Category Archives: μπλογκ

Πρόχειρο

Στο σχολείο, από το Γυμνάσιο, αλλά κυρίως στο Λύκειο, παίρναμε καθημερινά μαζί μας το πρόχειρο. Ήταν μεγάλου μεγέθους τετράδιο, πολυσέλιδο, συνήθως σπιράλ με πολλά θέματα, στα οποία κρατούσαμε σημειώσεις από όλα τα μαθήματα, τις οποίες, υποτίθεται, θα χρησιμοποιούσαμε αργότερα στη μελέτη μας. Καμιά φορά εκεί λύναμε και τις ασκήσεις για το σπίτι ή γράφαμε ό,τι μας υπαγόρευε στην ώρα του μαθήματος κάποιος δάσκαλος.

Έτσι στο πρόχειρο συνυπήρχαν μεταφράσεις αγνώστων κειμένων, κλίσεις ανωμάλων ρημάτων, λύσεις εξισώσεων και ταυτότητες, μαθηματικοί τύποι, χημικές ενώσεις, φυσικοί νόμοι και δόγματα της Εκκλησίας, χρονολογίες σημαντικών γεγονότων και ονόματα πρωταγωνιστών, βιογραφικά συγγραφέων και ποιητών με κάθε είδους ορισμούς.  Και μαζί στίχοι των αγαπημένων μας τραγουδιών, τίτλοι και ατάκες από ταινίες, φωτογραφίες και ονοματεπώνυμα πρωταγωνιστών, ραβασάκια, αυτοβιογραφικές σημειώσεις, συνθήματα, σκίτσα, τρίλιζες, αστειάκια.

Για έναν μαθητή σαν εμένα και τους φίλους μου, πιθανότατα δηλαδή για κάθε μαθητή, το πρόχειρο έπαυε να είναι το βοήθημα του απογευματινού διαβάσματος, αλλά γινόταν κάτι σαν ημερολόγιο. Ή δελτίο ταυτότητας, ένα χάραγμα στον κόσμο της μέσα μας ζωής, καθρέφτης όχι τόσο του ποιος είμαι τώρα, αλλά του ποιος θέλω να γίνω.

Συνέβη λοιπόν το παράδοξο:

Ενώ αντιπαθούσα το σχολείο –ειδικά το Λύκειο – να αγαπώ τα πρόχειρα τετράδια. Τα ένιωθα –τα νιώθω δηλαδή– σαν ένα κομμάτι του εαυτού μου. Γι’ αυτό και δεν τα πέταξα μαζί με τα άλλα σχολικά ενθύμια, αλλά τα αποθήκευσα τρυφερά στο υπόγειο, να σαπίζουν αργά από τον χρόνο και την υγρασία μαζί με τον τότε εαυτό μου.

Το δε Σημειωματάριο, όταν το έστηνα πριν από 7 χρόνια, κάπως έτσι το φανταζόμουν:

Σαν ένα χώρο, που πρόχειρα θα σκαλίζω την ανησυχία μου.

Τι τα θυμάσαι όλα αυτά, θα ρωτήσεις. Σε έπιασε νοσταλγία;

Ναι, αλλά μια ιδιόρρυθμη νοσταλγία. Δεν μου λείπουν τα χρόνια, το τότε, αλλά το πρόχειρο, το πού, ένας χώρος που θα σημειώνω αυτά που μου έχουν καρφωθεί στο μυαλό. Όχι για να τα θυμηθώ, όχι για να μην τα ξεχάσω –δεν αναφέρομαι σε τέτοιου είδους σημειώσεις. Θέλω κάπου να γράφω πράγματα που δεν μου αρκεί να τα έχω μέσα μου, στο μυαλό μου· που για να τα χορτάσω θέλω να τα βλέπω απέναντι· να μπω εγώ μέσα τους, ει δυνατόν.

Σαν φοιτητής, που δεν είχαμε πια πρόχειρα, προμηθεύτηκα έναν φελοπίνακα και πάνω του καρφίτσωνα ό,τι ήθελα να βλέπω απέναντι. Φελοπίνακα είχα και τα 4 χρόνια στην Κύπρο, αλλά όχι πέρσι στην Αθήνα. Κι ούτε που μου έλειψε εκεί –παράξενο!

Μου λείπει όμως εδώ, που οι ιδιοκτήτες δεν επιτρέπουν τρύπες από καρφιά στους τοίχους, με αποτέλεσμα να κολλάω χαρτάκια στην ντουλάπα, που όλο πέφτουν, κι όλο τα σηκώνω, και τσαλακώνονται, και τσατίζομαι, τα σκίζω και τα πετάω, και τα ξαναγράφω…

Επιτρέψτε μου λοιπόν να σημειώσω κι εδώ αυτό που μου έχει κάτσει σήμερα, να δω, αν το μπλογκ μπορεί να λειτουργήσει κι έτσι:

Είμ’ ό,τι δεν έζησα…

Εικόνα και Λόγος

Μια από τις πιο συνήθεις και σωστές συμβουλές που λαμβάνουν οι χρήστες του διαδικτύου και δη των social media από τους ειδήμονες είναι να μην γράφουν ποτέ, πουθενά και σε κανέναν τα προσωπικά τους δεδομένα και γενικότερα οτιδήποτε δεν θέλουν να μαθευτεί. Άπαξ κι ανέβει κάτι στο δίκτυο, μας λένε, παύεις να το ορίζεις. Τα δεδομένα κωδικοποιούνται και συγκεντρώνονται, σε μεγάλες βάσεις δεδομένων, προς χρήση αγνώστων και για αδιευκρίνιστους σκοπούς. Και βέβαια, όπως δείχνει η εμπειρία, λάθη γινονται, κωδικοί σπάνε, περίεργοι και ξένοι μπορούν να εισβάλουν ανά πάσα στιγμή.

Σενάριο καφκικού τρόμου η πραγματικότητα, αλλά κανείς δεν φαίνεται να τρομάζει πραγματικά.

Μυστικά κρατικά, επιχειρηματικα ή προσωπικά, φαντασιώσεις, κουτσομπολιά, απόρρητα σχέδια και πλάνα ανταλλάσσονται καθημερινά -αποθηκεύονται καθημερινά στα βρόγχια του διαδικτύου. Ακούμε φυσικά προσεκτικά τις προειδοποιήσεις των ειδικών, παίρνουμε τα απαραίτητα μέτρα προστασίας, αλλά η δραστηριότητά μας δεν περιορίζεται. Το αντίθετο: Όλο και περισσότεροι χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα και τις άλλες υπηρεσίες του internet για να μοιραστούν όλο και περισσότερα. Ίσως γιατί, πέρα από φόβους και δισταγμούς, το διαδίκτυο υπηρετεί την μεγαλύτερη ανάγκη που νιώθει ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος: Την ανάγκη για διαφάνεια.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας δημοσιεύουν τις πιο κρυφές τους σκέψεις και επιθυμίες, τις πιο προσωπικές τους στιγμές ή φωτογραφίες, αποδεικνύοντας ότι για τις πολυπληθείς φυλές του διαδικτύου η ιδιωτικότητα δεν έχει απλώς αλλάξει περιεχόμενο, έχει καταλυθεί. Οτιδήποτε πράξεις κατά μόνας, στην ασφάλεια του δωματίου σου, καλό ή κακό, ευχάριστο ή οδυνηρό, είναι μη γενόμενο, αν δεν δημοσιοποιθεί. Χρόνος που ξοδεύεται σε αδήλωτες δραστηριότητες, είναι χαμένος, νεκρός. Υπάρχεις μόνο ενώπιος των Άλλων, μας λένε. Το βλέμμα του Άλλου είναι αυτό που δίνει την ζωή και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση είναι τίποτα, κενό, θάνατος.

Ζώντας στο βλέμμα του Άλλου γινόμαστε Εικόνες. Υπάρχουμε στην επιφάνεια και ως επιφάνειες. Πολύχρωμοι, σίγουρα και πολύτροποι, διαφορετικοί, αλλά και επιδερμικοί. Γιατί η Εικόνα, όσο αποκαλυπτική (ή διαβρωτική) κι αν είναι, στον αφρό πάντα θα επιπλέει. Το περίβλημα πάντα θα δείχνει και θα αδυνατεί να βυθιστεί βαθιά -αυτή είναι και η φύση της, η ομορφιά της.

Το βάθος των ανθρώπων (και των πραγμάτων, του κόσμου) μόνο ο Λόγος μπορεί να προσεγγίσει. Η Εικόνα απλώνει τα πάντα στον καμβά,  τα ισοπεδώνει, τα καθιστά ορατά, δηλαδή δισδιάστατα. Ο Λόγος αντιθέτως λειτουργεί σαν εσωτερική ματιά που τα διαπερνά οριζόντια, κάθετα, διαγώνια, με κάθε τρόπο, μετατρέποντάς τα σε σε συνεκτική, πολυδιάστατη ενότητα.

Μια ενότητα που λείπει σήμερα από το δίκτυο, την κοινωνία μας, τους εαυτούς μας…

Οι γυμνές φωτογραφίες της πρωταθλήτριας

Βούιξαν χθες οι διαδικτυακοί τόποι της υπόγειας ενημέρωσης για τις γυμνές φωτογραφίες που η πρωταθλήτρια του στίβου ανέβασε στο facebook. Άλλοι ερεθίστηκαν, άλλοι σοκαρίστηκαν, άλλοι προσβλήθηκαν με το ενδεχόμενο η πρωταθλήτρια να είναι και αξιωματικός· δημιουργήθηκε, τέλος πάντων, η σχετική βαβούρα-επιβεβαίωση του γνωστού αφορισμού του Andy Warhol περί δημοσιότητας.

Το συμβάν και η αιτιολόγηση («κατά λάθος») οπωσδήποτε δεν είναι ούτε καινούργια, ούτε πρωτότυπη. Άπειρες φορές κάποιο άτομο από τον χώρο του θεάματος (αυτό που λέμε celebrity) δημοσίευσε σε social media γυμνές φωτογραφίες του κατά λάθος βέβαια –η περίπτωση της Alison Pill, εκ των πρωταγωνιστών του The Newsroom, είναι πρόσφατη και ενδεικτική.

.

Είδα τις φωτογραφίες.

Κουνημένες, θολές, άθλια καδραρισμένες, χωρίς εστίαση, με κακό φωτισμό, δεν ικανοποιούν κανένα αισθητικό στάνταρ· αναρωτιέται δε κανείς πώς είναι δυνατόν με τις δυνατότητες που παρέχουν σήμερα οι συσκευές κινητής τηλεφωνίας, να τραβηχτούν τόσο κακές φωτογραφίες. Αλλά έστω κι έτσι, το σώμα της πρωταθλήτριας, σφριγηλό και νεανικό, έλαμπε.

.

Το φαινόμενο είναι γνωστό και δεν χρειάζεται αναλυτικότερη καταγραφή:

Πέρα από την επαγγελματική πορνογραφία, που διακινείται μέσω δικτύου, για την οποία λένε όσοι ξέρουν ότι είναι η μοναδική πραγματικά διαδικτυακή βιομηχανία, από κινητό σε κινητό, από υπολογιστή σε υπολογιστή, από ταμπλέτα σε ταμπλέτα, με ένα απλό ιδιωτικό μήνυμα ή ένα e-mail, αλλά ακόμα και δημόσια, μέσω κοινωνικών δικτύων, εκατομμύρια χρήστες καθημερινά διακινούν φωτογραφίες του γυμνού κορμιού τους ή των πολύ προσωπικών τους στιγμών. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος απομονώνεται / εγκλωβίζεται στην σύγχρονη τεχνολογία, τόσο περισσότερο νιώθει την ανάγκη να εκτεθεί στο βλέμμα των άλλων. Το ιδιωτικό καθίσταται δημόσιο, το ταμπού καταρρίπτεται διά της ευρείας παράβασής του και το αίτημα για μεγαλύτερη διαφάνεια και για έναν άνευ ορίων κόσμο βρίσκει την εύκολη πραγμάτωσή του.

Μέχρι εδώ καλά, ας πούμε.

Αλλά είδα τις φωτογραφίες.

Το κακοτραβηγμένο είναι το πρώτο τους χαρακτηριστικό. Το δεύτερο είναι ο τρόπος που τοποθετεί το σώμα της η κοπέλα. Προκλητικά και ερεθιστικά σίγουρα, αλλά και τετριμμένα, υπακούοντας σε έναν συγκεκριμένο τύπο, σε ένα διάχυτο πρέπει για το τι θεωρείται αισθησιακό, σέξι ή προκλητικό.

Τυπικές φωτογραφίες τέτοιου τύπου, θα μου πεις. Και θα συμφωνήσω, θα προσθέσω όμως ένα αλλά.

Θα περίμενε κανείς κάτι πιο προσωπικό από προσωπικές φωτογραφίες. Κάτι πιο πρωτότυπο από σύγχρονες, δυναμικές γυναίκες (και άντρες –δεν αυτοφωτογραφίζονται μόνο οι γυναίκες), που διεκδικούν και με αυτόν τον τρόπο τους συντρόφους τους. Αν το σεξ είναι και τρόπος έκφρασης του καθενός, μοναδικός και ανεπανάληπτος, πώς τόσο εύκολα, αυτονόητα μπαίνουμε στο κουτάκι της τρέχουσας πορνογραφίας για να δειχτούμε; Τι σημαίνει για μας; Η μετατροπή του πολίτη από καταναλωτή πορνογραφίας σε παραγωγό πρακτικά απέχει ένα κλικ, ψυχικά όμως η απόσταση είναι τόσο μικρή;

.

Τα αιτήματα του σήμερα απαιτούν μεγαλύτερη εσωτερικότητα. Ένα άτομο που έχει κάθε στιγμή απόλυτη συνείδηση του εαυτού του. Κι όμως, έχουμε γίνει πιο επιδερμικοί. Επικεντρωνόμαστε στα πάθη που επιπλέουν, στα ανώδυνα ηδονικά θέλω. Κι ο μέσα εαυτός μας κραυγάζει –τον ακούμε;

Γράψιμο II

Ποτέ δεν μου ήταν εύκολο το γράψιμο, αλλά τώρα τελευταία έχει παραδυσκολέψει. Βάρυνε το μολύβι και με πολύ κόπο το σέρνω στο χαρτί –που θα πει: Σκέψεις και συναισθήματα μπλέχτηκαν κι έσφιξαν, έγιναν κόμπος, και δεν μπαίνουν στη σειρά για ν’ αποτυπωθούν.

Κι ο κόσμος μου όλο μεγαλώνει κι απλώνεται και δεν χωράει πια σε μια παράγραφο ή μια σελίδα. Χρειάζεται περισσότερο χώρο, αλλά πού ο χρόνος και, το κυριότερο, πού η δύναμη; Οι ανάγκες της καθημερινότητας είναι πολλές και δεν επιτρέπουν την αφοσίωση στο γράψιμο, στην έκφραση.

Κι όμως η ανάγκη για έκφραση δεν φεύγει, δεν αραιώνει. Παραμένει και γίνεται πιο ισχυρή.

.

Πιάνω λοιπόν το μολύβι και το χαρτί και γράφω. Γράμμα το γράμμα, λέξη την λέξη, πρόταση την πρόταση. Διαβάζω, διαγράφω και το γράφω από κάτω ξανά από την αρχή: Γράμμα το γράμμα, λέξη την λέξη, πρόταση την πρόταση. Και πάλι διάβασμα και πάλι διαγραφή και πάλι ξαναγράψιμο.

Ναι, δεν είναι έμπνευση. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω τι ακριβώς είναι έμπνευση κι αν την είχα ποτέ. Είναι δουλειά κοπιαστική –σαν ν’ αδειάζεις με τον κουβά βαθύ κι άπατο πηγάδι. Το γράψιμο απαιτεί μόχθο σωματικό και ψυχικό. Το γράψιμο απαιτεί αφοσίωση –είναι, που λένε, δύσκολη ερωμένη. Αχάριστη ρουφήχτρα, που σου παίρνει τα πάντα και δεν σου δίνει τίποτα σε αντάλλαγμα. Κι όμως, εκεί, συνεχίζουμε μαζί της –γιατί;

Δεν είναι τα λεφτά (οι Έλληνες γραφιάδες είναι κατά κανόνα φτωχοί κι ετεροαπασχολούμενοι), δεν είναι η δόξα (έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που αναγνωρίστηκε κάποιος στον τόπο μας εξαιτίας της γραφίδας του και μόνο).

Είναι μόνο η δυσπερίγραπτη ανάγκη να μιλήσουμε στον συνάνθρωπο μ’ έναν ψίθυρο, που δεν φτάνει η φωνή, παρά μόνο η καρδιά. Να ενωθούμε με τον Κόσμο σε μια απόλυτη εξωσωματική συνουσία…

Ξαράχνιασμα

Τα κλειστά σπίτια μαζεύουν υγρασία, σκόνες, αράχνες. Τα ξεκλειδώνεις και στις γωνιές που χρωμάτιζε κάποτε η ζωή, βλέπεις γκρίζες σκιές. Ψόφια ζωύφια στο πάτωμα, σκουριές στις μεταλλικές επιφάνειες και την βαριά μυρωδιά της κλεισούρας. Χρειάζονται ένα γερό ξαράχνιασμα, ξεσκόνισμα, σφουγγάρισμα για να μπορέσεις να τα ξανακατοικήσεις. Να τ’ ανοίξεις σε φίλους και γνωστούς. Να ζήσεις, να δημιουργήσεις γεγονότα –τις μνήμες του μέλλοντος, το νόημα του παρόντος.

Κάπως έτσι γίνεται και με τα μπλογκ…

 .

Πολλά πράγματα ξεκίνησαν και πολλά πράγματα τελείωσαν για μένα το τελευταίο δίμηνο.

Τώρα που χαράζω αυτές τις γραμμές έχοντας δίπλα μου τα πρώτα τυπογραφικά του βιβλίου μου, συνειδητοποιώ πως καθώς τελειώνει ο Σεπτέμβριος, τίποτα δεν είναι το ίδιο στην επαγγελματική, την επιστημονική, την προσωπική μου ζωή σε σχέση με τον Ιούνιο. Είμαι αλλού, εντελώς αλλού, πατώντας με τα δυο μου πόδια στο ίδιο έδαφος, χωρίς να μοιράζομαι σε δυο, τρεις, πέντε βάρκες, χωρίς παραπανίσια καρπούζια κάτω από τις μασχάλες μου.

Φυσικά και δεν ήταν εύκολο. Πολλές οι αμφιβολίες, οι δισταγμοί, οι δραματικές αποφάσεις, αλλά και η ηρεμία του τέλους ότι επέλεξα σωστά, τον δρόμο του μυαλού και της καρδιάς, και για μένα και για τους άλλους.

Ας γκρεμίζονται τα γιοφύρια. Κι αδιέξοδο να βρούμε μπροστά μας, την Έρημη Χώρα, δεν έχει νόημα να γυρίζουμε πίσω.

 .

Μ’ αυτά και με κείνα, ήταν φυσικό κι επόμενο να πιάσει αράχνες το καημένο το Σημειωματάριο. Ήταν τόσα εκείνα που έπρεπε να τρέξω, ώστε οτιδήποτε απαιτούσε από μένα να σταθώ, να παγώσω τον χρόνο και να τον αποτυπώσω, ήταν χαμένο από χέρι. Πολύ περισσότερο, που δεν ήθελα να αλλάξω την φυσιογνωμία του μπλογκ μου, όπως αυτή διαμορφώθηκε τον τελευταίο καιρό. Δεν θέλησα να καταφύγω σε γρήγορες, εύκολες κι ανώδυνες αναρτήσεις για να καταγράφεται μια απούσα παρουσία.

Πολλά πράγματα τελείωσαν και πολλά πράγματα ξεκίνησαν για μένα το τελευταίο δίμηνο. Κι επειδή, ειλικρινά, δεν ξέρω πού και πώς θα είμαι του χρόνου τέτοιον καιρό, μ’ ενδιαφέρει να έχω σταθερά σημεία στη ζωή μου. Κι ένα από τα σταθερά σημεία που μπορώ να έχω, εκτός από τους ανθρώπους μου κι ένα μέρος στην καρδιά μου που το λέω «πατρίδα», είναι, όσο παράξενο κι αν φαίνεται ή όσο δύσκολο κι αν μου είναι να το εξηγήσω, είναι για μένα το Σημειωματάριο.

Ανασκουμπώνομαι, λοιπόν. Καθαρίζω, ξαραχνιάζω και σας περιμένω…

Φωτογραφία

1.  Λένε ότι μια φωτογραφία είναι 1000 λέξεις, αλλά δεν είναι αυτό που με ενδιαφέρει. Δεν είναι η οικονομία λέξεων, σάλιου και αναπνοής που με μαγνητίζει, αλλά το κάδρο.

Όταν φωτογραφίζουμε παίρνουμε μια πραγματικότητα κοινή και διάχυτη παντού και την τιθασεύουμε. Την περιορίζουμε σε δυο διαστάσεις και τέσσερις συντεταγμένες. Η τυχαία στιγμή αίφνης εσωτερικοποιείται, γίνεται προσωπική και ιδιωτική και ταυτοχρόνως καθίσταται επικοινωνήσιμη. Αποκτά σχήμα, αισθητική, ύλη και ιδεολογία.

Ας μην το ξεχνάμε αυτό:

Δεν υπάρχει αντικειμενικότητα ή ουδετερότητα στη φωτογραφία. Μέσα στη σιωπή και την ακινησία της, μας λέει όσα συνειδητά ή ανεπίγνωστα ο φωτογράφος σκέφτεται και πιστεύει. Και μάλιστα με έναν τρόπο που μπορούν να γίνουν μέρος της δικής μας συνείδησης, πιο αποτελεσματικά απ’ ότι αν χρησιμοποιούνταν λόγια.

.

2.  Ο παππούς μου ο συχωρεμένος ήταν φωτογράφος. Από εκείνους τους πλανόδιους με τις τεράστιες ξύλινες φωτογραφικές μηχανές, που τις μετέφεραν φορτωμένες στην πλάτη τους με τον τρίποδα κάτω από τη μασχάλη, σαν αγωγιάτες. Έχωνε το κεφάλι του σε ένα μαύρο πανί, κρατούσες την αναπνοή σου, και η φωτογραφία έβγαινε.

Ήταν μερακλής. Έκοβε κι έραβε τις φωτογραφίες και δημιουργούσε ειδικά εφέ. Ο φαντάρος που έστελνε χαιρετίσματα στην οικογένεια βρισκόταν στην κορυφή του βουνού ή πάνω στο αξιοθέατο της πόλης· άλλος πετούσε στα σύννεφα μέσα σ’ ένα δίπλανο κι άλλος έπλεε στα πέλαγα σε μια χαρτονένια ζωγραφιστή βαρκούλα. Μ’ ένα ψαλιδάκι πελέκαγε τις γωνίες και τις άκρες κάθε φωτογραφίας σε χίλια μύρια σχέδια και με μαρκαδόρους χρωμάτιζε τα φουστάνια των κοριτσιών. Έγραφε με όμορφα καλλιγραφικά γράμματα τις αφιερώσεις και τις ευχές, που συχνά ήταν απλοϊκά στιχάκια.

Ψάχνω χρόνο να κοιτάξω ό,τι έχει απομείνει από τη δουλειά του, η οποία ήταν κι ένα μεράκι –αμφιβάλω βέβαια ότι θα το ομολόγησε ποτέ: Ήταν δύσκολα χρόνια, χωρίς περιθώρια για ατομική ευχαρίστηση.

Ψάχνω χρόνο να δω τα συνήθως σοβαρά, ανέκφραστα και σπανιότατα χαμογελαστά πρόσωπα γνωστών και ξένων –μιαν αφήγηση της μεταπολεμικής ελλαδικής πραγματικότητας.

Μια αφήγηση χωρίς λόγια, γι’ αυτό ίσως και τόσο σπαραχτική.

.

3.  Μ’ αρέσει η φωτογραφία. Με ενδιαφέρει πολύ. Δεν είμαι όμως από τους μπλόγκερ που κουβαλάνε μια κάμερα όπου κι αν πάνε. Σπανίως φωτογραφίζω κάτι και με το κινητό –μου αρέσει η φωτογραφία, δεν μου είναι εμμονή.

Φωτογραφίζω οικογενειακές γιορτές και φιλικές συνάξεις. Μικρά γλέντια και τσιμπούσια. Κουβαλάω στα ταξίδια και τις βόλτες την φωτογραφική μηχανή μου και τραβάω κτήρια, θάλασσες, βουνά και βέβαια την αγαπημένη μου λίμνη.

Αλλά αυτό που θα μου άρεσε περισσότερο να κάνω είναι να κατάφερνα να φυλακίσω την τυχαία, την φευγαλέα στιγμή –αυτό που λέμε street photography. Την ομορφιά ή το δράμα που περνάει ανύποπτα δίπλα μας. Λίγες φορές το έχω προσπαθήσει, σπανίως το έχω επιτύχει. Είναι το ταλέντο και η τεχνική που μου λείπει, αλλά είναι και η ντροπή που με πιάνει και δεν μπορώ να την ξεπεράσω:

Πώς να σηκώσω την φωτογραφική μου μηχανή και να κλέψω από τον άγνωστο συνάνθρωπό μου την στιγμή του, είτε είναι χαρά, είτε είναι λύπη, είτε είναι ομορφιά ή ασχήμια…

Το φωτογραφικό μου blog είναι εδώ

800

Το σημερινό κείμενο είναι η 800στή ανάρτηση στο Σημειωματάριο.

Παλιότερα γιορτάζαμε τα γενέθλια του μπλογκ –κάπου εκεί, στα μέσα Οκτωβρίου του 2007 ανέβηκε το πρώτο κείμενο– αλλά μετά τα παράτησα. Από καιρό δεν βρίσκω νόημα σε τέτοιου είδους επετείους.

Αλλά αυτή η περίσταση, το 800, μου φαίνεται και σημαντικό και σημαδιακό. Με συγκινεί. Έφτασα σε ένα σημείο που ούτε περίμενα, ούτε φανταζόμουν και που ακόμα δυσκολεύομαι να το πιστέψω.

800 αναρτήσεις σημαίνουν 800 σωστά και λάθη, έξυπνα και ανόητα, επιτυχίες και αποτυχίες σε κοινή θέα – μια ψηφιακή ψηφιδωτή αυτοπροσωπογραφία προσβάσιμη σε όλους και όλες, φίλους, αντιπάλους, εχθρούς, αδιάφορους, καλοπροαίρετους, κακοπροαίρετους. Κάτι θα σημαίνει κι ας μη μπορώ να το προσδιορίσω. Ελπίζω μόνο αυτό το κάτι, ο χρόνος, η σχέση, η έκφραση να μετράει, να μην κυλάει απλώς.