Category Archives: κριτικές

Για τον Leonard Cohen

Ο θάνατος του Leonard Cohen συνέπεσε με τον θρίαμβο του Donald Trump και η βεβαιότητα ότι μια εποχή τελείωσε και μια άλλη, που δεν ενθουσιάζει αλλά μάλλον φοβίζει, ξεκίνησε, έγινε ακόμα πιο έντονη. Άλλωστε ο Καναδός τραγουδοποιός έμοιαζε πάντα με άνθρωπο αλλοτινών καιρών και τρόπων: Ντυμένος μονίμως με άψογες κοστουμιές και υπέροχα καπέλα, ποτέ με τζιν, το ρούχο του 20ου αιώνα, ρουφώντας αργά κόκκινο κρασί κι όχι χάπια ή σκόνες, όπως απαιτούν οι μόδες, και με ευγένεια ασυνήθιστη και απροσδόκητη για άνθρωπο της φήμης του, προσωποποιούσε μια δυνατότητα του δυτικού ανθρώπου, την οποία μάλλον ποτέ δεν κατάφερε να προσεγγίσει. Το πένθος λοιπόν για τον θάνατό του αφορά περισσότερο εμάς και το παρόν μας και λιγότερο εκείνον. Τον ίδιο μόνο να τον μακαρίζει κανείς μπορεί· υπήρξε ως το τέλος Ευλογημένος: Πέθανε διαυγέστατος και πλήρης ημερών, έχοντας ολοκληρώσει ένα σπουδαίο έργο, που δεν περιορίζεται στην τραγουδοποιία, αλλά εκτείνεται στην πεζογραφία, την ποίηση και τα εικαστικά, περιτριγυρισμένος από τα παιδιά, τους φίλους και την αγάπη εκατομμυρίων ανθρώπων ανά τον κόσμο. Leonard, έζησες μια ωραία ζωή κι αξιώθηκες έναν εξίσου ωραίο θάνατο –τι άλλο μπορεί κανείς να ελπίζει και να εύχεται για τον εαυτό του και τους αγαπημένους του;

Leonard Cohen at the Arena in Geneva, 27 October 2008

Leonard Cohen at the Arena in Geneva, 27 October 2008

Για τους θαυμαστές του, η αγγελία του θανάτου του αποδείχτηκε αφορμή να βυθιστούμε για μια ακόμα φορά στις μουσικές και τα λόγια του. Από τα πρώτα του 1967, που τραγουδάει χαμηλόφωνα (δειλά;) συνοδευόμενος με μια κιθάρα, στην σταθερή, σίγουρη φωνή που ξεπηδάει μέσα από τα συνθεσάιζερ της εποχής του Ρήγκαν και, τέλος, στην υπόγεια βραχνάδα του Popular Problems και του You Wanted Darker. Δεκατέσσερις σπουδαίοι δίσκοι αποτελούν το κυρίως σώμα της δουλειάς του δουλεμένοι μέσα σε 60 χρόνια και περιέχουν τραγούδια-ιδανικούς συντρόφους για μοναχικές ώρες και δύσκολες στιγμές. Τραγούδια που γλύφουν μέσα πληγές και δεν τις ξύνουν, που μπορούν να στοχαστούν ξεπερνώντας την συγκυρία, αλλά και να σαρκάσουν, να καταγγείλουν, να οργιστούν.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι και πολλοί λόγοι για να ακούσει κανείς τα τραγούδια του Cohen. Μπορεί να συγκινηθεί από την μελαγχολική αισθαντικότητα με την οποία αντιμετωπίζει τα μεγάλα και τα μικρά του κόσμου, την αγάπη και τον θάνατο ή τον καπιταλισμό και το κρασί. Μπορεί να διδαχθεί από την σοφή και διεισδυτική ματιά του (το «There is a crack in everything / That’s how the light gets» in είναι από τα σημαντικότερα μαθήματα που έχω πάρει). Και βεβαίως μπορεί να ωφεληθεί και από τον τρόπο που αντιμετώπιζε την δουλειά και τη ζωή. Γιατί ποτέ δεν υπέταξε ούτε το ένα ούτε το άλλο στη δημοσιότητα και το κέρδος –οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται για το χρήμα και την φήμη δεν σπαταλούν πέντε χρόνια για να γράψουν ένα τραγούδι, ούτε βεβαίως έχουν ένα Hallelujah να επιδείξουν.

Εβραίος γεννημένος στο Κεμπέκ, κάτοικος της Νέας Υόρκης, της Ύδρας, του Λος Άντζελες και πολίτης του κόσμου, ο Cohen περιπλανήθηκε στα νεανικά κινήματα των μέσων του περασμένου αιώνα, πάλεψε με τον Χριστιανισμό, αναζήτησε την γαλήνη του Ζεν, παρέμεινε όμως πάντα ο Εβραίος προφήτης και ποιητής. Πέτυχε οι επιρροές του να τον βαθύνουν και να τον επεκτείνουν, όχι να τον αλλοιώσουν. Αυτή ακριβώς η σχέση του με την κληρονομιά του μπορεί να διδάξει πολλά εμάς τους Έλληνες. Όσο πιο συνειδητά έπαιρνε την θέση του μέσα στην μεγάλη Εβραϊκή παράδοση, τόσο πιο σημαντικά έργα μας παρέδιδε. Έτσι μας δίδαξε κι αυτός ότι η οικουμενικότητα ξεπηδάει μέσα από το συγκεκριμένο, όχι το αφηρημένο και το άρριζο.

Διαβάζω ότι ζήτησε να ταφεί με τον παραδοσιακό εβραϊκό τρόπο ανάμεσα στους γονείς και τους παππούδες του. Χοῦς εἰς χοῦν –ο Leonard επέστρεψε στην αρχέγονη μήτρα. Έκλεισε έναν τέλειο κύκλο, έγινε κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα. Υπάρχει μια μελαγχολική ομορφιά σ’ αυτό, ίδια μ’ εκείνη που κουβαλούν τα τραγούδια του. Και κάτι το ανομολόγητα ανακουφιστικό, καθώς δίνει προοπτική στα πράγματα και τη ζωή.

______________________

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό Φρέαρ 

Advertisements

Νίκος Πλατύραχος – Γιώργος Νταλάρας: Τα άστεγα

Τα άστεγαΗ σχέση του ρεμπέτικου –και κατ’ επέκταση του λαϊκού τραγουδιού – με την ανατολίτικη μουσική,
δεν χρειάζεται ιδιαίτερα επιχειρήματα για να στοιχειωθετηθεί –τουλάχιστον για μας του Έλληνες. Αρκεί να θυμίσουμε τους μανέδες, που με τόσο καημό τραγουδούσαν ο Στελλάκης, ο Στράτος, η Ρόζα και οι άλλοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες στις προπολεμικές ηχογραφήσεις ή τις ασυγκέραστες κλίμακες, που χρησιμοποιούσαν θρυλικοί μουσικοί, όπως ο Γιοβάν Τσαούς. Εκείνο που ξεχνάμε όμως είναι η εξίσου στενή σχέση του ρεμπέτικου –και κατ’ επέκταση του λαϊκού – με την δυτική (την «Ευρωπαϊκή») μουσική. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε στα τάνγκο-ζεϊμπέκικο του Μπιθικώτση, τις μπλουζιές του Τσιτσάνη ή τα μάμπο του Χιώτη για να βρούμε συγγένειες. Ήδη το 1932 ο Γ. Μπάτης για τον περίφημο «Μπουφετζή» του αντλεί την μελωδική γραμμή από το How Dry I am, ένα αρχαίο τραγουδάκι από τον καιρό της ποτοαπαγόρευσης.

Αυτή τη μάλλον λησμονημένη σχέση υπενθυμίζει, αναδεικνύει και διερευνά ο Νίκος Πλατύραχος στον καινούργιο του δίσκο. Παράλληλα όμως, μας δείχνει ότι οι λαϊκοί ρυθμοί έχουν την δυναμική, το εύρος και την πλαστικότητα να μιλήσουν στο σήμερα για το σήμερα και να διαλεχθούν δημιουργικά με άλλες μουσικές κουλτούρες. Με άλλα λόγια, Τα άστεγα αποδεικνύουν ότι όσοι θεωρούν το ρεμπέτικο ως τελειωμένο είδος κατάλληλο για μουσειακές αναβιώσεις προς τέρψιν των νοσταλγών και μόρφωσιν των νεώτερων, είναι απλώς άνθρωποι χωρίς φαντασία ή χωρίς ταλέντο. Έχει μάλιστα ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ο συνθέτης δεν συνδέει το ρεμπέτικο με είδη που φαντάζουν σαν μακρινά ξαδέρφια του, όπως το blues ή η country, αλλά με το ragtime, τον ήχο της Νέας Ορλεάνης, την jazz. Λιτές κι ευφάνταστες ενορχηστρώσεις συνδέουν δημιουργικά το καμηλιέρικο και το απτάλικο, με το cakewalk και το stride – το βάρος του ρεμπέτικου με την ανεμελιά του ragtime.

Με την δουλειά του αυτή ο Πλατύραχος δίνει στέγη στο αίσθημα που ταλαιπωρήθηκε περισσότερο τα τελευταία 5-6 χρόνια, στη χαρά, την αισιοδοξία, την ελπίδα για ένα καλλίτερο αύριο, στην ομορφιά της ζωής εν τέλει. Πραγματικά, δεν πρέπει να έχει υπάρξει περίοδος που μια γενικευμένη μιζέρια μας έχει επιβληθεί με τόση ένταση από δυνάμεις που αλληλοσυγκρούονται στα υπόλοιπα ενοχοποιώντας μάλιστα οτιδήποτε ξεφεύγει · ο χαρούμενος, ο αισιόδοξος, ο άνθρωπος που ελπίζει, που δημιουργεί αίφνης ενοχοποιήθηκε και καλείται από τους διαφόρους κήνσορες σε απολογία. Μέσα σε μια απέλπιδα και σκοτεινή εποχή, Τα άστεγα είναι μια μελωδική παραφωνία, στέγη για την χαρά και την προσδοκία, ένα κάλεσμα να δούμε την κατάσταση αλλιώς.

Οι εξαιρετικοί στίχοι που υπογράφουν ο ίδιος ο συνθέτης, καθώς και οι Γιάννης Δούκας, Δημήτρης Λέντζος, Κώστας Παπαγεωργίου, Δημήτρης Ρούλιας, Παναγιώτης Μακρή και η Τίνα Γιωτοπούλου, συμβάλλουν σε αυτή την προσπάθεια, μεταφέροντας στη  σύγχρονη εποχή παλιά ρεμπέτικα στιχουργικά μοτίβα και εμμονές. Για παράδειγμα στο «Αχ ψυχή μου φυλλοβόλα», ο Λέντζος θυμάται το παλιό βαμβακαρικό «Χθες το βράδυ στο σκοτάδι / μου την πέσανε δυο μαύροι»· η «Κουκλίτσα» είναι μια από εκείνες τις δαιμονικές, άσπλαχνες γυναίκες, που καταστρέφουν τους άντρες με τα σκέρτσα τους (ο Τσιτσάνης είχε περιγράψει κάμποσες τέτοιες)· η «Λουκία» είναι ένα ανεξάρτητο λαϊκό κορίτσι, σαν αυτά που σκιτσάριζε ο Π. Τούντας κ.ο.κ. Ταυτοχρόνως, σχολιάζουν διακριτικά, αλλά με χιούμορ και σαρκαστική διάθεση την σημερινή κατάσταση –δεν μπορεί κανείς παρά να χαμογελάσει, όταν ακούει τον Νταλάρα να τραγουδάει «…για την κρίση εγώ φταίω / και με πέταξαν στα ΚΤΕΟ».

Τα άστεγα αξιώθηκαν να έχουν και εξαιρετικές ερμηνείες. Ο Σταμάτης Κραουνάκης δίνει ρέστα στην «Λουκία»· η Ελένη Τσαλιγοπούλου και η Ασπασία Στρατηγού συνδυάζουν την ώριμη μελαγχολία με το κοριτσίστικο νάζι· κι ο ίδιος ο συνθέτης τραγουδάει με παιγνιώδη διάθεση την «Κουκλίτσα». Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι το μεγάλο ατού του δίσκου είναι ο Γιώργος Νταλάρας.

 

Ο Γιώργος Νταλάρας

Μέσα από τα τραγούδια του Πλατύραχου ο τραγουδιστής επιχειρεί ένα ουσιαστικό comeback μετά την περιπέτεια του ’12 –όχι σαν «Νταλάρας», όπως δήλωσε ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του, αλλά σαν «Γιώργος». Το εγχείρημα φαντάζει τιτάνιο. Γιατί ο Νταλάρας, περισσότερο από κάθε άλλον συνάδελφό του, παλαιό ή νεώτερο, έγινε «εθνικός τραγουδιστής», όχι γιατί είπε κάποια τραγούδια «εθνικής» σημασίας, αλλά γιατί συνδέθηκε με τις αγωνίες, τους αγώνες και την πορεία του έθνους τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Υπό αυτή την οπτική, οι επιθέσεις που δέχτηκε δεν ήταν περιπτώσεις ανθρωποφαγίας, αλλά θεοφαγίας: Από την στιγμή που η πατρίδα βρέθηκε σε κρίση και το έθνος σε παρακμή, ο εθνικός τραγουδιστής δεν υπήρχε περίπτωση να διασωθεί. Το ίδιο το κοινό που τον λάτρεψε, οι πιστοί, επιχείρησαν να τον γκρεμίσουν από το βάθρο και να τον κατασπαράξουν –είχε κάτι βαθύ και καταγωγικό η άγρια στιγμή του γιουχαΐσματος, κάτι το πρωτόγονο και μυστικιστικό, που δεν εξηγείται μόνο με προφανείς παραπομπές στα σκουπίδια της συγκαιρινής πολιτικής.

Ο Γιώργος Νταλάρας λοιπόν επιστρέφει με έναν εξαιρετικό δίσκο, στον οποίο δεν είναι απλώς ο κεντρικός τραγουδιστής, αλλά και η κινητήριος δύναμη: Ο Νίκος Πλατύραχος έχει εξηγήσει ότι έγραψε τα τραγούδια έχοντας εκείνον στο μυαλό του κι ότι ο Νταλάρας συνέβαλε ως μουσικός και παραγωγός στην ολοκλήρωση του έργου (το όνομά του άλλωστε είναι δίπλα στου Πλατύραχου, πάνω από τον τίτλο). Αναμφίβολα, ο ερμηνευτής γνωρίζει σε βάθος το ρεμπέτικο και το λαϊκό, είναι και ο ίδιος ικανός μουσικός κι έχει πειραματιστεί με μύρια άλλα είδη τραγουδιού –έχει δηλαδή τις προϋποθέσεις να συμβάλει ουσιαστικά σε έναν δίσκο που έχει και μια πλευρά πειραματισμού. Επιπλέον αποδεικνύει για ακόμα μια φορά τα ταλέντα του, την δύναμη και την ευρηματικότητα της ερμηνείας, που φωτίζει κι αναδεικνύει τα τραγούδια καθιστώντας οικείο το ασυνήθιστο. Δείχνει όμως και την ευσυνειδησία του, καθώς είναι φανερό ότι έχει ψάξει το υλικό του και δεν επαναπαύτηκε στις ευκολίες του –δεν αρκέστηκε στο «μια κι έξω».

Εν κατακλείδι, Τα άστεγα αποτέλεσαν για μένα την ευχάριστη μουσική έκπληξη των τελευταίων μηνών. Ταλέντα παλαιά και νέα συναντήθηκαν και μας έδωσαν ένα φιλόδοξο δίσκο, από κείνους που σπανίως βλέπουμε πια στα δισκοπωλεία. Από αυτή την άποψη, η εργασία αυτή δεν είναι μόνο ακουστική απόλαυση, αλλά και μια βαθιά παρηγοριά μέσα στις όλες δυσκολίες.

 

Δημοσιεύτηκε στο globalview.g

James Ellroy: Τα σκοτάδια μου

ELLROY-SKOTADIAΚυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις εκδόσεις Άγρα το βιβλίο του James Ellroy «Τα σκοτάδια μου», σε μετάφραση Ανδρέα Αποστολίδη. Είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα, που ασχολείται με τον φόνο της μητέρας του, Τζηνήβα Ελλρόυ, η οποία βρέθηκε στραγγαλισμένη στις 22 Ιουνίου 1958, και τις προσπάθειές του σαράντα χρόνια μετά να τον εξιχνιάσει · το άλλο, «The Hilliker Curse», δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά.

Ο συγγραφέας δεν χρειάζεται συστάσεις στο αναγνωστικό κοινό της χώρας μας: Είναι από τους πλέον αγαπημένους συγγραφείς και τα βιβλία του αποτελούν εκδοτικό γεγονός. Αλλά και το συγκεκριμένο βιβλίο δεν έχει ιδιαίτερη ανάγκη τις κριτικές παρουσιάσεις: Κουβαλάει χιλιάδες σελίδες με ύμνους κριτικών και τιμητικές διακρίσεις –το Time το ανακήρυξε καλλίτερο βιβλίο του 1996 και οι New York Times ως το αξιοσημείωτο βιβλίο της ίδιας χρονιάς.

Το έργο αποτελείται από τέσσερα μέρη. Στο 1ο μέρος ο συγγραφέας περιγράφει τον φόνο της μητέρας του. Κάτι παιδιά βρήκαν το πτώμα της έξω από ένα σχολείο, η αστυνομία ειδοποιήθηκε και ξεκίνησε η έρευνα για την ταυτοποίηση του θύματος και την ανακάλυψη του δράστη. Το κομμάτι αυτό, που περιλαμβάνει πρακτικά ανακρίσεων και αστυνομικών ανακοινώσεων θυμίζει τα άλλα νουάρ μυθιστορήματα του Ελλρόυ, ειδικά την Τετραλογία του Λος Άντζελες και δη την «Μαύρη Ντάλια». Η αποστασιοποίηση που περιγράφονται τα γεγονότα, η απουσία συναισθηματικής φόρτισης, η ουδετερότητα, εντυπωσιάζει τον αναγνώστη και ίσως-ίσως τον σοκάρει.

Το 2ο όμως μέρος είναι πιο προσωπικό – η αφήγηση γίνεται πλέον πρωτοπρόσωπη. Ο Ελλρόυ ήταν 10 χρονών όταν δολοφονήθηκε η μητέρα του. Οι γονείς του είχαν ήδη χωρίσει, έβλεπε τον πατέρα του τα Σαββατοκύριακα και είχε επηρεαστεί από τα κηρύγματα μίσους εναντίον της «κοκκινομάλλας». Αντιμετώπισε την είδηση του θανάτου της με επιφανειακή ηρεμία, αλλά από την εφηβεία και μετά πήρε την κάτω βόλτα: εμμονές με μεγαλύτερες γυναίκες, διαρρήξεις, εξαρτήσεις από διάφορες ουσίες, φυλακή. Το πώς δεν καταστράφηκε ολοσχερώς, το πώς κατάφερε να διασωθεί, είναι θαύμα και αποκαλύπτει την μεγάλη του εσωτερική δύναμη. Μαζί όμως με τα καλά της νηφαλιότητας άρχισε να θυμάται την μητέρα του· άρχισε να νιώθει την ανάγκη να επανασυνδεθεί μαζί της.

Στο 3ο μέρος, που είναι το πιο σύντομο, ο συγγραφέας περιγράφει τον Μπιλ Στόουνερ, ντετέκτιβ της αστυνομίας του ΛΑ, ο οποίος μετά την συνταξιοδότησή του, τον βοήθησε στην έρευνα για την μητέρα του. Ο Ελλρόυ περιγράφει τις μεγάλες υποθέσεις που σημάδεψαν τον συνεργάτη του, με τον οποίο μοιράζεται την ίδια εμμονή για τις δολοφονημένες γυναίκες. Περιγράφει το πώς αποφάσισε να ανοίξει πάλι τον φάκελο της Τζην Ελλρόυ, σαράντα χρόνια μετά. Στο φόντο η τρέλα του ΛΑ της δεκαετίας του ’90, με την δίκη του Ο. Τζ. Σίμπσον και την φρενίτιδα που είχε προκαλέσει στα ΜΜΕ.

Στο τελευταίο μέρος περιγράφεται αναλυτικά η έρευνα που διεξήγαγαν ο Ελλρόυ και ο Στόουνερ, οι επισκέψεις τους στον τόπο του εγκλήματος, τα αστυνομικά αρχεία, σε ανθρώπους που ζήσανε την εποχή και γνωρίσανε την μητέρα του. Ξεκινάει ως μια προσπάθεια αναζήτησης του δολοφόνου, καταλήγει όμως με την δίψα του γιου που θέλει να γνωρίσει την χαμένη μητέρα. Οι τελευταίες σελίδες βιογραφούν την κοκκινομάλλα με τις πληροφορίες που ο Ελλρόυ άντλησε από την έρευνά του, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούν τον επίλογο. Ο Ελλρόυ δεν πιστεύει σε επιλόγους. Όντας εμμονικός δεν τους επιδιώκει. Απόδειξη η συγγραφή κι άλλου βιβλίου με το ίδιο θέμα.

«Τα σκοτάδια μου» είναι ένα βιβλίο που δύσκολα ταξινομείται. Ξεκινάει σαν νουάρ αστυνομικό μυθιστόρημα, γίνεται αυτοβιογραφία, δοκίμιο περί βίας, στοχασμός πάνω στην απώλεια. Εδώ βρίσκεται και η σημασία του Ελλρόυ: Φέρνει ένα λαϊκό είδος, όπως το σκληρό αστυνομικό μυθιστόρημα, στα όριά του. Οι μεγάλοι κλασικοί του αμερικάνικου αστυνομικού μυθιστορήματος, ο Τσάντλερ, ο Χάμετ, ο Σπιλέιν, διέθεταν κυρίως στιλ. Οι ιδέες, όπου υπήρχαν, είναι σχηματικές, οι χαρακτήρες, τυποποιημένοι, το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον συμβατικά σχεδιασμένο. Ο Ελλρόυ όμως εμβαθύνει στους χαρακτήρες, στις πράξεις και τις παραλείψεις τους, στο ιστορικό πλαίσιο. Οι πολυπρισματικές αφηγήσεις του θυμίζουν τους σπουδαίους συγγραφείς του 19ου αιώνα. Αίφνης αναδεικνύεται σε συγγραφέας μεγάλων ιστορικών μυθιστορημάτων, και μάλιστα χωρίς να καταργεί το είδος το οποίο υπηρετεί: Το «Αμερικάνικο ταμπλόιντ» είναι εξίσου αστυνομικό μυθιστόρημα (μυθιστόρημα εγκλήματος, crime novel) και πολιτικό-ιστορικό έπος, όπως και «Τα σκοτάδια μου» είναι αστυνομικό και αυτοβιογραφία.

Στο βάθος όμως, το βιβλίο του Ελλρόυ είναι ένα δοκίμιο για την συγγραφική τέχνη. Όπως ακριβώς το «Περί συγγραφής» του Στήβεν Κινγκ είναι αυτοβιογραφία, έτσι και η αυτοβιογραφία του Ελλρόυ είναι περί συγγραφής. Εκθέτοντας τα σχετικά με την δολοφονία της μητέρας του και πώς ο ίδιος την αντιμετώπισε, μας ξεναγεί στο συγγραφικό του εργαστήρι. Εκεί, στην έρημη αλάνα, απέναντι από το ντράιβ ιν εστιατόριο και το κωλάδικο, δίπλα από το σχολικό συγκρότημα, όπου κείτεται το ημίγυμνο γυναικείο πτώμα, εκεί είναι που συμβαίνει όλη η μαγεία.

Τελικά, αυτό που λέει ο Ελλρόυ, όπως και ο Στήβεν Κινγκ προηγουμένως, στους επίδοξους συγγραφείς είναι: Κοίτα μέσα σου· γνώρισε τον εαυτό σου. Γιατί η αφετηρία κάθε συγγραφέα είναι εκεί, στον εαυτό σου. Μπορεί να γράφει για τεμαχισμένες γυναίκες και συνωμοσίες της μαφίας ή για εγκληματικά πνεύματα και στοιχειωμένα σπίτια ή για την θλιβερή παρακμή ενός σπουδαίου συνθέτη ή την κόλαση που φέρνουν κάποιες ιδέες που ακούγονται πολύ όμορφα –δεν έχει σημασία. Θα πετύχει μόνο αν αντλήσει από μέσα για το θέμα του.

 

Για την έκδοση δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα. Η ποιότητα των εκδόσεων Άγρα είναι γνωστή σε όλους. Η μετάφραση του Ανδρέα Αποστολίδη, όπως πάντα εξαιρετική. Όπως και τα άλλα βιβλία του Ελλρού στα ελληνικά, έτσι κι αυτό χαίρεσαι να το πιάνεις στα χέρια σου και να το βλέπεις στην βιβλιοθήκη σου.

 

Δημοσιεύτηκε στο Global View

Τα πέντε πιο ενδιαφέροντα βιβλία που διάβασα το 2015

Derek Krueger, Liturgical Subjects. Christian Ritual, Biblical Narrative, and the Formation of the Self in Byzantium, University of Pennsylvania Press 2014

Προσωπικά το θεωρώ το βιβλίο της χρονιάς. Ο Krueger θέτει ένα πολύ ενδιαφέρον και πρωτότυπο ερώτημα στο τελευταίο του βιβλίο: Πώς συγκροτείται ο εαυτός του Βυζαντινού ανθρώπου; Το ερώτημα έχει τεθεί για τον Μεσαιωνικό Δυτικό άνθρωπο, το Βυζάντιο όμως στερούνταν ανάλογες μελέτες και –δυστυχώς– ανάλογους προβληματισμούς. Αυτό οφείλεται εν πολλοίς, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, στο γεγονός ότι ο εαυτός του Δυτικού Μεσαιωνικού ανθρώπου συνδέεται με το έργο του Αυγουστίνου· εξαιτίας της μηδενικής επιρροής του Λατίνου Πατέρα της Εκκλησίας στην Ελληνική Ανατολή, θεωρήθηκε ότι το Βυζάντιο δεν γνώρισε ανάλογες εξελίξεις. Ο Krueger ανατρέπει αυτή την άποψη διορθώνοντας ταυτόχρονα και την εδραιωμένη εικόνα περί Βυζαντινής ακινησίας: Από τον Ρωμανό στον Θεόδωρο Στουδίτη κι από εκεί στον Ανδρέα Κρήτης και τέλος στον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, οι δογματικές, αισθητικές, ψυχολογικές αναζητήσεις των Βυζαντινών και ο τρόπος με τον οποίο συμβάλλουν στην συγκρότηση του εαυτού δημιουργούν μια συναρπαστική αφήγηση, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα κι ένα εντελώς νέο πεδίο έρευνας στις Βυζαντινές σπουδές.

 

Kyle Harper, From Shame to Sin: The Christian Transformation of Sexual Morality in Late Antiquity, Harvard University Press, 2013

Με το δεύτερο βιβλίο του ο Kyle Harper επιχειρεί να δώσει την δική του απάντηση στο ερώτημα «Τι καινούργιο κόμισε ο Χριστιανισμός;» εστιάζοντας στον έρωτα και την σεξουαλική ηθική. Σε αντίθεση με άλλους ιστορικούς (πιο γνωστό είναι το παράδειγμα του R. MacMullen), οι οποίοι έχουν υποστηρίξει ότι η επίδραση του Χριστιανισμού ήταν μικρή κι ασήμαντη, ο συγγραφέας θεωρεί ότι ο Χριστιανισμός άλλαξε ριζικά τον Ελληνορωμαϊκό κόσμο μετά τον 5ο αιώνα. Αυτή η αλλαγή αποτυπώνεται στο σχήμα του τίτλου: Ο υστεροαρχαίος άνθρωπος πέρασε από την ντροπή, δηλαδή από ένα αίσθημα που χαρακτήριζε τον άνθρωπο της αγοράς κι είχε πολύ συγκεκριμένες επιπτώσεις στην κοινωνική ζωή του ατόμου, σε μια υποκειμενική κι εν πολλοίς υπερκόσμια κι εξώκοσμη θεώρηση του εαυτού. Ο Harper χειρίζεται με άνεση ένα δύσκολο υλικό, συμπυκνώνει και ελέγχει τις σχετικές έρευνες που προηγήθηκαν και μας δίνει ένα βιβλίο καλογραμμένο, το οποίο αναδεικνύει τον ρόλο της Εκκλησίας στο τέλος του αρχαίου κόσμου.

 

Julia Hillner, Prison, Punishment and Penance in Late Antiquity, Cambridge University Press 2015

Οφείλω να ομολογήσω ότι άνοιξα το βιβλίο της Hillner με ένα αίσθημα κούρασης («ακόμα ένα βιβλίο για το ρωμαϊκό δίκαιο…»), αλλά τα ερωτήματα που θέτει, ο χειρισμός του υλικού, και οι αναπάντεχες απαντήσεις που δίνει, με έκαναν να το διαβάσω με προσοχή από την αρχή ως το τέλος. Το βασικό ερώτημα του βιβλίου είναι πώς και γιατί ο υποχρεωτικός εγκλεισμός σε μοναστήρι θεσμοθετήθηκε ως ποινή από το ρωμαϊκό κράτος. Η συγγραφέας αναδεικνύει τον αναμορφωτικό και παιδαγωγικό χαρακτήρα του Ρωμαϊκού δικαίου, τον συνδυάζει με τις διδασκαλίες των φιλοσοφικών σχολών και τα κηρύγματα των Χριστιανών, συνθέτοντας μια τοιχογραφία της υστεροαρχαίας κοινωνίας. Σίγουρα, δεν είναι ένα βιβλίο που ο μη-ειδικός αναγνώστης θα το χαρεί (όπως του Harper ή και του Krueger), αποτελεί όμως παρόλα αυτά μια σημαντική συμβολή.

 

Brenda Llewellyn Ihssen, John Moschos’ Spiritual Meadow: Authority and Autonomy at the End of the Antique World, Ashgate 2014.

Παρά την αμείωτη δημοφιλία του κατά την ύστερη αρχαιότητα, το Βυζάντιο, αλλά και στις μέρες μας, το Λειμωνάριο του Ιωάννη Μόσχου δεν είχε απασχολήσει ιδιαίτερα την σύγχρονη έρευνα. Μάλιστα, εξαιτίας της περίπλοκης χειρόγραφης παράδοσης, δεν έχει γίνει ακόμα κριτική έκδοση του κειμένου –χρησιμοποιούμε και σήμερα εκείνη του 1681 που ετοιμάστηκε από τον Jean Baptiste Cotelier. Η Ihssen ανακάλυψε τυχαία, όπως σημειώνει στην Εισαγωγή, μια αγγλική μετάφραση του έργου και η (γνωστή) ιστορία του μοναχού που πήγε στην κόλαση, αλλά χάρη στις προσευχές του πνευματικού του πατέρα δεν βυθίστηκε ολοκληρωτικά στο πυρ το εξώτερο, αλλά στεκόταν στο κεφάλι ενός επισκόπου, της τράβηξε την προσοχή. Έτσι προέκυψε αυτό το βιβλίο που συζητάει συστηματικά κάποια από τα μοτίβα που ξεπηδούν από τον Πνευματικό Λειμώνα: Τις σχέσεις μοναχών και λαϊκών, τον πλούτο και την πενία, την διαχείριση της ασθένειας, τον θάνατο. Η μελέτη δεν είναι φυσικά εξαντλητική, χαρτογραφεί όμως όχι μόνο το μοναστικό τοπίο του πρώιμου βυζαντίου, αλλά μας επιτρέπει να δούμε και το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον μέσα από τα μάτια ενός χαρισματικού συγγραφέα.

 

Edward J. Watts, The Final Pagan Generation, University of California Press 2015.

Ένα πολύ ενδιαφέρον και φιλόδοξο βιβλίο. Ο Watts επιχειρεί να συγγράψει την πνευματική ιστορία του 4ου αιώνα μέσα από την σύγχρονη οπτική των γενεών. Έτσι μελετώντας ουσιαστικά τον βίο και τις πράξεις του Αυσωνίου, του Λιβανίου, του Πραιτεξτάτου και του Θεμιστίου, γενικεύει, κανονικοποιεί, ούτως ώστε να συγκροτήσει αυτό που εμείς σήμερα εννοούμε ως «γενιά» και μέσω αυτής να συνθέσει την αφήγησή του. Μέσα από τα μάτια αυτών των ανθρώπων, που γεννήθηκαν πριν ο Κωνσταντίνος μεταστραφεί στον Χριστιανισμό, βλέπουμε τις εξελίξεις που συντάραξαν και άλλαξαν την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία: την επικράτηση του Χριστιανισμού, την ερήμωση των ναών, την θρησκευτική βία της εποχής, την αντιπαγανιστική νομοθεσία κτλ.

 

Δημοσιεύτηκε στο frear.gr

Ηλίας Γιαρένης: Για το «Ποιμένας ή Τύραννος» (Βιβλιοκρισία)

Ο συγγραφέας είναι ιστορικός, μεταδιδακτορικός υπότροφος του Ιδρύματος Fernand Braudel. Σπούδασε Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, της οποίας το βιβλίο αποτελεί ελαφρώς επεξεργασμένη μορφή.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, μετά τον τίτλο δίδονται τα Περιεχόμενα και ακολούθως το πυκνό και τεκμηριωμένο Προλόγισμα του Καθηγητή Στέφανου Ευθυμιάδη, το οποίο εντάσσει την μελέτη στο θεωρητικό και μεθοδολογικό πλαίσιο της αγιολογικής έρευνας. Μετά τις καθιερωμένες Ευχαριστίες και τον πίνακα των Βραχυγραφιών, κυρίως περιοδικών, ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά στα Κεφάλαια της μελέτης.

Ήδη από τον τίτλο του έργου γίνεται σαφής η σκιαγράφηση δύο εικόνων ή ιδιοτήτων, οι οποίες συγκροτούν δίπολο για την προβαλλόμενη κοινωνική λειτουργία του πατέρα. Στο επίκεντρο της εξέτασης, τίθεται ο πατέρας – όχι ο πατέρας της Εκκλησίας, ούτε ευρύτερα ο συμβολικός πατέρας, που εκείνη την περίοδο βρίσκεται παντού. Η εξέταση εστιάζεται στον βιολογικό πατέρα, οπωσδήποτε με τις κοινωνικές και συμβολικές προεκτάσεις της εικόνας του που προκύπτει από την αγιολογική γραμματεία.

Πολύτιμες πηγές για την αντιμετώπιση των διαφόρων ερευνητικών ζητημάτων με τα οποία ασχολείται η μελέτη, υπήρξαν κυρίως ελληνικά αγιολογικά κείμενα σε κριτικές εκδόσεις αυτόνομες είτε ενταγμένες σε καταξιωμένες διεθνώς σειρές, ή τυπωμένες σε έγκριτα περιοδικά. Όπου δεν ήταν διαθέσιμες κριτικές εκδόσεις, αξιοποιήθηκαν οι πολύτιμες κιβωτοί των Acta Sanctorum και της Patrologia Graeca.

Από την δευτερεύουσα βιβλιογραφία αξιοποιήθηκαν χρήσιμα εργαλεία έρευνας, βασικά έργα για την Ύστερη Αρχαιότητα και την Ελληνική Αγιολογία, αλλά και ειδικότερες συμβολές ερευνητών για την οικογένεια, τον πατέρα και την πατρότητα κυρίως στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα. Τα «διαβάσματα» του συγγραφέα είναι οπωσδήποτε ευρέα και ποικίλα, κάτι που συντελεί σε φρεσκάδα σκέψης και σε δημιουργική αναζήτηση της γλώσσας που θα εκφράσει αποτελεσματικότερα τα ερωτήματα. Πρόκειται για ερωτήματα με νεωτερική – ή και μετανεωτερική, κάποιες στιγμές – θεώρηση, τα οποία όμως προκύπτουν από γνώση και σεβασμό του αντικειμένου της έρευνας, και χωρίς προκατασκευασμένες ιδέες για «τα κείμενα και τα πρόσωπα».

Ποιμένας ή τύραννος

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε 6 Κεφάλαια. Το πρώτο από αυτά, έκτασης 20 σελίδων (σσ. 21-40), συνιστά την Εισαγωγή, η οποία διαρθρώνεται σε 5 ενότητες. Σε αυτήν εντοπίζονται τα κοινά χαρακτηριστικά των παραδόσεων της οικογένειας στις μεσογειακές κοινωνίες που αποτελούσαν το υπόβαθρο της Ύστερης Αρχαιότητας, πλάι στην εξουσία που ασκούσε ο πατέρας στα τέκνα του στη ρωμαϊκή κοινωνία, αλλά και σε συνάρτηση με τις χριστιανικές απόψεις για τον γάμο και την οικογένεια, οι οποίες επηρέασαν σημαντικά τις αντιλήψεις και για τον πατέρα. Η εξουσία του paterfamilias όπως αποτυπώνεται στο ρωμαϊκό δίκαιο και επηρεάζει την κοινωνική λειτουργία του πατέρα, τις ενδο-οικογενειακές σχέσεις, καθώς και την σχέση της οικογένειας και των μελών της με τον κόσμο πέραν της οικίας, επιχειρείται να συνεξετασθεί με τα άλλα δομικά στοιχεία –παραδοσιακά και καινοφανή –με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να εισαχθεί στις πραγματικότητες που θα αναπτυχθούν στο κυρίως μέρος. Δύο μικρές περαιτέρω ενότητες της εισαγωγής, το «Μελετώντας τον πατέρα» και το «Αναζητώντας τον πατέρα» παρέχουν στον αναγνώστη ευσύνοπτη εικόνα των βιβλιογραφικών αναζητήσεων και των θεωρητικών και μεθοδολογικών εργαλείων και ερμηνευτικών διαδρομών της έρευνας, ενώ παραλλήλως διευκρινίζουν την θεματική στόχευση και την ερευνητική ματιά.

Το δεύτερο Κεφάλαιο της μελέτης, έκτασης 46 σελίδων (σσ. 41-86), επιγράφεται «Απόστολος και Διώκτης: Ο Πατέρας στην Μαρτυριολογική Λογοτεχνία», και αναπτύσσεται σε 10 υποκεφάλαια. Στο επίκεντρο της πραγμάτευσης εδώ τίθενται τα Μαρτύρια, μέσα από τα οποία εξετάζεται συστηματικά και αναλυτικά η εικόνα του πατέρα, χριστιανού ή εθνικού. Οι δύο τύποι πατέρα, ο χριστιανός και ο εθνικός, κυριαρχούν στα κείμενα αυτά, με την αντίστοιχη απόδοση καλών και κακών χαρακτηριστικών που αναμένει κάποιος από μία στρατευμένη λογοτεχνία. Ωστόσο, πέραν αυτής της βασικής διάκρισης, υπάρχουν και διαφοροποιημένα κατά περίπτωση –και ενίοτε εξατομικευμένα– χαρακτηριστικά και ιδιότητες, οι οποίες εντοπίζονται, σχολιάζονται και εντάσσονται στο κοινωνικό και πνευματικό κλίμα της περιόδου.

Το τρίτο και εκτενέστερο όλων κεφάλαιο του βιβλίου, έκτασης 108 σελίδων (σσ. 87-194), φέρει τον τίτλο «Νικώντας τον κόσμο: Ο πατέρας του αγίου», και εξακτινώνεται σε 8 υποκεφάλαια, με αντίστοιχες επιμέρους ενότητες. Εδώ στο επίκεντρο τίθενται οι Βίοι των αγίων, δηλαδή τα bestsellers της Ύστερης Αρχαιότητας και της μακραίωνης βυζαντινής διαδρομής. Ο συγγραφέας εκκινεί από την θεμελιώδη συμβολή του Peter Brown για τον Άγιο Άνδρα και ιδίως για την κοινωνική και πνευματική του λειτουργία στον πολύχρωμο –όχι όμως πάντοτε ήσυχο – κόσμο της Ύστερης Αρχαιότητας. Είναι αλήθεια ότι η σχετική έρευνα έχει στραφεί στη μελέτη και την ανάλυση των κοινωνικών δομών και σε ζητήματα «κοινωνικού φύλου», στη διερεύνηση του ρόλου της γυναίκας, των συναισθημάτων, των νοοτροπιών και της καθημερινής ζωής. Για τον λόγο αυτό σταδιακά ανακαλύφθηκε και αξιοποιήθηκε ιδιαιτέρως η Αγιολογία, δηλαδή ο τομέας της γραμματειακής (ή λογοτεχνικής) παραγωγής που –χωρίς να το επιδιώκει– φωτίζει ιδίως τέτοιου είδους πτυχές. Ωστόσο, η διεθνής έκρηξη των σπουδών του κοινωνικού φύλου και η εντυπωσιακή άνοδος της Αγιολογίας ως αντικειμένου έρευνας δεν έχουν έως σήμερα οδηγήσει σε ικανοποιητική μελέτη του ρόλου του άνδρα στο πλαίσιο του λεγόμενου κοινωνικού φύλου, ούτε στην ανάδειξη των πτυχών της κοινωνικής του λειτουργίας στην οικογένεια, στην εργασία, αλλά και σε όψεις του καθ’ ημέραν βίου. Ο αναγνώστης λαμβάνει επίσης καλή εικόνα του ήρωα του κάθε Βίου, καθώς και των προσώπων γύρω από τον άγιο. Στα αγιολογικά κείμενα που εξετάζονται, χωρία των οποίων παρατίθενται προς διευκόλυνση του αναγνώστη, εμφανίζονται εμβληματικοί Βίοι εμβληματικών αγίων. Οι Βίοι αυτοί ως κείμενα ισορροπούν ανάμεσα σε ρητορικούς τόπους –και κοινούς αφηγηματικούς τρόπους– , και σε διαφοροποιήσεις από την άποψη της ζωής του αγίου, του τύπου της αγιοσύνης του και της άσκησής του. Η κατάσταση αυτή αφορά άλλωστε σχεδόν όλους τους προμεταφραστικούς Βίους αγίων, δηλαδή τους Βίους που είχαν συγκροτηθεί πριν από τον Πρώτο Βυζαντινό Ουμανισμό, και την σχετική δραστηριότητα του Συμεών Μεταφραστή.

Το τέταρτο Κεφάλαιο, έκτασης 56 σελίδων (σσ. 195-250), επιγράφεται «Ικέτης και κύριος: Ο πατέρας του λαϊκού», και διαρθρώνεται σε 9 υποκεφάλαια. Κύρια κατηγορία πηγών εδώ αποτελούν οι συλλογές Θαυμάτων, οι οποίες βρίσκονται εγκιβωτισμένες στο κείμενο του Βίου του αγίου, είτε συνιστούν ξεχωριστά έργα, με αφήγηση περιστατικών θεραπειών διαφόρων ασθενειών. Τα αγιολογικά αυτά κείμενα λειτουργούν ως αφετηρία για την ανασύνθεση στοιχείων της κοινωνικής λειτουργίας, της απόδοσης τιμής στους αγίους, καθώς και πτυχών νοοτροπιών και εικόνων σχετικά με την οικογένεια, το τέκνο της οποίας ασθενούσε και η θεραπεία από τον άγιο ήταν η μόνη λύση. Η ικεσία, η ευγνωμοσύνη ή η σκληρότητα του πατέρα απέναντι στον θεραπευτή-άγιο συνεξετάζεται με τα αντίστοιχα δεδομένα για τον άλλο πόλο της οικογένειας, την μητέρα.

Το πέμπτο Κεφάλαιο, έκτασης 78 σελίδων (σσ. 251-328), φέρει τον παιγνιώδη τίτλο «Οι πατέρες των Πατέρων» και εξετάζει τη σχέση του Γρηγορίου του πρεσβυτέρου και του Βασιλείου του πρεσβυτέρου με τους γιούς τους, μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας του 4ου αιώνα, Βασίλειο Καισαρείας και Γρηγόριο Νύσσης, και Γρηγόριο Ναζιανζηνό αντιστοίχως. Ο Βασίλειος ο πρεσβύτερος εμφανίζεται ως σώφρων διδάσκαλος του μεγαλύτερου γιου του, και αποτελεί την κεφαλή μιας υποδειγματικής χριστιανικής οικογένειας, Ο Γρηγόριος ο πρεσβύτερος ανασυστήνεται ως στιβαρός καθοδηγητής˙ η τρυφερότητα της μητέρας αποτελεί τον άλλο πόλο ενός διπόλου το οποίο ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (Θεολόγος) θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει ως εφαλτήριο μιας σύνθεσης που θα προτείνει, εκφράζοντας μια νέα αντίληψη για τον πατέρα και τον ρόλο του.

Το έκτο Κεφάλαιο του βιβλίου, έκτασης 6 σελίδων (σσ. 329-334), επιγράφεται «Επίλογος» και λειτουργεί ανακεφαλαιωτικά και καταληκτικά σε σχέση με τα προηγούμενα.

Στην συνέχεια (σσ. 335-366) υπάρχει Περίληψη κύριων συμπερασμάτων της μελέτης στην αγγλική γλώσσα, Καταγραφή των Πηγών και της Δευτερεύουσας Βιβλιογραφίας, καθώς και σύντομο Ευρετήριο, κυρίως ονομάτων και τόπων.

 

Μία άλλη ματιά: το βιβλίο ξεκινά με παράθεμα Στέλιου Ράμφου δηλωτικό της προσέγγισης του συγγραφέα απέναντι στο παρελθόν. Όμως, δεν πρόκειται για το μόνο παράθεμα από δοκιμιακά ή λογοτεχνικά έργα του 20ού αιώνα που αξιοποιεί ο συγγραφέας, ιδίως στην αρχή κεφαλαίων της μελέτης του, με στόχο να ανοίξει «παράθυρα επικοινωνίας» με το σήμερα, αλλά και με καίρια ερωτήματα. Αξιοποιούνται μεταξύ άλλων το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, έργα του Νίκου Γκάτσου, του Jean Lacan, του Sigmund Freud, του Arthur Miller, του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Η μελέτη συνολικά επιδιώκει διάλογο με προσεγγίσεις των σύγχρονων κοινωνικών επιστημών, επιδεικνύοντας μεγάλη ευρύτητα στην διαμόρφωση των ερωτημάτων στο πλαίσιο της ανάλυσης: δεν είναι τυχαίο πως στη Βιβλιογραφία, πλάι στα ονόματα που ήδη αναφέραμε, σημειώνονται αξιοποιημένα στο βιβλίο έργα του Ιωάννη Μακρυγιάννη, του Γιώργου Σεφέρη, του Κωστή Παπαγιώργη και άλλων σημαντικών γραφιάδων της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας.

Η συνολική εκδοτική εικόνα του βιβλίου είναι καλή˙ τα τυπογραφικά παροράματα που εμφανίζονται θα πρέπει να διορθωθούν σε πιθανή επανέκδοσή του.

 

Εν κατακλείδι: το βιβλίο του Φώτη Βασιλείου για τον πατέρα στην Ύστερη Αρχαιότητα συνιστά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη μελέτη, η οποία έχει γραφεί με τρόπο φιλικό προς τον ενδιαφερόμενο φιλομαθή και φιλόβιβλο αναγνώστη, ακόμη και πέραν του στενού κύκλου των επαγγελματιών της θεματικής και της περιόδου.

 

Ηλίας Γιαρένης

Ιστορικός, Επίκ. Καθηγητής Ιονίου Πανεπιστημίου

 

———————

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ηλιαία, τεύχος 89, Ιούνιος 2014, σελ. 40-41

Δέκα βιβλία

Οι λίστες που αραδιάζουν αγαπημένα ή μισητά βιβλία, τραγούδια, ταινίες, συγγραφείς, συνήθειες, τόπους, φαγητά, θέτουν όριο στη μνήμη, την φαντασία, την επιθυμία· ακρωτηριάζουν την ελευθερία μας σε μια σειρά επιλογών. Και οι αξιολογήσεις, ειδικά των πραγμάτων που έγραψαν μέσα μας, φανερώνουν αφέλεια και είναι περιορισμένης αξίας, καθώς μετράνε μόνο εκείνο που έχουμε πρόχειρο στην μνήμη και την συνείδηση, αφήνοντας εκτός του πεδίο που κατεξοχήν παίζεται μπάλα, το ασυνείδητο.

Κι όμως παραμένουν χρήσιμες, γιατί μας κινητοποιούν να ξαναδούμε τον εαυτό μας. Μας εξαναγκάζουν να τον δείξουμε –ή τουλάχιστον να δείξουμε μια εκδοχή του, εκείνη που νομίζουμε ότι μεταδίδουμε ή την άλλη, που θα θέλαμε να είμαστε ή και κάποια άλλη.

Κάπως έτσι αποφάσισα να αραδιάσω 10 βιβλία στο facebook, όταν φίλοι με προκάλεσαν.

Υπήρχε βεβαίως ένα βασικό πρόβλημα:

Το παιχνίδι απαιτούσε 10 βιβλία που με επηρέασαν, αλλά δεν προσδιόριζε το πότε και το πού. Όταν ήμουν παιδί; Έφηβος; Ενήλικος; Τώρα; Ή μήπως ως επιστήμονα; Σαν συγγραφέα; Εραστή;

Το κούρασα πολύ, όπως βλέπετε. Και, φυσικό ήταν, κουράστηκα κι ο ίδιος. Οπότε κατέφυγα στην πιο προφανή απάντηση:

Μέτρησα 10 βιβλία (δηλαδή 11), που με σφράγισαν ως νεαρό άνδρα, που έψαχνε τον εαυτό του. Είναι εκείνα που, νομίζω, με χάραξαν βαθύτερα κι ευθύνονται, ως ένα βαθμό, για τις ιδέες, τις ιδιοτροπίες, τις επιλογές μου, προσωπικές, επιστημονικές, συγγραφικές ή άλλες. Τα παραθέτω λοιπόν κι εδώ, προσθέτοντας και δυο κουβέντες για το καθένα. Η σειρά είναι τυχαία.

1. Ray Monk: Λούντβιχ Βιτγκενστάιν. Το χρέος της μεγαλοφυΐας (Scripta 1998)
Η φιλοσοφία, για να έχει κάποιο νόημα, δεν πρέπει να είναι μια στεγνή περιδιάβαση στον χώρο των ιδεών, ούτε αποφάνσεις κι απόψεις –χώρος ειδικά γι’ αυτές τις τελευταίες είναι το καφενείο. Φιλοσοφία είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα τρόπος, παράδειγμα ζωής. Υπ’ αυτή την έννοια, το σημαντικότερο έργο του Wittgenstein είναι ο ίδιος του ο βίος και το βιβλίο του Monk το καλλίτερο βοήθημα για να τον γνωρίσει και να τον κατανοήσει κάποιος

2. Χρήστος Γιανναράς: Το πρόσωπο και ο έρως (Δόμος 1992)
Υπάρχει ο Γιανναράς των επιφυλλίδων και ο Γιανναράς της φιλοσοφίας (της φιλοκαλίας μάλλον), όπως υπάρχει και η Εκκλησία των αποκλήρων και του μανικού έρωτα κι άλλη της κανονικότητας και του κυβερνητισμού. Δεν χρειάστηκε ιδιαίτερος κόπος για να επιλέξω…

3. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Διηγήματα (Δόμος)
Η γλυκιά πατρίδα που νοσταλγούμε, το παρόν που δυσφορούμε, ο παράδεισος που αποβλέπουμε, χώρεσαν στους πέντε τόμους των Απάντων που επιμελήθηκε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος.

4. Thomas Mann, Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού (Guttenberg 2004)
Χρησιμοποιώντας την αρχαία βιβλική ιστορία για το πανέμορφο παλικάρι που πουλήθηκε σαν σκλάβος από τα φθονερά αδέλφια του, ο Μαν μιλάει για τον καιρό του, την πατρίδα του, και την μοίρα του κόσμου, που είναι φυσικά και δική μας μοίρα. Μας διδάσκει δε πως η ζωή, όπως και οι ιστορίες, κυλάνε αέναα χρησιμοποιώντας τα ίδια πάνω-κάτω μονοπάτια.

5. Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα
Οφείλω να ομολογήσω ότι σήμερα με έλκουν πιο πολύ τα ημερολόγια και οι αλληλογραφίες του Σεφέρη. Αλλά η πρώτη, η καθοριστική επαφή έγινε φυσικά μέσα από τα ποιήματά του. Είναι ο ποιητής που πέρα από ατμόσφαιρες, ωραιολογίες και ιδέες, είδε και μίλησε για την μοίρα αυτού του τόπου και των ανθρώπων του.

6. Κωστής Παπαγιώργης: Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ (Καστανιώτης 1997)
Βλέποντας το τώρα, καταλαβαίνω ότι στο βιβλίο αυτό συναντιούνται δυο από τους πιο ανοικονόμητους συγγραφείς μας. Φυγάνθρωποι, πότες, και νοσταλγοί, δύσκολα χωράγανε κι ανέχονταν ακόμα κι εκείνο που αγαπούσαν.

7. Φιοντόρ Ντοστογιέβσκη, Αδελφοί Καραμαζόφ (Γκοβόστης)
Τέσσερα αδέλφια, δυο πατέρες, μια πατροκτονία –αυτό που στα χέρια οποιουδήποτε άλλου συγγραφέα θα ήταν ένα οικογενειακό μελόδραμα, ο Ντοστογιέβσκη το αναγάγει σε αρχετυπικό μύθο και προφητεία για το παρόν και το μέλλον του λαού του και του ανθρώπου γενικότερα.

8. Διονύσιος Σολωμός, Η γυναίκα της Ζάκυθος
Αν ο Ντοστογιέβσκη βλέπει την μοχθηρία στον άνδρα (πχ ο Σμερντιάκοβ Καραμαζόφ), ο Σολωμός την τοποθετεί σε μια γυναίκα, εφιαλτικά οικεία και σήμερα.

9. Ernest Hemingway: Άντρες χωρίς γυναίκες
Μινιμαλιστική αφήγηση, εξαιρετικοί διάλογοι, σαρκαστικό χιούμορ, συμβολισμός που δεν ακυρώνει τον ρεαλισμό αλλά τον ενισχύει. Κι όπως και στα άλλα βιβλία του, ο Hemingway δεν κρίνει και δεν εξηγεί, δεν αναλύει τους ήρωές του και τις πράξεις του, τα λόγια του. Τους παραδίδει γυμνούς, αυτούσιους στον αναγνώστη για να τους κρίνει και να τους ερμηνεύσει σύμφωνα με την διάθεσή του, τις ιδέες του, τα πιστεύω του –τα έχω ξαναγράψει

10. James Ellroy, Η Μαύρη Ντάλια (Άγρα 1996)
Ο Ελρόι είναι ίσως ο σημαντικότερος αμερικανός συγγραφέας σήμερα και το συγκεκριμένο βιβλίο ένα από τα αριστουργήματά του. Ευτύχησε να έχει και καλό μεταφραστή…

11. Νίκος Γκάτσος, Φύσα αεράκι φύσα με μη χαμηλώνεις ίσαμε (Ίκαρος 1992)
Με προμετωπίδα του Ο. Ελύτη και μια ιδιόχειρη παρτιτούρα του Μ. Χατζιδάκι κυκλοφόρησε αθόρυβα αυτός ο τόμος με τα τραγούδια του λίγο. Δεν περιέχει άπαντα τα τραγουδιστικά –αυτό το βιβλίο ήρθε αργότερα, μετά τον θάνατό του– αλλά εκείνα που ο ίδιος επέλεξε και χώρισε σε ενότητες. Μαζεμένα έτσι, αποτελούν ένα σκοτεινό όραμα για το μέλλον, ανάλογο με κείνο που ψηλαφούσε ο Σεφέρης…

House of Cards

Πόσες φορές έχουμε δει έναν πραγματικά κακό στις οθόνες μας;

Μάλλον ποτέ. Ο Dexter, αν και serial-killer, κατάφερε να διοχετεύσει την ορμή του και να την καταστήσει χρήσιμη (!) στην κοινωνία, ενώ ήταν εξαιρετικός σύζυγος, πατέρας, αδελφός, συνάδελφος. Κι όσο για τον περίφημο Heisenberg του Breaking Bad, δεν ήταν παρά ένας κακομοίρης μικροαστός, πραγματικά δαρμένο σκυλί, που όταν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο, απελευθερώθηκαν εντός του η επιθυμία για χρήμα και δύναμη. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να την εκπληρώσει, προκαλώντας την συμπάθεια των τηλεθεατών, αφού αφενός τους θύμιζε κάτι από τον εαυτό τους, αφετέρου εκπλήρωνε ένα απωθημένο (ή μη) φαντασιακό τους. Η δε σύζυγός του, όσο κι αν ο Vince Gilligan, ο δημιουργός της σειράς, προσπαθούσε να μας πείσει ότι είναι η Ms Heisenberg, δεν τα κατάφερε. Οι προσπάθειές της για δύναμη εντός κι εκτός συζυγικής σχέσης έμοιαζαν με εκρήξεις υστερίας –εξ ου και το μίσος των φαν.

Το House of Cards όμως είναι άλλη υπόθεση. Αυτό μας προσφέρει δυο πραγματικά κακούς, βαθιά κακούς, αρχετυπικά κακούς χαρακτήρες: Τον κο και την κα Underwood.

House of Cards Spouses

Η ιστορία είναι λίγο-πολύ γνωστή:

Μετά από μια πετυχημένη εκλογή κι αφού ο Πρόεδρος δεν του δίνει τον υπεσχημένο υπουργικό θώκο, ο Frank Underwood ξεκινά έναν μαραθώνιο δολοπλοκίας, χειραγώγησης και αθεμιτουργίας με στόχο την κορυφή. Το χρήμα εδώ δεν είναι παρά το μέσον, χρηστικό αντικείμενο κι όχι στόχος –ακριβώς όπως και η ανθρώπινη ζωή ή οι διαπροσωπικές σχέσεις. Εκείνο που μετράει, εκείνο που θέλει ο Underwood είναι η εξουσία. Από την ίδια πάστα είναι φτιαγμένη και η γυναίκα του. H Claire Underwood δεν είναι κάποια αθώα που ξύπνησε μια ωραία πρωία στον κυκλώνα, που δημιούργησε ο άντρας της, όπως η Skyler White. Δεν είναι παθητικός θεατής των δρωμένων, ούτε στηρίζει απλώς τον Francis. Συμμετέχει ενεργά στις αθεμιτουργίες προωθώντας την δική της παράλληλη ατζέντα.

Αν τους ονομάζαμε σύγχρονους Macbeth, θα τους αδικούσαμε. Στο σαιξπηρικό δράμα η τραγωδία προκύπτει από το συνειδησιακό πρόβλημα των πρωταγωνιστών, τις τύψεις, την μετάνοιά τους. Οι Μάκβεθ ακολούθησαν έναν δρόμο, που δεν άντεχαν να πάρουν. Αντιθέτως, οι Underwood δεν έχουν τέτοια ζητήματα. Ξέρουν ακριβώς πού βρίσκονται, τι θέλουν, πώς να το αποκτήσουν, δεν έχουν κανένα δισταγμό και νιώθουν υπέροχα. Είναι αυτή η απόλυτη απουσία ηθικιστικών αντανακλαστικών και ορίων, που καθιστούν τον Frank και την ClaireUnderwood, τους μόνους πραγματικά υπεράνθρωπους της μικρής και της μεγάλης οθόνης.

Μέσα στο δυσλειτουργικό σύμπαν του House of Cards η σχέση του Frank και της Claire είναι το μόνο που λειτουργεί. Ο γάμος τους είναι τόσο αρμονικός, ώστε να συναγωνίζεται στα ίδια εκείνον του Cliff και της Clair Huxtable στο The Cosby Show: Υπάρχει αφοσίωση, αμοιβαίος σεβασμός και αλληλοκατανόηση, συζητούν τα πάντα χωρίς να κρατάνε μυστικά και έχουν μια βαθιά αγάπη ο ένας για τον άλλον. Η συζυγία τους, το σπίτι τους είναι το οχυρό τους, όπως αρέσκονται να το ονομάζουν, απέναντι στους άλλους –όλους τους άλλους. Είναι η αφετηρία τους, η απαραίτητη προϋπόθεση, για να κατακτήσουν τον κόσμο.

house of cards

(Το μείζον ερώτημα που προκύπτει δεν έχει να κάνει με την σειρά καθεαυτή, αλλά τροφοδοτείται είναι το γιατί καθόμαστε και βλέπουμε αθεμιτουργίες; Γιατί διασκεδάζουμε με τον θρίαμβο του κακού; Πώς και γιατί εξαφανίστηκαν οι θετικοί ήρωες και την θέση τους κατέλαβαν οι κακοί; Γιατί να μας συναρπάζει το κακό και να βαριόμαστε το καλό; Θα προσπαθήσω να το απαντήσω κάποια επόμενη φορά.)