Category Archives: Κόμιξ

The Dark Knight Rises

Η ταινία αρχίζει με μια πολύ εντυπωσιακή σκηνή:

Κατά την διάρκεια μιας αεροπειρατείας, ο Bane απαγάγει έναν πυρηνικό επιστήμονα, ο οποίος βρισκόταν υπό την προστασία της CIA. Μετά ο φακός του Nolan εστιάζει σε πιο γνώριμες γωνιές: Στην έπαυλη του Bruce Wayne, όπου γίνεται ένα φιλανθρωπικό γκαλά στη μνήμη του Harvey Dent, ο οποίος θεωρείται νεκρός. Έχουν περάσει 8 χρόνια από τα γεγονότα που περιέγραφε η προηγούμενη ταινία και πολλά έχουν αλλάξει στη Gotham. Ο Batman έχει φορτωθεί την ευθύνη για τον υποτιθέμενο θάνατο του ηρωικού εισαγγελέα κι έχει αποσυρθεί ατιμασμένος και δυσφημισμένος από την δράση· ο Bruce Wayne έχει κλειδωθεί σε μια πτέρυγα της έπαυλής του και δεν κάνει πλέον δημόσιες εμφανίσεις· η εγκληματικότητα έχει παταχθεί και ο επιθεωρητής Gordon ετοιμάζεται να συνταξιοδοτηθεί. Η εμφάνιση όμως του Bane θα αλλάξει τα δεδομένα και θα αναγκάσει τον Wayne να ξεσκονίσει την παλιά του πανοπλία.

Η τρίτη νυχτεριδοταινία του Christopher Nolan είναι απόλαυση για τον ενήλικο θεατή. Σε αντίθεση με τις άλλες ταινίες για υπερήρωες, οι οποίες χωρίς εξαίρεση θυμίζουν cartoon με ανθρώπους, όπου η αφελής δράση εναλλάσσεται με αφελέστερα διλήμματα διανθισμένα με φτηνά ψηφιακά εφέ, οι ταινίες του Batman παρουσιάζουν ήρωες με σάρκα και οστά και δεν διστάζουν να μιλήσουν για τα μεγάλα θέματα του καιρού μας.

Βέβαια, η νέα ταινία του Batman δεν είναι τόσο καλή όσο η προηγούμενη. Κάπου κάνει κοιλιά, κάπου τα επιμέρους στοιχεία της υπόθεσης δεν δένουν τόσο καλά μεταξύ τους και μετεωρίζονται, κάπου οι μονομαχίες Batman-Bane κουράζουν –παραμένει όμως ένα πολύ καλό, ένα εξαιρετικό blockbuster, που (επιτέλους!) δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε εφήβους.

Το The Dark Knight Rises είναι η πιο Millerική ταινία του Nolan. Αν το Batman Begins στηρίχτηκε στο Year One του Frank Miller, το Rises φαίνεται να αντλεί από τα The Dark Knight Returns και The Dark Knight Strikes Back.

Ο Bruce Wayne παρουσιάζεται στην αρχή της ταινίας κουρασμένος, αποτραβηγμένος, ψυχικά και σωματικά σακατεμένος, ακριβώς όπως και στο The Dark Knight Returns και χρειάζεται να βουτήξει προς τα μέσα, να σκάψει βαθιά στον εαυτό του, για να βρει την πηγή απ’ όπου θα αντλήσει την δύναμη για να επιστρέψει σαν Νυχτερίδα –το πηγάδι, στο οποίο τον πετάει ο Nolan για να σκαρφαλώσει αποτελεί εύγλωττη οπτικοποίηση αυτής ακριβώς της διαδικασίας.

Και οι ομοιότητες δεν σταματούν εδώ – σημειώνω πρόχειρα: Ο Batman στην αρχή και του βιβλίου και της ταινίας θεωρείται από τα επίσημα όργανα της πολιτείας κακοποιός και απειλή· o Wayne φοράει την μάσκα της Νυχτερίδας, αλλά δεν έχει καμιά ιδιαίτερη πρεμούρα να διατηρήσει την μυστικότητα της ταυτότητάς του –το αντίθετο: την ανακαλύπτουν τόσοι πολλοί, που απορεί κανείς στο τέλος πώς διαφεύγει του Gordon· ο Nolan δανείζεται την σχέση που δημιούργησε ο Miller ανάμεσα στην δική μας πραγματικότητα, και σε εκείνη του Gotham City· στο Strikes Back ο Σκοτεινός Ιππότης δημιουργεί και ηγείται ενός μικρού στρατού που πολεμάει τους κακούς –όπως και στην ταινία. Και οι ομοιότητες συνεχίζονται.

Αν ο Batman βγαίνει από τις σελίδες του Frank Miller, ο κακός της ταινίας φαίνεται να βγαίνει από τις σελίδες ενός άλλου θρυλικού Graphic Novel, του V For Vendetta των Alan Moore και  David Lloyd. Στόχος του μασκοφόρου τρομοκράτη V είναι να γκρεμίσει το φασιστικό καθεστώς μιας μελλοντικής, Αγγλίας και να εγκαθιδρύσει ένα αναρχικό πολίτευμα.

O Nolan δεν μας μεταφέρει στο μέλλον, αλλά στο σκληρό παρόν. Η Gotham, όπως οι ΗΠΑ, η Ελλάδα και ο κόσμος ολόκληρος, υποφέρει από την Κρίση. Ενώ οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι παίζοντας τα συνήθη παιχνίδια εξουσίας τους, οι φτωχοί αφανίζονται και οι μεσαία τάξη εξαθλιώνεται και είναι οργισμένη. Στην ατμόσφαιρα πλανάται όχι μόνο το αίτημα για αλλαγή, αλλά η απειλή της εξέγερσης. Το κήρυγμα λοιπόν του Bane για βίαιη ανατροπή, εκδίκηση των πλουσίων και αναρχία βρίσκει ευήκοα ώτα – και απλοί πολίτες σπεύδουν να τον βοηθήσουν. Αλλά ενώ το βιβλίο του Moore εστιάζει κυρίως στους λόγους που οδήγησαν τον ήρωά του να ασπαστεί τον αναρχισμό και παρουσιάζει μια εξιδανικευμένη εκδοχή της εξέγερσης, ο Nolan προτιμά να αντλήσει από την ιστορική εμπειρία –τα δικαστήρια που στήνει το καθεστώς του Bane για τους πλούσιους και τους αντιφρονούντες θυμίζουν έντονα τα αντίστοιχα της περιόδου της Τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης. Το αδιέξοδο που δημιουργεί ο Bane είναι τέτοιο, ώστε η Catwoman, η οποία αρχικά ήταν οπαδός των ανατρεπτικών ιδεών, στο τέλος ενώνει τις δυνάμεις της με εκείνες του Batman για να νικηθεί ο Bane.

Με το TDKR ολοκληρώνεται η τριλογία του Nolan για τον Batman – άλλωστε διαφημίστηκε ευρέως ως «το επικό τέλος της τριλογίας». Δεν χρειάζεται να είναι κανείς μάγος για να προβλέψει ότι νυχτεριδοταινίες θα συνεχίσουν να γυρίζονται, το ζήτημα είναι προς ποια κατεύθυνση. Η εμπειρία  έχει δείξει ότι όσο πιο σκοτεινή και ενήλικη είναι η ματιά στον Batman, τόσο μεγαλύτερη επιτυχία έχει – οι ταινίες του Schumacher είναι οι ιλουστρασιόν αποτυχίες (αποτυχίες από κάθε άποψη) του franchise.

Οι παραγωγοί έχουν δυο δρόμους μπροστά τους: Είτε θα ξεκινήσουν την ιστορία από την αρχή, όπως έγινε φέτος με τον Spiderman, είτε θα συνεχίσουν από εκεί –ή περίπου εκεί– που τελειώνει το TDKR.

Η καθεμιά από τις επιλογές έχει τις δυσκολίες της:

Αν επιλέξουν το reboot θα πρέπει να ξαναφτιάξουν τον ήρωα από την αρχή –κάτι που δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε αυτονόητο και πάντως είναι βαρετό κι αχρείαστο για μια μερίδα των θεατών. Αν το συνεχίσουν, κάτι που φαίνεται πιο πιθανό, έχουν κάποιες ευκολίες, καθώς ο Nolan άφησε αρκετά αναπάντητα ερωτήματα (πχ τι απέγινε ο Joker και ο Dent;), αλλά και πολλά ζόρια. Κυριότερο, κατά την γνώμη μου, είναι πως στο τέλος της ταινίας ο Batman δεν είναι πλέον μόνος, έχει σχέση με την Selina και ο Blake (ο μελλοντικός Robin) ανακάλυψε το Σπήλαιο της Νυχτερίδας…

Advertisements

Τριλογία: Το Σπαθί των Πάγων

Παραμονή Χριστουγέννων στο Μίκυ Σίτι. Ο Μίκυ και ο Γκούφυ ετοιμάζονται να υποδεχτούν τους φίλους τους, όταν ένας θόρυβος ακούγεται από την αυλή. Αλαφιασμένοι πετάγονται έξω να δουν τι συμβαίνει κι αντικρίζουν έναν κοντοπίθαρο μυταρά με μακριές ξανθές κοτσίδες και μουστάκια να κείτεται δίπλα σε μια ασημένια λεκάνη. Ο ξένος ψελλίζει κάτι ακατάληπτα λόγια για την Ουλουλάνδη, την πατρίδα του, που βρίσκεται σε άλλη διάσταση και για τον δυνάστη τους, τον Πρίγκιπα της Ομίχλης. Ο ίδιος διέσχισε πολλές διαστάσεις με αυτή την λεκάνη, που στην πραγματικότητα είναι ένας διαστημικός μεταφορέας, αναζητώντας τον Αλφ, τον μυθικό ήρωα που είχε κατανικήσει τον Σκοτεινό Πρίγκιπα αιώνες πριν. Κι ενώ ο Μίκυ και ο Γκούφυ προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει, από ένα λάθος μεταφέρονται μαζί με τον Μποζ –έτσι λέγεται ο Ούλος μας– στην χιονισμένη Ουλουλάνδη. Εκεί αποφασίζουν να βοηθήσουν τους κατοίκους.

Ήρθε λοιπόν η ώρα, φίλοι μου, να βγω για τα καλά από την ντουλάπα και δημόσια να ομολογήσω ότι, ναι, μου αρέσουν τα κόμιξ, τα Μικυμάους, κι ότι ακόμα συνεχίζω να τα διαβάζω.

Μόνο που το Σπαθί των Πάγων δεν είναι ένα οποιοδήποτε Μικυμάους. Γραμμένη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η Τριλογία του Massimo De Vita είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά εικονογραφημένα ντισνεϊκά αφηγήματα. Ο De Vita έχει βάλει στο μπλέντερ του ισχυρές δόσεις Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, πριν ο P. Jackson τον μεταφέρει στο σινεμά, Star Wars, θρύλους παλιούς και σύγχρονους, όπως του Κόναν ή του Βασιλιά Αρθούρου, και έχει φτιάξει ένα μυθικό κόσμο που στη συνέχεια πολλοί ντισνεϊκοί συγγραφείς και σχεδιαστές προσπάθησαν να μιμηθούν ή να αναπαράγουν, αλλά χωρίς κανένας να αγγίξει την τελειότητα του Σπαθιού. Ίσως γιατί κανένας δεν ακολούθησε τόσο ευλαβικά τον βασικότερο ίσως κανόνα της παρωδίας: Ο De Vita δεν γελοιοποιεί τα μοτίβα του φανταστικού, αλλά τα χρησιμοποιεί. Στόχος του δεν είναι να κοροϊδέψει το πρωτότυπο, αλλά να φτιάξει την δική του εκδοχή, η οποία είναι σαφώς λιγότερο σκοτεινή και περίπλοκη, αλλά εξίσου συναρπαστική με το πρωτότυπο. Σε αυτό συμβάλλει και το σκίτσο του. Πλαστικό και εύκαμπτο, ακροβατεί πετυχημένα ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το παραμυθένιο.

Κεντρικό πρόσωπο της Τριλογίας δεν είναι ο Μίκυ, αλλά ο Γκούφυ. Η αφέλειά του και η τάση να παίρνει πολύ στα σοβαρά πράγματα που σε μας φαίνονται ασήμαντα ή και γελοία, είναι ακριβώς τα χαρακτηριστικά που σώζουν την κατάσταση. Έτσι, ο σοβαρός και ρεαλιστής ποντικός αρκείται στον ρόλο του δευτεραγωνιστή. Ο Massimo De Vita όμως μας συστήνει και μια σειρά από νέους συναρπαστικούς χαρακτήρες. Ήδη αναφερθήκαμε στον Μποζ, μια μείξη Αστερίξ και Φρόντο. Ο ψιλόλιγνος Γιορ με την μακριά, λευκή γενειάδα του, παραπέμπει εμφανισιακά στον Πανοραμίξ και είναι ο χαρακτηριστικός τύπος του μεσαιωνικού πανεπιστήμονα-μάγου. Ο Πρίγκιπας της Ομίχλης είναι μια ευθεία αναφορά στο Star Wars και τον Darth Vader.

Το Σπαθί των Πάγων κυκλοφόρησε σε αυτοτελές τόμο δυο φορές στα ελληνικά, το 1990 και το 2009. Διαβάζω όμως ότι, όπως κάθε επιτυχημένη τριλογία που σέβεται τον εαυτό της, το Σπαθί απέκτησε και τέταρτο μέρος, το οποίο αγνοώ αν δημοσιεύτηκε σε κάποιο από τα περιοδικά που κυκλοφορούν. Ελπίζω όμως κι εύχομαι οι εκδόσεις Ακτίνα σύντομα να προχωρήσουν σε μια πλήρη έκδοση, αντάξια του έπους. Κάτι μου λέει ότι δεν είμαι ο μόνος που θα γουστάρει τρελά…