Category Archives: Κρίση

Κύκλος διαλέξεων: Τόποι, χρόνος και ορίζοντες της Ύστερης Αρχαιότητας

Ο Michel Foucault θεωρούσε ότι για να κατανοήσουμε καλλίτερα το νεώτερο άτομο, θα πρέπει να εξετάσουμε την ιστορική πορεία που το διαμόρφωσε. Ακολουθώντας αυτή την προτροπή, ο συγκεκριμένος κύκλος διαλέξεων θα εστιάσει στην ύστερη αρχαιότητα (3ος – 8ος αιώνας μ.Χ.), μια περίοδο βαθιάς και πολυεπίπεδης κρίσης, αλλά και μεγάλων υπερβάσεων, η οποία δικαίως θεωρείται μήτρα του σύγχρονου κόσμου.

Η ύστερη αρχαιότητα ξεκινά με την διάδοση του Χριστιανισμού και κλείνει με την ανάδυση του Ισλάμ –δυο μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, που τότε, για πρώτη φορά, χώρισαν τον κόσμο σε χριστιανική Δύση και ισλαμική Ανατολή. Παράλληλα, αρχαίες δομές καταρρέουν και νέες συστήνονται, το αξιακό σύστημα αναδιαμορφώνεται, οι ορίζοντες του πνεύματος και της φαντασίας διευρύνονται, νέες γωνίες θέασης της πραγματικότητας ανακαλύπτονται. Ο άνθρωπος επανακαθορίζει την θέση του στον χώρο και τον χρόνο και την σχέση του με τον εαυτό του θέτοντας τα θεμέλια του σύγχρονου κόσμου.

Σε αυτούς ακριβώς τους δύο άξονες δομείται ο συγκεκριμένος κύκλος διαλέξεων, που θα γίνουν στο Ίδρυμα Θεοχαράκη τις Παρασκευές του Απριλίου και του Μαΐου. Θα συζητηθεί η σχέση του ανθρώπου με τον χώρο εστιάζοντας σε θέματα, όπως η δημιουργία νέων ισχυρών κέντρων εξουσίας εκτός Μεσογείου και η σχέση τους με την Ρώμη και το Βυζαντινό κράτος, η καινούργια σχέση του ανθρώπου με το σώμα και την ψυχή, οι αντιλήψεις για τον έρωτα και την σεξουαλικότητα, την βία και τον πόνο, την αρρώστια και τον θάνατο.

Αμφιθέατρο Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη

15, 22 Απριλίου 2016
6, 13, 20, 27 Μαΐου 2016
Παρασκευή 18.00-20.00

Πληροφορίες: 210 3611206 • http://www.thf.gr

«Το κράτος είναι μια καταπιεστική μάνα» (συνέντευξη στον Αντώνη Παγκράτη)

 

Τα καφενεία συνιστούσαν ανέκαθεν καταφύγιο ιστοριών: προσωπικών, εθνικών, κοινωνικών. Ατομικής και συλλογικής μνήμης – όχι απαραίτητα αξιόπιστης αλλά καθορισμένης από την πολυπλοκότητα των επιλογών ενός εκάστου. Ετσι, για τον υπεραπλουστευμένο συμβολισμό, το κολωνακιώτικο «Καφενείο» στη Λουκιανού κρίθηκε ιδανικός τόπος συζήτησης με τον ιστορικό Φώτη Βασιλείου. Μέχρι το τέλος της κουβέντας, η σύνδεση ανάμεσα στην Υστερη Αρχαιότητα, που αποτελεί το πεδίο του, και τη σημερινή ελληνική κατάσταση φαίνεται σχεδόν αναπόφευκτη…

– Γιατί έγινες ιστορικός;

– Νομίζω ότι ασυνείδητα με έσπρωξε εκεί η αγάπη μου για την αφήγηση. Από παιδί με μάγευε κι εξακολουθεί να με μαγεύει κάθε αφηγηματικό είδος: το μυθιστόρημα, το σινεμά, η μπαλάντα, το παραμύθι. Η Ιστορία είναι μια έντεχνη αφήγηση που συγκροτεί και ανασυγκροτεί τη συλλογική και ατομική μας μνήμη. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που η μνήμη του ξεπερνάει τα όρια της βιολογικής του εμπειρίας. Μπορεί να μη ζήσαμε την Κατοχή, τη Μικρασιατική Καταστροφή ή το ’21, αλλά τα περιέχουμε. Η εικόνα που έχουμε γι’ αυτά διαμορφώνει τις ιδέες, τις ευαισθησίες, τον χαρακτήρα μας. Εδώ βρίσκεται, αν θέλετε, και η μεγάλη ευθύνη του ιστορικού.

– Τι ορίζουμε ως Υστερη Αρχαιότητα;

– Είναι η περίοδος που ξεκινάει με τη διάδοση του χριστιανισμού και τελειώνει με την άνοδο του Ισλάμ – χονδρικά θα λέγαμε από το 200 ώς το 750 μ.Χ. Οι χρονολογίες, όπως βλέπετε, δεν είναι με ακρίβεια καθορισμένες, όπως στις πιο παραδοσιακές περιοδολογήσεις, γιατί δεν ορίζεται από συγκεκριμένα στρατιωτικά, πολιτικά ή οικονομικά συμβάντα, αλλά από αυτά τα δύο σημαντικά πνευματικά γεγονότα. Αυτό δείχνει και τα ενδιαφέροντα όσων μελετάμε τη συγκεκριμένη περίοδο: ασχολούμαστε με τις σχέσεις, τις ιδέες, τις αισθήσεις, τη συγκρότηση της ταυτότητας, την αισθητική. Συνάδελφοι που μελετούν τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα της εποχής εκείνης προτιμούν να την ονομάζουν με τους πιο παραδοσιακούς όρους, Υστερη Ρωμαϊκή ή Πρώιμη Βυζαντινή – αναλόγως της οπτικής τους.

– Πώς κατέληξες εκεί;

– Δεν ήταν αυτονόητο. Μου πήρε πολλά χρόνια και πολύ κόπο γιατί αρχικά ήμουν στραμμένος στην κυρίως βυζαντινή περίοδο. Σπούδασα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τη δεκαετία του ’90, όταν ήταν ένα σημαντικό βυζαντινολογικό κέντρο. Παράλληλα, ήταν μια εποχή που ο κόσμος όπως είχε διαμορφωθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατέρρεε και η ελληνική κοινωνία αναζητούσε έναν δικό της τρόπο ύπαρξης, χωρίς ίσως και να πολυκαταλαβαίνει τον σύνθετο κόσμο που δημιουργούνταν γύρω της – όλα αυτά μάς έσπρωχναν στη μελέτη του Βυζαντίου. Αλλά κάτι με έτρωγε. Δεν μου αρκούσε να μελετήσω τον καθ’ ημάς Μεσαίωνα. Ηθελα να κατανοήσω πώς δημιουργήθηκε, τις προϋποθέσεις του. Αυτός ήταν και ο μόνος τρόπος να κατανοήσω τη σύγχρονη Ελλάδα και τελικά τον εαυτό μου. Ετσι, ενώ τα πρώτα μου ενδιαφέροντα περιστρέφονταν γύρω από το Υστερο Βυζάντιο, άρχισα να πηγαίνω όλο και πιο πίσω, όλο και πιο πίσω, μέχρι που έφτασα στην περίοδο που ονομάζουμε Υστερη Αρχαιότητα. Εκεί σταμάτησα.

– Οπότε έκανες ένα ταξίδι καταγωγών, το οποίο ακούγεται πολύ μοναχικό.

– Στην Ελλάδα δεν υπάρχει διδασκαλία και μαθητεία. Σίγουρα οι καθηγητές θα σου πουν μια γνώμη, φίλοι, συγγενείς θα σε στηρίξουν, θα σε ενθαρρύνουν, αλλά συστηματική καθοδήγηση δεν υπάρχει – τουλάχιστον εγώ δεν την αξιώθηκα. Επρεπε να ανακαλύψω τον τροχό, τη φωτιά, τον ηλεκτρισμό και να φθάσω σιγά σιγά στο σήμερα, στην εποχή των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ενστικτωδώς και ψηλαφητά προχώρησα. Χάνοντας χρόνο, κάνοντας λάθη, μαθαίνοντας μέσα από τις αποτυχίες.

– Γιατί όμως σταμάτησες εκεί; Γιατί δεν πήγες πιο πίσω;

– Η Υστερη Αρχαιότητα είναι μια μεταιχμιακή εποχή. Από τη μια, τότε ολοκληρώθηκε η κωδικοποίηση των γνώσεων και των επιτευγμάτων των παλαιότερων εποχών και, απ’ την άλλη, αυτά αξιοποιήθηκαν για να δοθούν απαντήσεις στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Η Υστερη Αρχαιότητα είναι η εποχή μιας μεγάλης και πολυδιάστατης κρίσης – οικονομικής, πολιτικής, θεσμικής, πνευματικής. Ο αρχαίος κόσμος κατέρρεε από τις εσωτερικές του αντιφάσεις και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις ανάγκες των καιρών. Ταυτόχρονα όμως είναι και η εποχή των μεγάλων λύσεων και υπερβάσεων. Οι απαντήσεις που δόθηκαν αποτέλεσαν τον σπόρο που κάρπισε τον σύγχρονο, νεωτερικό κόσμο.

– Στο βιβλίο σου ασχολείσαι με τον ρόλο του πατέρα εκείνη την περίοδο. Τι σημαντικό συνέβη στο πεδίο αυτό που άξιζε να μελετηθεί;

– Συνέβη μια κοσμογονία. Στις μεσογειακές κοινωνίες ο πατέρας θεωρούνταν ο αρχηγός, ο κυρίαρχος μέσα στην οικογένεια, και ήταν ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος για να αποφασίζει σχετικά με το παρόν και το μέλλον όσων ανήκαν στο νοικοκυριό που διεύθυνε. Επιπλέον, το ρωμαϊκό δίκαιο με τον θεσμό της patria potestas τού παρείχε απόλυτη εξουσία επί των απογόνων του. Κι ας μην ξεχνάμε ότι με τη διάδοση του ρωμαϊκού δικαίου σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας, οι βασικές αρχές της patria potestas υιοθετήθηκαν από όλη τη ρωμαϊκή οικουμένη. Κατά την Υστερη Αρχαιότητα όμως διατυπώθηκε με βασικό όχημα τον χριστιανισμό ένα αίτημα για μεγαλύτερη εξατομίκευση. Για να το πω απλά: τα παιδιά ζητούσαν πλέον να αποφασίσουν τα ίδια για τον εαυτό τους. Τα αγόρια δεν ήθελαν να ακολουθήσουν τον δρόμο που τους υποδείκνυε ο πατέρας και τα κορίτσια αντιστέκονταν στα προξενιά, ενώ οι γυναίκες αποκτούσαν σημαντική θέση στον νέο δημόσιο χώρο που διαμορφωνόταν, την Εκκλησία. Ετσι άρχισε να απομειώνεται η ηθική και πραγματική δύναμη του πατέρα προς όφελος της μητέρας και των τέκνων. Να δημιουργούνται τα δικαιώματα της γυναίκας και των παιδιών. Η πατρότητα από εξουσιαστική δύναμη αρχίζει πια να γίνεται πνευματική λειτουργία.

O ρόλος του πατέρα

– Πώς συνδέονται όλα αυτά με το σήμερα;

– Νομίζω ότι σήμερα ζούμε την τελευταία φάση αυτής της εξέλιξης. Ο πατέρας ως βιολογικός παράγοντας έχει σχεδόν καταστεί αχρείαστος – πριν από έναν μήνα μάθαμε ότι οι επιστήμονες κατάφεραν να κατασκευάσουν τεχνητό σπέρμα. Αυτό όμως καθόλου δεν απομειώνει τον πνευματικό του ρόλο: πρέπει να υπάρχει, για να εκπροσωπεί τον Αλλο στη συνείδησή μας. Αλλιώς δεν μπορούμε να ολοκληρωθούμε ως άτομα.

– Εδώ φαίνεται να υπάρχει μια συμβολική αντιστοιχία ανάμεσα στον πολίτη και το σύγχρονο ελληνικό κράτος.

– Το ελληνικό κράτος είναι μια καταπιεστική μάνα. Δεν υπάρχει κάποιος θεσμός που θα λειτουργήσει στις συνειδήσεις μας πατρικά, που θα μας βοηθήσει να απογαλακτιστούμε, να αναλάβουμε τις ευθύνες του εαυτού μας, να ωριμάσουμε. Ολα μάς ωθούν στο βόλεμα, δηλαδή στην επιστροφή στη ζεστή, υγρή και σκοτεινή μήτρα της μάνας-κράτους. Την κατάρρευση αυτού του οικοδομήματος ζούμε σήμερα.

– Πώς γίνεται να απογαλακτιστούμε από τη μάνα-κράτος;

– Το Ευαγγέλιο λέει κάτι πολύ απλό: να εγκαταλείπουμε τους γονείς μας και να φτιάχνουμε τις δικές μας οικογένειες. Αυτό πρέπει να κάνουμε και τώρα, να αποκολληθούμε από τη μήτρα και να ξανοιχτούμε στον κόσμο.

 

————

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Νίκος Πλατύραχος – Γιώργος Νταλάρας: Τα άστεγα

Τα άστεγαΗ σχέση του ρεμπέτικου –και κατ’ επέκταση του λαϊκού τραγουδιού – με την ανατολίτικη μουσική,
δεν χρειάζεται ιδιαίτερα επιχειρήματα για να στοιχειωθετηθεί –τουλάχιστον για μας του Έλληνες. Αρκεί να θυμίσουμε τους μανέδες, που με τόσο καημό τραγουδούσαν ο Στελλάκης, ο Στράτος, η Ρόζα και οι άλλοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες στις προπολεμικές ηχογραφήσεις ή τις ασυγκέραστες κλίμακες, που χρησιμοποιούσαν θρυλικοί μουσικοί, όπως ο Γιοβάν Τσαούς. Εκείνο που ξεχνάμε όμως είναι η εξίσου στενή σχέση του ρεμπέτικου –και κατ’ επέκταση του λαϊκού – με την δυτική (την «Ευρωπαϊκή») μουσική. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε στα τάνγκο-ζεϊμπέκικο του Μπιθικώτση, τις μπλουζιές του Τσιτσάνη ή τα μάμπο του Χιώτη για να βρούμε συγγένειες. Ήδη το 1932 ο Γ. Μπάτης για τον περίφημο «Μπουφετζή» του αντλεί την μελωδική γραμμή από το How Dry I am, ένα αρχαίο τραγουδάκι από τον καιρό της ποτοαπαγόρευσης.

Αυτή τη μάλλον λησμονημένη σχέση υπενθυμίζει, αναδεικνύει και διερευνά ο Νίκος Πλατύραχος στον καινούργιο του δίσκο. Παράλληλα όμως, μας δείχνει ότι οι λαϊκοί ρυθμοί έχουν την δυναμική, το εύρος και την πλαστικότητα να μιλήσουν στο σήμερα για το σήμερα και να διαλεχθούν δημιουργικά με άλλες μουσικές κουλτούρες. Με άλλα λόγια, Τα άστεγα αποδεικνύουν ότι όσοι θεωρούν το ρεμπέτικο ως τελειωμένο είδος κατάλληλο για μουσειακές αναβιώσεις προς τέρψιν των νοσταλγών και μόρφωσιν των νεώτερων, είναι απλώς άνθρωποι χωρίς φαντασία ή χωρίς ταλέντο. Έχει μάλιστα ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ο συνθέτης δεν συνδέει το ρεμπέτικο με είδη που φαντάζουν σαν μακρινά ξαδέρφια του, όπως το blues ή η country, αλλά με το ragtime, τον ήχο της Νέας Ορλεάνης, την jazz. Λιτές κι ευφάνταστες ενορχηστρώσεις συνδέουν δημιουργικά το καμηλιέρικο και το απτάλικο, με το cakewalk και το stride – το βάρος του ρεμπέτικου με την ανεμελιά του ragtime.

Με την δουλειά του αυτή ο Πλατύραχος δίνει στέγη στο αίσθημα που ταλαιπωρήθηκε περισσότερο τα τελευταία 5-6 χρόνια, στη χαρά, την αισιοδοξία, την ελπίδα για ένα καλλίτερο αύριο, στην ομορφιά της ζωής εν τέλει. Πραγματικά, δεν πρέπει να έχει υπάρξει περίοδος που μια γενικευμένη μιζέρια μας έχει επιβληθεί με τόση ένταση από δυνάμεις που αλληλοσυγκρούονται στα υπόλοιπα ενοχοποιώντας μάλιστα οτιδήποτε ξεφεύγει · ο χαρούμενος, ο αισιόδοξος, ο άνθρωπος που ελπίζει, που δημιουργεί αίφνης ενοχοποιήθηκε και καλείται από τους διαφόρους κήνσορες σε απολογία. Μέσα σε μια απέλπιδα και σκοτεινή εποχή, Τα άστεγα είναι μια μελωδική παραφωνία, στέγη για την χαρά και την προσδοκία, ένα κάλεσμα να δούμε την κατάσταση αλλιώς.

Οι εξαιρετικοί στίχοι που υπογράφουν ο ίδιος ο συνθέτης, καθώς και οι Γιάννης Δούκας, Δημήτρης Λέντζος, Κώστας Παπαγεωργίου, Δημήτρης Ρούλιας, Παναγιώτης Μακρή και η Τίνα Γιωτοπούλου, συμβάλλουν σε αυτή την προσπάθεια, μεταφέροντας στη  σύγχρονη εποχή παλιά ρεμπέτικα στιχουργικά μοτίβα και εμμονές. Για παράδειγμα στο «Αχ ψυχή μου φυλλοβόλα», ο Λέντζος θυμάται το παλιό βαμβακαρικό «Χθες το βράδυ στο σκοτάδι / μου την πέσανε δυο μαύροι»· η «Κουκλίτσα» είναι μια από εκείνες τις δαιμονικές, άσπλαχνες γυναίκες, που καταστρέφουν τους άντρες με τα σκέρτσα τους (ο Τσιτσάνης είχε περιγράψει κάμποσες τέτοιες)· η «Λουκία» είναι ένα ανεξάρτητο λαϊκό κορίτσι, σαν αυτά που σκιτσάριζε ο Π. Τούντας κ.ο.κ. Ταυτοχρόνως, σχολιάζουν διακριτικά, αλλά με χιούμορ και σαρκαστική διάθεση την σημερινή κατάσταση –δεν μπορεί κανείς παρά να χαμογελάσει, όταν ακούει τον Νταλάρα να τραγουδάει «…για την κρίση εγώ φταίω / και με πέταξαν στα ΚΤΕΟ».

Τα άστεγα αξιώθηκαν να έχουν και εξαιρετικές ερμηνείες. Ο Σταμάτης Κραουνάκης δίνει ρέστα στην «Λουκία»· η Ελένη Τσαλιγοπούλου και η Ασπασία Στρατηγού συνδυάζουν την ώριμη μελαγχολία με το κοριτσίστικο νάζι· κι ο ίδιος ο συνθέτης τραγουδάει με παιγνιώδη διάθεση την «Κουκλίτσα». Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι το μεγάλο ατού του δίσκου είναι ο Γιώργος Νταλάρας.

 

Ο Γιώργος Νταλάρας

Μέσα από τα τραγούδια του Πλατύραχου ο τραγουδιστής επιχειρεί ένα ουσιαστικό comeback μετά την περιπέτεια του ’12 –όχι σαν «Νταλάρας», όπως δήλωσε ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του, αλλά σαν «Γιώργος». Το εγχείρημα φαντάζει τιτάνιο. Γιατί ο Νταλάρας, περισσότερο από κάθε άλλον συνάδελφό του, παλαιό ή νεώτερο, έγινε «εθνικός τραγουδιστής», όχι γιατί είπε κάποια τραγούδια «εθνικής» σημασίας, αλλά γιατί συνδέθηκε με τις αγωνίες, τους αγώνες και την πορεία του έθνους τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Υπό αυτή την οπτική, οι επιθέσεις που δέχτηκε δεν ήταν περιπτώσεις ανθρωποφαγίας, αλλά θεοφαγίας: Από την στιγμή που η πατρίδα βρέθηκε σε κρίση και το έθνος σε παρακμή, ο εθνικός τραγουδιστής δεν υπήρχε περίπτωση να διασωθεί. Το ίδιο το κοινό που τον λάτρεψε, οι πιστοί, επιχείρησαν να τον γκρεμίσουν από το βάθρο και να τον κατασπαράξουν –είχε κάτι βαθύ και καταγωγικό η άγρια στιγμή του γιουχαΐσματος, κάτι το πρωτόγονο και μυστικιστικό, που δεν εξηγείται μόνο με προφανείς παραπομπές στα σκουπίδια της συγκαιρινής πολιτικής.

Ο Γιώργος Νταλάρας λοιπόν επιστρέφει με έναν εξαιρετικό δίσκο, στον οποίο δεν είναι απλώς ο κεντρικός τραγουδιστής, αλλά και η κινητήριος δύναμη: Ο Νίκος Πλατύραχος έχει εξηγήσει ότι έγραψε τα τραγούδια έχοντας εκείνον στο μυαλό του κι ότι ο Νταλάρας συνέβαλε ως μουσικός και παραγωγός στην ολοκλήρωση του έργου (το όνομά του άλλωστε είναι δίπλα στου Πλατύραχου, πάνω από τον τίτλο). Αναμφίβολα, ο ερμηνευτής γνωρίζει σε βάθος το ρεμπέτικο και το λαϊκό, είναι και ο ίδιος ικανός μουσικός κι έχει πειραματιστεί με μύρια άλλα είδη τραγουδιού –έχει δηλαδή τις προϋποθέσεις να συμβάλει ουσιαστικά σε έναν δίσκο που έχει και μια πλευρά πειραματισμού. Επιπλέον αποδεικνύει για ακόμα μια φορά τα ταλέντα του, την δύναμη και την ευρηματικότητα της ερμηνείας, που φωτίζει κι αναδεικνύει τα τραγούδια καθιστώντας οικείο το ασυνήθιστο. Δείχνει όμως και την ευσυνειδησία του, καθώς είναι φανερό ότι έχει ψάξει το υλικό του και δεν επαναπαύτηκε στις ευκολίες του –δεν αρκέστηκε στο «μια κι έξω».

Εν κατακλείδι, Τα άστεγα αποτέλεσαν για μένα την ευχάριστη μουσική έκπληξη των τελευταίων μηνών. Ταλέντα παλαιά και νέα συναντήθηκαν και μας έδωσαν ένα φιλόδοξο δίσκο, από κείνους που σπανίως βλέπουμε πια στα δισκοπωλεία. Από αυτή την άποψη, η εργασία αυτή δεν είναι μόνο ακουστική απόλαυση, αλλά και μια βαθιά παρηγοριά μέσα στις όλες δυσκολίες.

 

Δημοσιεύτηκε στο globalview.g

Κατάρρευση

«Η κατάρρευση άρχισε ύπουλα, σαν όλες τις ψυχικές ασθένειες, και μάλιστα σε μιαν εποχή που ένιωθα σιδερένιος και χωρίς εκκρεμότητες», είναι η εναρκτήρια φράση του Κωστή Παπαγιώργη στο Σύνδρομο αγοραφοβίας (Εκδ. Καστανιώτη, 1998) και σκέφτομαι ότι ακριβώς η ίδια θα μπορούσε να τοποθετηθεί και στην αρχή ενός δοκιμίου, μιας μελέτης για την σημερινή Κρίση.

Νομίζω ότι όλοι συνομολογούμε –σε διαφορετική ένταση είναι η αλήθεια– ότι η Κρίση, παρότι κατατρώει μισθούς, συντάξεις κι επιδόματα, δεν είναι απλώς και μόνο οικονομική, αλλά δομική, εσωτερική του κράτους μας. Γι’ αυτό άλλωστε δεν θυμάμαι να υπάρχει κάποιος που να υποστηρίζει στα σοβαρά ότι δεν υφίσταται η αναγκαιότητα διαρθρωτικών αλλαγών και ότι μπορούμε να ξανασταθούμε στα πόδια μας με το ίδιο κράτος, με τις ίδιες αρχές και κοινωνικές προτεραιότητες.

Κι έπειτα, αναζητώντας το πότε έπεσε ο κακός σπόρος, πάμε πίσω σε εποχές που όχι μόνο δεν φανταζόμασταν ότι θα βιώναμε τέτοιες καταστάσεις, αλλά παρασυρμένοι από ένα πνεύμα αισιοδοξίας, που σήμερα φαντάζει και αφελής και κούφια και εγκληματική ίσως, γεμίζαμε τα γήπεδα για να τραγουδήσουμε άσματα για ήλιους.

Ποια είναι η λύση, ίσως αναρωτιέστε. Και μαζί σας αναρωτιέμαι κι εγώ. Γιατί δεν ξέρω –φαντάζομαι, αλλά δεν ξέρω. Και δεν θέλω μέσα στον ορυμαγδό των αναλύσεων και των εκτιμήσεων από ειδικούς και –κυρίως– από μη-ειδικούς (βέβαια στον τόπο μας έχουμε μιαν ευκολία να αυτοανακηρυσσόμαστε ειδικοί επί παντός) δεν θα ήθελα να προσθέσω και την δική μου φλυαρία επί του θέματος. Έτσι επιστρέφω στο βιβλίο.

Το οποίο μπορεί να ιδωθεί ως εξομολογητικό δοκίμιο, αλλά και ως μια έντονη, δραματική περιπέτεια με αγωνία, απρόσμενες ανατροπές και χιούμορ (για την ακρίβεια: αυτοσαρκασμό) που υπονομεύει πρώτα τον αφηγητή και μετά τον αναγνώστη –κάτι σαν τον Indiana Jones δηλαδή.

Κι όπως συμβαίνει σε αυτού του είδους τις περιπέτειες, έτσι και στο Σύνδρομο αγοραφοβίας το τέλος είναι happy:

«Είχα γιάνει επιτέλους», μας πληροφορεί ο συγγραφέας στην τελευταία του πρόταση.

Κι αυτό είναι το αισιόδοξο μήνυμα του βιβλίου:

Η αρρώστια μπορεί να θεραπευτεί. Η κατάρρευση μπορεί να ανατραπεί και να δώσει την θέση της στην ανόρθωση.

Αρκεί κάτι πολύ απλό, αλλά και πολύ δύσκολο καταπώς φαίνεται: Η αποδοχή εκείνου που είμαστε και εκείνου που είναι ο κόσμος, έτσι ώστε και εμείς να ενταχθούμε μέσα στον κόσμο, αλλά και ο κόσμος να βρει ένα κομμάτι στον μέσα εαυτό μας.

Και βέβαια ο έσωθεν και έξωθεν κόσμος, η ζωή αν προτιμάτε, δεν είναι μόνο γιορτή, χαρά και τραγούδι, αλλά είναι και φθορά και θάνατος –κατά κάποιο τρόπο μάλιστα είναι κυρίως φθορά και θάνατος.

Την πραγματικότητα αυτή καλούμαστε να διαχειριστούμε άμα τη ενηλικιώσει μας. Ερωτευόμαστε, γεννάμε, γράφουμε και διαβάζουμε μισοκλείνοντας το μάτι στον θάνατο. Με την βεβαιότητα ότι αν σε προσωπικό επίπεδο η μάχη θα αποδειχτεί άνιση για μας, στο ευρύτερο μπορεί και να είναι άνιση για τον Μαύρο Καβαλάρη.

Τελικά η ζωή αποκτά νόημα και βηματισμό από τη στιγμή που αποδεχθούμε την πραγματικότητα μέσα κι έξω και προσπαθήσουμε να την υπερβούμε. Και το παράξενο είναι ότι αυτή η προσπάθεια συνίσταται από τα πιο απλά, τα πιο καθημερινά πράγματα –στην αναγνώριση της ομορφιάς των πιο απλών και πιο καθημερινών πραγμάτων.

ΝΑΙ!

Ο κ. Αλέξης Τσίπρας δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ στην λιτότητα. Ο ίδιος έχει υπογράψει μια πρόταση με μέτρα λιτότητας 8 δισεκατομμυρίων, η οποία, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, δημοσιονομικά δεν απείχε πολύ από εκείνη των δανειστών. Από τον Γιούνκερ κατόπι μάθαμε ότι η διαφορά ήταν μόλις στα 60 εκατομμύρια €, κάτι που δεν έχει διαψευστεί από την Ελληνική Κυβέρνηση.

Επίσης, δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ σε τελεσίγραφα, γιατί απλούστατα αυτά δεν υπάρχουν. Τα ίδια τα στελέχη του κραδαίνουν θριαμβευτικά δηλώσεις ξένων παραγόντων, που διαβεβαιώνουν προς πάσα κατεύθυνση ότι θα συζητήσουν με την Ελλάδα και μετά από ΟΧΙ. Από ποια βάση θα ξεκινήσουν αυτές οι διαπραγματεύσεις, βεβαίως, δεν λένε λέξη.

Τέλος, δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ σε ένα non paper των Θεσμών, το οποίο έχει ήδη αποσύρθηκε από το τραπέζι αφού προηγουμένως είχε αλλάξει. Αυτό θα ήταν πολύ απλά ηλίθιο.

Στην πραγματικότητα, ο κ. Τσίπρας μας καλεί να πούμε ΝΑΙ ή ΟΧΙ σε ένα ασαφώς διατυπωμένο ερώτημα επί ανύπαρκτου διακυβεύματος, το οποίο η κάθε πλευρά (εταίροι, δανειστές, ολιγάρχες, δραχμολάγνοι κλπ), θα ερμηνεύσει κατά βούληση και κατά συμφέρον.

Με άλλα λόγια, ο κ. Τσίπρας μας παγίδευσε.

Το γιατί μας παγίδευσε, το αποκάλυψε ο κ. Τσακαλώτος το πρωί:
Η κοινοβουλευτική ομάδα του Σύριζα δεν θα ψήφιζε την συμφωνία. Η συμφωνία βεβαίως θα περνούσε –Νέα Δημοκρατία, Ποτάμι και Πασόκ θα υπεραναπλήρωναν τους αριστερούς βουλευτές που θα λάκιζαν. Σε αυτή την περίπτωση, ο κ. Τσίπρας θα μπορούσε να προχωρήσει σε σαρωτικό ανασχηματισμό χρησιμοποιώντας ικανούς ανθρώπους από όλο το πολιτικό φάσμα. Σε λίγους μήνες θα ξαναπήγαινε στις Βρυξέλλες για να συζητήσει το θέμα του χρέους. Θα τον υποστήριζαν το ΔΝΤ, ο φίλος του ο Ρέντσι, αλλά και οι νεοεκλεγείσα κυβέρνηση της Ισπανίας και η κοινή λογική. Δεν θα έπαιρνε, φυσικά, όλα όσα θα ζητούσε, αλλά θα μπορούσε να γυρίσει στην Ελλάδα φορώντας γραβάτα. Θα είχε αναδειχτεί σε εθνικός ηγέτης.

Αντ’ αυτού, του δύσκολου και ανηφορικού δρόμου, ο κ. Τσίπρας προέκρινε την ενότητα του κόμματός του. Για να μην διασπάσει τον Σύριζα πέταξε το μπαλάκι στην εξέδρα και διχάζει τους πολίτες. Αντί για ηγέτης, προτίμησε να παραμείνει κομματικός αρχηγός.

Ας είναι.

Πρέπει κι εμείς τώρα να κοιτάξουμε το συμφέρον μας .

Πρέπει να απαντήσουμε θετικά και να αφήσουμε την άρνηση.

Πρέπει να επιδιώξουμε την ώριμη σύνθεση κι όχι την παιδιάστικη απόρριψη.

Πρέπει να πούμε το μεγάλο, το δύσκολο και βαρύ ΝΑΙ.

Ρευστότητα

Τα ρεπορτάζ και οι πολιτικές αναλύσεις των τελευταίων μηνών, ειδικά μετά τις Ευρωεκλογές, μεταφέρουν την αγωνία του Συστήματος Εξουσίας (κόμματα, ΜΜΕ, επιχειρηματίες, τράπεζες κτλ) για την ρευστότητα που επικρατεί στην πολιτική σκηνή. Ρευστότητα που «δοκιμάζει» τις «αντοχές» της Κυβέρνησης και μετατρέπει κάθε «μεταρρυθμιστική προσπάθεια» σε «Γολγοθά».

Όμως από το 1974 καμία Κυβέρνηση δεν ολοκλήρωσε τον 4ετή κύκλο της· ο μέσος όρος ζωής κάθε Βουλής είναι περί τα 2,5 χρόνια· και, όπως όλοι γνωρίζουμε, στον τόπο μας τα σενάρια για τις πρόωρες εκλογές ξεκινούν την επομένη των εκλογών (συχνά πριν καν προκηρυχθούν, όπως τώρα, που συζητείται η «αριστερή παρένθεση»). Με άλλα λόγια, αναβρασμός επικρατούσε πάντα στην πολιτική σκηνή, κυβερνήσεις ανέβαιναν κι έπεφταν, ηγέτες αποθεώνονταν και καταβαραθρώνονταν –τι άλλαξε τώρα και τα Κυριακάτικα ρεπορτάζ ξορκίζουν την «ρευστότητα»;

Η απάντηση δεν είναι δύσκολη:

Το περιβάλλον έχει αλλάξει, οι όροι του παιχνιδιού διαφοροποιήθηκαν και διαφοροποιούνται συνεχώς και το Σύστημα Εξουσίας φοβάται ότι δεν θα μπορέσει να ελέγξει την κατάσταση που θα προκύψει.

Τα όσα συνέβησαν με την Χρυσή Αυγή τα τελευταία 2 χρόνια είναι ενδεικτικά: Η αρχική αδιαφορία Μέσων, μεγάλων κομμάτων και προβεβλημένων στελεχών (είχαν μάθει να ασχολούνται με «λαμπερά» θέματα όλοι τους κι όχι να χώνουν τα χέρια τους στη λάσπη της πραγματικότητας) διαδέχθηκε η έκπληξη (το διαβόητο «εγέρθητο» το βράδυ των Εκλογών), έπειτα ήρθε η προσπάθεια προσεταιρισμού (συνοψίστηκε λαμπρά στην φαντασίωση περί «σοβαρής Χρυσής Αυγής» που θα έμπαινε στην Κυβέρνηση) κι όταν πια είδαν ότι δεν έχουν να κάνουν με ένα νέο Λάος, αλλά με κάτι εντελώς διαφορετικό, ξεκίνησε η απόπειρα αφοπλισμού της.

Όμως, αν έδειξαν κάτι οι Ευρωεκλογές είναι ότι η κατάσταση που περιγράφεται ως «ρευστότητα» είναι αυτή που σταθεροποιήθηκε:

Ένα μεγάλο κομμάτι των πολιτών αποστασιοποιήθηκε από τις πολιτικές διαδικασίες και απέχει συνειδητά από τις εκλογές, γιατί απλούστατα διαπίστωσε ότι όποιον και να ψηφίσει, όπως και να ψηφίσει, τίποτα δεν αλλάζει. Η διάλυση του κοινωνικού κέντρου, που επιτεύχθηκε με τις πολιτικές από το 2010 και μετά, επέφερε και την διάλυση του πολιτικού κέντρου, με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν τα μεγάλα κόμματα-παρατάξεις και στην θέση τους να απομείνουν συμπαρατάξεις μικρο-ομάδων και μικρο-μηχανισμών (στην καλλίτερη περίπτωση) ή προσωπικές φατρίες αυτοπρόβλητων σωτήρων. Μέσα σ’ αυτόν τον ερειπιώνα εύκολα ξεφύτρωσαν κομματικά μορφώματα που εκφράζουν το μηδενιστικό, καταστροφικό/αυτοκαταστροφικό ένστικτο του πρώην νοικοκύρη ή άλλα, που προσπερνώντας τα πραγματικά δεδομένα του παρόντος και με αναφορά στο διαβόητο λαμπερό παρελθόν, ευαγγελίζονται ένα εξίσου λαμπερό μέλλον στηριγμένο στην «κοινή λογική» (λες κι υπάρχει τέτοιο πράγμα).

Στην πραγματικότητα, αυτό που περιγράφεται ως «ρευστότητα» είναι η αποσύνθεση της Ελλαδικής κοινωνίας, η οποία παρά την Κυβερνητική ρητορική συνεχίζεται κι εντείνεται. Και πραγματικό σχέδιο εξόδου από την Κρίση, δηλαδή σχέδιο ανασυγκρότησης του κοινωνικού σώματος, δεν έχει να προτείνει κανείς, ούτε από τους εντός, ούτε από τους εκτός…

Χαίρε φτώχεια!

Κοιτώντας πίσω, τι συνέβη στη χώρα και στον καθένα από μας τα τελευταία 5 χρόνια, μετράμε απώλειες:

Το θεσμικό πλαίσιο που προστάτευε τους εργαζομένους και τους αδυνάτους διαλύθηκε, η αγορά εργασίας κατέρρευσε, το κοινωνικό κράτος (που, ναι, παραήταν ακριβό για τις υπηρεσίες που προσέφερε, αλλά υπήρχε) καταστράφηκε, η Μεσαία Τάξη ισοπεδώθηκε, η παραγωγή συρρικνώθηκε κοκ.

Αλλά η πιο μεγάλη απώλεια είναι αυτή την οποία σπάνια ή καθόλου δεν αναφέρουμε:

Χάσαμε την ενστικτώδη στον άνθρωπο πεποίθηση ότι τα πράγματα θα φτιάξουν· ότι το μέλλον θα είναι καλλίτερο· ότι τα παιδιά μας θα ζήσουν σε έναν καλλίτερο κόσμο.

Αυτό οφείλεται εν μέρει στην προσπάθεια του Συστήματος Εξουσίας (κόμματα, ΜΜΕ, επιχειρηματίες, τράπεζες) να εκμηδενίσει τις αντιδράσεις απέναντι στις πολιτικές σωτηρίας του. Αλλά στην προσπάθειά του αυτή δεν έσπασε μόνο τον τσαμπουκά των επαγγελματιών του συνδικαλισμού ή την αντιδραστικότητα όσων είχαν την διαμαρτυρία στην κωλότσεπη, αλλά τσάκισαν το φρόνημα ολόκληρου του λαού. Μάταια προσπαθούν να ενσπείρουν αισιοδοξία. Συνθήματα τύπου “successstory” καταντάνε ανέκδοτα την επομένη κιόλας στα συνοικιακά καφενεία. Γι’ αυτό και στην πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση ο Κυβερνητικός συνασπισμός δεν προσπάθησε να συγκεντρώσει τις θετικές ψήφους των πολιτών, αλλά αρκέστηκε στην συσπείρωση των εναπομεινάντων οπαδών του καλλιεργώντας τον φόβο απέναντι στο επερχόμενο.

Από την άλλη φταίει η συμβολική, ρητορική και φαντασιακή μας ανέχεια, η οποία προσωποποιείται άριστα από τις κάθε είδους ηγεσίες μας. Οι πολιτικές, πανεπιστημιακές, εκκλησιαστικές, δικαστικές, οι κάθε είδους ηγεσίες, ρηχές και ανέμπνευστες, δεν πείθουν ότι κρατάνε το τιμόνι και ότι ξέρουν προς τα πού πηγαίνουν το καράβι.

Πιθανόν ένας ώριμος λαός, με ισχυρές δομές και θεσμούς άτεγκτους, που λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένο ρολόι ανεξαρτήτως συνθηκών, να μπορεί να επιβιώσει για μεγάλα και κρίσιμα διαστήματα καθοδηγούμενοι από μέτριους υπαλληλίσκους του Συστήματος. Αλλά εμείς, που αφενός φαντασιωνόμαστε τον ηγέτη-πατέρα που θα μας σώσει για να τον κατασπαράξουμε, κι αφετέρου ζούμε σ’ ένα κράτος που το διαχειρίζεται η αφανής κι αξεδιάλυτη διαπλοκή, χρειαζόμαστε πολιτικό προσωπικό ικανό και ηγέτη φωτεινό, που θα συσπειρώνει ανανεώνοντας τα σύμβολα και αναγεννώντας την ελπίδα.

Φυσικά κάποια στιγμή θα πρέπει κι εμείς να αποκτήσουμε ένα σύγχρονο κράτος, που θα μπορεί να λειτουργεί χωρίς εξωθεσμικά λαδώματα. Και σαφώς η Κρίση θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Αλλά η πραγματικότητα είναι πως όσες αλλαγές προωθήθηκαν τα τελευταία χρόνια –οι οποίες μπορεί να κατήργησαν δικαιώματα, να ξεβόλεψαν βολεμένους, να αδίκησαν πολίτες ή και να διέλυσαν κάποια (μικρο)συμφέροντα– διατήρησαν τον πυρήνα του Συστήματος Εξουσίας, τον πυρήνα του προβλήματος και της σημερινής Κρίσης δηλαδή, άθικτο. Ο πρόσφατος ανασχηματισμός, οι επιλογές για το Ευρωκοινοβούλιο, το πώς μεθοδεύτηκε η δημιουργία της «μικρής ΔΕΗ», η ρητορική των κομμάτων και των κομματόσκυλων, επιβεβαιώνουν αυτό το μελαγχολικό συμπέρασμα.