Category Archives: κριτικές

True Detective

Όταν ξεκινά να μιλά κανείς για το True Detective αναγκάζεται να χρησιμοποιεί συνεχώς τη λέξη «πιο»:

Είναι η πιο συζητημένη σειρά φέτος· η πιο ενδιαφέρουσα· η πιο εμπνευστική· η νέα σειρά που συγκέντρωσε την πιο μεγάλη τηλεθέαση στην ιστορία του ΗΒΟ (ξεπέρασε κι αυτή την 1η σεζόν του Game of Thrones!)· είναι η πιο καλογραμμένη σειρά· η πιο καλοσκηνοθετημένη· η πιο καλοπαιγμένη· η πιο ατμοσφαιρική· εκείνη που κολλάει πιο πολύ στο μυαλό· η πιο περίπλοκη κι η πιο απαιτητική…
Είναι όλα αυτά υπερβολή;

Μάλλον όχι. Τη στιγμή που στα σινεμά στοιβάζονται εντυπωσιακά πλην αξιολησμόνητα blockbuster και οι κινηματογραφικοί δημιουργοί καταπιάνονται με τα ψυχολογικά τραύματα του Superman ή τα συμπλέγματα του Magneto, η τηλεοπτική αφήγηση τηλεοπτική αφήγηση προχωράει όλο και πιο μπροστά, γίνεται περισσότερο απαιτητική και φέρνει στις οθόνες μας συναρπαστικούς, περίπλοκους, ρεαλιστικούς χαρακτήρες.

Σε αυτή την πορεία, το True Detective αποτελεί μια κορύφωση.

Καταρχήν, σ’ αυτό τίποτα δεν θυμίζει παραδοσιακή τηλεόραση. Παράδειγμα οι ρυθμοί του: Συγγραφέας και σκηνοθέτης δεν έχουν το παραμικρό άγχος να γαργαλήσουν το ενδιαφέρον του θεατή χωρίζοντας το κάθε επεισόδιο σε δεκάλεπτες σεκάνς με μικρές κορυφώσεις πριν τα διαφημιστικά διαλλείματα. Επιλέγουν αργούς, σαγηνευτικούς ρυθμούς –τόσο ταιριαστούς με τα υγρά και ζεστά τοπία όπου εξελίσσεται η ιστορία τους– που εγκλωβίζουν τον θεατή μέσα τους.

Κάποιοι ονομάζουν την αφήγηση του True Detective (όπως και άλλων ενήλικων σειρών) «κινηματογραφική», προς τιμήν προφανώς παλαιών σπουδαίων ταινιών και κάποιων σημερινών εξαιρέσεων κι όχι αναφερόμενοι στον συγκαιρινό κινηματογραφικό κανόνα. Είναι εκείνοι που, παραπέμποντας σε κάτι άλλο, παλιό και διαφορετικό, δεν κατανοούν τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα: Η μεγάλη μετεξέλιξη της τηλεόρασης· η δραματική αλλαγή στην αφηγηματική της γλώσσα.

1

Τα υλικά που χρησιμοποιεί το True Detective δεν είναι πρωτότυπα. Το καθένα απ’ αυτά είναι κι ένα κεφάλαιο στην ιστορία της ποπ κολτούρας.

Για παράδειγμα, η αφήγηση περιστρέφεται γύρω από την αστυνομική έρευνα για την εξιχνίαση μιας σειράς εγκλημάτων: Γυναίκες και παιδιά εξαφανίζονται ή βρίσκονται δολοφονημένα με τελετουργικό τρόπο. Αυτό μας φέρνει στο νου δεκάδες b-movies, αλλά και έργα όπως η Μαύρη Ντάλια του Ellroy ή το Yellow Bastard του Frank Miller. Στην καρδιά όμως της σειράς βρίσκεται η σχέση των δύο αστυνομικών που ερευνούν την υπόθεση. Ούτε κι αυτό, φυσικά, είναι κάτι καινούργιο. Έχουμε δει σε σινεμά και τηλεόραση δεκάδες παραλλαγές αυτής της σχέσης σε κάθε πιθανό είδος, δράμα, μυστήριο, action, κωμωδία.
Εκείνο που κάνει την σειρά να ξεχωρίζει δεν είναι η πρωτοτυπία των υλικών της, αλλά ο χειρισμός τους. Ο τρόπος που χρησιμοποιούν οι δημιουργοί το υλικό τους, το απογειώνει και το πηγαίνει σε άλλο επίπεδο.

2

Στα πρώτα επεισόδια κυριαρχεί ο χαρακτήρας του Rusty Cohle (M. McConaughey). Μοναχικός, μπεκρής, αντιφατικός, απαισιόδοξος, ηττοπαθής και φιλοσοφημένος, ο Rusty είναι ο κατεξοχήν ρομαντικός ήρωας. Ωραίος σαν αρχαίο άγαλμα στα 30 του – τσακισμένος σαν γερασμένος χίπη ή τρελαμένος προφήτης στα 50. Ο κόσμος δεν τον χωράει, αλλά κι αυτός δεν έχει πού αλλού να πάει, οπότε παραμένει ανάμεσά μας. Είναι ο άθεος που προσεύχεται στον Εσταυρωμένο στοχαζόμενος την εθελούσια θυσία. Και είναι αυτός που με την ιδιοφυία του θα αντιληφθεί αμέσως την σημασία της υπόθεσης και θα την κυνηγήσει μέχρι το τέλος.

Ο Marty Hart του Woody Harrelson μοιάζει στην αρχή να είναι το ακριβώς αντίθετο του συνεργάτη του: Τυπικός μπάτσος, κάτι ανάμεσα σε νταή και γραφειοκράτη. Γρήγορα όμως καταλαβαίνουμε ότι κι αυτός κουβαλάει τους δικούς του δαίμονες –με τρόπο σαφώς πιο συμβατικό από του Rusty, αλλά τους κουβαλάει: Είναι η εξάρτησή του από το πιοτό, η εμμονή του στις παλαβές γκόμενες, που θα διαλύσουν την οικογένειά του· και είναι η ευαισθησία του απέναντι στην βία εναντίον των παιδιών που θα τον οδηγήσει στην παραίτηση από το σώμα (θυμίζει εδώ τον Bud White του LA Confidential, ο οποίος τρελαινόταν όταν έβλεπε να ασκείται βία κατά των γυναικών). Το δε ταλέντο του στην εξιχνίαση των μυστηρίων θα εμφανιστεί πολύ αργά, αλλά σε καθοριστικό σημείο: Στα τελευταία δύο επεισόδια, προς έκπληξη του Rusty, αλλά και των θεατών που τον είχαν υποτιμήσει.

Όσο οι ζωές μας οργανώνονται σε τετράγωνες, ορθολογικές βάσεις, τόσο το παράλογο βρίσκει ορθάνοιχτα τα παράθυρα της ποπ κουλτούρας (και όχι μόνο) για να εισβάλει στις ζωές μας. Όχι και τόσο παλιά, τα εγκλήματα που βλέπαμε στην μεγάλη και κυρίως τη μικρή οθόνη οφείλονταν σε κακό υπολογισμό, υστεροβουλία, λάθος. Όσο ασυγχώρητα κι αν ήταν, επρόκειτο για ξεστρατίσματα από τον γενικό κανόνα του Καλού. Σήμερα τα εγκλήματα που παρακολουθούμε οφείλονται στην παράνοια άρρωστων μυαλών, τον παραλογισμό καταστροφικών λατρειών ή, πιο απλά, σε ένα συμπαγές, αδιαπέραστο κακό.

Μεγάλο μέρος της επιτυχίας του True Detective οφείλεται στον τρόπο που χειρίστηκε την διάσταση ανάμεσα στην ρεαλιστική πραγματικότητα, που όλοι μας κινούμαστε, και το παράλογο που εισβάλει αναπάντεχα στο φαντασιακό μας. Ο Rusty μάλιστα, ο κατεξοχήν ευαίσθητος δέκτης του καινούργιου, υποφέρει από μια τέτοια πάθηση: Όταν βρίσκεται μπροστά στους πιο αποτρόπαιους ρεαλισμούς (μπροστά στο πτώμα μιας νεαρής γυναίκας, για παράδειγμα), βλέπει οράματα.

Αλλά και όλη η σειρά αναρριχάται από μια πεζή πραγματικότητα σε μια μεταφυσική παράνοια. Το περιβάλλον που κινούνται οι ήρωες, οι άνθρωποι που συναναστρέφονται, οι καταστάσεις που αντιμετωπίζουν στην προσωπική και την επαγγελματική τους ζωή είναι απολύτως ρεαλιστικές, ρουτινιάρικες, συνηθισμένες. Οι σκηνές μάλιστα που δίνουν την κατάθεσή τους απέναντι από μια κάμερα θυμίζουν ντοκιμαντέρ. Από την αφετηρία αυτή η σειρά ξεκινά να βυθίζεται σε ένα σκοτεινό παρανοϊκό σύμπαν. Από επεισόδιο σε επεισόδιο τα ίδια τοπία της Louisiana φαντάζουν πιο απόκοσμα κι εχθρικά, μέχρι που στο τέλος θα μεταμορφωθούν σε έναν ατελείωτο λαβύρινθο, απ’ τον οποίο κανείς δεν θα μπορέσει να εξέλθει αβλαβής.

Advertisements

Νίκος Γκάτσος: Ο χορός των Κυκλάδων

Ο Νίκος Γκάτσος δεν συνήθιζε να γράφει υπαρξιακά-εξομολογητικά τραγούδια. Οι στίχοι του είχαν άλλο βάθος. Η φωνή του δεν πήγαζε από τα κατάβαθα της (ατομικής) ψυχής, όπως των καλών μας τραγουδοποιών, αλλά ερχόταν, όπως των μεγάλων ποιητών, από τα βάθη των αιώνων. Γιατί ο Γκάτσος μπορούσε να βλέπει τα πράγματα από μακριά· να προβάλει πρόσωπα και καταστάσεις στην προοπτική του χρόνου και της ιστορίας· να διακρίνει το πρόσκαιρο και το ευκαιριακό από το διαχρονικό και το ασάλευτο, την ουσία από το επιφαινόμενο. Χρησιμοποιώντας αρχετυπικά σύμβολα και μύθους του λαού, του τόπου και του πολιτισμού μας, περιέγραψε την μοίρα του σύγχρονου Έλληνα με ενάργεια, που μετρημένοι στα δάχτυλα (ο Χατζιδάκις, ο Σεφέρης, ο Τσαρούχης…) συγκαιρινοί του το κατάφεραν.

Ο Χορός των Κυκλάδων, το πρώτο τραγούδι των Κατά Μάρκον, κάνει ακριβώς αυτό:

Μιλάει για την μοίρα του λαού και του τόπου, αλλά από μια διαφορετική γωνία, πρωτόφαντη στο έργο του. Εδώ δεν διαμεσολαβούν σύμβολα και προσωπεία. Ο ποιητής επέλεξε, για πρώτη ίσως φορά, να μιλήσει με την δική του φωνή, να ακουστούν άμεσα η σκέψη και τα λόγια του, η ανάσα του. Έτσι ένα τραγούδι για το παρόν και την μοίρα του Ελληνισμού αποκτά μια υπαρξιακή διάσταση που μας ακουμπά όλους. Ο Γκάτσος εδώ ούτε θεωρητικολογεί, ούτε συναισθηματολογεί· ακουμπάει την πληγή που φέρουμε όλοι εντός μας. Το αποτέλεσμα είναι ένα τραγούδι, όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει στον πρώτο στίχο, σκοτεινό.

Το τοπίο στον Χορό των Κυκλάδων είναι μετα-αποκαλυπτικό.

Συντρίμμια, ακινησία, ερείπια, παγωνιά. Ο χορός σταμάτησε, τα τραγούδια σώπασαν κι απομένει το βουητό ενός σκληρού ανέμου. Η ζωή, το όνειρο, η δημιουργία, η ελπίδα –όλα νεκρά και ξεχασμένα. Ο ποιητής προχωράει ψηλαφητά σ’ αυτό το σκηνικό και μας παίρνει μαζί του –όπως έκανε το Πνεύμα των Μελλοντικών Χριστουγέννων με τον Εμπενέιζερ Σκρουτζ. Μόνο που εδώ, σε αντίθεση με την ιστορία του Ντίκενς, δεν φαίνεται να υπάρχουν περιθώρια διόρθωσης. Η φορά, η φύση, των πραγμάτων είναι τέτοια, που στο τέλος κυριαρχεί η καταστροφή –τὸ σκουλήκι πάντα θα τσακίζει τὸν καρπό, ή όπως το είπε στο άλλο τραγούδι του:

Αὐτός ὁ κόσμος δὲν θ’ ἀλλάξει ποτέ.

Το τραγούδι τελειώνει με δυο επικλήσεις, μια προσευχή:

Χαμένα ἀδέρφια δεῖχτε μου ἕνα δρόμο
Χαμένη Ἑλλάδα τὴν πόρτα σου χτυπῶ

Γιατί ακόμα κι αν στο τέλος υπάρχει πάντα η καταστροφή κι ο θάνατος, αν στον κόσμο ετούτο θα κυριαρχούν πάντα το κακό και η αδικία, οι ζωές μας μπορούν να έχουν νόημα –ή μάλλον, γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να έχουν νόημα. Τα χαμένα αδέλφια και η χαμένη Ελλάδα μπορούν, σύμφωνα με τον Γκάτσο, να φωτίσουν και να νοηματοδοτήσουν την ζωή μας. Γι’ αυτό μας καλεί μέσα από το τραγούδι αυτό και τα υπόλοιπα των Κατά Μάρκον, αλλά και μέσα από όλο το έργο του, να τα ανακαλύψουμε…

Οι στίχοι του τραγουδιού, πληροφορίες για τον δίσκο και το σημείωμα του Στ. Ξαρχάκου για Τα Κατά Μάρκον στο ιστολόγιο για τον Κώστα Παπαδόπουλο της Β. Παπαπροδρόμου και της Ελ. Μπέη

Αυτοαναφορική γραφή

Τι ξέρουμε για τον Όμηρο;

Στην πραγματικότητα τίποτα. Ως τις μέρες μας έχουν φτάσει κάποιες παραδόσεις που δημιουργήθηκαν αιώνες μετά την ακμή του, όταν δηλαδή το ενδιαφέρον άρχισε να επεκτείνεται (ίσως και να μετατοπίζεται) από το έργο και τον κόσμο του στο πρόσωπο του ποιητή. Ο ίδιος δεν ένιωσε την ανάγκη να αναφέρει τίποτα για τον εαυτό του. Αν όμως υπήρξε, δεν θα δήλωνε με υπερηφάνεια την πατρότητα των δυο επών; -όσοι υποστηρίζουν ότι ο Όμηρος ως πρόσωπο δεν υπήρξε ποτέ κι ότι ποιητής ήταν η συγκεκριμένη εποχή κι η κοινωνία, ότι τα έργα αυτά συνιστούν συλλογικό επίτευγμα, έχουν σοβαρά επιχειρήματα…

Αλλά και πάλι, πόσα μας λένε για τους εαυτούς τους ο Πλάτων, ο Θουκυδίδης, ο Σοφοκλής ή ο Ευρυπίδης; Ελάχιστα. Σχεδόν τίποτα. Δεν ένιωσαν την ανάγκη να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους, τα πάθη, τις χαρές τους. Να εξηγήσουν τις ιδιορρυθμίες, να δρέψουν δάφνες για τα κατορθώματα και να δικαιολογήσουν τις αποτυχίες τους.

Από την αρχαιότητα δεν μας σώθηκε ούτε μια αυτοβιογραφία. Πρέπει να προχωρήσουν οι αιώνες, να φτάσουμε στον Μάρκο Αυρήλιο και, κυρίως, στον Αυγουστίνο και τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό για να βρούμε τα πρώτα πραγματικά αυτοαναφορικά και εξομολογητικά έργα.

Η Ύστερη Αρχαιότητα παρουσιάζει ομοιότητες με τους σημερινούς καιρούς, που έχουν κατ’ επανάληψη επισημανθεί: Εποχή μεγάλων αναταραχών, κινητικότητας, ανοιγμάτων, καταστροφών, αλλά και δημιουργίας. Ο άνθρωπος χειραφετείται και διεκδικεί να επιλέξει, να ορίσει την ζωή του. Βγαίνει από τα στενά όρια της οικογένειας και της πόλης κράτους, περιπλανιέται στην αχανή αυτοκρατορία, αλλά και έξω από αυτήν, στην έρημο. Όντας Μόνος και Ξένος απέναντι στους Άλλους, η ανάγκη να μιλήσει για τον εαυτό του γεννιέται σχεδόν αυτόματα. Θέλει να εξηγήσει, να απολογηθεί, να δηλώσει. Να γυμνωθεί μπροστά στο αόρατο πλήθος, τα μέλη μιας οικουμενικής, νοητής κοινότητας –ο κουντερικός χορευτής τότε δίνει τις πρώτες παραστάσεις του.

Όμως η αυτοαναφορική γραφή δεν είναι απλώς και μόνο εξομολόγηση. Προπάντων ίσως είναι διάλογος. Διάλογος με τους πολλαπλούς εαυτούς και τα πολλαπλά κοινά μας –με τον εκτεταμένο μας εαυτό.  Τέτοιος διάλογος δεν θα μπορούσε φυσικά να υπάρξει στην πόλη της Κλασικής εποχής, την περίκλειστη και ομοιογενή, αλλά μόνο μέσα σε ένα ρευστό κι ανοίκειο περιβάλλον. Εκεί που ο άνθρωπος έχει επιλογές, που δεν ακολουθεί απλώς τον προδιαγεγραμμένο δρόμο.

Η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες…

…τα βιβλία όμως που θέλουμε να διαβάσουμε συγκροτούν λίστες πραγματικές ή νοητές.

(Τι είναι η λίστα; Τι σημαίνει για την ζωή μας; Οι παλαιότεροι είχαν λίστες ή πορεύονταν με όσα τους έφερνε η ζωή; Μήπως οι λίστες εμφανίστηκαν όταν η πρόσβαση σε αγαθά και εμπειρίες έγινε πιο εύκολη μετατρέποντας την αφθονία που θα έπρεπε να μας δίνει άνεση σε πίεση;)

Όπως και νά ‘χει, έχω μια λίστα με βιβλία μέσα μου, που όσο περνάει ο καιρός μακραίνει και με βαραίνει. Αποτελείται από βιβλία που διάβασα κάποτε, αλλά θέλω να τα ξαναδιαβάσω -κάποια επειδή μου άρεσαν πάρα πολύ και θέλω να επαναληφθεί η εμπειρία, κάποια γιατί θέλω να τα ξαναδώ με το σημερινό μου βλέμμα. Είκοσι από αυτά είναι:

Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία του Τζόις. Το έχω διαβάσει 2 φορές, μια σαν έφηβος από μια παλιά μετάφραση (του Πολίτη;) και μια στην καινούργια του Μπερλή. Ο  Στίβεν όμως ακόμα με παιδεύει…

Τετρακόσια κεφάλαια περί αγάπης, του Μάξιμου Ομολογητή.

Αμερικάνικο ταμπλόιντ, Αμερικάνικο ταξίδι θανάτου, Το αίμα δεν σταματαει ποτέ, του James Ellroy. «Η Αμερική δεν υπήρξε ποτέ αθώα», διακηρύσσει ο big J -αλλά και ποιος υπήρξε;

Πολιτεία, του Πλάτωνα. Η Καλλίπολις ψυχή του Ράμφου είναι μια καλή αφορμή για να την ξαναδιαβάσω…

Αδελφοί Καραμαζόφ, Δαιμονισμένοι του Ντοστογιέφσκι.

Το μαγικό βουνό, Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού και ο Δόκτωρ Φάουστους, του Τόμας Μαν.

Ύμνοι Θείων Ερώτων, του Συμεών του Νέου Θεολόγου.

Χαμένες ψευδαισθήσεις, του Μπαλζάκ.

Μόμπι Ντικ, του Μέλβιλ.

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, του Κούντερα.

Το πρόσωπον και ο έρως, του Χρ. Γιανναρά. Εμβληματικό βιβλίο που επηρέασε κόσμο και κοσμάκη. Θα ήθελα να αναμετρηθώ μαζί του πάλι τώρα που είμαι πιο ώριμος.

Άπαντα τα διηγήματα, του Γ. Βιζυηνού. Έλπιζα ότι θα έβρισκα χρόνο φέτος, πριν, κατά ή λίγο μετά τα Χριστούγεννα. Δεν τα κατάφερα. Ίσως του χρόνου….

Άννα Καρένινα, του Λ. Τολστόι.

Ιλιάδα και Οδύσσεια, του Ομήρου.

 

5 βιβλία του 2013

Το 2013 ήταν μια δύσκολη χρονιά και για το βιβλίο και τους ανθρώπους του: Βιβλιοπωλεία (γνωστά, άγνωστα, ιστορικά και μη) κλείσανε, οι πάγκοι των εναπομεινάντων γέμισαν με δυσοίωνες υπερεκπτώσεις και μεταχειρισμένα βιβλία, πολλά αγχωμένα μπεστσέλερ κυκλοφόρησαν με αβέβαιη τύχη… Αλλά τώρα, που στοιβάζω τα βιβλία της χρονιάς στο γραφείο μου, για να επιλέξω τα 5 που μου άρεσαν περισσότερο, συνειδητοποιώ με ανακούφιση ότι δεν ήταν μια χαμένη χρονιά. Πολλά σημαντικά έργα, μεταφρασμένα ή γραμμένα στη γλώσσα μας, είδαμε να εκδίδονται, να εμπλουτίζουν την σκέψη και τις συζητήσεις και, βεβαίως, τις βιβλιοθήκες μας.

 

Paul Ricoeur, Η Μνήμη, η Ιστορία, η Λήθη (Ίνδικτος, μτφρ. Ξενοφών Κομνημνός)

Έργο αποκαλυπτικό όχι μόνο για όσους εντρυφούν στην φιλοσοφία, την οντολογία ή την λειτουργία της μνήμης, αλλά και για τους επαγγελματίες ιστορικούς. Ξεκίνησα να το διαβάζω αυτές τις μέρες, κι ομολογώ ότι ο Ρικέρ με ωθεί να αποκτήσω μεγαλύτερη αυτοσυνειδησία ως ιστορικός και να αναστοχαστώ πάνω στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι και γράφω / αφηγούμαι το παρελθόν.

 

Πωλ Βεν, Η Ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, μτφρ. Ειρήνη Μητούση)

Στριμωγμένη ανάμεσα στην κλασική Ρωμαϊκή περίοδο και τον ένδοξό μας Βυζαντινισμό, η Ύστερη Αρχαιότητα δεν έχει βρει ακόμα στον τόπο μας την θέση που θα της άξιζε. Κι όμως, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορική περίοδο (ο μοντέρνος κόσμος τότε άρχισε να κυοφορείται), που ενδείκνυται μάλιστα για αναλογίες και συγκρίσεις με το σήμερα. Το ογκώδες έργο του Paul Veyne αποτελεί μια καλή εισαγωγή, καθώς εξηγεί με απλό (όχι απλοϊκό) τρόπο βασικά θέματα (Αυτοκράτορας, πόλη, θρησκεία κ.α.) κι απαντάει σε ερωτήματα που μπορεί να έχει ο μέσος αναγνώστης (πχ το κεφάλαιο με τον ενδεικτικό τίτλο «Υπήρχε μεσαία τάξη εκείνη την εποχή;»)

 

Richard J. Evans, Η Έλευση του Γ΄ Ράιχ (Αλεξάνδρεια, μτφρ. Κ. Αντύπας)

Το πρώτο μέρος της φημισμένης τριλογίας του Έβανς για τον Ναζισμό κυκλοφόρησε φέτος και στα Ελληνικά. Ο συγγραφέας εστιάζει στις συνέπειες που είχε για την Γερμανία η ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η συνθήκη των Βερσαλλιών, η οικονομική κρίση και ο πληθωρισμός, καθώς και γιατί οι Γερμανοί εκείνης της εποχής είδαν σαν λύση των προβλημάτων τους τον Χίτλερ. Συναρπαστική αφήγηση, που δεν φιλοδοξεί να παρουσιάσει νέα δεδομένα, αλλά να φωτίσει από άλλη γωνία τα ήδη γνωστά. Και τα καταφέρνει. Εδώ ο Ναζισμός δεν είναι υπόθεση ενός σατανικού ηγέτη και του επιτελείου του, αλλά επιλογή καταστροφής που έγινε από μια συγκεκριμένη κοινωνία σε συγκεκριμένες οικονομικοπολιτικές συνθήκες.

 

Χρήστος Καραγιάννης, Η ιστορία ενός στρατιώτη (1918-1922) (Κέδρος, επιμέλεια-σχολιασμός: Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής)

Ο Χρ. Καραγιάννης πολέμησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμμετείχε στην όχι ιδιαίτερα γνωστή εκστρατεία του Ελληνικού Στρατού εναντίον των Μπολσεβίκων στην Ουκρανία και πολέμησε στο Μικρασιατικό μέτωπο μέχρι την Καταστροφή. Ο Δρακονταειδής ανακάλυψε τα απομνημονεύματα του πολεμιστή κι αφού τα επεξεργάστηκε αφαιρώντας, όπως λέει ο ίδιος «συμπληρώσεις και επεξηγήσεις», πρόσθεσε σχόλια και υποσημειώσεις. Το αποτέλεσμα είναι μια συναρπαστική μακρυγιαννική αφήγηση εξαιρετικά σχολιασμένη. Καθηλώνει τον αναγνώστη και τον μεταφέρει όχι στους ηρωισμούς και τις ήττες του πολύχρονου πολέμου, αλλά στην καθημερινότητα του οπλίτη. Σαν ιστορικός θα ήθελα να γνωρίζω το πρωτότυπο κείμενο ή, τέλος πάντων, περισσότερα για τις περικοπές-επεμβάσεις που έκανε ο Δρακονταειδής. Σαν αναγνώστης ρούφηξα αυτό το βιβλίο.

 

Αγαθή Δημητρούκα, Οι Μαγκουράτοι (Πατάκης)

Με φόντο και αντίστιξη την ιστορία της Ελλάδας των τελευταίων 70 χρόνων, η συγγραφέας αφηγείται με γλυκό τρόπο, που ακροβατεί ανάμεσα στην ανάμνηση και το όνειρο, την ιστορία του Σίλβιο Μαγκουράτο και της οικογένειάς του. Πικρή υπενθύμιση για το τι θα μπορούσαμε να είχαμε πετύχει κι ελπιδοφόρα προφητεία για το πώς μπορεί να είναι το μέλλον μας, το παιδικό αφήγημα της Δημητρούκα είναι από τα πιο συγκινητικά κείμενα που διάβασα τους τελευταίους μήνες.

Το κείμενο γράφτηκε για το frear.gr

Πρωτοχρονιά με τον Διονύση Σαββόπουλο

Χθες ξανάδα την εορταστική εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου, με την οποία υποδεχτήκαμε το σωτήριο έτος 1988.

Λέω «ξανάδα» γιατί, αν και ήμουν 12 χρονών την προηγούμενη φορά που το είχα δει, έχει χαραχτεί ανεπανόρθωτα στην μνήμη μου: Θυμόμουνα σκηνές, τραγούδια, ατάκες –σαν μέσα σε όνειρο, βέβαια, αλλά τα θυμόμουνα.

Το πρόγραμμα ξεκινάει με μια λαμπερή έναρξη στο γούστο εκείνης της εποχής: Ο Σαββόπουλος τραγουδάει συνοδεία ορχήστρας και χορωδίας τα κάλαντα κι ένα δικό του τραγούδι για την περίσταση, το «Ευτυχισμένος ο καινούργιος πόνος». Κάτι όμως δεν του κάθεται καλά, όλα του φαίνονται πρόχειρα, ανέμπνευστα, κακοφτιαγμένα, και πάνω στην ταραχή και το τρακ του, παρατάει τους συνεργάτες του σύξυλους και κρύβεται στο καμαρίνι του μέσα σε μια ντουλάπα. Εκεί, ανάμεσα στα κρεμασμένα σακάκια και τα πουκάμισα θυμάται, επισκέπτεται τις μικροαστικές Πρωτοχρονιές της παιδικής του ηλικίας, τις γιορτές των εφηβικών και νεανικών του χρόνων, τις πρωτοχρονιές που γιόρτασε σαν νέος μουσικός.

Και κάπου εκεί, σταματάει η αναδρομή και αρχίζει η αναρώτηση.

Ο Σαββόπουλος ακροβατεί στο χθες και στο (τότε, αλλά και νυν και αεί) σήμερα, επιχειρώντας να απαντήσει στο αίνιγμα του χρόνου –δηλαδή, στο πώς θα μπορέσει να φανεί αντάξιος της αγάπης του. Ένα εορταστικό υπαρξιακό δράμα, δηλαδή, που το υπογραμμίζουν σκηνές όπως εκείνη της συνομιλίας με την μητέρα του (την υποδύεται η Μίρκα Παπακωνσταντίνου) και με το παιδικό του ποδήλατο. Τα τραγούδια, άλλωστε, που επιλέγει ο Σαββόπουλος για να γιορτάσει, δεν είναι εκείνα του τρελού κεφιού. Είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο show, όπου η Μαρία Φαραντούρη τραγουδάει το «Μητέρα κι αδερφή» του Μάνου Χατζιδάκι και η Ντόρα Γιαννακοπούλου το «Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα» των Θεοδωράκη-Ελύτη. Το νόημα της Γιορτής του Χρόνου για τον Σαββόπουλο δεν βρίσκεται στο σκόρπισμα και το ξεφάντωμα, αλλά στη συνάντηση με τον Άλλο, η οποία, σύμφωνα με την άποψή του, προϋποθέτει βύθισμα στον μέσα εαυτό μας.

Και πόσοι Άλλοι δεν συναντιούνται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα! Ο Νταλάρας συνυπάρχει με τον Πανούση! Η Αλεξίου με την Αλίκη, ο Λουκιανός με τον Χριστοδουλόπουλο –και πάει λέγοντας. Στην εκπομπή εμφανίζονται για να δώσουν τις ευχές τους η Αρβελέρ, ο Ξενάκης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις (εύχεται στον Σαββόπουλο «να ξαναβρεί τον πραγματικό του εαυτό, δηλαδή να γράφει τραγούδια και να τραγουδάει τραγούδια» και «να φύγει η μεγάλη ανοησία, η οποία έχει πέσει στο Ελληνικό τραγούδι») κ.α.

.

Σήμερα, 26  χρόνια μετά την α΄ προβολή της, ο σαββοπουλικός εορτασμός βλέπεται εξίσου ευχάριστα, σαν καινούργιο πρόγραμμα κι όχι σαν μουσειακό δείγμα. Βέβαια, στις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που ζούμε, η γωνία από την οποία το βλέπουμε (και αυτό, αλλά και γενικότερα τα έργα του παρελθόντος) έχει αλλάξει. Φυσικά υπάρχει νοσταλγία –είναι το αναπόσπαστο στοιχείο των Γιορτών του Χρόνου για μας τους ενήλικες– αλλά είναι διαφορετική από την προ κρίσης νοσταλγία. Το παρελθόν δεν είναι πλέον μόνο ένας γλυκός καταγωγικός τόπος, το φιλόξενο καταφύγιο, αλλά η περίοδος που εισχώρησε μέσα μας το σκουλήκι που κατατρώγει τις σάρκες μας.

Βλέπουμε, λοιπόν, στην εκπομπή ότι μεταπολεμικά δεν καταφέραμε να ωριμάσουμε, όσο θα έπρεπε, για να τα βγάλουμε πέρα ευκολότερα στον σημερινό κόσμο. Αυτή την συνάντηση με τον Άλλο, που αναφέραμε και πιο πάνω, δεν την καταφέραμε. Δεν συν-χωρεθήκαμε. Παραμένουμε εγκλωβισμένοι ο καθένας στο δικό του δίκιο, στην δική του αλήθεια, και δεν δίνουμε χώρο εντός μας στον Άλλο.

Χειρότερα γίνανε τα πράγματα μεταπολιτευτικά. Στην πρόκληση της Ευρώπης απαντήσαμε είτε φοβικά, είτε με μια κοντόφθαλμη αυταρέσκεια, είτε με την καπατσοσύνη και την κουτοπονηριά του επαρχιώτη. Ήρθαμε σε επαφή με την Παράδοση, αλλά τυφλωμένοι και από το ευρωπαϊκό χρήμα, η σχέση μας μαζί της παρέμεινε επιδερμική. Πιο βαθιά δεν τολμήσαμε να πάμε. Δεν καταφέραμε να την ζωντανέψουμε και την νεκρώσαμε.

Τι μας απομένει λοιπόν σήμερα;

Μα φυσικά ο Άλλος. Αλλά, φοβάμαι, ακόμα δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να απλώσουμε τα χέρια. Που σημαίνει –κατά την σαββοπουλική φιλοσοφία– ότι χρειάζεται περισσότερη δουλειά μέσα μας, πιο βαθιά βουτιά εντός μας. Πρέπει να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας, για να συν-χωρέσουμε τους άλλους.

Άμποτε!

,

ΥΓ. Είδα την εκπομπή στο youtube. Το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ δεν υπάρχει πια. Κάποιος μερακλής την είχε μαγνητοσκοπήσει, την ψηφιοποίησε και την ανέβασε ώστε όλοι μας να επωφεληθούμε. Σε πιάνει μεγάλη πίκρα, που η ιστορία της χώρας μας έσβησε έτσι, σε μια στιγμή, σε μια επίδειξη τσαμπουκά –δηλαδή σε μια επίδειξη ό,τι πιο παρωχημένου διαθέτει ακόμα η κοινωνία μας. Όχι βέβαια ότι η ΕΡΤ ήταν κάποια άμωμη παρθένος. Αλλά (και) η εκπομπή αυτή αποδεικνύει ότι και τις πιο σκοτεινές της ώρες, παρήγε προγράμματα για τα οποία είμαστε ακόμα και σήμερα περήφανοι.

Δ. Σαββόπουλος: Ποιος φτιάχνει τα ανέκδοτα

Ο Θάνος Βελλούδιος υπήρξε θρυλικός αεροπόρος των αρχών του 20ου αιώνα. Πρωτοπόρος της ελληνικής αεροναυπηγικής, υπηρέτησε για δύο δεκαετίες ως πιλότος στην Πολεμική Αεροπορία και τα κατορθώματά του θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρώτης τάξεως υλικό για χολιγουντιανή ταινία. Ήταν επίσης ένας άνθρωπος με έντονες πνευματικές ανησυχίες. Συμμετείχε στις Δελφικές γιορτές του Σικελιανού, υπήρξε φίλος και συνεργάτης του Α. Εμπειρίκου, συγγραφέας, φωτογράφος, φαντασιομέτρης και ελληνευρέτης (που σημαίνει «ανευρίσκων, διαγιγνώσκων και δεχόμενος και ποικιλοτρόπως προάγων τον ελληνανθρώπινο παράγοντα και συντελεστή, όπου και υφ’ οιανδήποτε μορφή δύναται ούτος να υπάρχει»). Θυμάμαι κείμενα και φωτογραφίες του σε παλαιά τεύχη της Οδού Πανός του Γ. Χρονά για τους ζεϊμπέκηδες και τον χορό τους. Έγραφε σε μια ιδιόρρυθμη καθαρεύουσα, που μαγνήτιζε τη σκέψη και, κυρίως, την φαντασία, με τον τρόπο που μόνο ένας σαλός μπορεί να μαγνητίσει.

Σ’ αυτόν τον άνθρωπο (δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον πιο κατάλληλο) έθεσε, μας λέει ο Σαββόπουλος, ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα:

Μα ποιος τα εξαίσια ανέκδοτα σκαρώνει;
Μα πώς τα σκέπτεται, ποιο δρόμο κατοικεί;
Η ανωνυμία του τι πράγμα φανερώνει;
Πώς ξεφυτρώνει του γέλιου η μουσική;

Σε μια εποχή, όπως η σημερινή, που καθετί διαθέτει υπογραφή και ονομασία προέλευσης –συχνότατα και προορισμού–, το ανυπόγραφον του ανεκδότου δεν είναι μόνο μυστηριώδες, αλλά και κάπως ανησυχητικό.

Μέσα σε όλη αυτή την διαφάνεια που φέρνει η μεγάλη εξατομίκευση των καιρών μας, η ανωνυμία του ανεκδότου φέρνει κάτι το αρχέγονο, το καταγωγικό, κάτι που πηγάζει όχι πια από την δημιουργική ατομική διάνοια, αλλά από την σκοτεινή ρίζα της συλλογικής συνείδησης. Συμμετέχοντας στο κοινό γέλιο όταν το ακούμε ή επαναλαμβάνοντας το ανέκδοτο αργότερα, αγγίζουμε κάτι το πολύ αρχαίο, το πρωτόγονο, το προ-ομηρικό. Πάμε στην εποχή που ο άνθρωπος δεν είχε υποστασιοποιηθεί· δεν υπήρχαν πρόσωπα, μόνο φυλές.

«Φυλακισμένοι εκεί που εκτίουν την ποινή τους
Παιδιά θητεύοντα την νύχτα στη σκοπιά.
Και κάτι άρρωστοι που ακούς μες στη φωνή τους
Την ζωντανή τους την πλούσια μοναξιά.

Λοιπόν μπουντρούμι, νοσηλεία και στρατώνα
Και δώσ’ του ανέκδοτα», απεφάνθη ο παππούς.

Η απάντηση όσο εύλογη, άλλο τόσο παράδοξη είναι.

Αυτό που εκφράζει τόσο έντονα την κοινή συνείδηση, δεν δημιουργείται σε κάποια στιγμή στενής συνάφειας με τους άλλους, ανοίγματος της καρδιάς, ξεφαντώματος, αλλά σε οριακές στιγμές έσχατης μοναξιάς: Στο μπουντρούμι, τον θάλαμο νοσηλείας, την στρατώνα. Τότε, που δεν υπάρχει τίποτα και κανείς ν’ ακουμπήσουμε και να πιαστούμε κι αναγκαζόμαστε να βυθιστούμε μέσα μας. Εκεί, στον πυρήνα της ύπαρξής μας, βρίσκουμε τους άλλους· πυρήνας της ύπαρξής μας, προϋπόθεση για υγιή εξατομίκευση είναι ακριβώς οι άλλοι. Και αυτή η συνάντηση με τους άλλους στο βάθος του εαυτού μας δεν έχει τίποτα από την επιδερμικότητα του χαβαλέ, αλλά ακροβατεί στα καταράχια του βιώματος. Καρπός αυτού του ανταμώματος είναι και τα ανέκδοτα. Τα οποία ακριβώς επειδή γεννήθηκαν, όπως γεννήθηκαν, δεν έχει νόημα να κουβαλάνε credits.

Όπως εκείνοι που έφτιαξαν τα ανέκδοτα που επαναλαμβάνουμε στις συνάξεις μας ήταν μόνοι, έτσι και ο άνθρωπος που με τα τραγούδια του μίλησε για μια γενιά (περισσότερο: για τους ανθρώπους μιας συγκεκριμένης νοοτροπίας) κι έφτιαξε τον μύθο της παρέας, εργάστηκε κι εργάζεται μόνος. Αντλεί το υλικό από μέσα του, το κάνει τέχνη, και το παραδίδει στη συνέχεια στους συνεργάτες, τους φίλους, τους συνοδοιπόρους, το κοινό. Υπ’ αυτή την έννοια, ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι ένας άνθρωπος που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, και οπωσδήποτε όλη την δημιουργική του περίοδο, έγκλειστος σε ένα μπουντρούμι, νοσηλευόμενος σ’ έναν θάλαμο, θητεύων σε μια στρατώνα –αν εξήλθε από εκεί, ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει;