Category Archives: Κόσμος

Για τον Leonard Cohen

Ο θάνατος του Leonard Cohen συνέπεσε με τον θρίαμβο του Donald Trump και η βεβαιότητα ότι μια εποχή τελείωσε και μια άλλη, που δεν ενθουσιάζει αλλά μάλλον φοβίζει, ξεκίνησε, έγινε ακόμα πιο έντονη. Άλλωστε ο Καναδός τραγουδοποιός έμοιαζε πάντα με άνθρωπο αλλοτινών καιρών και τρόπων: Ντυμένος μονίμως με άψογες κοστουμιές και υπέροχα καπέλα, ποτέ με τζιν, το ρούχο του 20ου αιώνα, ρουφώντας αργά κόκκινο κρασί κι όχι χάπια ή σκόνες, όπως απαιτούν οι μόδες, και με ευγένεια ασυνήθιστη και απροσδόκητη για άνθρωπο της φήμης του, προσωποποιούσε μια δυνατότητα του δυτικού ανθρώπου, την οποία μάλλον ποτέ δεν κατάφερε να προσεγγίσει. Το πένθος λοιπόν για τον θάνατό του αφορά περισσότερο εμάς και το παρόν μας και λιγότερο εκείνον. Τον ίδιο μόνο να τον μακαρίζει κανείς μπορεί· υπήρξε ως το τέλος Ευλογημένος: Πέθανε διαυγέστατος και πλήρης ημερών, έχοντας ολοκληρώσει ένα σπουδαίο έργο, που δεν περιορίζεται στην τραγουδοποιία, αλλά εκτείνεται στην πεζογραφία, την ποίηση και τα εικαστικά, περιτριγυρισμένος από τα παιδιά, τους φίλους και την αγάπη εκατομμυρίων ανθρώπων ανά τον κόσμο. Leonard, έζησες μια ωραία ζωή κι αξιώθηκες έναν εξίσου ωραίο θάνατο –τι άλλο μπορεί κανείς να ελπίζει και να εύχεται για τον εαυτό του και τους αγαπημένους του;

Leonard Cohen at the Arena in Geneva, 27 October 2008

Leonard Cohen at the Arena in Geneva, 27 October 2008

Για τους θαυμαστές του, η αγγελία του θανάτου του αποδείχτηκε αφορμή να βυθιστούμε για μια ακόμα φορά στις μουσικές και τα λόγια του. Από τα πρώτα του 1967, που τραγουδάει χαμηλόφωνα (δειλά;) συνοδευόμενος με μια κιθάρα, στην σταθερή, σίγουρη φωνή που ξεπηδάει μέσα από τα συνθεσάιζερ της εποχής του Ρήγκαν και, τέλος, στην υπόγεια βραχνάδα του Popular Problems και του You Wanted Darker. Δεκατέσσερις σπουδαίοι δίσκοι αποτελούν το κυρίως σώμα της δουλειάς του δουλεμένοι μέσα σε 60 χρόνια και περιέχουν τραγούδια-ιδανικούς συντρόφους για μοναχικές ώρες και δύσκολες στιγμές. Τραγούδια που γλύφουν μέσα πληγές και δεν τις ξύνουν, που μπορούν να στοχαστούν ξεπερνώντας την συγκυρία, αλλά και να σαρκάσουν, να καταγγείλουν, να οργιστούν.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι και πολλοί λόγοι για να ακούσει κανείς τα τραγούδια του Cohen. Μπορεί να συγκινηθεί από την μελαγχολική αισθαντικότητα με την οποία αντιμετωπίζει τα μεγάλα και τα μικρά του κόσμου, την αγάπη και τον θάνατο ή τον καπιταλισμό και το κρασί. Μπορεί να διδαχθεί από την σοφή και διεισδυτική ματιά του (το «There is a crack in everything / That’s how the light gets» in είναι από τα σημαντικότερα μαθήματα που έχω πάρει). Και βεβαίως μπορεί να ωφεληθεί και από τον τρόπο που αντιμετώπιζε την δουλειά και τη ζωή. Γιατί ποτέ δεν υπέταξε ούτε το ένα ούτε το άλλο στη δημοσιότητα και το κέρδος –οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται για το χρήμα και την φήμη δεν σπαταλούν πέντε χρόνια για να γράψουν ένα τραγούδι, ούτε βεβαίως έχουν ένα Hallelujah να επιδείξουν.

Εβραίος γεννημένος στο Κεμπέκ, κάτοικος της Νέας Υόρκης, της Ύδρας, του Λος Άντζελες και πολίτης του κόσμου, ο Cohen περιπλανήθηκε στα νεανικά κινήματα των μέσων του περασμένου αιώνα, πάλεψε με τον Χριστιανισμό, αναζήτησε την γαλήνη του Ζεν, παρέμεινε όμως πάντα ο Εβραίος προφήτης και ποιητής. Πέτυχε οι επιρροές του να τον βαθύνουν και να τον επεκτείνουν, όχι να τον αλλοιώσουν. Αυτή ακριβώς η σχέση του με την κληρονομιά του μπορεί να διδάξει πολλά εμάς τους Έλληνες. Όσο πιο συνειδητά έπαιρνε την θέση του μέσα στην μεγάλη Εβραϊκή παράδοση, τόσο πιο σημαντικά έργα μας παρέδιδε. Έτσι μας δίδαξε κι αυτός ότι η οικουμενικότητα ξεπηδάει μέσα από το συγκεκριμένο, όχι το αφηρημένο και το άρριζο.

Διαβάζω ότι ζήτησε να ταφεί με τον παραδοσιακό εβραϊκό τρόπο ανάμεσα στους γονείς και τους παππούδες του. Χοῦς εἰς χοῦν –ο Leonard επέστρεψε στην αρχέγονη μήτρα. Έκλεισε έναν τέλειο κύκλο, έγινε κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα. Υπάρχει μια μελαγχολική ομορφιά σ’ αυτό, ίδια μ’ εκείνη που κουβαλούν τα τραγούδια του. Και κάτι το ανομολόγητα ανακουφιστικό, καθώς δίνει προοπτική στα πράγματα και τη ζωή.

______________________

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό Φρέαρ 

Άνθρωποι ή ακάουντ

Το έχουμε πλέον εμπεδώσει:

Το διαδίκτυο δεν είναι ένα ακόμα εργαλείο στα χέρια μας, αλλά ένας ολοκαίνουργιος τόπος, στο οποίο μπορούμε να κινούμαστε ελεύθερα και ίσως-ίσως να υπάρξουμε.

Αχανής κι αχαρτογράφητος, ο κόσμος του διαδικτύου έχει μια θεμελιώδη διαφορά από τον άλλο, τον παλαιό κόσμο: Είναι απολύτως χρηστικός. Φτιάχτηκε ως εργαλείο κι εξελίχθηκε σε χώρο υπηρετώντας δυο σημαντικές ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου: την δικτύωση και την ανταλλαγή πληροφοριών. Γιατί παρά την αύξηση των αναγκών που καλύπτει/δημιουργεί το διαδίκτυο, ο άνθρωπος, το μέσα, η ουσία του, αποζητά και ειρηνεύει σε μη-χρηστικές σχέσεις, καταστάσεις, δραστηριότητες, όπως και ο πρωτόγονος πρόγονός του.

Μας αρέσει να τα μπερδεύουμε, όντας και οι ίδιοι μπερδεμένοι, αλλά τα πράγματα παραμένουν απολύτως διακριτά: Άλλο η παρέα κι άλλο το δίκτυο. Όπως, άλλο η επικοινωνία, δηλαδή η συνεννόηση σε ένα ανώτερο επίπεδο, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη μιας σχέσης (φιλικής, ερωτικής, επαγγελματικής κτλ) κι άλλο η ανταλλαγή πληροφοριών που εξυπηρετεί αμοιβαία συμφέροντα. Και είναι εντελώς διαφορετικός ο κοινωνικός άνθρωπος από τον καλά δικτυωμένο –το αστείο για εκείνον με τους εκατοντάδες φίλους στο facebook, που δεν έχει έναν να βγει μαζί του το Σαββατόβραδο ή να του τηλεφωνήσει να πει τον πόνο του, δεν είναι πλέον αστείο.

Ο τεχνοβιότοπος του διαδικτύου επιτρέπει την ανάπτυξη συμπεριφορών, που προηγουμένως θεωρούνταν περιθωριακές και προβληματικές. Ο τύπος με το παραφουσκωμένο εγώ, για παράδειγμα, που κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα μαζεύοντας λάικ και φαβ, και συλλέγει οπαδούς, φίλους κι ακολούθους επιδεικνύοντας μιαν αφελή και συχνά επιθετική ευαισθησία, οπωσδήποτε επιδερμική και ανάλογη του συρμού, στην προ-διαδικτύου εποχή, αν υπήρχε, ήταν περιορισμένος στη γειτονιά ή το διαμέρισμά του. Σήμερα όμως που έχει χώρο ν’ αλωνίζει, βιτρίνα για να μοστράρεται και, κυρίως, βλέμματα που τον παρακολουθούν και να καθορίζουν την συμπεριφορά του, μετατρέπεται σε επιτυχημένο ακάουντ.

Το σουξέ ήταν πάντα εύπεπτο, ελαφρύ και μακριά από τα ζόρικα ζητήματα –συνεπώς δεν είναι η ανοησία ή η αφέλεια που ενοχλεί. Πρόβλημα είναι η έκπτωση ή η μετάθεση βασικών αναγκών. Η επαφή, η σχέση, αντικειμενικοποιείται, καθίσταται μετρήσιμο μέγεθος, και μετατρέπεται σε πρωταθλητισμό. Κι όπως ο καθένας που ασχολείται με τον πρωταθλητισμό είναι εξ ορισμού ανταγωνιστικός και πιθανότατα επιθετικός, έτσι και εκείνοι προβάλλουν την πραμάτεια τους. Μοναδικός στόχος είναι τα λάικ και βασικά μέσα το γλυκερό συναίσθημα και η βάναυση εριστικότητα. Η λογική –όπως και το γνήσιο αίσθημα– είναι διεργασία που απαιτεί χρόνο για να γονιμοποιηθεί, έχουν εξοριστεί. Τα επιχειρήματα είναι επιφανειακά, με πολυχρησιμοποιημένες λέξεις και φράσεις, που δεν εννοούν τόσα όσα υπονοούν ή περιορίζονται σε εικόνες (παιδιά, γατιά, κουτάβια, φεγγάρια, ηλιοβασιλέματα κτλ) που γαργαλάνε το χαμηλό υπογάστριο του θυμικού. Ένας πηχτός, κολλώδης συναισθηματισμός διαχέεται στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο, που καταπίνει τα πάντα –ακόμα και τους σκοπούς που υποτίθεται ότι υποστηρίζει, ακόμα και τους ανθρώπους, στους οποίους υποτίθεται ότι συμπαραστέκεται –προπάντων όμως εκείνους που τον παράγουν. Στην αγωνία τους να κατασκευάσουν ένα διακριτό πρόσωπο και να φανούν, βουλιάζουν στη χωματερή του διαδικτύου.

Το ερώτημα είναι τι θα αναδυθεί από κει μέσα…

 

———

Δημοσιεύτηκε στο frear.gr

Εικόνα και Λόγος

Μια από τις πιο συνήθεις και σωστές συμβουλές που λαμβάνουν οι χρήστες του διαδικτύου και δη των social media από τους ειδήμονες είναι να μην γράφουν ποτέ, πουθενά και σε κανέναν τα προσωπικά τους δεδομένα και γενικότερα οτιδήποτε δεν θέλουν να μαθευτεί. Άπαξ κι ανέβει κάτι στο δίκτυο, μας λένε, παύεις να το ορίζεις. Τα δεδομένα κωδικοποιούνται και συγκεντρώνονται, σε μεγάλες βάσεις δεδομένων, προς χρήση αγνώστων και για αδιευκρίνιστους σκοπούς. Και βέβαια, όπως δείχνει η εμπειρία, λάθη γινονται, κωδικοί σπάνε, περίεργοι και ξένοι μπορούν να εισβάλουν ανά πάσα στιγμή.

Σενάριο καφκικού τρόμου η πραγματικότητα, αλλά κανείς δεν φαίνεται να τρομάζει πραγματικά.

Μυστικά κρατικά, επιχειρηματικα ή προσωπικά, φαντασιώσεις, κουτσομπολιά, απόρρητα σχέδια και πλάνα ανταλλάσσονται καθημερινά -αποθηκεύονται καθημερινά στα βρόγχια του διαδικτύου. Ακούμε φυσικά προσεκτικά τις προειδοποιήσεις των ειδικών, παίρνουμε τα απαραίτητα μέτρα προστασίας, αλλά η δραστηριότητά μας δεν περιορίζεται. Το αντίθετο: Όλο και περισσότεροι χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα και τις άλλες υπηρεσίες του internet για να μοιραστούν όλο και περισσότερα. Ίσως γιατί, πέρα από φόβους και δισταγμούς, το διαδίκτυο υπηρετεί την μεγαλύτερη ανάγκη που νιώθει ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος: Την ανάγκη για διαφάνεια.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας δημοσιεύουν τις πιο κρυφές τους σκέψεις και επιθυμίες, τις πιο προσωπικές τους στιγμές ή φωτογραφίες, αποδεικνύοντας ότι για τις πολυπληθείς φυλές του διαδικτύου η ιδιωτικότητα δεν έχει απλώς αλλάξει περιεχόμενο, έχει καταλυθεί. Οτιδήποτε πράξεις κατά μόνας, στην ασφάλεια του δωματίου σου, καλό ή κακό, ευχάριστο ή οδυνηρό, είναι μη γενόμενο, αν δεν δημοσιοποιθεί. Χρόνος που ξοδεύεται σε αδήλωτες δραστηριότητες, είναι χαμένος, νεκρός. Υπάρχεις μόνο ενώπιος των Άλλων, μας λένε. Το βλέμμα του Άλλου είναι αυτό που δίνει την ζωή και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση είναι τίποτα, κενό, θάνατος.

Ζώντας στο βλέμμα του Άλλου γινόμαστε Εικόνες. Υπάρχουμε στην επιφάνεια και ως επιφάνειες. Πολύχρωμοι, σίγουρα και πολύτροποι, διαφορετικοί, αλλά και επιδερμικοί. Γιατί η Εικόνα, όσο αποκαλυπτική (ή διαβρωτική) κι αν είναι, στον αφρό πάντα θα επιπλέει. Το περίβλημα πάντα θα δείχνει και θα αδυνατεί να βυθιστεί βαθιά -αυτή είναι και η φύση της, η ομορφιά της.

Το βάθος των ανθρώπων (και των πραγμάτων, του κόσμου) μόνο ο Λόγος μπορεί να προσεγγίσει. Η Εικόνα απλώνει τα πάντα στον καμβά,  τα ισοπεδώνει, τα καθιστά ορατά, δηλαδή δισδιάστατα. Ο Λόγος αντιθέτως λειτουργεί σαν εσωτερική ματιά που τα διαπερνά οριζόντια, κάθετα, διαγώνια, με κάθε τρόπο, μετατρέποντάς τα σε σε συνεκτική, πολυδιάστατη ενότητα.

Μια ενότητα που λείπει σήμερα από το δίκτυο, την κοινωνία μας, τους εαυτούς μας…

Πρωτοχρονιά με τον Διονύση Σαββόπουλο

Χθες ξανάδα την εορταστική εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου, με την οποία υποδεχτήκαμε το σωτήριο έτος 1988.

Λέω «ξανάδα» γιατί, αν και ήμουν 12 χρονών την προηγούμενη φορά που το είχα δει, έχει χαραχτεί ανεπανόρθωτα στην μνήμη μου: Θυμόμουνα σκηνές, τραγούδια, ατάκες –σαν μέσα σε όνειρο, βέβαια, αλλά τα θυμόμουνα.

Το πρόγραμμα ξεκινάει με μια λαμπερή έναρξη στο γούστο εκείνης της εποχής: Ο Σαββόπουλος τραγουδάει συνοδεία ορχήστρας και χορωδίας τα κάλαντα κι ένα δικό του τραγούδι για την περίσταση, το «Ευτυχισμένος ο καινούργιος πόνος». Κάτι όμως δεν του κάθεται καλά, όλα του φαίνονται πρόχειρα, ανέμπνευστα, κακοφτιαγμένα, και πάνω στην ταραχή και το τρακ του, παρατάει τους συνεργάτες του σύξυλους και κρύβεται στο καμαρίνι του μέσα σε μια ντουλάπα. Εκεί, ανάμεσα στα κρεμασμένα σακάκια και τα πουκάμισα θυμάται, επισκέπτεται τις μικροαστικές Πρωτοχρονιές της παιδικής του ηλικίας, τις γιορτές των εφηβικών και νεανικών του χρόνων, τις πρωτοχρονιές που γιόρτασε σαν νέος μουσικός.

Και κάπου εκεί, σταματάει η αναδρομή και αρχίζει η αναρώτηση.

Ο Σαββόπουλος ακροβατεί στο χθες και στο (τότε, αλλά και νυν και αεί) σήμερα, επιχειρώντας να απαντήσει στο αίνιγμα του χρόνου –δηλαδή, στο πώς θα μπορέσει να φανεί αντάξιος της αγάπης του. Ένα εορταστικό υπαρξιακό δράμα, δηλαδή, που το υπογραμμίζουν σκηνές όπως εκείνη της συνομιλίας με την μητέρα του (την υποδύεται η Μίρκα Παπακωνσταντίνου) και με το παιδικό του ποδήλατο. Τα τραγούδια, άλλωστε, που επιλέγει ο Σαββόπουλος για να γιορτάσει, δεν είναι εκείνα του τρελού κεφιού. Είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο show, όπου η Μαρία Φαραντούρη τραγουδάει το «Μητέρα κι αδερφή» του Μάνου Χατζιδάκι και η Ντόρα Γιαννακοπούλου το «Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα» των Θεοδωράκη-Ελύτη. Το νόημα της Γιορτής του Χρόνου για τον Σαββόπουλο δεν βρίσκεται στο σκόρπισμα και το ξεφάντωμα, αλλά στη συνάντηση με τον Άλλο, η οποία, σύμφωνα με την άποψή του, προϋποθέτει βύθισμα στον μέσα εαυτό μας.

Και πόσοι Άλλοι δεν συναντιούνται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα! Ο Νταλάρας συνυπάρχει με τον Πανούση! Η Αλεξίου με την Αλίκη, ο Λουκιανός με τον Χριστοδουλόπουλο –και πάει λέγοντας. Στην εκπομπή εμφανίζονται για να δώσουν τις ευχές τους η Αρβελέρ, ο Ξενάκης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις (εύχεται στον Σαββόπουλο «να ξαναβρεί τον πραγματικό του εαυτό, δηλαδή να γράφει τραγούδια και να τραγουδάει τραγούδια» και «να φύγει η μεγάλη ανοησία, η οποία έχει πέσει στο Ελληνικό τραγούδι») κ.α.

.

Σήμερα, 26  χρόνια μετά την α΄ προβολή της, ο σαββοπουλικός εορτασμός βλέπεται εξίσου ευχάριστα, σαν καινούργιο πρόγραμμα κι όχι σαν μουσειακό δείγμα. Βέβαια, στις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που ζούμε, η γωνία από την οποία το βλέπουμε (και αυτό, αλλά και γενικότερα τα έργα του παρελθόντος) έχει αλλάξει. Φυσικά υπάρχει νοσταλγία –είναι το αναπόσπαστο στοιχείο των Γιορτών του Χρόνου για μας τους ενήλικες– αλλά είναι διαφορετική από την προ κρίσης νοσταλγία. Το παρελθόν δεν είναι πλέον μόνο ένας γλυκός καταγωγικός τόπος, το φιλόξενο καταφύγιο, αλλά η περίοδος που εισχώρησε μέσα μας το σκουλήκι που κατατρώγει τις σάρκες μας.

Βλέπουμε, λοιπόν, στην εκπομπή ότι μεταπολεμικά δεν καταφέραμε να ωριμάσουμε, όσο θα έπρεπε, για να τα βγάλουμε πέρα ευκολότερα στον σημερινό κόσμο. Αυτή την συνάντηση με τον Άλλο, που αναφέραμε και πιο πάνω, δεν την καταφέραμε. Δεν συν-χωρεθήκαμε. Παραμένουμε εγκλωβισμένοι ο καθένας στο δικό του δίκιο, στην δική του αλήθεια, και δεν δίνουμε χώρο εντός μας στον Άλλο.

Χειρότερα γίνανε τα πράγματα μεταπολιτευτικά. Στην πρόκληση της Ευρώπης απαντήσαμε είτε φοβικά, είτε με μια κοντόφθαλμη αυταρέσκεια, είτε με την καπατσοσύνη και την κουτοπονηριά του επαρχιώτη. Ήρθαμε σε επαφή με την Παράδοση, αλλά τυφλωμένοι και από το ευρωπαϊκό χρήμα, η σχέση μας μαζί της παρέμεινε επιδερμική. Πιο βαθιά δεν τολμήσαμε να πάμε. Δεν καταφέραμε να την ζωντανέψουμε και την νεκρώσαμε.

Τι μας απομένει λοιπόν σήμερα;

Μα φυσικά ο Άλλος. Αλλά, φοβάμαι, ακόμα δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να απλώσουμε τα χέρια. Που σημαίνει –κατά την σαββοπουλική φιλοσοφία– ότι χρειάζεται περισσότερη δουλειά μέσα μας, πιο βαθιά βουτιά εντός μας. Πρέπει να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας, για να συν-χωρέσουμε τους άλλους.

Άμποτε!

,

ΥΓ. Είδα την εκπομπή στο youtube. Το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ δεν υπάρχει πια. Κάποιος μερακλής την είχε μαγνητοσκοπήσει, την ψηφιοποίησε και την ανέβασε ώστε όλοι μας να επωφεληθούμε. Σε πιάνει μεγάλη πίκρα, που η ιστορία της χώρας μας έσβησε έτσι, σε μια στιγμή, σε μια επίδειξη τσαμπουκά –δηλαδή σε μια επίδειξη ό,τι πιο παρωχημένου διαθέτει ακόμα η κοινωνία μας. Όχι βέβαια ότι η ΕΡΤ ήταν κάποια άμωμη παρθένος. Αλλά (και) η εκπομπή αυτή αποδεικνύει ότι και τις πιο σκοτεινές της ώρες, παρήγε προγράμματα για τα οποία είμαστε ακόμα και σήμερα περήφανοι.

Τέσσερα ταξίδια που θα ήθελα να κάνω

Οι φίλοι, που γνωρίζουν την αντιπάθειά μου για τις μετακινήσεις, ίσως εκπλαγούν από την σημερινή ανάρτηση. Αδίκως. Γιατί οι μετακινήσεις δεν μου αρέσουν, τα ταξίδια τα ονειρεύομαι.

Ανήκω σε μια γενιά, που ενώ έχει γνωρίσει πολλά μέρη, δεν έχει ταξιδέψει. Μέσα σε δύο, τρεις, πέντε ώρες διακτινιζόμαστε στον προορισμό με το αεροπλάνο ή τα γρήγορα αυτοκίνητά μας –αυτό είναι μεταφορά.

Ταξίδι είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι μια διαδικασία που απαιτεί όχι μόνο χώρο, αλλά και χρόνο. Ο παλιός ταξιδευτής που με την άμαξα ή και με τα πόδια του ξεκινούσε από τον τόπο του για να πάει κάπου αλλού, δεν κατανάλωνε μόνο χιλιόμετρα, κατανάλωνε και μέρες, βδομάδες, μήνες. Και έτσι το ταξίδι δεν ήταν μόνο ένα «ξέσκασμα», αλλά μια διαδικασία εσωτερικής αλλαγής. Ο ταξιδιώτης που επέστρεφε έχοντας γνωρίσει πολλών ανθρώπων τις γνώμες και τα μέρη, θεωρούνταν –και ήταν– σοφός –δεν νομίζω ότι μπορεί να διεκδικήσει κάτι τέτοιο ο σημερινός «ταξιδιώτης» του τριήμερου.

Ονειρεύομαι ταξίδια λοιπόν. Σε τόπους όμορφους, ξένους, διαφορετικούς, εξωτικούς. Όχι τόσο γιατί νοσταλγώ κόσμους που δεν γνώρισα, όπως λέει ο Che στα Ημερολόγια μοτοσικλέτας, αλλά έναν τρόπο για τον οποίο έμαθα μέσα από παλιά βιβλία και ιστορίες.

Αποφάσισα λοιπόν να μοιραστώ μαζί σας τα 4 μέρη που μου φαίνεται πιο δύσκολο να καταφέρω να επισκεφθώ ποτέ. Υπάρχουν φυσικά και άλλα μέρη που θα ήθελα να δω κι άλλα ταξίδια που θα ήθελα να κάνω, αλλά αυτά φαντάζουν πιο προσβάσιμα σήμερα. Έχουμε λοιπόν και λέμε:

.

Η Έρημος της Αυστραλίας

Παρά την αντιπάθειά μου για τα θερμά, ξηρά κλίματα, αυτή την περιοχή, που καλύπτει σχεδόν το 18% της Αυστραλίας, θα ήθελα να την διασχίσω. Θα ήθελα να πατήσω το κόκκινο χώμα της, να αγναντέψω τον γυμνό ορίζοντα μέχρι να με τσούξουν τα μάτια από το φως και την σκόνη.

.

Αμαζόνιος

Τα ντοκιμαντέρ του Jacques-Yves Cousteau και η ταινία The Mosquito Coast του Peter Weir έχτισαν μέσα μου τον μύθο του μεγάλου αυτού ποταμού. Το οικοσύστημα του Αμαζονίου είναι απαραίτητο για την ανθρωπότητα, καθώς μας τροφοδοτεί με οξυγόνο, και ταυτοχρόνως εχθρικό, εξαιτίας της άγριας ζωής που φιλοξενεί και κλίματος. Απειλείται με εξαφάνιση από τον δυτικό τρόπο ζωής και εκμετάλλευσης της φύσης ενώ παράλληλα μπορεί να καταπιεί οποιοδήποτε άτομο ξεμείνει στα σπλάχνα του.

.

Rapa Nui

μοαι

Το νησί αυτό της Πολυνησίας, που είναι γνωστό και με το όνομα που του έδωσε ο πρώτος δυτικός επισκέπτης του, ως Νησί του Πάσχα, φιλοξενεί ένα από τα πιο παράδοξα ανθρώπινα επιτεύγματα: Τα τεράστια μονολιθικά αγάλματα, που οι ντόπιοι αποκαλούν moai. Σκοτεινά και απειλητικά σε απόλυτη αντίθεση με το γαλάζιο του Ειρηνικού ωκεανού, έχουν εμπνεύσει δεκάδες ιστορίες κόμιξ και, ναι, θα ήθελα να περπατήσω γύρω τους.

.

Machu Picchu

Σε ύψος 2.500 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, στην δυσπρόσιτη κορυφή ενός πυραμοειδούς όρους, βρίσκεται η μυθική πόλη των Ίνκα. Χαμένη για αιώνες, ανακαλύφθηκε μόλις το 1911 από έναν αμερικανό αρχαιολόγο, που φορούσε φεντόρα, ονόματι Hiram Bingham. Σήμερα θεωρείται μνημείο της παγκόσμιας κληρονομιάς από την Ουνέσκο, συγκεντρώνει χιλιάδες τουρίστες από όλο τον κόσμο, παραμένει όμως δυσπρόσιτη και, όπως μου έχει πει φίλος που κατάφερε να ανέβει, πανάκριβη.

.

Έρημος της Νιτρίας

Το πιο κοντινό μέρος, παρόλα αυτά δυσπρόσιτο εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας που επικρατεί στην Αίγυπτο και της εχθρότητας του νέου καθεστώτος για τους Χριστιανούς. Γιατί από την Αίγυπτο δεν με ιντριγκάρει τόσο να επισκεφθώ τις πυραμίδες και την Σφίγγα, τα οποία, τέλος πάντων, τα έχουμε δει και τα βλέπουμε σε ταινίες, ντοκιμαντέρ, αφιερώματα κάθε είδους, όσο την έρημο έξω από την Αλεξάνδρεια που ξεκίνησε ο χριστιανικός μοναχισμός. Έχοντας ασχοληθεί επί σειρά ετών ερευνητικά με το θέμα, θα ήθελα πολύ να περπατήσω τον τόπο που ξεκίνησαν όλα.

Πέρα από τις πόζες

Θυμούμενος τις πρώτες προσπάθειες του Καρόλου Κουν το 1934 να δημιουργήσει αυτό που αργότερα (το 1942, εν μέσω Κατοχής!) εξελίχθηκε στο Θέατρο Τέχνης, ο Τσαρούχης παρατηρεί:

«Κάτω από τις πόζες υπήρχε μια ουσία παραπάνω από πραγματική. Μερικοί Έλληνες είχαν αρκετά εξευρωπαϊσθεί, ώστε πια να μην βρίσκουν καμιά ευχαρίστηση στην κακή απομίμηση τρίτης και τέταρτης κατηγορίας Ευρωπαϊκών υποδειγμάτων. Μερικοί Έλληνες είχαν αρχίσει να συλλαμβάνουν τι θα έκαναν οι Ευρωπαίοι, αν βρίσκονταν στην Ελλάδα. Αυτό που φαινόταν σαν μια ουτοπιστική πόζα αντιπροοδευτική, ήταν ο μοιραίος καρπός μιας μικρής προόδου.»

Ουσιαστικά ο Τσαρούχης περιγράφει το πρόβλημα που αντιμετώπισε η Γενιά του ’30 και η λύση, στην οποία κατέληξε:

Για να μπορέσει να συνδεθεί με την Ευρώπη και τον κόσμο, στράφηκε προς τα μέσα. Ο Σεφέρης μελέτησε τον Μακρυγιάννη και τον Ερωτόκριτο, ο ίδιος ο Τσαρούχης τον Καραγκιόζη και τις αγιογραφίες, ενώ ο κατά τι νεώτερος Χατζιδάκις τα ρεμπέτικα. Εσωτερίκευσαν έτσι μιαν Ελλάδα, που ενώ υπήρχε παντού γύρω τους, ελάχιστοι της τάξης και της τέχνης τους την έβλεπαν ή αναγνώριζαν την ύπαρξη και την αξία της. Αυτή η εσωτερίκευση απέδωσε καρπούς πλούσιους, που διατηρήθηκαν αναλλοίωτοι μέχρι πρόσφατα κι ακόμα διατηρούν την αξία τους.

Σαν επαγγελματίας ιστορικός είμαι πεπεισμένος ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Απλώς οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Ή αλλάζουν δύσκολα και αργά και το κάθε μάθημα πρέπει να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά μέχρι να το εμπεδώσουν, ειδικά σε χώρες και λαούς σαν τον δικό μας, που όλα –και ειδικά τα καλά– γίνονται εκ των ενόντων χωρίς προγραμματισμούς και μακροπρόθεσμες στοχεύσεις.

Μετρώντας τα όσα γίνονται τα τελευταία χρόνια και, βέβαια, τις τελευταίες ημέρες νιώθω ότι πίσω από την υπερπληθώρα της επικοινωνίας, υπάρχει έλλειμμα κοινωνίας. Σαν εκείνους τους μη επαρκώς εξευρωπαϊσθέντες, που υπονοεί ο Τσαρούχης, αδυνατούμε να δούμε την πραγματικότητα στην οποία κινούμαστε και να μιλήσουμε γι’ αυτή –όχι μόνο οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι, αλλά και οι κάθε λογής δημοσιολογούντες σε καφενεία ή τα κοινωνικά δίκτυα. Βαριές κουβέντες, αιχμηρά τσιτάτα, υψηλοί ρητορικοί τόνοι και ατάκες της δεκάρας – επιχειρήματα και λογικές που καταπίπτουν στο πρώτο φύσημα του ανέμου, καθώς υψώνονται με κλωστές.

Πώς θα λύσουμε όμως ένα πρόβλημα αν δεν το περιγράψουμε; Και πώς θα το περιγράψουμε αν δεν το κατανοήσουμε; Και πώς θα το κατανοήσουμε αν δεν το δούμε; Χρειάζεται άλλο ήθος για να δούμε τους εαυτούς μας καθαρά, χωρίς φακούς και φίλτρα, και να μιλήσουμε γι’ αυτά που ζούμε κι αυτά που θέλουμε.

Μέχρι τότε θα συνεχίζουμε έτσι, χωρίς να μπορούμε να αναλάβουμε καμιά ουσιαστική πρωτοβουλία για την υπέρβαση του όποιου προβλήματος. Θα διαπιστώνουμε, θα γκρινιάζουμε, θα διαμαρτυρόμαστε και θα διεκδικούμε ματαίως απ’ τον μη έχοντα προσβλέποντας σε μια έξωθεν ή άνωθεν λύση.

Τόποι

Ξυπνάω το πρωί κι απλώνω το δεξί μου χέρι, πιάνω το τηλέφωνο και κλείνω το ξυπνητήρι. Είναι ο ήχος του, το μουσικό θέμα του 8 ½, που με επαναφέρει σχεδόν κάθε μέρα στον αντικειμενικά δομημένο τόπο της πραγματικότητας. Και είναι ο ύπνος που με μεταφέρει κάθε βράδυ στον υποκειμενικό τόπο των ονείρων μου.

Αν και διαφορετικοί, η πραγματικότητα και το όνειρο, είναι δυο τόποι κατασκευασμένοι με τα ίδια πάνω-κάτω υλικά: Αντικείμενα, χώροι, πρόσωπα, ζώα, σπίτια, δρόμοι, δέντρα, ακόμα και δραστηριότητες, διαδρομές, παιχνίδια, δουλειές κοκ, υπάρχουν ίδια και διαφορετικά και στους δυο κόσμους.

Δυο παράμετροι τους διαφοροποιούν: Ο χρόνος και οι σχέσεις.

Ο τόπος της πραγματικότητας δομείται όχι μόνο από τα αντικείμενα ή την γεωγραφία, αλλά και από τον αντικειμενικό χρόνο και τις σχέσεις που διαμορφώνονται με αντικειμενικούς, πέρα από μας, παράγοντες.

Στον τόπο του ονείρου όμως καμιά σχέση και καμιά χρονικότητα δεν είναι δεδομένη, ούτε έχει αντικειμενικότητα ή συνέχεια. Στο όνειρο μπορεί να είμαι παιδί, ενήλικας και ηλικιωμένος ταυτόχρονα ή μπερδεμένα κι ανάκατα· μπορεί να είμαι παντρεμένος με την κοπέλα του φίλου μου, αφεντικό του προϊσταμένου μου, κολλητός του ηθοποιού που θαυμάζω. Εκείνο που δίνει μορφή και νόημα σε αυτό το χάος δεν είναι παρά ο εαυτός μου –οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι προσδοκίες μου.

 

Κινούμαι όμως και σε έναν τρίτο τόπο, εξίσου αντικειμενικό με τον πραγματικό, αλλά και ευμετάβλητου και χαοτικού, όπως του ονείρου: Τον τόπο του διαδικτύου.

Δεν υπάρχει βαρύτητα στο διαδίκτυο, με την έννοια ότι δεν υπάρχουν αυστηροί νόμοι. Μόνο κανόνες που εναπόκεινται στην διακριτική μας ευχέρεια αν θα τους ακολουθήσουμε. Και βέβαια είναι αχανές κι ανεξερεύνητο. Ακόμα και οι περιοχές που έχουμε διεισδύσει και τις χαρτογραφήσαμε κάπως, παραμένουν ρευστές και ευμετάβλητες.

Και βέβαια το διαδίκτυο δεν έχει μνήμη. Όχι γιατί είναι πολύ νέο ακόμα, αλλά γιατί συσσωρεύει τόσες πολλές πληροφορίες, ώστε είναι αδύνατο να δομηθεί μνήμη ή παράδοση. Μόνο άτακτες πληροφορίες αναδύονται στις οθόνες μας, αφ’ ης στιγμής συλλαβίσουμε μια λέξη στη μηχανή αναζήτησης –ένα είδος ενστικτώδους και συνεχώς αναιρουμένης μνήμης και παραδόσεως.

Όλα αυτά θυμίζουν τον τόπο του ονείρου.

Ζούμε σε μια πραγματικά προνομιούχα εποχή – μπορούμε να βυθιστούμε στο όνειρο και ξύπνιοι, ενσυνείδητα.  Γιατί εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά του διαδικτύου με το όνειρο και η μεγάλη ομοιότητά του με την πραγματικότητα: Λειτουργούμε κι εκεί συνειδητά. Έχουμε συνείδηση της περσόνας που επιλέγουμε να προβάλουμε στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, των ιστότοπων που θα περιηγηθούμε, του υλικού που θα ανεβάσουμε ή θα κατεβάσουμε, της πληροφορίας που θα αντλήσουμε ή θα παρέχουμε, της λογικής που θα διαδώσουμε έστω με το like μας.

Και βέβαια όταν έχουμε συνείδηση, έχουμε και ευθύνη.

Είναι βέβαια μια ιδιόρρυθμη ευθύνη, καθώς δεν υπάρχει λογοδοσία –οι αγωγές και οι μηνύσεις στο διαδίκτυο μάλλον εξαίρεση αποτελούν (γραφική εξαίρεση πολύ συχνά), παρά τον κανόνα και αφορούν πολύ ειδικές περιπτώσεις.

Να πω την αλήθεια, μου αρέσει αυτός, ο τρίτος τόπος έτσι όπως είναι. Προσπαθώ να τον μάθω και να τον κατανοήσω, προσπαθώ να συμμετέχω όσο το δυνατόν πιο ενεργά. Κι ελπίζω ότι θα παραμείνει ένα άνοιγμα μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας σ’ ένα κόσμο που όσο πάει και στενεύει…