Category Archives: Παράδοση

Μεγαλοβδομάδα

Δεν είναι δύσκολο να σου αρέσουν τα Χριστούγεννα. Όπως δεν είναι δύσκολο να χαμογελάσεις όταν βλέπεις ένα νεογέννητο. Δεν χρειάζεται να είσαι Χριστιανός για να συμμετέχεις στην χριστουγεννιάτικη εορταστική παραζάλη. Όλα είναι τόσο πολύχρωμα κι ανάλαφρα που στροβιλίζεσαι μαζί τους χωρίς καλά-καλά να το καταλάβεις: Στην καρδιά του χειμώνα, στολισμένες βιτρίνες, φωτισμένα δέντρα, δώρα, ρεβεγιόν -είναι αδύνατο να μην σου αρέσουν τα Χριστούγεννα, εκτός πια κι αν έχεις σοβαρή κατάθλιψη.

Το Πάσχα είναι άλλη φάση. Στο κέντρο του βρίσκεται / προϋπόθεσή του είναι ένας θάνατος. Κι όχι ένας οποιοσδήποτε θάνατος, αλλά θάνατος σκληρός, αγωνιώδης, πρόωρος και βάρβαρος. Και μετά, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα, υπάρχει και η Ανάσταση -τι ακατανόητο πράμα! Εντάξει, υπάρχουν βέβαια τα ψητά αρνιά, τα κόκκινα αυγά, τα κουλούρια και τα τσουρέκια, οι λαμπάδες και το φιλί, τα οποία -ας το παραδεχτούμε- αν τα ξεκόψεις από την Ανάσταση, βγάζουν χοντροκοπιά, βαρβαρότητα και χωριατίλα. Καμιά σχέση με τα ποπ λαμπιόνια των Χριστουγέννων. Με έναν τρόπο λογικό και ταυτόχρονα μυστικό, το Πάσχα αντιστέκεται στην ελαφρότητα της νεωτερικότητας.

Είναι φυσιολογικό.

Μια κοινωνία, ένας πολιτισμός, που προσπαθεί να απωθήσει και να μην αντιμετωπίσει οτιδήποτε έχει σχέση με την φθορά, της είναι δύσκολο, για να μην πω αδύνατο, να ασχοληθεί σοβαρά με τον θάνατο.

Σκέφτομαι πόσο άλλαξε η αντιμετώπιση των νεκρών τα χρόνια που εγώ θυμάμαι: Παλιά ο νεκρός πήγαινε στο σπίτι του, όπου τον περίμεναν συγγενείς, φίλοι και γείτονες, μαζεύονταν κόσμος, τον ξενυχτούσαν, μερικές φορές και δύο βράδια, κι ύστερα όλοι μαζί, πομπή, τον πήγαιναν στην Εκκλησία και στο κοιμητήριο. Υπήρχε θρήνος, αλλά και πολλή ηρεμία. Ήταν μια γιορτή απ’ το ανάποδο. Σήμερα προσπαθούμε να ξεφορτωθούμε τον νεκρό όσο πιο γρήγορα γίνεται. Δεν θέλουμε να τον αντικρίσουμε. Το ιδανικό είναι από το νεκροτομείο να πάει κατευθείαν στο νεκροταφίο. Εκεί να συγκεντρωθούν οι γνωστοί για τον τελευταίο χαιρετισμό και μετά όλοι γρήγορα στα σπίτια τους.

Μια κοινωνία όμως που δεν ξέρει να πενθεί, πώς να βιώσει την χαρμολύπη;

Κι όμως, η χαρά δεν χρειάζεται ενίσχυση για να την διαχειριστείς. Μπορεί ο καθένας μόνος του να κουβαλήσει το φορτίο της ευτυχίας. Τα ζόρια είναι στην άλλη πλευρά, στην αρρώστια και τον θάνατο. Εκεί χρειαζόμαστε αρωγή, σε αυτά θέλουμε να μας κάνουν κουράγιο. Όμως εμείς -κι όταν λέω εδώ εμείς εννοώ την κοινωνία, τον πολιτισμό μας- εμείς προτιμούμε να επιμερίζουμε τον πόνο στο κεφάλι του κάθε παθόντος και να στεγανοποιούμε το εγώ μας. Αυτό ίσως να λειτουργεί απέναντι στο κάθε μεμονωμένο περιστατικό, αλλά πόσο μπορούμε να προχωρήσουμε και πού μπορούμε να φτάσουμε απωθώντας το ερώτημα περί θανάτου; Το βασικότερο ίσως ερώτημα στην ζωή κάθε ανθρώπου ασχέτως φύλου, ηλικίας, μόρφωσης, επαγγέλματος, πλούτου. Το ερώτημα που αν απαντηθεί, νοηματοδοτεί τις πράξεις μας, δίνει αέρα στις ζωές μας.

Η J. Perkins θεωρεί, και συμφωνώ απολύτως μαζί της, ως το καθοριστικό στοιχείο που συνέβαλε στην διάδοση και την επικράτηση του Χριστιανισμού την αντίληψη που κόμισε περί θανάτου, πόνου και αρρώστιας. Εμείς σήμερα, που το πολιτιστικό και κοινωνικό μας DNA κουβαλάει 2000 Χριστιανισμού, δύσκολα ίσως συνειδητοποιούμε πόσο ριζικά διαφορετικό φαινόταν τότε το κήρυγμα της Εκκλησίας. Πόσο ριζικά διαφορετικό παραμένει ακόμα και σήμερα. Σκεφτείτε μόνο ότι happy end στη χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας ήταν ο θάνατος του ήρωα, ενώ στην παγανιστική ήταν φυσικά ο γάμος… Αυτή ακριβώς η αντίληψη κρατούσε εκείνους τους πρώτους Χριστιανούς εντός κι εκτός κοινωνίας / τους έκανε να φαίνονται αντικοινωνικοί, εχθροί του κράτους, της πόλης, του πολιτισμού. Και ίσως έτσι να ήταν. Τίποτε δεν μας βεβαιώνει ότι ο Χριστιανός-«μέσος άνθρωπος», που όλοι θεωρούμε ως δεδομένο, όντως υπήρχε τότε. Βέβαιο όμως είναι πως πάνω σε αυτή την άλλη, την αντικοινωνική αν θέλετε, αντίληψη περί θανάτου, χτίστηκαν νέοι κόσμοι και νέες κοινωνίες.

Ξεπεράστηκε η απάντηση που έδωσε ο Χριστιανισμός στο ερώτημα του θανάτου;

Δεν ξέρω. Δεν το πιστεύω, δηλαδή. Αν ξεπεράστηκε κάτι, είναι ο συναισθηματισμός, δηλαδή η υστερική απόλαυση που προσέφερε ένας συγκεκριμένος ναρκισσισμός, ο οποίος φυσικά καταλήγει και σε ιδεολογίες/ιδεοληψίες και σε στείρο φανατισμό. Αυτός ξεπεράστηκε – ελπίζω να ξεπεράστηκε. Το άλλο, η υπέρβαση του θανάτου, είναι πάντα εδώ, ελπίζω να είναι πάντα εδώ, και να μας περιμένει.

Ακόμα όμως και αν η Χριστιανική απάντηση ξεπεράστηκε, δεν αντικαταστάθηκε. Με άλλα λόγια, όπως και να το δεις, όπως κι αν το μετρήσεις, το κενό στις ζωές μας παραμένει εδώ και κραυγάζει προκλητικά. Όσο και να πιέζουμε τα δάχτυλα στ’ αυτιά μας, δεν υπάρχει περίπτωση, κάποια στιγμή θα το ακούσουμε.

………………………….

Όπως καταλαβαίνετε το κείμενο αυτό, όπως και όλα τα κείμενα του Σημειωματάριου, απάντηση, συμβουλές, παροτρύνσεις δεν περιέχει. Δεν έχω την θωράκιση που απαιτείται για να σας πω τι πρέπει να κάνετε, να πιστέψετε, να σκεφτείτε. Δεν έχω την θωράκιση που χρειάζεται για να σκεφτώ, να πιστέψω ή να κάνω ο ίδιος. Μεγάλη Παρασκευή σήμερα και θα σύρω τα βήματά μου στην Εκκλησία με την τυφλή πεποίθηση, ότι κάτι συμβαίνει εκεί μέσα. Ελπίζοντας ότι θα το ψηλαφίσω. Κι αυτό εύχομαι σε σας και σε μένα με όλη μου την καρδιά: Να το ψηλαφίσουμε!

Κύκλος διαλέξεων: Τόποι, χρόνος και ορίζοντες της Ύστερης Αρχαιότητας

Ο Michel Foucault θεωρούσε ότι για να κατανοήσουμε καλλίτερα το νεώτερο άτομο, θα πρέπει να εξετάσουμε την ιστορική πορεία που το διαμόρφωσε. Ακολουθώντας αυτή την προτροπή, ο συγκεκριμένος κύκλος διαλέξεων θα εστιάσει στην ύστερη αρχαιότητα (3ος – 8ος αιώνας μ.Χ.), μια περίοδο βαθιάς και πολυεπίπεδης κρίσης, αλλά και μεγάλων υπερβάσεων, η οποία δικαίως θεωρείται μήτρα του σύγχρονου κόσμου.

Η ύστερη αρχαιότητα ξεκινά με την διάδοση του Χριστιανισμού και κλείνει με την ανάδυση του Ισλάμ –δυο μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, που τότε, για πρώτη φορά, χώρισαν τον κόσμο σε χριστιανική Δύση και ισλαμική Ανατολή. Παράλληλα, αρχαίες δομές καταρρέουν και νέες συστήνονται, το αξιακό σύστημα αναδιαμορφώνεται, οι ορίζοντες του πνεύματος και της φαντασίας διευρύνονται, νέες γωνίες θέασης της πραγματικότητας ανακαλύπτονται. Ο άνθρωπος επανακαθορίζει την θέση του στον χώρο και τον χρόνο και την σχέση του με τον εαυτό του θέτοντας τα θεμέλια του σύγχρονου κόσμου.

Σε αυτούς ακριβώς τους δύο άξονες δομείται ο συγκεκριμένος κύκλος διαλέξεων, που θα γίνουν στο Ίδρυμα Θεοχαράκη τις Παρασκευές του Απριλίου και του Μαΐου. Θα συζητηθεί η σχέση του ανθρώπου με τον χώρο εστιάζοντας σε θέματα, όπως η δημιουργία νέων ισχυρών κέντρων εξουσίας εκτός Μεσογείου και η σχέση τους με την Ρώμη και το Βυζαντινό κράτος, η καινούργια σχέση του ανθρώπου με το σώμα και την ψυχή, οι αντιλήψεις για τον έρωτα και την σεξουαλικότητα, την βία και τον πόνο, την αρρώστια και τον θάνατο.

Αμφιθέατρο Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη

15, 22 Απριλίου 2016
6, 13, 20, 27 Μαΐου 2016
Παρασκευή 18.00-20.00

Πληροφορίες: 210 3611206 • http://www.thf.gr

«Το κράτος είναι μια καταπιεστική μάνα» (συνέντευξη στον Αντώνη Παγκράτη)

 

Τα καφενεία συνιστούσαν ανέκαθεν καταφύγιο ιστοριών: προσωπικών, εθνικών, κοινωνικών. Ατομικής και συλλογικής μνήμης – όχι απαραίτητα αξιόπιστης αλλά καθορισμένης από την πολυπλοκότητα των επιλογών ενός εκάστου. Ετσι, για τον υπεραπλουστευμένο συμβολισμό, το κολωνακιώτικο «Καφενείο» στη Λουκιανού κρίθηκε ιδανικός τόπος συζήτησης με τον ιστορικό Φώτη Βασιλείου. Μέχρι το τέλος της κουβέντας, η σύνδεση ανάμεσα στην Υστερη Αρχαιότητα, που αποτελεί το πεδίο του, και τη σημερινή ελληνική κατάσταση φαίνεται σχεδόν αναπόφευκτη…

– Γιατί έγινες ιστορικός;

– Νομίζω ότι ασυνείδητα με έσπρωξε εκεί η αγάπη μου για την αφήγηση. Από παιδί με μάγευε κι εξακολουθεί να με μαγεύει κάθε αφηγηματικό είδος: το μυθιστόρημα, το σινεμά, η μπαλάντα, το παραμύθι. Η Ιστορία είναι μια έντεχνη αφήγηση που συγκροτεί και ανασυγκροτεί τη συλλογική και ατομική μας μνήμη. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που η μνήμη του ξεπερνάει τα όρια της βιολογικής του εμπειρίας. Μπορεί να μη ζήσαμε την Κατοχή, τη Μικρασιατική Καταστροφή ή το ’21, αλλά τα περιέχουμε. Η εικόνα που έχουμε γι’ αυτά διαμορφώνει τις ιδέες, τις ευαισθησίες, τον χαρακτήρα μας. Εδώ βρίσκεται, αν θέλετε, και η μεγάλη ευθύνη του ιστορικού.

– Τι ορίζουμε ως Υστερη Αρχαιότητα;

– Είναι η περίοδος που ξεκινάει με τη διάδοση του χριστιανισμού και τελειώνει με την άνοδο του Ισλάμ – χονδρικά θα λέγαμε από το 200 ώς το 750 μ.Χ. Οι χρονολογίες, όπως βλέπετε, δεν είναι με ακρίβεια καθορισμένες, όπως στις πιο παραδοσιακές περιοδολογήσεις, γιατί δεν ορίζεται από συγκεκριμένα στρατιωτικά, πολιτικά ή οικονομικά συμβάντα, αλλά από αυτά τα δύο σημαντικά πνευματικά γεγονότα. Αυτό δείχνει και τα ενδιαφέροντα όσων μελετάμε τη συγκεκριμένη περίοδο: ασχολούμαστε με τις σχέσεις, τις ιδέες, τις αισθήσεις, τη συγκρότηση της ταυτότητας, την αισθητική. Συνάδελφοι που μελετούν τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα της εποχής εκείνης προτιμούν να την ονομάζουν με τους πιο παραδοσιακούς όρους, Υστερη Ρωμαϊκή ή Πρώιμη Βυζαντινή – αναλόγως της οπτικής τους.

– Πώς κατέληξες εκεί;

– Δεν ήταν αυτονόητο. Μου πήρε πολλά χρόνια και πολύ κόπο γιατί αρχικά ήμουν στραμμένος στην κυρίως βυζαντινή περίοδο. Σπούδασα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τη δεκαετία του ’90, όταν ήταν ένα σημαντικό βυζαντινολογικό κέντρο. Παράλληλα, ήταν μια εποχή που ο κόσμος όπως είχε διαμορφωθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατέρρεε και η ελληνική κοινωνία αναζητούσε έναν δικό της τρόπο ύπαρξης, χωρίς ίσως και να πολυκαταλαβαίνει τον σύνθετο κόσμο που δημιουργούνταν γύρω της – όλα αυτά μάς έσπρωχναν στη μελέτη του Βυζαντίου. Αλλά κάτι με έτρωγε. Δεν μου αρκούσε να μελετήσω τον καθ’ ημάς Μεσαίωνα. Ηθελα να κατανοήσω πώς δημιουργήθηκε, τις προϋποθέσεις του. Αυτός ήταν και ο μόνος τρόπος να κατανοήσω τη σύγχρονη Ελλάδα και τελικά τον εαυτό μου. Ετσι, ενώ τα πρώτα μου ενδιαφέροντα περιστρέφονταν γύρω από το Υστερο Βυζάντιο, άρχισα να πηγαίνω όλο και πιο πίσω, όλο και πιο πίσω, μέχρι που έφτασα στην περίοδο που ονομάζουμε Υστερη Αρχαιότητα. Εκεί σταμάτησα.

– Οπότε έκανες ένα ταξίδι καταγωγών, το οποίο ακούγεται πολύ μοναχικό.

– Στην Ελλάδα δεν υπάρχει διδασκαλία και μαθητεία. Σίγουρα οι καθηγητές θα σου πουν μια γνώμη, φίλοι, συγγενείς θα σε στηρίξουν, θα σε ενθαρρύνουν, αλλά συστηματική καθοδήγηση δεν υπάρχει – τουλάχιστον εγώ δεν την αξιώθηκα. Επρεπε να ανακαλύψω τον τροχό, τη φωτιά, τον ηλεκτρισμό και να φθάσω σιγά σιγά στο σήμερα, στην εποχή των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ενστικτωδώς και ψηλαφητά προχώρησα. Χάνοντας χρόνο, κάνοντας λάθη, μαθαίνοντας μέσα από τις αποτυχίες.

– Γιατί όμως σταμάτησες εκεί; Γιατί δεν πήγες πιο πίσω;

– Η Υστερη Αρχαιότητα είναι μια μεταιχμιακή εποχή. Από τη μια, τότε ολοκληρώθηκε η κωδικοποίηση των γνώσεων και των επιτευγμάτων των παλαιότερων εποχών και, απ’ την άλλη, αυτά αξιοποιήθηκαν για να δοθούν απαντήσεις στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Η Υστερη Αρχαιότητα είναι η εποχή μιας μεγάλης και πολυδιάστατης κρίσης – οικονομικής, πολιτικής, θεσμικής, πνευματικής. Ο αρχαίος κόσμος κατέρρεε από τις εσωτερικές του αντιφάσεις και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις ανάγκες των καιρών. Ταυτόχρονα όμως είναι και η εποχή των μεγάλων λύσεων και υπερβάσεων. Οι απαντήσεις που δόθηκαν αποτέλεσαν τον σπόρο που κάρπισε τον σύγχρονο, νεωτερικό κόσμο.

– Στο βιβλίο σου ασχολείσαι με τον ρόλο του πατέρα εκείνη την περίοδο. Τι σημαντικό συνέβη στο πεδίο αυτό που άξιζε να μελετηθεί;

– Συνέβη μια κοσμογονία. Στις μεσογειακές κοινωνίες ο πατέρας θεωρούνταν ο αρχηγός, ο κυρίαρχος μέσα στην οικογένεια, και ήταν ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος για να αποφασίζει σχετικά με το παρόν και το μέλλον όσων ανήκαν στο νοικοκυριό που διεύθυνε. Επιπλέον, το ρωμαϊκό δίκαιο με τον θεσμό της patria potestas τού παρείχε απόλυτη εξουσία επί των απογόνων του. Κι ας μην ξεχνάμε ότι με τη διάδοση του ρωμαϊκού δικαίου σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας, οι βασικές αρχές της patria potestas υιοθετήθηκαν από όλη τη ρωμαϊκή οικουμένη. Κατά την Υστερη Αρχαιότητα όμως διατυπώθηκε με βασικό όχημα τον χριστιανισμό ένα αίτημα για μεγαλύτερη εξατομίκευση. Για να το πω απλά: τα παιδιά ζητούσαν πλέον να αποφασίσουν τα ίδια για τον εαυτό τους. Τα αγόρια δεν ήθελαν να ακολουθήσουν τον δρόμο που τους υποδείκνυε ο πατέρας και τα κορίτσια αντιστέκονταν στα προξενιά, ενώ οι γυναίκες αποκτούσαν σημαντική θέση στον νέο δημόσιο χώρο που διαμορφωνόταν, την Εκκλησία. Ετσι άρχισε να απομειώνεται η ηθική και πραγματική δύναμη του πατέρα προς όφελος της μητέρας και των τέκνων. Να δημιουργούνται τα δικαιώματα της γυναίκας και των παιδιών. Η πατρότητα από εξουσιαστική δύναμη αρχίζει πια να γίνεται πνευματική λειτουργία.

O ρόλος του πατέρα

– Πώς συνδέονται όλα αυτά με το σήμερα;

– Νομίζω ότι σήμερα ζούμε την τελευταία φάση αυτής της εξέλιξης. Ο πατέρας ως βιολογικός παράγοντας έχει σχεδόν καταστεί αχρείαστος – πριν από έναν μήνα μάθαμε ότι οι επιστήμονες κατάφεραν να κατασκευάσουν τεχνητό σπέρμα. Αυτό όμως καθόλου δεν απομειώνει τον πνευματικό του ρόλο: πρέπει να υπάρχει, για να εκπροσωπεί τον Αλλο στη συνείδησή μας. Αλλιώς δεν μπορούμε να ολοκληρωθούμε ως άτομα.

– Εδώ φαίνεται να υπάρχει μια συμβολική αντιστοιχία ανάμεσα στον πολίτη και το σύγχρονο ελληνικό κράτος.

– Το ελληνικό κράτος είναι μια καταπιεστική μάνα. Δεν υπάρχει κάποιος θεσμός που θα λειτουργήσει στις συνειδήσεις μας πατρικά, που θα μας βοηθήσει να απογαλακτιστούμε, να αναλάβουμε τις ευθύνες του εαυτού μας, να ωριμάσουμε. Ολα μάς ωθούν στο βόλεμα, δηλαδή στην επιστροφή στη ζεστή, υγρή και σκοτεινή μήτρα της μάνας-κράτους. Την κατάρρευση αυτού του οικοδομήματος ζούμε σήμερα.

– Πώς γίνεται να απογαλακτιστούμε από τη μάνα-κράτος;

– Το Ευαγγέλιο λέει κάτι πολύ απλό: να εγκαταλείπουμε τους γονείς μας και να φτιάχνουμε τις δικές μας οικογένειες. Αυτό πρέπει να κάνουμε και τώρα, να αποκολληθούμε από τη μήτρα και να ξανοιχτούμε στον κόσμο.

 

————

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Πρωτοχρονιά με τον Διονύση Σαββόπουλο

Χθες ξανάδα την εορταστική εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου, με την οποία υποδεχτήκαμε το σωτήριο έτος 1988.

Λέω «ξανάδα» γιατί, αν και ήμουν 12 χρονών την προηγούμενη φορά που το είχα δει, έχει χαραχτεί ανεπανόρθωτα στην μνήμη μου: Θυμόμουνα σκηνές, τραγούδια, ατάκες –σαν μέσα σε όνειρο, βέβαια, αλλά τα θυμόμουνα.

Το πρόγραμμα ξεκινάει με μια λαμπερή έναρξη στο γούστο εκείνης της εποχής: Ο Σαββόπουλος τραγουδάει συνοδεία ορχήστρας και χορωδίας τα κάλαντα κι ένα δικό του τραγούδι για την περίσταση, το «Ευτυχισμένος ο καινούργιος πόνος». Κάτι όμως δεν του κάθεται καλά, όλα του φαίνονται πρόχειρα, ανέμπνευστα, κακοφτιαγμένα, και πάνω στην ταραχή και το τρακ του, παρατάει τους συνεργάτες του σύξυλους και κρύβεται στο καμαρίνι του μέσα σε μια ντουλάπα. Εκεί, ανάμεσα στα κρεμασμένα σακάκια και τα πουκάμισα θυμάται, επισκέπτεται τις μικροαστικές Πρωτοχρονιές της παιδικής του ηλικίας, τις γιορτές των εφηβικών και νεανικών του χρόνων, τις πρωτοχρονιές που γιόρτασε σαν νέος μουσικός.

Και κάπου εκεί, σταματάει η αναδρομή και αρχίζει η αναρώτηση.

Ο Σαββόπουλος ακροβατεί στο χθες και στο (τότε, αλλά και νυν και αεί) σήμερα, επιχειρώντας να απαντήσει στο αίνιγμα του χρόνου –δηλαδή, στο πώς θα μπορέσει να φανεί αντάξιος της αγάπης του. Ένα εορταστικό υπαρξιακό δράμα, δηλαδή, που το υπογραμμίζουν σκηνές όπως εκείνη της συνομιλίας με την μητέρα του (την υποδύεται η Μίρκα Παπακωνσταντίνου) και με το παιδικό του ποδήλατο. Τα τραγούδια, άλλωστε, που επιλέγει ο Σαββόπουλος για να γιορτάσει, δεν είναι εκείνα του τρελού κεφιού. Είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο show, όπου η Μαρία Φαραντούρη τραγουδάει το «Μητέρα κι αδερφή» του Μάνου Χατζιδάκι και η Ντόρα Γιαννακοπούλου το «Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα» των Θεοδωράκη-Ελύτη. Το νόημα της Γιορτής του Χρόνου για τον Σαββόπουλο δεν βρίσκεται στο σκόρπισμα και το ξεφάντωμα, αλλά στη συνάντηση με τον Άλλο, η οποία, σύμφωνα με την άποψή του, προϋποθέτει βύθισμα στον μέσα εαυτό μας.

Και πόσοι Άλλοι δεν συναντιούνται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα! Ο Νταλάρας συνυπάρχει με τον Πανούση! Η Αλεξίου με την Αλίκη, ο Λουκιανός με τον Χριστοδουλόπουλο –και πάει λέγοντας. Στην εκπομπή εμφανίζονται για να δώσουν τις ευχές τους η Αρβελέρ, ο Ξενάκης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις (εύχεται στον Σαββόπουλο «να ξαναβρεί τον πραγματικό του εαυτό, δηλαδή να γράφει τραγούδια και να τραγουδάει τραγούδια» και «να φύγει η μεγάλη ανοησία, η οποία έχει πέσει στο Ελληνικό τραγούδι») κ.α.

.

Σήμερα, 26  χρόνια μετά την α΄ προβολή της, ο σαββοπουλικός εορτασμός βλέπεται εξίσου ευχάριστα, σαν καινούργιο πρόγραμμα κι όχι σαν μουσειακό δείγμα. Βέβαια, στις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που ζούμε, η γωνία από την οποία το βλέπουμε (και αυτό, αλλά και γενικότερα τα έργα του παρελθόντος) έχει αλλάξει. Φυσικά υπάρχει νοσταλγία –είναι το αναπόσπαστο στοιχείο των Γιορτών του Χρόνου για μας τους ενήλικες– αλλά είναι διαφορετική από την προ κρίσης νοσταλγία. Το παρελθόν δεν είναι πλέον μόνο ένας γλυκός καταγωγικός τόπος, το φιλόξενο καταφύγιο, αλλά η περίοδος που εισχώρησε μέσα μας το σκουλήκι που κατατρώγει τις σάρκες μας.

Βλέπουμε, λοιπόν, στην εκπομπή ότι μεταπολεμικά δεν καταφέραμε να ωριμάσουμε, όσο θα έπρεπε, για να τα βγάλουμε πέρα ευκολότερα στον σημερινό κόσμο. Αυτή την συνάντηση με τον Άλλο, που αναφέραμε και πιο πάνω, δεν την καταφέραμε. Δεν συν-χωρεθήκαμε. Παραμένουμε εγκλωβισμένοι ο καθένας στο δικό του δίκιο, στην δική του αλήθεια, και δεν δίνουμε χώρο εντός μας στον Άλλο.

Χειρότερα γίνανε τα πράγματα μεταπολιτευτικά. Στην πρόκληση της Ευρώπης απαντήσαμε είτε φοβικά, είτε με μια κοντόφθαλμη αυταρέσκεια, είτε με την καπατσοσύνη και την κουτοπονηριά του επαρχιώτη. Ήρθαμε σε επαφή με την Παράδοση, αλλά τυφλωμένοι και από το ευρωπαϊκό χρήμα, η σχέση μας μαζί της παρέμεινε επιδερμική. Πιο βαθιά δεν τολμήσαμε να πάμε. Δεν καταφέραμε να την ζωντανέψουμε και την νεκρώσαμε.

Τι μας απομένει λοιπόν σήμερα;

Μα φυσικά ο Άλλος. Αλλά, φοβάμαι, ακόμα δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να απλώσουμε τα χέρια. Που σημαίνει –κατά την σαββοπουλική φιλοσοφία– ότι χρειάζεται περισσότερη δουλειά μέσα μας, πιο βαθιά βουτιά εντός μας. Πρέπει να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας, για να συν-χωρέσουμε τους άλλους.

Άμποτε!

,

ΥΓ. Είδα την εκπομπή στο youtube. Το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ δεν υπάρχει πια. Κάποιος μερακλής την είχε μαγνητοσκοπήσει, την ψηφιοποίησε και την ανέβασε ώστε όλοι μας να επωφεληθούμε. Σε πιάνει μεγάλη πίκρα, που η ιστορία της χώρας μας έσβησε έτσι, σε μια στιγμή, σε μια επίδειξη τσαμπουκά –δηλαδή σε μια επίδειξη ό,τι πιο παρωχημένου διαθέτει ακόμα η κοινωνία μας. Όχι βέβαια ότι η ΕΡΤ ήταν κάποια άμωμη παρθένος. Αλλά (και) η εκπομπή αυτή αποδεικνύει ότι και τις πιο σκοτεινές της ώρες, παρήγε προγράμματα για τα οποία είμαστε ακόμα και σήμερα περήφανοι.

«Χρόνια πολλά»

Απομεινάρι των μαγικών επωδών είναι, λένε όσοι ξέρουν, οι ευχές που ανταλλάζουμε αυτές τις μέρες. Τα «χρόνια πολλά», τα «καλή χρονιά» και τα «του χρόνου» έχουν τις ρίζες τους στα ξόρκια που επαναλάμβαναν πίσω από τα δόντια τους οι σαμάνοι και οι μάγισσες για να αποτρέψουν το κακό ή για να το προκαλέσουν. Γεννήθηκαν σε κόσμους, που φοβόνταν κι απαγόρευαν κάθε ελευθερία στην έκφραση. Η πεπατημένη στις πράξεις και τα λόγια ήταν η ασφαλής οδός. Οτιδήποτε άλλο έθετε σε κίνδυνο όχι μονο τον άνθρωπο που καινοτομούσε, αλλά και ολόκληρη την κοινότητα.

Ο μόνος τρόπος να επιβιώσει κανείς ήταν να κάνει και να λέει ό,τι ακριβώς έκαναν και έλεγαν οι προηγούμενοι, που τα κατάφεραν. Να διάγει λάθρα. Να ακολουθήσει τον κύκλο της ζωής ήρεμα, αθόρυβα, χωρίς να τον παρασκαλίσει: «Ευτυχές το νεό έτος» την Πρωτοχρονιά, «Εις έτη πολλά» στις γιορτές, «Βίον ανθόσπαρτον» στους γάμους. Μια φοβική μίμηση, η οποία κι αν γεννήθηκε σε περίκλειστες παραδοσιακές κοινωνίες, δεν έχει καμιά σχέση με ό,τι σήμερα εννοούμε και υπερασπιζόμαστε ως Παράδοση.

Αλλά αυτά τα λέμε κάποια άλλη φορά.

Γιατί τώρα τ’ ανιψούδια μου με τρίγωνα και λεπτές φωνούλες κελαηδούν τα καλαντα. Και πέρα από την αγκαλιά, το φιλί και το χαρτζιλίκωμα, λόγια για να περιγράψω την χαρά μου δεν βρίσκω, οπότε καταφεύγω στα καθιερωμένα:

Χρόνια πολλά!

Και του χρόνου!

Προσδοκία

Το θερμόμετρο στο μπαλκόνι μας σήμερα το πρωί έδειχνε -8. Κι όλα γύρω μας θολά και παγωμένα. Αυτή η παγωμένη καταχνιά, φρικτός ιστός που σκεπάζει και δένει τα πάντα στην αγκαλιά της. Που ακινητοποιεί τα πάντα –ανθρώπους, ζώα, φυτά, αέρα. Που παραλύει και σαπίζει τα πάντα. Τον θάνατο που αντιπροσωπεύει ο χειμώνας στο φαντασιακό του παραδοσιακού ανθρώπου, κάτι τέτοιες ώρες σε κάτι τέτοια μέρη μπορεί να τον δει κανείς.

Αυτά έξω.

Μέσα στο σπίτι, τα κλινοσκεπάσματα να αναδύουν την ζέστα του κορμιού μου, τα παγωμένα σώματα του καλοριφέρ, σβηστό το τζάκι, ένα ποτήρι ξεχασμένο στο τραπεζάκι από χθες το βράδυ και πίσω, στη γωνιά, το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, πλαστικό και ζωντανό, πολύχρωμο και γιορταστικό, νοσταλγία για το παρελθόν κι ελπίδα για το μέλλον.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ανθρωπολόγος, θρησκειολόγος, ιστορικός, περισπούδαστος ειδικός για να αντιληφθεί την αξία των Χριστουγέννων. Όπως δεν χρειάζεται να είναι κανείς Χριστιανός για να παρασυρθεί στο νόημά τους ή να το αναζητήσει. Αρκεί να είναι άνθρωπος για να ανοίξει η καρδιά του στην γιορτή της Προσδοκίας.

Το Νεογέννητο που χαμογελάει παιχνιδιάρικα μέσα στη φάτνη την Προσδοκία ενσαρκώνει. Προσδοκία ότι η παγωμένη καταχνιά θα κατανικηθεί, ο ήλιος θα ζεστάνει ξανά και η ζωή θα επιστρέψει στα ξερά χορτάρια και τα άπνοα ζωντανά. Προσδοκία ότι μπορούμε να υπερβούμε τον χρόνο και τον τόπο· ότι η ανθρώπινη ζωή έχει νόημα που εκτείνεται πέρα από τα βιολογικά μας όρια. Προσδοκία ότι έχουμε, ότι θα βρούμε την δύναμη να κάνουμε όλα εκείνα τα άλματα στην προσωπική μας ζωή, που έχουν νόημα και κάνουν την διαφορά για μας και για τους άλλους. Προσδοκία ότι το αύριο θα είναι καλλίτερο από το σήμερα.

Αυτού του είδους η Προσδοκία ούτε ψυχολογίστικη ψευδαίσθηση είναι, ούτε όπιο των μαζών ή των προσώπων. Είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει να υπάρξει πρόσωπα, κοινωνίες, λαοί.

Γιατί ο άνθρωπος, για να μπορεί να ζήσει το σήμερα, να έχει την δύναμη να χαρεί το παρόν, θα πρέπει να στηρίζεται στην προσδοκία. αλλιώς πέφτει σε κατάθλιψη, σε παραλυτική κατατονία. Σαπίζει. Ό,τι ζούμε στην Ελλάδα σήμερα…

Ο Δεκέμβρης κι οι γιορτές του

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, όχι ο Δεκέμβρης. Ο Απρίλιος, που, όπως λέει κι ο ποιητής, γεννά μεσ’ απ’ την πεθαμένη γη τις Πασχαλιές – όχι ο Δεκέμβριος, που τις κρύβει και τις συστέλλει βαθιά μέσα στον παγωμένο κόρφο του. Ίσως γιατί ο αυτός δεν τάζει τίποτα, δεν ξεγελάει, είναι ό,τι ακριβώς περιμένουμε:

Ενώ ο παιχνιδιάρης Απρίλιος, εκεί που υπόσχεται άνοιξες και λιακάδες, συχνότατα αποδεικνύεται ένας ακόμα γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης, ο Δεκέμβριος φέρνει τον βαθύ χειμώνα, τις ατέλειωτες βροχές, την παγωνιά και τα χιόνια, τις ελάχιστες μέρες και τις μακρές νύχτες. Ούτε ινδιάνικα καλοκαίρια, ούτε αλκυονίδες μέρες για να ξεγελιόμαστε και να περνάει ο καιρός· μόνο χειμώνας στην πιο καθαρή και απόλυτη μορφή του.

Αλλά πιο πολύ κι απ’ το κρύο, ο Δεκέμβρης είναι ταυτισμένος στις συνειδήσεις με τις γιορτές. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε ήδη από τα μέσα του Νοέμβρη: Όσοι ακολουθούν την αρχαία συνήθεια της Εκκλησίας σταμάτησαν να τρώνε κρέας και γαλακτοκομικά, ενώ τα καταστήματα και τα σπίτια άρχισαν σιγά-σιγά να στολίζονται με φώτα, κλαδιά κωνοφόρων, μπάλες και παιχνίδια. Αυτή η γιορτή στη μέση του χειμώνα είναι η πλέον παγκόσμια, που στους ρυθμούς της εγκλωβίζει εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο. Όσο κι αν διαφημιστούν, οι οξυζενέ εορτές του ΟΗΕ (παγκόσμια ημέρα του τάδε ή του δείνα) δεν πρόκειται να την φτάσουν.

Λέω επίτηδες «γιορτές» και όχι Χριστούγεννα.

Στον αποϊεροποιημένο κόσμο μας, όπου συνυπάρχουν τόσες κουλτούρες, τόσες θρησκείες και αυτοματισμοί, δεν θα ήταν δυνατόν να εορτάσουμε τα γενέθλια του Χριστού. Η Δύση θα κατέρρεε εκ των έσω. Οπότε γιορτάζουμε κάτι άλλο: Την αγάπη γενικά κι αόριστα, τα δώρα, τον καταναλωτισμό, αυτό που έχουμε ή εκείνο που θέλουμε να αποκτήσουμε, τους εαυτούς μας, τους στόχους μας, την χαμένη παιδικότητά μας, την φιλανθρωπία –οτιδήποτε. Το πεδίο είναι ανοιχτό κι ο καθένας μας μπορεί να τοποθετήσει εκεί ό,τι θέλει κι ό,τι τον αναπαύει.

Κι εδώ είναι το στοίχημα.

Στα διηγήματά του, και τα Χριστουγεννιάτικα, ο Παπαδιαμάντης θρηνεί την εν σπέρματι καταστροφή της μικρής κοινότητας. Το έβλεπε: Άπαξ και επικρατήσουν οι συνήθειες της φραγκιάς, η γλυκιά καθ’ ημάς Ανατολή θα σβήσει. Κι εν πολλοίς είχε δίκιο: 150 χρόνια αργότερα, ο κόσμος αυτός ζει, όσο ζει, στις καρδιές ορισμένων για όσο εκείνοι θα υπάρχουν.

Αυτή είναι και η μείζονα αποτυχία του νεώτερου Ελληνισμού: Δεν κατάφερε να φέρει την παράδοσή της στο σήμερα. Την άφησε να σβήσει μαζί με τον παλιό κοινοτικό κόσμο. Η απώλεια αυτή κρίθηκε μάλλον απαραίτητη από τις κατά καιρούς ηγεσίες, για να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε τους πεπολιτισμένους, και οπωσδήποτε ασήμαντη. Τις συνέπειές της όμως τις βιώνουμε με οδυνηρό τρόπο σήμερα. Σήμερα που ενώ τα πάντα γύρω μας καταρρέουν, δεν έχουμε ούτε παρηγοριά, αλλά ούτε και τόπο να πατήσουμε για να τιναχτούμε και να ξεκολλήσουμε.

Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαμε να γυρίσουμε το καράβι. Οπωσδήποτε οι γιορτές του Δεκέμβρη, η νοηματοδότησή τους, θα ήταν μια καλή, στέρεα αρχή…