Category Archives: πολιτική

«Το κράτος είναι μια καταπιεστική μάνα» (συνέντευξη στον Αντώνη Παγκράτη)

 

Τα καφενεία συνιστούσαν ανέκαθεν καταφύγιο ιστοριών: προσωπικών, εθνικών, κοινωνικών. Ατομικής και συλλογικής μνήμης – όχι απαραίτητα αξιόπιστης αλλά καθορισμένης από την πολυπλοκότητα των επιλογών ενός εκάστου. Ετσι, για τον υπεραπλουστευμένο συμβολισμό, το κολωνακιώτικο «Καφενείο» στη Λουκιανού κρίθηκε ιδανικός τόπος συζήτησης με τον ιστορικό Φώτη Βασιλείου. Μέχρι το τέλος της κουβέντας, η σύνδεση ανάμεσα στην Υστερη Αρχαιότητα, που αποτελεί το πεδίο του, και τη σημερινή ελληνική κατάσταση φαίνεται σχεδόν αναπόφευκτη…

– Γιατί έγινες ιστορικός;

– Νομίζω ότι ασυνείδητα με έσπρωξε εκεί η αγάπη μου για την αφήγηση. Από παιδί με μάγευε κι εξακολουθεί να με μαγεύει κάθε αφηγηματικό είδος: το μυθιστόρημα, το σινεμά, η μπαλάντα, το παραμύθι. Η Ιστορία είναι μια έντεχνη αφήγηση που συγκροτεί και ανασυγκροτεί τη συλλογική και ατομική μας μνήμη. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που η μνήμη του ξεπερνάει τα όρια της βιολογικής του εμπειρίας. Μπορεί να μη ζήσαμε την Κατοχή, τη Μικρασιατική Καταστροφή ή το ’21, αλλά τα περιέχουμε. Η εικόνα που έχουμε γι’ αυτά διαμορφώνει τις ιδέες, τις ευαισθησίες, τον χαρακτήρα μας. Εδώ βρίσκεται, αν θέλετε, και η μεγάλη ευθύνη του ιστορικού.

– Τι ορίζουμε ως Υστερη Αρχαιότητα;

– Είναι η περίοδος που ξεκινάει με τη διάδοση του χριστιανισμού και τελειώνει με την άνοδο του Ισλάμ – χονδρικά θα λέγαμε από το 200 ώς το 750 μ.Χ. Οι χρονολογίες, όπως βλέπετε, δεν είναι με ακρίβεια καθορισμένες, όπως στις πιο παραδοσιακές περιοδολογήσεις, γιατί δεν ορίζεται από συγκεκριμένα στρατιωτικά, πολιτικά ή οικονομικά συμβάντα, αλλά από αυτά τα δύο σημαντικά πνευματικά γεγονότα. Αυτό δείχνει και τα ενδιαφέροντα όσων μελετάμε τη συγκεκριμένη περίοδο: ασχολούμαστε με τις σχέσεις, τις ιδέες, τις αισθήσεις, τη συγκρότηση της ταυτότητας, την αισθητική. Συνάδελφοι που μελετούν τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα της εποχής εκείνης προτιμούν να την ονομάζουν με τους πιο παραδοσιακούς όρους, Υστερη Ρωμαϊκή ή Πρώιμη Βυζαντινή – αναλόγως της οπτικής τους.

– Πώς κατέληξες εκεί;

– Δεν ήταν αυτονόητο. Μου πήρε πολλά χρόνια και πολύ κόπο γιατί αρχικά ήμουν στραμμένος στην κυρίως βυζαντινή περίοδο. Σπούδασα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τη δεκαετία του ’90, όταν ήταν ένα σημαντικό βυζαντινολογικό κέντρο. Παράλληλα, ήταν μια εποχή που ο κόσμος όπως είχε διαμορφωθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατέρρεε και η ελληνική κοινωνία αναζητούσε έναν δικό της τρόπο ύπαρξης, χωρίς ίσως και να πολυκαταλαβαίνει τον σύνθετο κόσμο που δημιουργούνταν γύρω της – όλα αυτά μάς έσπρωχναν στη μελέτη του Βυζαντίου. Αλλά κάτι με έτρωγε. Δεν μου αρκούσε να μελετήσω τον καθ’ ημάς Μεσαίωνα. Ηθελα να κατανοήσω πώς δημιουργήθηκε, τις προϋποθέσεις του. Αυτός ήταν και ο μόνος τρόπος να κατανοήσω τη σύγχρονη Ελλάδα και τελικά τον εαυτό μου. Ετσι, ενώ τα πρώτα μου ενδιαφέροντα περιστρέφονταν γύρω από το Υστερο Βυζάντιο, άρχισα να πηγαίνω όλο και πιο πίσω, όλο και πιο πίσω, μέχρι που έφτασα στην περίοδο που ονομάζουμε Υστερη Αρχαιότητα. Εκεί σταμάτησα.

– Οπότε έκανες ένα ταξίδι καταγωγών, το οποίο ακούγεται πολύ μοναχικό.

– Στην Ελλάδα δεν υπάρχει διδασκαλία και μαθητεία. Σίγουρα οι καθηγητές θα σου πουν μια γνώμη, φίλοι, συγγενείς θα σε στηρίξουν, θα σε ενθαρρύνουν, αλλά συστηματική καθοδήγηση δεν υπάρχει – τουλάχιστον εγώ δεν την αξιώθηκα. Επρεπε να ανακαλύψω τον τροχό, τη φωτιά, τον ηλεκτρισμό και να φθάσω σιγά σιγά στο σήμερα, στην εποχή των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ενστικτωδώς και ψηλαφητά προχώρησα. Χάνοντας χρόνο, κάνοντας λάθη, μαθαίνοντας μέσα από τις αποτυχίες.

– Γιατί όμως σταμάτησες εκεί; Γιατί δεν πήγες πιο πίσω;

– Η Υστερη Αρχαιότητα είναι μια μεταιχμιακή εποχή. Από τη μια, τότε ολοκληρώθηκε η κωδικοποίηση των γνώσεων και των επιτευγμάτων των παλαιότερων εποχών και, απ’ την άλλη, αυτά αξιοποιήθηκαν για να δοθούν απαντήσεις στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Η Υστερη Αρχαιότητα είναι η εποχή μιας μεγάλης και πολυδιάστατης κρίσης – οικονομικής, πολιτικής, θεσμικής, πνευματικής. Ο αρχαίος κόσμος κατέρρεε από τις εσωτερικές του αντιφάσεις και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις ανάγκες των καιρών. Ταυτόχρονα όμως είναι και η εποχή των μεγάλων λύσεων και υπερβάσεων. Οι απαντήσεις που δόθηκαν αποτέλεσαν τον σπόρο που κάρπισε τον σύγχρονο, νεωτερικό κόσμο.

– Στο βιβλίο σου ασχολείσαι με τον ρόλο του πατέρα εκείνη την περίοδο. Τι σημαντικό συνέβη στο πεδίο αυτό που άξιζε να μελετηθεί;

– Συνέβη μια κοσμογονία. Στις μεσογειακές κοινωνίες ο πατέρας θεωρούνταν ο αρχηγός, ο κυρίαρχος μέσα στην οικογένεια, και ήταν ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος για να αποφασίζει σχετικά με το παρόν και το μέλλον όσων ανήκαν στο νοικοκυριό που διεύθυνε. Επιπλέον, το ρωμαϊκό δίκαιο με τον θεσμό της patria potestas τού παρείχε απόλυτη εξουσία επί των απογόνων του. Κι ας μην ξεχνάμε ότι με τη διάδοση του ρωμαϊκού δικαίου σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας, οι βασικές αρχές της patria potestas υιοθετήθηκαν από όλη τη ρωμαϊκή οικουμένη. Κατά την Υστερη Αρχαιότητα όμως διατυπώθηκε με βασικό όχημα τον χριστιανισμό ένα αίτημα για μεγαλύτερη εξατομίκευση. Για να το πω απλά: τα παιδιά ζητούσαν πλέον να αποφασίσουν τα ίδια για τον εαυτό τους. Τα αγόρια δεν ήθελαν να ακολουθήσουν τον δρόμο που τους υποδείκνυε ο πατέρας και τα κορίτσια αντιστέκονταν στα προξενιά, ενώ οι γυναίκες αποκτούσαν σημαντική θέση στον νέο δημόσιο χώρο που διαμορφωνόταν, την Εκκλησία. Ετσι άρχισε να απομειώνεται η ηθική και πραγματική δύναμη του πατέρα προς όφελος της μητέρας και των τέκνων. Να δημιουργούνται τα δικαιώματα της γυναίκας και των παιδιών. Η πατρότητα από εξουσιαστική δύναμη αρχίζει πια να γίνεται πνευματική λειτουργία.

O ρόλος του πατέρα

– Πώς συνδέονται όλα αυτά με το σήμερα;

– Νομίζω ότι σήμερα ζούμε την τελευταία φάση αυτής της εξέλιξης. Ο πατέρας ως βιολογικός παράγοντας έχει σχεδόν καταστεί αχρείαστος – πριν από έναν μήνα μάθαμε ότι οι επιστήμονες κατάφεραν να κατασκευάσουν τεχνητό σπέρμα. Αυτό όμως καθόλου δεν απομειώνει τον πνευματικό του ρόλο: πρέπει να υπάρχει, για να εκπροσωπεί τον Αλλο στη συνείδησή μας. Αλλιώς δεν μπορούμε να ολοκληρωθούμε ως άτομα.

– Εδώ φαίνεται να υπάρχει μια συμβολική αντιστοιχία ανάμεσα στον πολίτη και το σύγχρονο ελληνικό κράτος.

– Το ελληνικό κράτος είναι μια καταπιεστική μάνα. Δεν υπάρχει κάποιος θεσμός που θα λειτουργήσει στις συνειδήσεις μας πατρικά, που θα μας βοηθήσει να απογαλακτιστούμε, να αναλάβουμε τις ευθύνες του εαυτού μας, να ωριμάσουμε. Ολα μάς ωθούν στο βόλεμα, δηλαδή στην επιστροφή στη ζεστή, υγρή και σκοτεινή μήτρα της μάνας-κράτους. Την κατάρρευση αυτού του οικοδομήματος ζούμε σήμερα.

– Πώς γίνεται να απογαλακτιστούμε από τη μάνα-κράτος;

– Το Ευαγγέλιο λέει κάτι πολύ απλό: να εγκαταλείπουμε τους γονείς μας και να φτιάχνουμε τις δικές μας οικογένειες. Αυτό πρέπει να κάνουμε και τώρα, να αποκολληθούμε από τη μήτρα και να ξανοιχτούμε στον κόσμο.

 

————

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΝΑΙ!

Ο κ. Αλέξης Τσίπρας δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ στην λιτότητα. Ο ίδιος έχει υπογράψει μια πρόταση με μέτρα λιτότητας 8 δισεκατομμυρίων, η οποία, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, δημοσιονομικά δεν απείχε πολύ από εκείνη των δανειστών. Από τον Γιούνκερ κατόπι μάθαμε ότι η διαφορά ήταν μόλις στα 60 εκατομμύρια €, κάτι που δεν έχει διαψευστεί από την Ελληνική Κυβέρνηση.

Επίσης, δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ σε τελεσίγραφα, γιατί απλούστατα αυτά δεν υπάρχουν. Τα ίδια τα στελέχη του κραδαίνουν θριαμβευτικά δηλώσεις ξένων παραγόντων, που διαβεβαιώνουν προς πάσα κατεύθυνση ότι θα συζητήσουν με την Ελλάδα και μετά από ΟΧΙ. Από ποια βάση θα ξεκινήσουν αυτές οι διαπραγματεύσεις, βεβαίως, δεν λένε λέξη.

Τέλος, δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ σε ένα non paper των Θεσμών, το οποίο έχει ήδη αποσύρθηκε από το τραπέζι αφού προηγουμένως είχε αλλάξει. Αυτό θα ήταν πολύ απλά ηλίθιο.

Στην πραγματικότητα, ο κ. Τσίπρας μας καλεί να πούμε ΝΑΙ ή ΟΧΙ σε ένα ασαφώς διατυπωμένο ερώτημα επί ανύπαρκτου διακυβεύματος, το οποίο η κάθε πλευρά (εταίροι, δανειστές, ολιγάρχες, δραχμολάγνοι κλπ), θα ερμηνεύσει κατά βούληση και κατά συμφέρον.

Με άλλα λόγια, ο κ. Τσίπρας μας παγίδευσε.

Το γιατί μας παγίδευσε, το αποκάλυψε ο κ. Τσακαλώτος το πρωί:
Η κοινοβουλευτική ομάδα του Σύριζα δεν θα ψήφιζε την συμφωνία. Η συμφωνία βεβαίως θα περνούσε –Νέα Δημοκρατία, Ποτάμι και Πασόκ θα υπεραναπλήρωναν τους αριστερούς βουλευτές που θα λάκιζαν. Σε αυτή την περίπτωση, ο κ. Τσίπρας θα μπορούσε να προχωρήσει σε σαρωτικό ανασχηματισμό χρησιμοποιώντας ικανούς ανθρώπους από όλο το πολιτικό φάσμα. Σε λίγους μήνες θα ξαναπήγαινε στις Βρυξέλλες για να συζητήσει το θέμα του χρέους. Θα τον υποστήριζαν το ΔΝΤ, ο φίλος του ο Ρέντσι, αλλά και οι νεοεκλεγείσα κυβέρνηση της Ισπανίας και η κοινή λογική. Δεν θα έπαιρνε, φυσικά, όλα όσα θα ζητούσε, αλλά θα μπορούσε να γυρίσει στην Ελλάδα φορώντας γραβάτα. Θα είχε αναδειχτεί σε εθνικός ηγέτης.

Αντ’ αυτού, του δύσκολου και ανηφορικού δρόμου, ο κ. Τσίπρας προέκρινε την ενότητα του κόμματός του. Για να μην διασπάσει τον Σύριζα πέταξε το μπαλάκι στην εξέδρα και διχάζει τους πολίτες. Αντί για ηγέτης, προτίμησε να παραμείνει κομματικός αρχηγός.

Ας είναι.

Πρέπει κι εμείς τώρα να κοιτάξουμε το συμφέρον μας .

Πρέπει να απαντήσουμε θετικά και να αφήσουμε την άρνηση.

Πρέπει να επιδιώξουμε την ώριμη σύνθεση κι όχι την παιδιάστικη απόρριψη.

Πρέπει να πούμε το μεγάλο, το δύσκολο και βαρύ ΝΑΙ.

Ρευστότητα

Τα ρεπορτάζ και οι πολιτικές αναλύσεις των τελευταίων μηνών, ειδικά μετά τις Ευρωεκλογές, μεταφέρουν την αγωνία του Συστήματος Εξουσίας (κόμματα, ΜΜΕ, επιχειρηματίες, τράπεζες κτλ) για την ρευστότητα που επικρατεί στην πολιτική σκηνή. Ρευστότητα που «δοκιμάζει» τις «αντοχές» της Κυβέρνησης και μετατρέπει κάθε «μεταρρυθμιστική προσπάθεια» σε «Γολγοθά».

Όμως από το 1974 καμία Κυβέρνηση δεν ολοκλήρωσε τον 4ετή κύκλο της· ο μέσος όρος ζωής κάθε Βουλής είναι περί τα 2,5 χρόνια· και, όπως όλοι γνωρίζουμε, στον τόπο μας τα σενάρια για τις πρόωρες εκλογές ξεκινούν την επομένη των εκλογών (συχνά πριν καν προκηρυχθούν, όπως τώρα, που συζητείται η «αριστερή παρένθεση»). Με άλλα λόγια, αναβρασμός επικρατούσε πάντα στην πολιτική σκηνή, κυβερνήσεις ανέβαιναν κι έπεφταν, ηγέτες αποθεώνονταν και καταβαραθρώνονταν –τι άλλαξε τώρα και τα Κυριακάτικα ρεπορτάζ ξορκίζουν την «ρευστότητα»;

Η απάντηση δεν είναι δύσκολη:

Το περιβάλλον έχει αλλάξει, οι όροι του παιχνιδιού διαφοροποιήθηκαν και διαφοροποιούνται συνεχώς και το Σύστημα Εξουσίας φοβάται ότι δεν θα μπορέσει να ελέγξει την κατάσταση που θα προκύψει.

Τα όσα συνέβησαν με την Χρυσή Αυγή τα τελευταία 2 χρόνια είναι ενδεικτικά: Η αρχική αδιαφορία Μέσων, μεγάλων κομμάτων και προβεβλημένων στελεχών (είχαν μάθει να ασχολούνται με «λαμπερά» θέματα όλοι τους κι όχι να χώνουν τα χέρια τους στη λάσπη της πραγματικότητας) διαδέχθηκε η έκπληξη (το διαβόητο «εγέρθητο» το βράδυ των Εκλογών), έπειτα ήρθε η προσπάθεια προσεταιρισμού (συνοψίστηκε λαμπρά στην φαντασίωση περί «σοβαρής Χρυσής Αυγής» που θα έμπαινε στην Κυβέρνηση) κι όταν πια είδαν ότι δεν έχουν να κάνουν με ένα νέο Λάος, αλλά με κάτι εντελώς διαφορετικό, ξεκίνησε η απόπειρα αφοπλισμού της.

Όμως, αν έδειξαν κάτι οι Ευρωεκλογές είναι ότι η κατάσταση που περιγράφεται ως «ρευστότητα» είναι αυτή που σταθεροποιήθηκε:

Ένα μεγάλο κομμάτι των πολιτών αποστασιοποιήθηκε από τις πολιτικές διαδικασίες και απέχει συνειδητά από τις εκλογές, γιατί απλούστατα διαπίστωσε ότι όποιον και να ψηφίσει, όπως και να ψηφίσει, τίποτα δεν αλλάζει. Η διάλυση του κοινωνικού κέντρου, που επιτεύχθηκε με τις πολιτικές από το 2010 και μετά, επέφερε και την διάλυση του πολιτικού κέντρου, με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν τα μεγάλα κόμματα-παρατάξεις και στην θέση τους να απομείνουν συμπαρατάξεις μικρο-ομάδων και μικρο-μηχανισμών (στην καλλίτερη περίπτωση) ή προσωπικές φατρίες αυτοπρόβλητων σωτήρων. Μέσα σ’ αυτόν τον ερειπιώνα εύκολα ξεφύτρωσαν κομματικά μορφώματα που εκφράζουν το μηδενιστικό, καταστροφικό/αυτοκαταστροφικό ένστικτο του πρώην νοικοκύρη ή άλλα, που προσπερνώντας τα πραγματικά δεδομένα του παρόντος και με αναφορά στο διαβόητο λαμπερό παρελθόν, ευαγγελίζονται ένα εξίσου λαμπερό μέλλον στηριγμένο στην «κοινή λογική» (λες κι υπάρχει τέτοιο πράγμα).

Στην πραγματικότητα, αυτό που περιγράφεται ως «ρευστότητα» είναι η αποσύνθεση της Ελλαδικής κοινωνίας, η οποία παρά την Κυβερνητική ρητορική συνεχίζεται κι εντείνεται. Και πραγματικό σχέδιο εξόδου από την Κρίση, δηλαδή σχέδιο ανασυγκρότησης του κοινωνικού σώματος, δεν έχει να προτείνει κανείς, ούτε από τους εντός, ούτε από τους εκτός…

Χαίρε φτώχεια!

Κοιτώντας πίσω, τι συνέβη στη χώρα και στον καθένα από μας τα τελευταία 5 χρόνια, μετράμε απώλειες:

Το θεσμικό πλαίσιο που προστάτευε τους εργαζομένους και τους αδυνάτους διαλύθηκε, η αγορά εργασίας κατέρρευσε, το κοινωνικό κράτος (που, ναι, παραήταν ακριβό για τις υπηρεσίες που προσέφερε, αλλά υπήρχε) καταστράφηκε, η Μεσαία Τάξη ισοπεδώθηκε, η παραγωγή συρρικνώθηκε κοκ.

Αλλά η πιο μεγάλη απώλεια είναι αυτή την οποία σπάνια ή καθόλου δεν αναφέρουμε:

Χάσαμε την ενστικτώδη στον άνθρωπο πεποίθηση ότι τα πράγματα θα φτιάξουν· ότι το μέλλον θα είναι καλλίτερο· ότι τα παιδιά μας θα ζήσουν σε έναν καλλίτερο κόσμο.

Αυτό οφείλεται εν μέρει στην προσπάθεια του Συστήματος Εξουσίας (κόμματα, ΜΜΕ, επιχειρηματίες, τράπεζες) να εκμηδενίσει τις αντιδράσεις απέναντι στις πολιτικές σωτηρίας του. Αλλά στην προσπάθειά του αυτή δεν έσπασε μόνο τον τσαμπουκά των επαγγελματιών του συνδικαλισμού ή την αντιδραστικότητα όσων είχαν την διαμαρτυρία στην κωλότσεπη, αλλά τσάκισαν το φρόνημα ολόκληρου του λαού. Μάταια προσπαθούν να ενσπείρουν αισιοδοξία. Συνθήματα τύπου “successstory” καταντάνε ανέκδοτα την επομένη κιόλας στα συνοικιακά καφενεία. Γι’ αυτό και στην πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση ο Κυβερνητικός συνασπισμός δεν προσπάθησε να συγκεντρώσει τις θετικές ψήφους των πολιτών, αλλά αρκέστηκε στην συσπείρωση των εναπομεινάντων οπαδών του καλλιεργώντας τον φόβο απέναντι στο επερχόμενο.

Από την άλλη φταίει η συμβολική, ρητορική και φαντασιακή μας ανέχεια, η οποία προσωποποιείται άριστα από τις κάθε είδους ηγεσίες μας. Οι πολιτικές, πανεπιστημιακές, εκκλησιαστικές, δικαστικές, οι κάθε είδους ηγεσίες, ρηχές και ανέμπνευστες, δεν πείθουν ότι κρατάνε το τιμόνι και ότι ξέρουν προς τα πού πηγαίνουν το καράβι.

Πιθανόν ένας ώριμος λαός, με ισχυρές δομές και θεσμούς άτεγκτους, που λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένο ρολόι ανεξαρτήτως συνθηκών, να μπορεί να επιβιώσει για μεγάλα και κρίσιμα διαστήματα καθοδηγούμενοι από μέτριους υπαλληλίσκους του Συστήματος. Αλλά εμείς, που αφενός φαντασιωνόμαστε τον ηγέτη-πατέρα που θα μας σώσει για να τον κατασπαράξουμε, κι αφετέρου ζούμε σ’ ένα κράτος που το διαχειρίζεται η αφανής κι αξεδιάλυτη διαπλοκή, χρειαζόμαστε πολιτικό προσωπικό ικανό και ηγέτη φωτεινό, που θα συσπειρώνει ανανεώνοντας τα σύμβολα και αναγεννώντας την ελπίδα.

Φυσικά κάποια στιγμή θα πρέπει κι εμείς να αποκτήσουμε ένα σύγχρονο κράτος, που θα μπορεί να λειτουργεί χωρίς εξωθεσμικά λαδώματα. Και σαφώς η Κρίση θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Αλλά η πραγματικότητα είναι πως όσες αλλαγές προωθήθηκαν τα τελευταία χρόνια –οι οποίες μπορεί να κατήργησαν δικαιώματα, να ξεβόλεψαν βολεμένους, να αδίκησαν πολίτες ή και να διέλυσαν κάποια (μικρο)συμφέροντα– διατήρησαν τον πυρήνα του Συστήματος Εξουσίας, τον πυρήνα του προβλήματος και της σημερινής Κρίσης δηλαδή, άθικτο. Ο πρόσφατος ανασχηματισμός, οι επιλογές για το Ευρωκοινοβούλιο, το πώς μεθοδεύτηκε η δημιουργία της «μικρής ΔΕΗ», η ρητορική των κομμάτων και των κομματόσκυλων, επιβεβαιώνουν αυτό το μελαγχολικό συμπέρασμα.

Πρωτοχρονιά με τον Διονύση Σαββόπουλο

Χθες ξανάδα την εορταστική εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου, με την οποία υποδεχτήκαμε το σωτήριο έτος 1988.

Λέω «ξανάδα» γιατί, αν και ήμουν 12 χρονών την προηγούμενη φορά που το είχα δει, έχει χαραχτεί ανεπανόρθωτα στην μνήμη μου: Θυμόμουνα σκηνές, τραγούδια, ατάκες –σαν μέσα σε όνειρο, βέβαια, αλλά τα θυμόμουνα.

Το πρόγραμμα ξεκινάει με μια λαμπερή έναρξη στο γούστο εκείνης της εποχής: Ο Σαββόπουλος τραγουδάει συνοδεία ορχήστρας και χορωδίας τα κάλαντα κι ένα δικό του τραγούδι για την περίσταση, το «Ευτυχισμένος ο καινούργιος πόνος». Κάτι όμως δεν του κάθεται καλά, όλα του φαίνονται πρόχειρα, ανέμπνευστα, κακοφτιαγμένα, και πάνω στην ταραχή και το τρακ του, παρατάει τους συνεργάτες του σύξυλους και κρύβεται στο καμαρίνι του μέσα σε μια ντουλάπα. Εκεί, ανάμεσα στα κρεμασμένα σακάκια και τα πουκάμισα θυμάται, επισκέπτεται τις μικροαστικές Πρωτοχρονιές της παιδικής του ηλικίας, τις γιορτές των εφηβικών και νεανικών του χρόνων, τις πρωτοχρονιές που γιόρτασε σαν νέος μουσικός.

Και κάπου εκεί, σταματάει η αναδρομή και αρχίζει η αναρώτηση.

Ο Σαββόπουλος ακροβατεί στο χθες και στο (τότε, αλλά και νυν και αεί) σήμερα, επιχειρώντας να απαντήσει στο αίνιγμα του χρόνου –δηλαδή, στο πώς θα μπορέσει να φανεί αντάξιος της αγάπης του. Ένα εορταστικό υπαρξιακό δράμα, δηλαδή, που το υπογραμμίζουν σκηνές όπως εκείνη της συνομιλίας με την μητέρα του (την υποδύεται η Μίρκα Παπακωνσταντίνου) και με το παιδικό του ποδήλατο. Τα τραγούδια, άλλωστε, που επιλέγει ο Σαββόπουλος για να γιορτάσει, δεν είναι εκείνα του τρελού κεφιού. Είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο show, όπου η Μαρία Φαραντούρη τραγουδάει το «Μητέρα κι αδερφή» του Μάνου Χατζιδάκι και η Ντόρα Γιαννακοπούλου το «Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα» των Θεοδωράκη-Ελύτη. Το νόημα της Γιορτής του Χρόνου για τον Σαββόπουλο δεν βρίσκεται στο σκόρπισμα και το ξεφάντωμα, αλλά στη συνάντηση με τον Άλλο, η οποία, σύμφωνα με την άποψή του, προϋποθέτει βύθισμα στον μέσα εαυτό μας.

Και πόσοι Άλλοι δεν συναντιούνται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα! Ο Νταλάρας συνυπάρχει με τον Πανούση! Η Αλεξίου με την Αλίκη, ο Λουκιανός με τον Χριστοδουλόπουλο –και πάει λέγοντας. Στην εκπομπή εμφανίζονται για να δώσουν τις ευχές τους η Αρβελέρ, ο Ξενάκης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις (εύχεται στον Σαββόπουλο «να ξαναβρεί τον πραγματικό του εαυτό, δηλαδή να γράφει τραγούδια και να τραγουδάει τραγούδια» και «να φύγει η μεγάλη ανοησία, η οποία έχει πέσει στο Ελληνικό τραγούδι») κ.α.

.

Σήμερα, 26  χρόνια μετά την α΄ προβολή της, ο σαββοπουλικός εορτασμός βλέπεται εξίσου ευχάριστα, σαν καινούργιο πρόγραμμα κι όχι σαν μουσειακό δείγμα. Βέβαια, στις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που ζούμε, η γωνία από την οποία το βλέπουμε (και αυτό, αλλά και γενικότερα τα έργα του παρελθόντος) έχει αλλάξει. Φυσικά υπάρχει νοσταλγία –είναι το αναπόσπαστο στοιχείο των Γιορτών του Χρόνου για μας τους ενήλικες– αλλά είναι διαφορετική από την προ κρίσης νοσταλγία. Το παρελθόν δεν είναι πλέον μόνο ένας γλυκός καταγωγικός τόπος, το φιλόξενο καταφύγιο, αλλά η περίοδος που εισχώρησε μέσα μας το σκουλήκι που κατατρώγει τις σάρκες μας.

Βλέπουμε, λοιπόν, στην εκπομπή ότι μεταπολεμικά δεν καταφέραμε να ωριμάσουμε, όσο θα έπρεπε, για να τα βγάλουμε πέρα ευκολότερα στον σημερινό κόσμο. Αυτή την συνάντηση με τον Άλλο, που αναφέραμε και πιο πάνω, δεν την καταφέραμε. Δεν συν-χωρεθήκαμε. Παραμένουμε εγκλωβισμένοι ο καθένας στο δικό του δίκιο, στην δική του αλήθεια, και δεν δίνουμε χώρο εντός μας στον Άλλο.

Χειρότερα γίνανε τα πράγματα μεταπολιτευτικά. Στην πρόκληση της Ευρώπης απαντήσαμε είτε φοβικά, είτε με μια κοντόφθαλμη αυταρέσκεια, είτε με την καπατσοσύνη και την κουτοπονηριά του επαρχιώτη. Ήρθαμε σε επαφή με την Παράδοση, αλλά τυφλωμένοι και από το ευρωπαϊκό χρήμα, η σχέση μας μαζί της παρέμεινε επιδερμική. Πιο βαθιά δεν τολμήσαμε να πάμε. Δεν καταφέραμε να την ζωντανέψουμε και την νεκρώσαμε.

Τι μας απομένει λοιπόν σήμερα;

Μα φυσικά ο Άλλος. Αλλά, φοβάμαι, ακόμα δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να απλώσουμε τα χέρια. Που σημαίνει –κατά την σαββοπουλική φιλοσοφία– ότι χρειάζεται περισσότερη δουλειά μέσα μας, πιο βαθιά βουτιά εντός μας. Πρέπει να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας, για να συν-χωρέσουμε τους άλλους.

Άμποτε!

,

ΥΓ. Είδα την εκπομπή στο youtube. Το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ δεν υπάρχει πια. Κάποιος μερακλής την είχε μαγνητοσκοπήσει, την ψηφιοποίησε και την ανέβασε ώστε όλοι μας να επωφεληθούμε. Σε πιάνει μεγάλη πίκρα, που η ιστορία της χώρας μας έσβησε έτσι, σε μια στιγμή, σε μια επίδειξη τσαμπουκά –δηλαδή σε μια επίδειξη ό,τι πιο παρωχημένου διαθέτει ακόμα η κοινωνία μας. Όχι βέβαια ότι η ΕΡΤ ήταν κάποια άμωμη παρθένος. Αλλά (και) η εκπομπή αυτή αποδεικνύει ότι και τις πιο σκοτεινές της ώρες, παρήγε προγράμματα για τα οποία είμαστε ακόμα και σήμερα περήφανοι.

Τρίτη

Η μέρα που τα ψέματα τελειώνουν. Οι προφάσεις. Κανένα περιθώριο χαλαρότητας –ούτε βαθιά ανάσα δεν προλαβαίνεις να πάρεις πριν την βουτιά. Είσαι πλέον μέσα στην πραγματικότητα. Μέσα στον πεπιεσμένο και πιεστικό χρόνο. Τα πάντα μετεωρίζονται γύρω σου. Τα πάντα πρέπει να διευθετηθούν. Τηλέφωνα, email, πληρωμές, συναντήσεις –ό,τι προσπαθούσες να ξεχάσεις το Σαββατοκύριακο, ό,τι προσπέρασες ενοχικά την Δευτέρα, χορεύουν με βαριά βήματα πάνω στην καμπούρα σου διεκδικώντας το πιο αναντικατάστατο κομμάτι του εαυτού σου: Τον χρόνο σου.

Προσπαθώ να φανταστώ τον κόσμο πριν. Πριν το κινητό, πριν το διαδίκτυο, πριν την μηχανοργάνωση. Τότε που ο χρόνος κυλούσε στο περίπου κι όχι στο ακριβώς. Θυμάμαι τους παππούδες μου να κουρδίζουν τα ρολόγια τους και να τα βάζουν ένα τέταρτο μπροστά. Κάθε τόσο η ίδια διαδικασία: Κούρδισμα κι ένα τέταρτο μπροστά και πάντα πίσω έμεναν. Ήταν οι εποχές που τα ρολόγια είχαν ακόμα δείχτες που στριφογύριζαν γύρω από τους άξονές τους, εγκλωβισμένοι· χρόνος κυκλικός, εγκλωβισμένος. Ήταν η εποχή που στο ερώτημα «τι ώρα είναι;» η απάντηση ήταν «κοντεύει τόσο». Τίποτα στο ακριβώς κι όλα στο περίπου. Σε διαρκή αναμονή για κάτι (τι;) που βρισκόταν διαρκώς μπροστά, άπιαστο. Ήθελαν να το πιάσουν, αλλά πώς; Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να βάλουν τα ρολόγια λίγο μπροστά –μπορείς όμως να πετάξεις με ελατήρια στις σόλες; Πιο σωστά: Μπορεί ο κόσμος του περίπου να εγκιβωτιστεί στον χρόνο της ακρίβειας; Ή πρέπει να καταστραφεί ολοσχερώς;

Κάποιος θα πει ότι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πέσαμε σήμερα στην εκτός συγχρονίας ξέρα. Δεν ξέρω – πιθανόν. Αλλά εκείνος ήταν ένας άλλος κόσμος, διαφορετικός από τον δικό μας· τα όρια των δυο κόσμων, ο χρόνος, δεν εφάπτονται πουθενά.

Οπότε αναρωτιέμαι: Αυτοί οι άλλοι άνθρωποι τι είχαν στο μυαλό τους όταν βάζαν τα ρολογάκια τους μπροστά; Τι φαντάζονταν; Ανέμεναν, λαχταρούσαν τον δικό μας κόσμο, το δικό μας σήμερα; Πήραμε / πήρανε κάποια στροφή λάθος ή δεν υπήρχε άλλος δρόμος; Κι οι κόσμοι, όπως οι άνθρωποι, οι πολιτισμοί, ο χρόνος, κάποτε τελειώνουν…

.

Τρίτη και τα ψέματα τελειώνουν. Ξυπνάς και κλείνεις το ξυπνητήρι, βάζεις τον καφέ να γίνεται, τουαλέτα, βιαστικές γουλιές υπό τους ήχους της τηλεόρασης, δένεις το κασκόλ και κατηφορίζεις στη στάση. Οι ίδιοι άνθρωποι περιμένουν το ίδιο λεωφορείο, αλλά δεν ανταλλάζεις κουβέντα. Όλοι με τα κεφάλια σκυφτά, κάποιοι με τον καφέ ν’ αχνίζει στο πλαστικό ποτήρι, άλλοι με το βλέμμα στο κινητό. Τρίτη και το λεωφορείο σταματάει μπροστά σας πηγμένο. Τρίτη και στριμώχνεσαι μέσα του, στριμώχνεσαι μέσα σου επαναλαμβάνοντας την γνωστή κουβέντα:

«Εγώ είμαι κι από τους τυχερούς που έχουν δουλειά»…

Τιμώντας την 28η Οκτωβρίου

Κάθε χρόνο παραμονές 28ης Οκτωβρίου, ανήμερα και μετά, θυμάμαι τον συχωρεμένο τον παππού μου: Έναν ταπεινό, ανώνυμο άνθρωπο, που άφησε στο χωριό του την γυναίκα και το νεογέννητο μωρό του για να πολεμήσει στο μέτωπο.

Μου έλεγε ιστορίες από εκείνη την εποχή: Τις ατέλειωτες πορείες στη λασπουριά, τις ψείρες, την κουραμάνα που μοιράζονταν, τις ώρες στα χαρακώματα, τον ήχο των κανονιών, των τουφεκιών, των οπλοπολυβόλων, τους ανθρώπους που σκότωσε. Δυστυχώς δεν τις θυμάμαι για να τις αραδιάσω κι εγώ με τη σειρά μου. Αυτή η αντιηρωική Ιστορία των κομπάρσων χάθηκε. Χάθηκε η αγωνία και ο πόνος του ανώνυμου ανθρώπου –γιατί, ναι, όσο κι αν είναι πολιτικά λάθος, ανώνυμοι είμαστε, αριθμοί σε κάποια στρατολογική λίστα ή στους καταλόγους της εφορίας. Μας απέμεινε μόνο η Ιστορία των πρωταγωνιστών, τα επιθεωρησιακά τραγούδια, οι ταινίες που παίζονται κάθε χρόνο, ένα εθνικό / πατριωτικό / κοινωνικό γκλάμουρ –ο καθείς διαλέγει και παίρνει, για όλους έχει ο μπαχτσές.

Μεγαλώνοντας προσπαθώ να καταλάβω τι ήταν εκείνο που έκανε τον παππού μου να πολεμήσει. Οι πύρινοι λόγοι, τα στρατευμένα πρωτοσέλιδα, το κλίμα που είχε διαμορφωθεί θα έπαιξε τον ρόλο του, αλλά από μόνο του δεν είναι αρκετό. Θα μετρούσε περισσότερο στα μετώπισθεν, να δίνει κουράγιο στα γυναικόπαιδα που έμειναν μόνα τους.

Όχι, εκείνη τη στιγμή που αφήνεις πίσω τους δικούς σου και ξεκινάς να συναντήσεις τον θάνατο, κάτι άλλο, πιο βαθύ πρέπει να μέτρησε. Βαθύ κι απλό ταυτόχρονα. Η έξη να κάνει την δουλειά του με ευσυνειδησία. Νομίζω ότι ο παππούς μου και χιλιάδες άλλοι πήγαν στον πόλεμο, κράτησαν το Ελληνοϊταλικό μέτωπο, προχώρησαν βαθιά στην Αλβανία, με την ίδια απλότητα που πήγαιναν το πρωί στο εργαστήρι, το μαγαζί ή το χωράφι τους. Τίποτα παραπάνω και τίποτα παρακάτω. Γι’ αυτό και δεν διεκδίκησαν ποτέ τιμές, αναγνωρίσεις, ειδικές συντάξεις και μετάλλια. Αυτά είναι για τους άλλους, τους επώνυμους και τους καπάτσους.

.

Δεν ξέρω αν είναι σωστό, δεν ξέρω αν είναι λάθος, αν είναι πολύ ή λίγο, πάντως έτσι τιμώ κάθε χρόνο την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου: Θυμούμενος τον παππού μου. Προσπαθώντας να τον καταλάβω. Προσπαθώντας να βρεθώ στη θέση του πέρα από ρητορισμούς και ιδεολογήματα.