Category Archives: ιστορίες

Καινούργιοι μύθοι

Ο ουρανός μια μαύρη τρύπα. Τα ηλεκτρικά φώτα δεν αφήνουν τίποτα άλλο να φανεί πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Κι οι πολυκατοικίες περιόρισαν την απεραντοσύνη του σε στενές επάλληλες λουρίδες. Μαύρες ταινίες, σκοροφαγωμένες ο ουρανός τις νύχτες –χρειάζονται τεχνητά φώτα, πυροτεχνήματα ή προβολείς, για να μ ας κάνουν να στρέψουμε το βλέμμα μας προς τα κει. Αλλά τα φώτα αυτά δεν είναι αστέρια· δεν μας κάνουν να ονειρευόμαστε. Που σημαίνει ότι οι μύθοι που θα γεννήσει αυτή η γενιά –ή μάλλον η επόμενη– δεν θα προέρχεται, δεν θα αναφέρεται στα πάνω, αλλά στα κάτω. Ή μάλλον στα δίπλα, στα απέναντι.

Το αγόρι και το κορίτσι που ζωγράφιζαν με σπρέι έναν τοίχο προχθές· η κοπέλα του απέναντι διαμερίσματος που στέκει μπρος στο ανοιχτό παράθυρο και καπνίζει κοιτώντας το κενό ή εμένα· η ηλικιωμένη κυρία που στην ουρά του σουπερμάρκετ βγάζει παλιές φωτογραφίες από την τσάντα της και τις κοιτάζει με ένα χαμόγελο νοσταλγίας· ο πιτσιρικάς που χορεύει στις μουσικές του κινητού του· ο απέναντι που ξύνει προσεκτικά την μύτη του μολυβιού και τρώει τα νύχια του πριν γράψει μια λέξη στο χαρτί· ένα ζευγάρι που βαδίζει με τα κεφάλια κατεβασμένα· ο ελεγκτής που παίρνει το εισιτήριό μου, το φέρνει μπροστά στα μάτια του για ένα κλάσμα δευτερολέπτου και μου το επιστρέφει χωρίς πραγματικά να το ελέγξει. Το παίρνω και στέκω για μια στιγμή αμήχανος κοιτώντας τον, αλλά έχει ήδη προχωρήσει στον επόμενο, τον μεθεπόμενο έλεγχο, οπότε το βάζω στην τσέπη μου και προχωράω. Αποβάθρα για την γραμμή 4 και μετά γραμμή 10. Κόσμος, αλλά όχι πολύς, μετά την Châtelet βρίσκω και θέση για να καθίσω: ανάμεσα σε μια θεόρατη μεσήλικα κι έναν τριαντάρη τύπου γιάπη που στέλνει μηνύματα χαμογελώντας. Κάθομαι και φοράω τα ακουστικά μου. Η μουσική είναι ένας τρόπος να περάσει η ώρα· να δημιουργήσεις μέσα στην πολυκοσμία μια μικρή ιδιωτικότητα. Ο άλλος είναι το διάβασμα. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, δεν βρίσκω λόγο να διαβάζω 3-4 σελίδες περιμένοντας να φτάσω στον προορισμό μου. Το έχω δοκιμάσει, και πάντα μου φαινόταν ότι χαλάω το βιβλίο –χειρότερα: ότι στερώ από τον εαυτό μου μια μεγαλύτερη, βαθύτερη απόλαυση. Το διάβασμα απαιτεί αφιέρωση, δηλαδή χρόνο. Αφιέρωση και σκέψη. Και το τραγούδι, φυσικά απαιτεί αφιέρωση, αλλά για μένα το ν’ ακούσω 4 ή 5 τραγούδια, και μάλιστα από κείνα που δεν βάζω ποτέ στο σπίτι, είναι πιο αποδεκτό. CardinalLemoine, λέει η φωνή του συρμού και σηκώνομαι. Κατεβαίνω από το τραίνο και κατευθύνομαι προς την έξοδο. Σε 2 περίπου λεπτά θα διαβαίνω την Μεγάλη Μπλε Πόρτα.

Advertisements

Για τον αρχαίο μοναχισμό

Το πιο γνήσιο κίνημα της Ύστερης Αρχαιότητας, που διαπέρασε οριζόντια και κάθετα κάθε κοινωνική και οικονομική τάξη, κάθε μορφωτικό και καταγωγικό υπόβαθρο, ήταν ο Χριστιανικός ασκητισμός. Όταν ο κόσμος των πόλεων και των χωρίων έγινε πλέον αφόρητος, ένας νεαρός Αιγύπτιος –ήταν δεν ήταν 18 ετών– τον εγκατέλειψε και εισήλθε στην έρημο.

Η πράξη του δεν ήταν ούτε τόσο απλή, ούτε τόσο μονοσήμαντη, όσο μας φαίνεται σήμερα. Ο Αντώνιος δεν άλλαξε απλώς τόπο και τρόπο ζωής –δεν παράτησε την πράσινη, γόνιμη γη του Νείλου για την καμένη πέτρα της ερήμου. Πέρασε σε έναν εντελώς άγνωστο και αχαρτογράφητο κόσμο, όπου κανένα από τα δεδομένα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού δεν ίσχυε και όπου όλα ήταν δυνατά –το αντίστοιχο για μας σήμερα θα ήταν να περάσουμε σε μια άλλη διάσταση ή να βυθιστούμε σε μια μαύρη τρύπα. Γιατί στις ερήμους της Ύστερης Αρχαιότητας κατοικούσαν παράξενες φυλές και άνθρωποι με κεφάλια ή άκρα ζώων, κάθε λογής πνεύματα και κτήνη, άγγελοι, παράξενα φυτά με ψωμιά στα κλαδιά τους, διαμάντια και θησαυροί κάθε λογής.

Με την εγκατάστασή του στην έρημο, ο Αντώνιος διεύρυνε το φαντασιακό ορίζοντα των ανθρώπων της εποχής του πολλαπλασιάζοντας ταυτόχρονα τις δυνατότητες και τις επιλογές τους. Έδωσε διέξοδο στην δυσφορία τους. Ό,τι δεν χωρούσε ο κόσμος, ότι απέρριπτε, ό,τι ξερνούσε, έβρισκε εκεί γόνιμο έδαφος ν’ ανθίσει. Γι’ αυτό και συνέρρεαν εκεί άνθρωποι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, όπως ο πρώην λήσταρχος Μωυσής ο Αιθίωψ και ο Αρσένιος, ο δάσκαλος των μετέπειτα αυτοκρατόρων Αρκαδίου και Ονωρίου.

Έτσι, στις Σκήτες της Αιγυπτιακής ερήμου δημιουργήθηκε ένας άλλος τρόπος κοινωνικής οργάνωσης, μια διαφορετική αντίληψη της εργασίας και της ιδιοκτησίας, μια νέα ιεράρχηση των αναγκών και των αξιών, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η απλότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το βασικό έργο που καταγράφει τα έργα και τις ημέρες τους, τα Αποφθέγματα Γερόντων, είναι γραμμένα σε ανεπιτήδευτη, καθημερινή γλώσσα, χωρίς ρητορισμούς και με θαυμαστή οικονομία έκφρασης –βρίσκεται δηλαδή στον αντίποδα των συγγραμμάτων των χριστιανών και εθνικών διδασκάλων, που άκμαζαν στην γειτονική Αλεξάνδρεια. Και τα θέματα που τους απασχολούσαν ήταν εξίσου απλά και στόχευαν στην περαιτέρω απλούστευση της ζωής τους. Στα Αποφθέγματα δεν θα βρει κανείς υψηλές θεολογικές συζητήσεις, αλλά παρατηρήσεις και σχόλια για την απτή καθημερινότητα του ανθρώπου, την εξωτερική και την εσωτερική, που συχνά εντυπωσιάζουν και τους σημερινούς αναγνώστες για την οξυδέρκεια και την επικαιρότητά τους.

Υπάρχει μια ιστορία, η 8η του αββά Ποιμένος, που είναι πολύ χαρακτηριστική αυτής της τάσης:

Επισκέφθηκε κάποτε ένας ξενικός γέροντας την Σκήτη και ζήτησε να συναντήσει τον αββά Ποιμένα, γιατί είχε ακούσει πολλά γι’ αυτόν. Οι δυο γέροντες συναντήθηκαν κι αφού αντάλλαξαν ασπασμό, ο ξενικός άρχισε να μιλάει περί πνευματικών και ουρανίων. Ο Ποιμένας άκουγε σιωπηλός. Ο άλλος συνέχιζε να μιλάει περιμένοντας απόκριση, ώσπου απογοητευμένος σηκώθηκε κι έφυγε. «Μάταια έκανα αυτό το ταξίδι», είπε στους μαθητές του Ποιμένα, που ήταν έξω από το κελί, «ο γέροντας δεν θέλει να μου μιλήσει». Πήγε μέσα τότε ένας από αυτούς και είπε στον Ποιμένα το παράπονο του ξενικού, προσθέτοντας ότι αυτός θεωρείται πολύ σπουδαίος στα μέρη του. Και του απαντάει ο γέρων: «Αυτός ανήκει στον ουρανό και μιλάει για τα επουράνια, εγώ όμως ανήκω στα κάτω και μιλάω για τα επίγεια. Αν μου μιλούσε για τα πάθη της ψυχής, θα του απαντούσα· τα πνευματικά εγώ δεν τα ξέρω.»

Η σιωπή του Γρηγορίου

Την άνοιξη του 382 ο σημαντικότερος ρήτορας της εποχής –και ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ρήτορες του αρχαίου κόσμου– και πρώην αρχιεπίσκοπος των υποστηρικτών του Ομοουσίου της Κωνσταντινούπολης, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός ή Θεολόγος, όπως είναι γνωστός στον τόπο μας, πήρε την παράδοξη απόφαση να σταματήσει να μιλάει. Η σιωπή του διήρκησε όλη την περίοδο της Σαρακοστής (από τις 9 Απριλίου ως την 17η Μαρτίου) και προκάλεσε την αμηχανία των συγκαιρινών του, γνωστών, φίλων, εχθρών, αλλά και των σημερινών μελετητών του βίου και του έργου του.

Γιατί πως εξηγείται η αφωνία του ρήτορα; Προς τι η σιωπή του ιεροκήρυκα; Τι σημαίνει το κλειστό στόμα του εργάτη του λόγου; Δεν υπάρχει εδώ μια θεμελιώδη αντίθεση; Το ένα, η μη-πράξη, δεν αναιρεί το άλλο, την ιδιότητα;

Εύλογα λοιπόν τα γιατί, σύγχρονα κι αρχαία.

Ο ίδιος σε επιστολές και κάποια αυτοβιογραφικά ποιήματα που συνέθεσε εξηγεί ότι η σιωπή του είναι μια ασκητική πρακτική. Όπως ο Αντώνιος εισήλθε στην έρημο κι ο Συμεών ανέβηκε στον στύλο, έτσι κι εκείνος σταμάτησε να μιλάει. Κι αυτό, πρόσθεσε, για να προφυλαχτεί τόσο από τους εχθρούς του, όσο κι από τον ίδιο του τον εαυτό –είναι δηλαδή ένας τρόπος σωτηρίας.

Δυο παρατηρήσεις:

Όπως ήδη αναφέραμε, ο Γρηγόριος μπορεί να μην μιλούσε, όμως έγραφε, διατηρούσε αλληλογραφία, αναστοχαζόταν πάνω στη ζωή και τις πράξεις του με τους στίχους του. Η άσκησή του δηλαδή είχε να κάνει μόνο με την ομιλία και δεν επεκτείνονταν στον γραπτό λόγο και πιθανότατα στις χειρονομίες, τα νοήματα και τις γκριμάτσες. Συνεπώς, η απόφασή του να σιωπήσει δεν ήταν και απόφαση να αποκοπεί από τον κόσμο, ούτε να σταματήσει την επικοινωνία, να κόψει τους διαύλους, να ιδιωτεύσει.

Επιπλέον, η άσκηση αυτή κράτησε πάνω-κάτω 50 μέρες, ως το Πάσχα. Δεν ήταν μια δέσμευση εφ’ όρου ζωής, όπως του Αντωνίου ή του Συμεών. Που σημαίνει, ότι σε αντίθεση μ’ εκείνους ο Γρηγόριος στόχευε όχι στην δημιουργία μιας ιδιαίτερης σχέσης με τον Θεό, αλλά στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης του με τους ανθρώπους. Η σωτηρία μέσω αυτού προσδοκούσε να έρθει.

Σε μια εποχή, όπως εκείνη των τελών του 4ου αιώνα, που υπήρχαν τόσες πολλές κραυγές, για κάποιον που είχε βρεθεί λόγω ιδιότητας, λειτουργήματος και ταλέντου στο επίκεντρο της οχλαγωγίας (είχαν προηγηθεί μεταξύ των άλλων διαδηλώσεις και αντιδιαδηλώσεις, αποστασίες, μια θυελλώδης Σύνοδος και δυο απόπειρες δολοφονίας εναντίον του Γρηγορίου για το θέμα του Ομοουσίου), η σιωπή ήταν ο μόνος τρόπος για να επανατοποθετήσει τον εαυτό του μέσα στον κόσμο, αλλά και τον κόσμο μέσα στον εαυτό του.

…………………………

Είναι παράξενο.

Ήθελα να γράψω ένα κείμενο για όλα αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν με την Τρόικα και τα νέα κόμματα, τις διαρκείς υποσχέσεις για την επερχόμενη ανάπτυξη και τις περί όνου σκιάς διαμάχες με τίτλο «Οι ζωές μας σε παύση», αλλά κατέληξα να γράφω για την σιωπή του Γρηγορίου.

Ή μάλλον εντελώς φυσιολογικό, τώρα που το ξανασκέφτομαι…

Πρόχειρο

Στο σχολείο, από το Γυμνάσιο, αλλά κυρίως στο Λύκειο, παίρναμε καθημερινά μαζί μας το πρόχειρο. Ήταν μεγάλου μεγέθους τετράδιο, πολυσέλιδο, συνήθως σπιράλ με πολλά θέματα, στα οποία κρατούσαμε σημειώσεις από όλα τα μαθήματα, τις οποίες, υποτίθεται, θα χρησιμοποιούσαμε αργότερα στη μελέτη μας. Καμιά φορά εκεί λύναμε και τις ασκήσεις για το σπίτι ή γράφαμε ό,τι μας υπαγόρευε στην ώρα του μαθήματος κάποιος δάσκαλος.

Έτσι στο πρόχειρο συνυπήρχαν μεταφράσεις αγνώστων κειμένων, κλίσεις ανωμάλων ρημάτων, λύσεις εξισώσεων και ταυτότητες, μαθηματικοί τύποι, χημικές ενώσεις, φυσικοί νόμοι και δόγματα της Εκκλησίας, χρονολογίες σημαντικών γεγονότων και ονόματα πρωταγωνιστών, βιογραφικά συγγραφέων και ποιητών με κάθε είδους ορισμούς.  Και μαζί στίχοι των αγαπημένων μας τραγουδιών, τίτλοι και ατάκες από ταινίες, φωτογραφίες και ονοματεπώνυμα πρωταγωνιστών, ραβασάκια, αυτοβιογραφικές σημειώσεις, συνθήματα, σκίτσα, τρίλιζες, αστειάκια.

Για έναν μαθητή σαν εμένα και τους φίλους μου, πιθανότατα δηλαδή για κάθε μαθητή, το πρόχειρο έπαυε να είναι το βοήθημα του απογευματινού διαβάσματος, αλλά γινόταν κάτι σαν ημερολόγιο. Ή δελτίο ταυτότητας, ένα χάραγμα στον κόσμο της μέσα μας ζωής, καθρέφτης όχι τόσο του ποιος είμαι τώρα, αλλά του ποιος θέλω να γίνω.

Συνέβη λοιπόν το παράδοξο:

Ενώ αντιπαθούσα το σχολείο –ειδικά το Λύκειο – να αγαπώ τα πρόχειρα τετράδια. Τα ένιωθα –τα νιώθω δηλαδή– σαν ένα κομμάτι του εαυτού μου. Γι’ αυτό και δεν τα πέταξα μαζί με τα άλλα σχολικά ενθύμια, αλλά τα αποθήκευσα τρυφερά στο υπόγειο, να σαπίζουν αργά από τον χρόνο και την υγρασία μαζί με τον τότε εαυτό μου.

Το δε Σημειωματάριο, όταν το έστηνα πριν από 7 χρόνια, κάπως έτσι το φανταζόμουν:

Σαν ένα χώρο, που πρόχειρα θα σκαλίζω την ανησυχία μου.

Τι τα θυμάσαι όλα αυτά, θα ρωτήσεις. Σε έπιασε νοσταλγία;

Ναι, αλλά μια ιδιόρρυθμη νοσταλγία. Δεν μου λείπουν τα χρόνια, το τότε, αλλά το πρόχειρο, το πού, ένας χώρος που θα σημειώνω αυτά που μου έχουν καρφωθεί στο μυαλό. Όχι για να τα θυμηθώ, όχι για να μην τα ξεχάσω –δεν αναφέρομαι σε τέτοιου είδους σημειώσεις. Θέλω κάπου να γράφω πράγματα που δεν μου αρκεί να τα έχω μέσα μου, στο μυαλό μου· που για να τα χορτάσω θέλω να τα βλέπω απέναντι· να μπω εγώ μέσα τους, ει δυνατόν.

Σαν φοιτητής, που δεν είχαμε πια πρόχειρα, προμηθεύτηκα έναν φελοπίνακα και πάνω του καρφίτσωνα ό,τι ήθελα να βλέπω απέναντι. Φελοπίνακα είχα και τα 4 χρόνια στην Κύπρο, αλλά όχι πέρσι στην Αθήνα. Κι ούτε που μου έλειψε εκεί –παράξενο!

Μου λείπει όμως εδώ, που οι ιδιοκτήτες δεν επιτρέπουν τρύπες από καρφιά στους τοίχους, με αποτέλεσμα να κολλάω χαρτάκια στην ντουλάπα, που όλο πέφτουν, κι όλο τα σηκώνω, και τσαλακώνονται, και τσατίζομαι, τα σκίζω και τα πετάω, και τα ξαναγράφω…

Επιτρέψτε μου λοιπόν να σημειώσω κι εδώ αυτό που μου έχει κάτσει σήμερα, να δω, αν το μπλογκ μπορεί να λειτουργήσει κι έτσι:

Είμ’ ό,τι δεν έζησα…

Στην παγωμένη ακρογιαλιά

Η θάλασσα ξεβράζει στην παγωμένη ακρογιαλιά νεκρά κοχύλια, ξύλα, μαύρα φύκια.

Ερημιά.

Και μια απεραντοσύνη απ’ άκρη σ’ άκρη στον ορίζοντα που σου παγώνει την καρδιά. Μια άδεια απεραντοσύνη που σ’ εγκλωβίζει μέσα της. Τοπίο συνεχές κι απαράλλαχτο. Όπου και να πας, όσο και να προχωρήσεις, παραμένεις στο ίδιο σημείο. Ακόμα και τα σημάδια που αφήνω πίσω μου –οι στάχτες της χθεσινοβραδινής φωτιάς, μισοφαγωμένα ψαροκόκαλα, περιττώματα– τα καταπίνει και τ’ αφομοιώνει μ’ έναν τρόπο.

Ίσως να έχει αφομοιώσει κι εμένα. Να έχω βυθιστεί μέσα σε τούτη την ανώφελη απεραντότητα σαν σε κινούμενη άμμο, τον πηχτό χυλό του τίποτα. Ίσως ν’ αποτελώ κι εγώ ξερό κομμάτι του τοπίου σαν αυτόν τον βράχο που συντρίβεται στα κύματα –υπάρχουν στιγμές που το πιστεύω πραγματικά. Κάθομαι τότε ακίνητος όπου λάχει, στην άμμο, το νερό, τα βράχια, χωρίς να σκέφτομαι και χωρίς να νιώθω τίποτα. Το μέσα μου χάνεται στο έξω και το έξω στο μέσα –αν υπάρχουν βέβαια αυτές οι διακρίσεις· αν δεν είναι όλα ένα συνεχές, αξεδιάλυτο μηδέν.

Κι άλλες στιγμές με πιάνει μια μανία, σαν να προσπαθώ να αποδείξω στον εαυτό μου ότι πράγματι υπάρχω, ότι είμαι κάτι ζωντανό, διαφορετικό από την νεκρή φύση που με περιβάλλει και τρέχω, τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ αναζητώντας έξοδο· διέξοδο· ένα στοιχείο, έστω, διαφορετικό, κάτι που να μου δείχνει πως η δυνατότητα για κάτι άλλο υπάρχει.

Αλλά τίποτα δεν αλλάζει.

Δεν υπάρχει διέξοδος, έξοδος, άλλο. Ή, τουλάχιστον, εγώ δεν το βρίσκω. Τρέχω, τρέχω, τρέχω έχοντας αριστερά την γραμμή του θαλασσινού ορίζοντα, χρυσοπορτοκαλένιο απ’ το φως ενός δύοντα ηλίου και στα δεξιά το σταχτοπράσινο λιβάδι που ανεβαίνει ως τον ουρανό. Μέχρι που σταματάω. Σταματάω και κάθομαι σταυροπόδι πιέζοντας με δύναμη τις παλάμες στα μάτια μου. Τρίβω βίαια τα μάτια μου μήπως και ξυπνήσω· μήπως βλέπω έναν εφιάλτη. Αλλά όσο και να τα τρίψω είμαι πάντα εκεί, στην πεθαμένη ακρογιαλιά, μόνος, χωνεμένος στον χώρο. Και τότε δεν μου απομένει τίποτα άλλο από την φωνή. Ουρλιάζω κι εγώ μέχρι να ματώσουν τα πνευμόνια μου, αλλά τίποτα δεν ακούγεται…

Ιστορίες του φεγγαριού

«Πού θα πάτε να δείτε την πανσέληνο;»

Ρωτούσε η Χριστίνα από την αγκαλιά του καλού της. Ήμασταν τρία ή τέσσερα ζευγάρια στην παρέα, παραμονές της αυγουστιάτικης πανσελήνου και κοιταζόμασταν μεταξύ μας. Κανένας δεν μίλησε.

Η Χριστίνα μας κοίταξε απορημένη

«Μα δεν θα πάτε να δείτε το φεγγάρι;»

Τι είδους ερώτηση ήταν αυτή; Φυσικά και δεν θα πηγαίναμε να δούμε το φεγγάρι, το ηλιοβασίλεμα ή τα πεφτάστερα. Δεν είχε τεθεί καν τέτοιο θέμα, ποτέ δεν είχε τεθεί, και παρακαλούσα από μέσα μου τον καλό Θεό να μην τεθεί και στο μέλλον. Γιατί για μένα τότε, το να καθίσω να δω την πανσέληνο μου φαινόταν τόσο βαρετό, τέτοιο χάσιμο χρόνου, μια μαύρη τρύπα στη ζωή, που μόνο με τον θάνατο θα μπορούσε κάπως να συγκριθεί.

Η Χριστίνα δεν πτοήθηκε. Μας ανακοίνωσε ότι με τον Στέλιο είχαν ανακαλύψει ένα πολύ απομονωμένο μέρος, περίπου μια ώρα από την πόλη κι ότι ετοίμαζαν κανονική εκστρατεία με σκηνή, κρασιά και τα ρέστα για να απολαύσουν όοοολη την φαντασμαγορία του γεμάτου φεγγαριού. Την ακούσαμε χαμογελώντας συγκαταβατικά κι όταν το διαλύσαμε την κοροϊδέψαμε για τον παλιομοδίτικο και κάπως επιτηδευμένο ρομαντισμό της. Γυρίζοντας σπίτι θρηνήσαμε με την Ελένη την ατυχία του Στέλιου που θα έτρεχε νυχτιάτικα στις λόχμες και τις ερημιές και γελάσαμε με την καλή τύχη των εντόπιων κωνώπων, που καθώς δεν κάτεχαν από ρομαντισμούς και τα ρέστα, θα την έκαναν ταράτσα.

Είχε υγρασία και άπνοια. Είχαμε βαρύνει από τα ποτά και διασχίζαμε τον ακίνητο, βαρύ αέρα κάνοντας καμπύλες και κύκλους. Η σάρκα άχνιζε και τα φιλιά κολλούσαν στα στεγνά χείλια. Πάνω μας μια κολοβή σελήνη ασήμωνε τις πολυκατοικίες και τις θάλασσες γεμίζοντας τις καρδιές των ανθρώπων με το υλικό που έχουν οι καρδιές των ποιητών. Αλλά εμείς ήμασταν πολύ απασχολημένοι με τους εαυτούς μας, πολύ δοσμένοι στο αμοιβαίο πάθος μας για να μαγευτούμε από το φως της. Και ήμασταν και πολύ αφελείς και δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι η Χριστίνα και ο Στέλιος θα ήταν το ζευγάρι που θα επιβίωνε του μετεφηβικού πάθους, θα ωρίμαζε και θα στεριωνόταν. Ότι τους υπολοίπους η επόμενη αυγουστιάτικη πανσέληνος θα μας εύρισκε με άλλους συντρόφους ή μόνους, στα ίδια μέρη ή αλλού, με διαφορετικά αστεία και ίδια όνειρα.

Παιχνίδια του φεγγαριού…

Ένα καλό κορίτσι

«Θα σε στεναχωρήσω», της είπα, «αλλά ό,τι και να κάνεις, έχεις τη φάτσα καλού παιδιού κι αυτό δεν θ’ αλλάξει».

Μαλλιά βαμμένα κόκκινα, μαύρη φούστα, μαύρο σκισμένο καλσόν, δερμάτινο βραχιόλι ψηλά πάνω από τον αγκώνα, και τώρα καρφί στο κάτω χείλος δεξιά.

«Εγώ νιώθω σαν ένα πολύ-πολύ-πολύ κακό κωλόπαιδο», απάντησε.

«Το θέμα είναι πώς λειτουργείς».

Με κοίταξε για μια στιγμή ανέκφραστη. Πράσινα μάτια, χείλια ανοιχτά ίσα-ίσα για να φαίνεται μια γραμμούλα άσπρο. Και μετά με κλώτσησε κάτω από το τραπέζι.

Γέλασα.

«Γελάς, αλλά να ξέρεις ότι μπορεί να είμαι καλή κι ευγενική, αλλά κάποια μέρα θα σε κλωτσήσω εκεί που πονάς πραγματικά. Το έχω μέσα μου…»

Το ξέρω…