωτική στέρηση. Έτσι όμως το σώμα του καθίσταται αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητάς του, κομμάτι της μοναδικότητας, της ιδιοπροσωπίας του αν θέλετε. Η λατρεία των λειψάνων, η φροντίδα του νεκρού, που πλέον δεν καίγεται, δεν εξαφανίζεται, ακριβώς αυτό μαρτυρά: Το μεταμορφωμένο, αγιασμένο ανθρώπινο σώμα, κάθε τεμάχιο, κάθε σπόνδυλος ή χόνδρος του είναι ο άγιος. Και βέβαια δεν ανήκει πλέον στον ίδιο, αλλά στην κοινότητα – αυτό ακριβώς που ήθελε να αποφύγει ο Μέγας Αντώνιος, όταν ζήτησε από τους μαθητές του να τον θάψουν σε μυστική τοποθεσία.

.

Σήμερα η σχέση των ανθρώπων με το σώμα τους είναι πιο στενή από οποιοδήποτε άλλο ιστορικό προηγούμενο. Είμαστε το σώμα μας με τρόπο μοναδικό και απόλυτα εξατομικευμένο – το πνεύμα έχει τεθεί στο περιθώριο της έγνοιας μας.

Βέβαια, το «είμαι το σώμα μου» δεν συνεπάγεται αποδοχή· πολύ δε περισσότερο δεν συνεπάγεται αγάπη.

Αρκεί να δει κανείς τα χίλια-μύρια αρώματα και αποσμητικά που είναι αραδιασμένα στα ράφια των σουπερμάρκετ. Πέραν των γνωστών και συνηθισμένων, υπάρχουν και τα απολύτως εξειδικευμένα: Αποσμητικά για τον ιδρώτα, τις μασχάλες, τα πόδια, την «ευαίσθητη περιοχή», την τουαλέτα. Αρώματα που επιχειρούν να εξαφανίσουν και να μεταμορφώνουν οσμές που για τον παλαιότερο άνθρωπο ήταν τόσο συνηθισμένες και αναμενόμενες, που ίσως-ίσως δεν τις πρόσεχε καν. Αν τώρα σ’ αυτά προσθέσουμε και τα γυμναστήρια, τις δίαιτες, τις πλαστικές, τα καλλυντικά, τα ψυχοφάρμακα, διαπιστώνουμε ότι μπορεί να ταυτιζόμαστε με το σώμα μας, αλλά η σχέση μας μαζί του παραμένει δυσλειτουργική.

Ο δυτικός άνθρωπος συνεχίζει να επιδιώκει την μεταμόρφωση του σώματός του σε κάτι άλλο. Όχι βέβαια πλέον σε πνευματική/άυλη ύλη δια μιάς ασκητικής που πρώτα θα αλλάξει τον μέσα άνθρωπο και μετά θα επιδράσει και στο σώμα, αλλά απευθείας, με στοχευμένες, επιστημονικές, απολύτως εξειδικευμένες παρεμβάσεις.

Αναγόμαστε έτσι σ’ ένα πρότυπο –αυτό που βλέπουμε στις διαφημίσεις ή το σινεμά– το οποίο δεν αναφέρεται καθόλου στον τρόπο που σκεφτόμαστε, τις ιδέες ή τις αξίες μας, αλλά μόνο σε αυτό που δείχνουμε προς τα έξω.

Συνιστά αυτό αποενοχοποίηση; Μεγαλύτερη διαφάνεια; Καλλίτερη συγκρότηση του ατόμου; Ή μήπως ρηχότητα;