Category Archives: ΜΜΕ

Ρευστότητα

Τα ρεπορτάζ και οι πολιτικές αναλύσεις των τελευταίων μηνών, ειδικά μετά τις Ευρωεκλογές, μεταφέρουν την αγωνία του Συστήματος Εξουσίας (κόμματα, ΜΜΕ, επιχειρηματίες, τράπεζες κτλ) για την ρευστότητα που επικρατεί στην πολιτική σκηνή. Ρευστότητα που «δοκιμάζει» τις «αντοχές» της Κυβέρνησης και μετατρέπει κάθε «μεταρρυθμιστική προσπάθεια» σε «Γολγοθά».

Όμως από το 1974 καμία Κυβέρνηση δεν ολοκλήρωσε τον 4ετή κύκλο της· ο μέσος όρος ζωής κάθε Βουλής είναι περί τα 2,5 χρόνια· και, όπως όλοι γνωρίζουμε, στον τόπο μας τα σενάρια για τις πρόωρες εκλογές ξεκινούν την επομένη των εκλογών (συχνά πριν καν προκηρυχθούν, όπως τώρα, που συζητείται η «αριστερή παρένθεση»). Με άλλα λόγια, αναβρασμός επικρατούσε πάντα στην πολιτική σκηνή, κυβερνήσεις ανέβαιναν κι έπεφταν, ηγέτες αποθεώνονταν και καταβαραθρώνονταν –τι άλλαξε τώρα και τα Κυριακάτικα ρεπορτάζ ξορκίζουν την «ρευστότητα»;

Η απάντηση δεν είναι δύσκολη:

Το περιβάλλον έχει αλλάξει, οι όροι του παιχνιδιού διαφοροποιήθηκαν και διαφοροποιούνται συνεχώς και το Σύστημα Εξουσίας φοβάται ότι δεν θα μπορέσει να ελέγξει την κατάσταση που θα προκύψει.

Τα όσα συνέβησαν με την Χρυσή Αυγή τα τελευταία 2 χρόνια είναι ενδεικτικά: Η αρχική αδιαφορία Μέσων, μεγάλων κομμάτων και προβεβλημένων στελεχών (είχαν μάθει να ασχολούνται με «λαμπερά» θέματα όλοι τους κι όχι να χώνουν τα χέρια τους στη λάσπη της πραγματικότητας) διαδέχθηκε η έκπληξη (το διαβόητο «εγέρθητο» το βράδυ των Εκλογών), έπειτα ήρθε η προσπάθεια προσεταιρισμού (συνοψίστηκε λαμπρά στην φαντασίωση περί «σοβαρής Χρυσής Αυγής» που θα έμπαινε στην Κυβέρνηση) κι όταν πια είδαν ότι δεν έχουν να κάνουν με ένα νέο Λάος, αλλά με κάτι εντελώς διαφορετικό, ξεκίνησε η απόπειρα αφοπλισμού της.

Όμως, αν έδειξαν κάτι οι Ευρωεκλογές είναι ότι η κατάσταση που περιγράφεται ως «ρευστότητα» είναι αυτή που σταθεροποιήθηκε:

Ένα μεγάλο κομμάτι των πολιτών αποστασιοποιήθηκε από τις πολιτικές διαδικασίες και απέχει συνειδητά από τις εκλογές, γιατί απλούστατα διαπίστωσε ότι όποιον και να ψηφίσει, όπως και να ψηφίσει, τίποτα δεν αλλάζει. Η διάλυση του κοινωνικού κέντρου, που επιτεύχθηκε με τις πολιτικές από το 2010 και μετά, επέφερε και την διάλυση του πολιτικού κέντρου, με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν τα μεγάλα κόμματα-παρατάξεις και στην θέση τους να απομείνουν συμπαρατάξεις μικρο-ομάδων και μικρο-μηχανισμών (στην καλλίτερη περίπτωση) ή προσωπικές φατρίες αυτοπρόβλητων σωτήρων. Μέσα σ’ αυτόν τον ερειπιώνα εύκολα ξεφύτρωσαν κομματικά μορφώματα που εκφράζουν το μηδενιστικό, καταστροφικό/αυτοκαταστροφικό ένστικτο του πρώην νοικοκύρη ή άλλα, που προσπερνώντας τα πραγματικά δεδομένα του παρόντος και με αναφορά στο διαβόητο λαμπερό παρελθόν, ευαγγελίζονται ένα εξίσου λαμπερό μέλλον στηριγμένο στην «κοινή λογική» (λες κι υπάρχει τέτοιο πράγμα).

Στην πραγματικότητα, αυτό που περιγράφεται ως «ρευστότητα» είναι η αποσύνθεση της Ελλαδικής κοινωνίας, η οποία παρά την Κυβερνητική ρητορική συνεχίζεται κι εντείνεται. Και πραγματικό σχέδιο εξόδου από την Κρίση, δηλαδή σχέδιο ανασυγκρότησης του κοινωνικού σώματος, δεν έχει να προτείνει κανείς, ούτε από τους εντός, ούτε από τους εκτός…

Σημειώσεις (26-30/01/2013)

Το σπίτι μου είναι σκοτεινό αλλά ήσυχο. Ακόμα και τα πιο ηλιόλουστα πρωινά ανάβω την λάμπα μου για να διαβάσω. Όταν ανοίγω το παράθυρο, μυρωδιές από μαγειρέματα ή απλωμένες μπουγάδες μπαίνουν στο υπνοδωμάτιο και τις νύχτες οι σωλήνες της ύδρευσης κάνουν όλο το κτήριο να τρίζει. Αλλά είναι ήσυχο. Μπορώ να αφοσιώνομαι στο διάβασμα και, κυρίως, μπορώ να κοιμάμαι χωρίς ωτασπίδες. Αυτό είναι το πιο σημαντικό για μένα αυτή την ώρα.

.

Συγχωρέστε με, αλλά πιστεύω πως τα πάντα έχουν όρια.

Πρώτα-πρώτα όρια, αρχή και τέλος από βιολογική άποψη, αλλά και πάνω – κάτω από ηθική, πνευματική κτλ, έχει η ανθρώπινη ζωή και μετά όλα τα υπόλοιπα: Η επιστήμη, η αλήθεια και τα ψέματα, οι αντοχές, η ένταση, η υποτονικότητα και βέβαια η τέχνη.

Ειδικά για την τελευταία, τα όρια δεν τίθενται από κάποια αφηρημένη αρχή εκτός κόσμου ή ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά από δυο πολύ συγκεκριμένους παράγοντες: Τον δημιουργό και τα κοινά του –το κοινό που θέλει να επικοινωνήσει, εκείνο που θέλει να χαϊδέψει, το άλλου που θέλει να προκαλέσει κτλ.

Μια επίσης σημαντική παράμετρος, που παίζει ρόλο και στην τοποθέτηση των ορίων, είναι οι προθέσεις του καλλιτέχνη: Άλλο είναι το όριο για εκείνον που θέλει να παλέψει για τα δικαιώματα μιας μειονότητας κι άλλο για εκείνον που θέλει να κερδίσει χρήματα, εύνοια ή δημοτικότητα. Που σημαίνει ότι αλλιώς κρίνεται μια εκπομπή που έχει σαν στόχο την στηλίτευση της κοινωνικής υποκρισίας κι αλλιώς μια σαπουνόπερα που φτιάχνεται για φέρνει διαφημίσεις.

.

Γράφω, σβήνω, ξαναγράφω, διαγράφω, ματαξαναγράφω, σκίζω το χαρτί –φτου, κι απ’ την αρχή. Τα κείμενα για το Σημειωματάριο αίφνης παραγίνανε δύσκολα. Ψάχνω κάτι να πω, κάπως να το πω, που όλο μου διαφεύγει.

.

Αυτό το «τον εαυτό μου αντιπαθώ» είναι όντως μελό. Αλλά είναι και αλήθεια. Όχι καμιά γενική, κοινά αποδεκτή αλήθεια, από αυτές που είναι κατάλληλες για τις τηλεοράσεις και τους κάθε λογής σχολιογράφους, αλλά μια από τις μικρές, ταπεινές αλήθειες, που ισχύουν κατά μόνας και κατά περίπτωση. Η αλήθεια ενός δράματος αοράτου στο κοινό μάτι και γι’ αυτό ώρες-ώρες δυσανάλογα δυσβάστακτο. Η αλήθεια του ασχημόπαπου που ονειρεύεται να γίνει πάπια. Άλλη όμως είναι η μοίρα του….

.

Τι ποίηση κρύβεται σε μια κλωστίτσα σάλιο που γεφυρώνει τα κοιμισμένα χείλια με το μαξιλάρι!

Atomic Alert*

Στο Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης, που πήγαμε να δούμε το Atomic Alert σε σκηνοθεσία Λ. Γιοβανίδη, μας περίμενε μια έκπληξη: Η σκηνή έχει καταληφθεί από μια κινηματογραφική οθόνη και οι ηθοποιοί στέκονταν δεξιά κι αριστερά της σκηνής διακριτικά φωτισμένοι. Στην οθόνη προβάλλονται αποσπάσματα από b-movies και κινηματογραφικά σήριαλ της δεκαετίας του ’50, τα οποία οι ηθοποιοί ντουμπλάρουν ζωντανά δημιουργώντας έτσι μια συνεκτική αφήγηση. Με άλλα λόγια, στο Atomic Alert οι ηθοποιοί δεν συμμετέχουν στα δρώμενα, παρά μόνο με την φωνή τους, και είναι και οι ίδιοι ένα είδος θεατών. Στην παράσταση αυτή αναμειγνύονται δημιουργικά και απολαυστικά τα πιο διαφορετικά –ετερόκλιτα ίσως – υλικά: Σινεμά, θέατρο, μεταγλώττιση, θεατρικό αναλόγιο και ραδιοφωνικό θέατρο.

Atomic Alert

Η υπόθεση του έργου θυμίζει b-movies: Σε μια ήσυχη επαρχιακή πόλη στο πουθενά της αμερικανικής περιφέρειας εκρήγνυται μια ατομική βόμβα από λάθος ή και εσκεμμένα –δεν διευκρινίζεται από το έργο –  κι εμείς παρακολουθούμε τις αρχές, τοπικές και κεντρικές, να προσπαθούν να διαχειριστούν την κατάσταση, τον τρόπο που ο Τύπος διαχειρίζεται την είδηση και βέβαια τις συνέπειες στη ζωή των κατοίκων.

Ακούγεται βαρύ και καταθλιπτικό, αλλά δεν είναι. Το έργο είναι μια πανέξυπνη μαύρη κωμωδία, παρωδία των b-movies μιας χρυσής εποχής και ταυτόχρονα σάτιρα όλων των φόβων, των ελπίδων και των αμυνών μας. Γιατί, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, η ιστορία, η παρωδία, το χιούμορ και το γέλιο, δεν αφορά τα περασμένα που εξιδανικεύτηκαν, αλλά το σήμερα κι εμάς. Έτσι, όσο περνούσε η ώρα, οι ομοιότητες με της πραγματικότητας του έργου με εκείνη που ζούμε εμείς σήμερα γινόταν πιο έντονες κι υπογραμμιζόταν από τις διαβρωτικές ατάκες. Γελάσαμε πολύ, αυθόρμητα και από καρδιάς κατά την διάρκεια της παράστασης. Και φύγαμε πιο ανάλαφροι, αφού καταφέραμε να δούμε την φωτεινή πλευρά μιας αδυσώπητης πραγματικότητας –άλλωστε η παράσταση τελειώνει υπό τους ήχους του Always Look on the Bright Side of Life.

Πληροφορίες για τα πού και τα πότε, στην σελίδα του Ιδρύματος Μ. Κακογιάννη.

—————————

*Το κείμενο γράφτηκε σε συνεργασία με την φίλη Κατερίνα Χάλκου.

Για τα social media…

Ξεκίνησα να ιστολογώ τον Οκτώβριο του 2007 με μάλλον ταπεινούς στόχους: Το στοίχημα ήταν να διατηρήσω το μπλογκ μέχρι τα Χριστούγεννα, δυόμιση μήνες, κάτι που τότε μου φαινόταν βουνό. Το Σημειωματάριο κλείνει φέτος τα πέντε χρόνια του.

Έφτιαξα την σελίδα στο Facebook με την βοήθεια του αδελφού μου ένα καλοκαιρινό μεσημέρι για να ξεφύγουμε από την ιδρωμένη πλήξη. Και παιδεύτηκα αρκετά για να κατανοήσω τον ρόλο του και να μπορέσω να το χρησιμοποιήσω.

Δεν θυμάμαι πώς και πότε άνοιξα τον λογαριασμό στο twitter – νομιζω ότι τον έφτιαξα, τον παράτησα, τον ξανάπιασα και τον ξαναπαράτησα και πέρασαν μήνες μέχρι να ασχοληθώ σοβαρά μαζί του. Μου άρεσε η αμεσότητα και η γρηγοράδα του. Με εντυπωσίασε η «δημοκρατικότητά» του και του παραδόθηκα άνευ όρων. Τους τελευταίους αρκετούς μήνες σχολίαζα την κοινωνική και πολιτική επικαιρότητα τιτιβίζοντας, χωρίς να προβληματιστώ σοβαρά γα τον μονοδιάστατο χαρακτήρα του -σε 140 χαρακτήρες, πόσες σκέψεις, πόσες πλευρές μπορούν να χωρέσουν; Μία αν είσαι τυχερός, όμως η ζωή και η πραγματικότητα έχουν πάντα περισσότερες από μία πλευρές.

 

Το φετεινό καλοκαίρι υπήρξε για μένα μεταιχμιακό. Τον Ιούνιο ολοκληρώθηκε αισίως μια ολόκληρη επιστημονική, επαγγελματικη και περίοδος της ζωής μου και κατά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο μπήκα σε μια διαδικασία αναστοχασμού και επαναπροσδιορισμού και των επιστημονικής και της επαγγελματικής και της προσωπικής μου ζωής. Ένιωσα, νιώθω έτοιμος για καινούργια πράγματα, για νέες αρχές, για διαφορετικές προσπάθειες. Μέσα σε αυτή την λογική ήταν λογικό κι αναμενόμενο, αλλά και επιβεβλημένο να σκεφτώ και να θέλω να επαναπροσδιορίσω την σχέση μου στα social media.

Ένα είναι το ερώτημα που με παιδεύει ειδικά σε αυτή την συγκυρία:

Ποιος είναι ο ρόλος που παίζουμε, εμείς οι χρήστες, και ποιος εκείνος που μπορούμε να παίξουμε.

Νομίζω ότι πλέον έχει αποδειχτεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι τα social media μπορούν να ασκήσουν επιτυχημένη πολιτική παρέμβαση μεν, πολύ συγκεκριμένη και ίσως περιορισμένη δε. Τα blog και το twitter αποδομούν εύκολα και αποτελεσματικά πολιτικούς και πολιτικές, αλλά δεν φαίνονται ικανά να μπορούν να δομήσουν, να συγκροτήσουν, να αναδείξουν ανθρώπους, ιδέες, προτάσεις θετικές και με προοπτικές.

Τα παραδείγματα είναι πολλά -και από την χώρα μας πλέον (πχ η αποδόμηση του πρώην Πρωθυπουργού κ. Γ. Α. Παπανδρέου συντελέστηκε κυρίως μέσω των social media)-, αλλά επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω εκείνο της Αιγύπτου, γιατί εικονίζει με μεγαλύτερη σαφήνεια τον προβληματισμό μου:

Ήταν εύκολο για τους χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης της Αιγύπτου να οργανωθούν και να γκρεμίσουν τον Μουμπάρακ και το καθεστώς του. Τι όμως είχαν να προτείνουν; Γενικές ιδέες και αρχές, με τις οποίες κέρδισαν την υποστήριξη όλου του Δυτικού κόσμου, αλλά τίποτα πρακτικό. Το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε το εκμεταλλεύτηκαν τα πλέον συντηρητικά κομμάτια της αιγυπτιακής κοινωνίας και ανέβηκαν στην εξουσία.

Δεν ισχυρίζομαι βέβαια πως η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί σε φονταμελιστικό κράτος εξαιτίας των μπλόγκερ, ούτε φυσικά ότι η κριτική που ασκούμε μέσω του twitter σε κάθε λογής εξουσία και στα κακώς κείμενα είναι επικίνδυνη και οδηγεί στην καταστροφή -κάθε άλλο.

Αναρωτιέμαι όμως αν εμείς, οι χρήστες αυτών των Μέσων, αν μπορούμε να επεκταθούμε και σε άλλα χωράφια εν πολλοίες ανεξερεύνητα:

Την προώθηση και την δημιουργία θετικών προτάσεων, θετικών στόχων, ενός οράματος για την κοινωνία και τους πολίτες.

Νομίζω ότι τούτη την ώρα, που με τόση οδύνη τελειώνει ένα οικοδόμημα, στο οποίο ούτως ή άλλως λίγα υγιή στοιχεία ενυπήρχαν, θα είναι κρίμα αν εμείς, που νοιαζόμαστε και για την χώρα και για τους πολίτες, που αγωνιούμε για την λειτουργία των θεσμών και την ποιότητα της Δημοκρατίας, αν απέχουμε και δεν συμβάλουμε θετικά σε αυτό που έχει ήδη ξεκινήσει να χτίζεται.

Δεν ξέρω για σας, αλλά προσωπικά το τελευταίο διάστημα νιώθω έντονη την ανάγκη όχι τόσο για αισιόδοξες ειδήσεις ή για ένα πιο θετικό κλίμα, αλλά για θετικές δράσεις.

Η εποχή των Άκρων

Νοσταλγώ την εποχή που ο Αύγουστος ήταν η μαύρη τρύπα της ειδησεογραφίας, την οποία οι δαιμόνιοι διευθυντές ειδήσεων προσπαθούσαν να καλύψουν με εμπεριστατωμένα ρεπορτάζ για τις νέες τάσεις στους κουραδοκόφτες και το πρώτο μπάνιο του Κων. Μητσοτάκη.

Τα τελευταία 3 καλοκαίρια μας (από την εποχή της «Κυβέρνησης της Πάρου» του κυρίου ΓΑΠ, αν τη θυμάστε) σκοτεινιάζουν επικίνδυνα από την ερεβώδη και απέλπιδα ειδησεογραφία. Μέτρα για μέτρα κι άλλα μέτρα, για να παραφράσουμε τον ποιητή, τα οποία με μαθηματική ακρίβεια μας οδηγούν σε νέα μέτρα λίγο πριν την κάθε επόμενη δόση. Το μάθαμε το παιχνιδάκι πια – τίποτα δεν μας εκπλήσσει.

Βέβαια, τα πράγματα έχουν πλέον ξεφύγει. Μετά από 4 χρόνια ύφεσης και 3 χρόνια σκληρής Μνημονιακής πολιτικής, τα αποθέματα (οικονομικά, υπομονής, ελπίδας –κάθε είδους) του λαού και της κοινωνίας έχουν εξαντληθεί. Η Μεσαία Τάξη, η οποία δημιουργήθηκε από το τέλος του Εμφυλίου και μετά, κατέρρευσε. Ό,τι είχε απομείνει από αυτή, τα συντρίμμια της συσπειρώθηκαν μια τελευταία φορά στις εκλογές του Ιουνίου κι έδωσαν την νίκη στον Αντώνη Σαμαρά βοηθώντας έτσι τον σχηματισμό μιας Κυβέρνησης του ευρέως Κέντρου (Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς) ελπίζοντας ουσιαστικά σε ένα θαύμα. Αλλά τα θαύματα, όπως και το ταλέντο ή οι ιδέες, η έμπνευση και το θάρρος, στην Ελλαδική πολιτική σκηνή μας τελείωσαν προ πολλού. Το μόνο που μας έμεινε είναι η κλιμακούμενη φρίκη μιας εφιαλτικής πραγματικότητας.

Και δυστυχώς, όταν πλέον μιλάμε για φρίκη και εφιάλτη της πραγματικότητας ακριβολογούμε. Τα μέτρα που αφήνει να διαρρεύσουν το Οικονομικό Επιτελείο της Κυβέρνησης το πιστοποιούν. Δεν είναι τόσο οι 50.000 έφεδροι Δημόσιοι Υπάλληλοι, που θα προστεθούν στο 23,1% των ανέργων και την ανεπίσημη πραγματικότητα εκείνων που εργάζονται χωρίς να πληρώνονται. Είναι μέτρα όπως η σχεδιαζόμενη μείωση των συντάξεων κάτω των 1.000€ ή οι περαιτέρω περικοπές του Κοινωνικού Κράτους και η επιβολή πλαφόν στη νοσοκομειακή και υγειονομική περίθαλψη, τα οποία ουσιαστικά ανασυστήνουν ένα νέο Καιάδα.

Η Κυβέρνηση ασκεί μια εξτρεμιστική πολιτική εναντίον της κοινωνίας με μόνη της έγνοια και πρώτη της προτεραιότητα τα «νούμερα». Μια πολιτική η οποία θα εξοντώσει ολοσχερώς την Μεσαία Τάξη της χώρας –δηλαδή ακριβώς εκείνα τα στρώματα του πληθυσμού που με την ψήφο τους επιτρέπουν σήμερα στην ΝΔ_, το Πασόκ και την Δημάρ να μας κυβερνούν.

Όμως, όπως έχει αποδείξει η ιστορία αλλά και η καθημερινή εμπειρία, όταν καταστρέφεται ο κοινωνικός ιστός της χώρας, καταστρέφεται και το πολιτικό σύστημα· όταν καταρρέει το κοινωνικό κέντρο, καταρρέει και το πολιτικό –οι τελευταίες εκλογές επιβεβαίωσαν περίτρανα αυτόν τον κανόνα.

Συνεπώς, δεν χρειάζεται να διαθέτει κανείς προορατικό χάρισμα για να προβλέψει ότι η οικονομική πολιτική του κ. Σαμαρά και του κ. Στουρνάρα θα οδηγήσουν στην πλήρη διάλυση των κομμάτων που στηρίζουν την σημερινή Κυβέρνηση και σε περαιτέρω συρρίκνωση της επιρροής του πολιτικού χώρου τον οποίο αυτά εκφράζουν. Με άλλα λόγια, τα νέα μέτρα που ετοιμάζεται να ψηφίσει και να εφαρμόσει η Συγκυβέρνηση είναι βέβαιο ότι θα ενισχύσουν τα άκρα του κομματικού και πολιτικού συστήματος, ενώ δεν θα βοηθήσουν στο ελάχιστο στη σωτηρία της χώρας, η οποία θα συνεχίσει να επαφίεται στις διαθέσεις και τα μικροκομματικά παιχνίδια των Βόρειων εταίρων μας.

Και τα άκρα δεν συζητούν, δεν συνεννοούνται.

Τα άκρα δεν κατευνάζονται, ούτε απορροφούνται.

Τα άκρα πολεμούν.

219.374 δέντρα

«Ορισμένα από τα μέτρα που προβλέπονται, θα έπρεπε να ληφθούν ασχέτως Μνημονίου και Τρόικας».

Είναι το επιχείρημα που έχει αρχίσει ήδη να ακούγεται και είναι βέβαιο ότι θα ακουστεί συχνότερα, εμφαντικότερα και πιο δυνατά τις επόμενες μέρες και μήνες. Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά: Το ακούσαμε και όταν υπογραφόταν και ψηφίζονταν το καταστροφικό Μνημόνιο από την τότε Κυβέρνηση και τους συμμάχους της, αλλά και κάθε φορά που διέρρεε, εξαγγελλόταν, ή λαμβάνονταν νέα μέτρα.

Ο στόχος είναι απλός: Επιμερίζοντας την εφαρμοζόμενη πολιτική σε επιμέρους μέτρα, από τα οποία τα 5 είναι επιβεβλημένα ούτως ή άλλως, τα 4 σκληρά, τα 7 δίκαια, τα 6 άδικα, η Κυβέρνηση και οι υποστηρικτές της μπορούν να τα επικοινωνήσουν καλλίτερα στους κώλους που κάθονται στους καναπέδες (για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Joel Silver).

Η λογική δεν είναι καινούργια, δεν μας την έφερε η Τρόικα. Υπήρχε για πολλά χρόνια στο τσεπάκι των επικοινωνιακών επιτελείων –ο κ. Σημίτης για παράδειγμα κάθε φορά που γινόταν λόγος για την διαφθορά, ζητούσε από τους καταγγέλλοντες να πάνε στοιχεία στον εισαγγελέα, μετατρέποντας, κατά την επιτυχημένη εικόνα του Στ. Λυγερού, το δάσος της διαφθοράς σε άθροισμα μεμονωμένων δέντρων.

Όμως το θέμα δεν είναι αν κάποια από τα μέτρα ακούγονται σε κάποιους λογικά, σε άλλους φαντάζουν επιβεβλημένα ή σε κάποιους τρίτους μοιάζουν δίκαια κοκ. Στο κάτω-κάτω της γραφής ακόμα και το απεχθέστερο καθεστώς θα λάβει ένα, δύο ή τέσσερα μέτρα που από μόνα τους θα χαρακτηρίζονταν «καλά» –τα παραδείγματα περιττεύουν. Το θέμα είναι πού στοχεύουν αυτά τα μέτρα, ποια ευρύτερη στρατηγική εξυπηρετούν, αν εξυπηρετούν.

Δυστυχώς όμως για μια ακόμα φορά τα μέτρα που δρομολογούνται δεν φαίνεται να εντάσσονται σε κάποιον ευρύτερο σχεδιασμό από Ελληνικής πλευράς. Επιδιώκουν μόνο τον κατευνασμό των οργισμένων (;) εταίρων και των ανυπόμονων αγορών καθώς και την εξαγορά χρόνου. Η ελπίδα των Συγκυβερνώντων είναι ότι τους επόμενους 2, 3, 6 μήνες κάτι θα αλλάξει, κάπως θα διαφοροποιηθεί η κατάσταση. Ή ότι οι πολίτες για μια ακόμα φορά θα αποδεχτούν την μοίρα τους, θα καταπιούν κι αυτό το πικρό ποτήρι και με μικρογκρίνιες και μικροδιαμαρτυρίες θα πορευτούνε όπως-όπως για 2 χρόνια, μέχρι τις Ευρωεκλογές.

…αισιόδοξοι στις συμφορές

Θυμήθηκα σήμερα τον Θουκυδίδη.

Στην περίφημη δημηγορία που απευθύνουν οι Κορίνθιοι στους Λακεδαιμόνιους κατά την διάρκεια του συμβουλίου της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, αποδίδουν στους Αθηναίους, τους άσπονδους εχθρούς τους, τα εξής χαρακτηριστικά:

αὖθις δὲ οἱ μὲν καὶ παρὰ δύναμιν τολμηταὶ καὶ παρὰ γνώμην κινδυνευταὶ καὶ ἐν τοῖς δεινοῖς εὐέλπιδες (1. 70. 3)

Θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε:

Ταυτόχρονα είναι τολμηροί πέρα από τις δυνάμεις τους, αναλαμβάνουν ρίσκα πέρα από την λογική και στις συμφορές παραμένουν αισιόδοξοι.

Το θυμήθηκα, όταν με ρώτησαν αν είμαι αισιόδοξος. Δεν είμαι. Αλλά, νομίζω, ότι δεν είμαι ούτε απαισιόδοξος –δεν μπορώ πλέον να φανταστώ το μέλλον, κοντινό, μακρινό, άμεσο, έμμεσο, οτιδήποτε, αλλά μόνο να μετρώ τις συνέπειες των αποφάσεων και των παραλήψεων των αρμοδίων στην καθημερινότητά μου, σήμερα ή αύριο.

Στο κάτω-κάτω της γραφής η αισιοδοξία, για να έχει ένα νόημα και να μην είναι απλώς μια βεβαιότητα ολίγον μεταφυσική, πολύ χαζοχαρούμενη ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά, θα πρέπει να στηρίζεται και σε κάποια πραγματικά στοιχεία. Για παράδειγμα, στις αράδες που αντέγραψα ο Θούκυ αναφέρει δύο: Τόλμη και ρίσκο. Αλήθεια θυμάστε ποτέ Ελλαδική ηγεσία να πολιτεύτηκε εντός και κυρίως εκτός με τέτοια φρεσκάδα και νεανικότητα; (Γιατί οι νέοι είναι  παρὰ δύναμιν τομηταὶ και παρὰ γνώμιν κινδυνευταὶ και όχι οι σαπρόγεροι –εννοώ σαπρόγεροι στην ψυχή και το μυαλό).

Οπότε, αυτό που μας μένει είναι η οργή. Οργή όχι για τις δυσκολίες και την συμφορά –αυτό μπορούμε να το χωνέψουμε, τα πλούτη έρχονται και παρέρχονται. Αλλά γιατί διαπιστώνουμε ότι μας έχουν καταστήσει έρμαια μιας μοίρας που άλλοι (εκείνοι;), εντός ή εκτός, διαμορφώνουν. Ότι δεν μας έχουν αφήσει περιθώρια να ορίσουμε το μέλλον μας με τόλμη και ρίσκα σε αυτόν τουλάχιστον τον τόπο.

Το μεγάλο ερώτημα, που κανείς δεν μπορεί να απαντήσει αυτή τη στιγμή, είναι αυτή την οργή, την δική μου, την δική σου, του διπλανού, οργή δίκαιη ή άδικη, λογική ή παράλογη (οργή είναι, μπορείς να την ερμηνεύσεις, αλλά είναι μάταιο να της ζητάς το λόγο), πώς θα την διαχειριστώ, πώς θα την διαχειριστείς, πώς θα την διαχειριστούμε.

Πιθανόν απλώς να την καταπιούμε.

Όπως και νά ‘χει, ο Χειμώνας αυτός είναι μακρύς.