Category Archives: πολιτισμός

Για τον Leonard Cohen

Ο θάνατος του Leonard Cohen συνέπεσε με τον θρίαμβο του Donald Trump και η βεβαιότητα ότι μια εποχή τελείωσε και μια άλλη, που δεν ενθουσιάζει αλλά μάλλον φοβίζει, ξεκίνησε, έγινε ακόμα πιο έντονη. Άλλωστε ο Καναδός τραγουδοποιός έμοιαζε πάντα με άνθρωπο αλλοτινών καιρών και τρόπων: Ντυμένος μονίμως με άψογες κοστουμιές και υπέροχα καπέλα, ποτέ με τζιν, το ρούχο του 20ου αιώνα, ρουφώντας αργά κόκκινο κρασί κι όχι χάπια ή σκόνες, όπως απαιτούν οι μόδες, και με ευγένεια ασυνήθιστη και απροσδόκητη για άνθρωπο της φήμης του, προσωποποιούσε μια δυνατότητα του δυτικού ανθρώπου, την οποία μάλλον ποτέ δεν κατάφερε να προσεγγίσει. Το πένθος λοιπόν για τον θάνατό του αφορά περισσότερο εμάς και το παρόν μας και λιγότερο εκείνον. Τον ίδιο μόνο να τον μακαρίζει κανείς μπορεί· υπήρξε ως το τέλος Ευλογημένος: Πέθανε διαυγέστατος και πλήρης ημερών, έχοντας ολοκληρώσει ένα σπουδαίο έργο, που δεν περιορίζεται στην τραγουδοποιία, αλλά εκτείνεται στην πεζογραφία, την ποίηση και τα εικαστικά, περιτριγυρισμένος από τα παιδιά, τους φίλους και την αγάπη εκατομμυρίων ανθρώπων ανά τον κόσμο. Leonard, έζησες μια ωραία ζωή κι αξιώθηκες έναν εξίσου ωραίο θάνατο –τι άλλο μπορεί κανείς να ελπίζει και να εύχεται για τον εαυτό του και τους αγαπημένους του;

Leonard Cohen at the Arena in Geneva, 27 October 2008

Leonard Cohen at the Arena in Geneva, 27 October 2008

Για τους θαυμαστές του, η αγγελία του θανάτου του αποδείχτηκε αφορμή να βυθιστούμε για μια ακόμα φορά στις μουσικές και τα λόγια του. Από τα πρώτα του 1967, που τραγουδάει χαμηλόφωνα (δειλά;) συνοδευόμενος με μια κιθάρα, στην σταθερή, σίγουρη φωνή που ξεπηδάει μέσα από τα συνθεσάιζερ της εποχής του Ρήγκαν και, τέλος, στην υπόγεια βραχνάδα του Popular Problems και του You Wanted Darker. Δεκατέσσερις σπουδαίοι δίσκοι αποτελούν το κυρίως σώμα της δουλειάς του δουλεμένοι μέσα σε 60 χρόνια και περιέχουν τραγούδια-ιδανικούς συντρόφους για μοναχικές ώρες και δύσκολες στιγμές. Τραγούδια που γλύφουν μέσα πληγές και δεν τις ξύνουν, που μπορούν να στοχαστούν ξεπερνώντας την συγκυρία, αλλά και να σαρκάσουν, να καταγγείλουν, να οργιστούν.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι και πολλοί λόγοι για να ακούσει κανείς τα τραγούδια του Cohen. Μπορεί να συγκινηθεί από την μελαγχολική αισθαντικότητα με την οποία αντιμετωπίζει τα μεγάλα και τα μικρά του κόσμου, την αγάπη και τον θάνατο ή τον καπιταλισμό και το κρασί. Μπορεί να διδαχθεί από την σοφή και διεισδυτική ματιά του (το «There is a crack in everything / That’s how the light gets» in είναι από τα σημαντικότερα μαθήματα που έχω πάρει). Και βεβαίως μπορεί να ωφεληθεί και από τον τρόπο που αντιμετώπιζε την δουλειά και τη ζωή. Γιατί ποτέ δεν υπέταξε ούτε το ένα ούτε το άλλο στη δημοσιότητα και το κέρδος –οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται για το χρήμα και την φήμη δεν σπαταλούν πέντε χρόνια για να γράψουν ένα τραγούδι, ούτε βεβαίως έχουν ένα Hallelujah να επιδείξουν.

Εβραίος γεννημένος στο Κεμπέκ, κάτοικος της Νέας Υόρκης, της Ύδρας, του Λος Άντζελες και πολίτης του κόσμου, ο Cohen περιπλανήθηκε στα νεανικά κινήματα των μέσων του περασμένου αιώνα, πάλεψε με τον Χριστιανισμό, αναζήτησε την γαλήνη του Ζεν, παρέμεινε όμως πάντα ο Εβραίος προφήτης και ποιητής. Πέτυχε οι επιρροές του να τον βαθύνουν και να τον επεκτείνουν, όχι να τον αλλοιώσουν. Αυτή ακριβώς η σχέση του με την κληρονομιά του μπορεί να διδάξει πολλά εμάς τους Έλληνες. Όσο πιο συνειδητά έπαιρνε την θέση του μέσα στην μεγάλη Εβραϊκή παράδοση, τόσο πιο σημαντικά έργα μας παρέδιδε. Έτσι μας δίδαξε κι αυτός ότι η οικουμενικότητα ξεπηδάει μέσα από το συγκεκριμένο, όχι το αφηρημένο και το άρριζο.

Διαβάζω ότι ζήτησε να ταφεί με τον παραδοσιακό εβραϊκό τρόπο ανάμεσα στους γονείς και τους παππούδες του. Χοῦς εἰς χοῦν –ο Leonard επέστρεψε στην αρχέγονη μήτρα. Έκλεισε έναν τέλειο κύκλο, έγινε κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα. Υπάρχει μια μελαγχολική ομορφιά σ’ αυτό, ίδια μ’ εκείνη που κουβαλούν τα τραγούδια του. Και κάτι το ανομολόγητα ανακουφιστικό, καθώς δίνει προοπτική στα πράγματα και τη ζωή.

______________________

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό Φρέαρ 

Advertisements

Johnny Cash

Johnny Cash

Ο Χατζιδάκις εξηγούσε γιατί απέφευγε να χρησιμοποιεί διάσημους τραγουδιστές στους δίσκους του καταφεύγοντας στο Hollywood:

Όπως τα παλιά στούντιο δεν έβαζαν τον ηθοποιό που έπαιζε τον Χριστό να παίξει τον γκάνγκστερ, έτσι κι εκείνος δεν θα ζητούσε από έναν τραγουδιστή των νυχτερινών κέντρων να συμμετάσχει στον Μεγάλο Ερωτικό.

με την αναλογία αυτή υπογράμμιζε την σημασία που έχει στο τραγούδι η περσόνα του ερμηνευτή. Αν ο καλλιτέχνης επικοινωνεί με το κοινό μέσω συμπεφωνημένων υπονοουμένων, στο τραγούδι ο τραγουδιστής είναι το πιο εύγλωττο υπονοούμενο. Αυτό που δηλώνει με τις επιλογές, την στάση του, τον τρόπο του πάνω στη σκηνή αλλά και εκτός αυτής, χαράζει το κάθε τραγούδι πολλές φορές πιο βαθιά από τα γυρίσματα της φωνής του. Γι’ αυτό και ο Χατζιδάκις δεν έψαχνε ακριβώς «μεγάλες» φωνές, αλλά ένα συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου, που μπορούσε να επικοινωνήσει με τον καλλίτερο τρόπο τα τραγούδια του.

 

Ο Johnny Cash δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος τραγουδιστής ή τραγουδοποιός. Το μεγαλύτερο ίσως επίτευγμά του ήταν η εφεύρεση του Ανθρώπου με τα Μαύρα –η κατασκευή της περσόνας του, του καλλιτεχνικού εαυτού του. Ο ενοχικός οδοιπόρος, που εγκλημάτησε πραγματικά ή στη φαντασία του και περιμένει (ή αντικρίζει) τα έσχατα των καιρών προσπαθώντας να ανταποκριθεί στο θείο κάλεσμα, έχει κάτι το βαθιά καταγωγικό για την Αμερική, αλλά και την Δύση γενικότερα. Χάνεται στις απαρχές των νεώτερων χρόνων και κουβαλάει κάτι απ’ τον μεσαίωνα. Γι’ αυτό κι άντεξε στα γυρίσματα του καιρού και της μόδας. Γι’ αυτό και συγκινούν τόσο πολύ όχι μόνο τους παππούδες ή τους μεσήλικες, αλλά και τους πιτσιρικάδες.

Από αυτή την άποψη, η δουλειά του Rick Rubin, του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω από τις American Recordings, ήταν αυτονόητη: Το μόνο που είχε να κάνει είναι να φέρει τον Άνδρα με τα Μαύρα στα ‘90s· να βρει τον ήχο που θα έχει σήμερα αυτός ο αρχετυπικός χαρακτήρας.

Και δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ. Ο καινούργιος ήχος ήταν πάντα εδώ, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις: Ήταν ο τρόπος που δοκίμαζε ή μάθαινε τα τραγούδια του· ήταν εκείνος κι η κιθάρα του, εκείνος κι η φωνή του, εκείνος και τα τραγούδια του. Οι ιστορίες που αφηγούνταν μέσα από αυτά, προσδίδοντας στο καθένα μια μεγάλη υπαρξιακή αγωνία αλλά και την ελπίδα για το Μετά, που τον χαρακτήριζε.

Μεγαλοβδομάδα

Δεν είναι δύσκολο να σου αρέσουν τα Χριστούγεννα. Όπως δεν είναι δύσκολο να χαμογελάσεις όταν βλέπεις ένα νεογέννητο. Δεν χρειάζεται να είσαι Χριστιανός για να συμμετέχεις στην χριστουγεννιάτικη εορταστική παραζάλη. Όλα είναι τόσο πολύχρωμα κι ανάλαφρα που στροβιλίζεσαι μαζί τους χωρίς καλά-καλά να το καταλάβεις: Στην καρδιά του χειμώνα, στολισμένες βιτρίνες, φωτισμένα δέντρα, δώρα, ρεβεγιόν -είναι αδύνατο να μην σου αρέσουν τα Χριστούγεννα, εκτός πια κι αν έχεις σοβαρή κατάθλιψη.

Το Πάσχα είναι άλλη φάση. Στο κέντρο του βρίσκεται / προϋπόθεσή του είναι ένας θάνατος. Κι όχι ένας οποιοσδήποτε θάνατος, αλλά θάνατος σκληρός, αγωνιώδης, πρόωρος και βάρβαρος. Και μετά, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα, υπάρχει και η Ανάσταση -τι ακατανόητο πράμα! Εντάξει, υπάρχουν βέβαια τα ψητά αρνιά, τα κόκκινα αυγά, τα κουλούρια και τα τσουρέκια, οι λαμπάδες και το φιλί, τα οποία -ας το παραδεχτούμε- αν τα ξεκόψεις από την Ανάσταση, βγάζουν χοντροκοπιά, βαρβαρότητα και χωριατίλα. Καμιά σχέση με τα ποπ λαμπιόνια των Χριστουγέννων. Με έναν τρόπο λογικό και ταυτόχρονα μυστικό, το Πάσχα αντιστέκεται στην ελαφρότητα της νεωτερικότητας.

Είναι φυσιολογικό.

Μια κοινωνία, ένας πολιτισμός, που προσπαθεί να απωθήσει και να μην αντιμετωπίσει οτιδήποτε έχει σχέση με την φθορά, της είναι δύσκολο, για να μην πω αδύνατο, να ασχοληθεί σοβαρά με τον θάνατο.

Σκέφτομαι πόσο άλλαξε η αντιμετώπιση των νεκρών τα χρόνια που εγώ θυμάμαι: Παλιά ο νεκρός πήγαινε στο σπίτι του, όπου τον περίμεναν συγγενείς, φίλοι και γείτονες, μαζεύονταν κόσμος, τον ξενυχτούσαν, μερικές φορές και δύο βράδια, κι ύστερα όλοι μαζί, πομπή, τον πήγαιναν στην Εκκλησία και στο κοιμητήριο. Υπήρχε θρήνος, αλλά και πολλή ηρεμία. Ήταν μια γιορτή απ’ το ανάποδο. Σήμερα προσπαθούμε να ξεφορτωθούμε τον νεκρό όσο πιο γρήγορα γίνεται. Δεν θέλουμε να τον αντικρίσουμε. Το ιδανικό είναι από το νεκροτομείο να πάει κατευθείαν στο νεκροταφίο. Εκεί να συγκεντρωθούν οι γνωστοί για τον τελευταίο χαιρετισμό και μετά όλοι γρήγορα στα σπίτια τους.

Μια κοινωνία όμως που δεν ξέρει να πενθεί, πώς να βιώσει την χαρμολύπη;

Κι όμως, η χαρά δεν χρειάζεται ενίσχυση για να την διαχειριστείς. Μπορεί ο καθένας μόνος του να κουβαλήσει το φορτίο της ευτυχίας. Τα ζόρια είναι στην άλλη πλευρά, στην αρρώστια και τον θάνατο. Εκεί χρειαζόμαστε αρωγή, σε αυτά θέλουμε να μας κάνουν κουράγιο. Όμως εμείς -κι όταν λέω εδώ εμείς εννοώ την κοινωνία, τον πολιτισμό μας- εμείς προτιμούμε να επιμερίζουμε τον πόνο στο κεφάλι του κάθε παθόντος και να στεγανοποιούμε το εγώ μας. Αυτό ίσως να λειτουργεί απέναντι στο κάθε μεμονωμένο περιστατικό, αλλά πόσο μπορούμε να προχωρήσουμε και πού μπορούμε να φτάσουμε απωθώντας το ερώτημα περί θανάτου; Το βασικότερο ίσως ερώτημα στην ζωή κάθε ανθρώπου ασχέτως φύλου, ηλικίας, μόρφωσης, επαγγέλματος, πλούτου. Το ερώτημα που αν απαντηθεί, νοηματοδοτεί τις πράξεις μας, δίνει αέρα στις ζωές μας.

Η J. Perkins θεωρεί, και συμφωνώ απολύτως μαζί της, ως το καθοριστικό στοιχείο που συνέβαλε στην διάδοση και την επικράτηση του Χριστιανισμού την αντίληψη που κόμισε περί θανάτου, πόνου και αρρώστιας. Εμείς σήμερα, που το πολιτιστικό και κοινωνικό μας DNA κουβαλάει 2000 Χριστιανισμού, δύσκολα ίσως συνειδητοποιούμε πόσο ριζικά διαφορετικό φαινόταν τότε το κήρυγμα της Εκκλησίας. Πόσο ριζικά διαφορετικό παραμένει ακόμα και σήμερα. Σκεφτείτε μόνο ότι happy end στη χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας ήταν ο θάνατος του ήρωα, ενώ στην παγανιστική ήταν φυσικά ο γάμος… Αυτή ακριβώς η αντίληψη κρατούσε εκείνους τους πρώτους Χριστιανούς εντός κι εκτός κοινωνίας / τους έκανε να φαίνονται αντικοινωνικοί, εχθροί του κράτους, της πόλης, του πολιτισμού. Και ίσως έτσι να ήταν. Τίποτε δεν μας βεβαιώνει ότι ο Χριστιανός-«μέσος άνθρωπος», που όλοι θεωρούμε ως δεδομένο, όντως υπήρχε τότε. Βέβαιο όμως είναι πως πάνω σε αυτή την άλλη, την αντικοινωνική αν θέλετε, αντίληψη περί θανάτου, χτίστηκαν νέοι κόσμοι και νέες κοινωνίες.

Ξεπεράστηκε η απάντηση που έδωσε ο Χριστιανισμός στο ερώτημα του θανάτου;

Δεν ξέρω. Δεν το πιστεύω, δηλαδή. Αν ξεπεράστηκε κάτι, είναι ο συναισθηματισμός, δηλαδή η υστερική απόλαυση που προσέφερε ένας συγκεκριμένος ναρκισσισμός, ο οποίος φυσικά καταλήγει και σε ιδεολογίες/ιδεοληψίες και σε στείρο φανατισμό. Αυτός ξεπεράστηκε – ελπίζω να ξεπεράστηκε. Το άλλο, η υπέρβαση του θανάτου, είναι πάντα εδώ, ελπίζω να είναι πάντα εδώ, και να μας περιμένει.

Ακόμα όμως και αν η Χριστιανική απάντηση ξεπεράστηκε, δεν αντικαταστάθηκε. Με άλλα λόγια, όπως και να το δεις, όπως κι αν το μετρήσεις, το κενό στις ζωές μας παραμένει εδώ και κραυγάζει προκλητικά. Όσο και να πιέζουμε τα δάχτυλα στ’ αυτιά μας, δεν υπάρχει περίπτωση, κάποια στιγμή θα το ακούσουμε.

………………………….

Όπως καταλαβαίνετε το κείμενο αυτό, όπως και όλα τα κείμενα του Σημειωματάριου, απάντηση, συμβουλές, παροτρύνσεις δεν περιέχει. Δεν έχω την θωράκιση που απαιτείται για να σας πω τι πρέπει να κάνετε, να πιστέψετε, να σκεφτείτε. Δεν έχω την θωράκιση που χρειάζεται για να σκεφτώ, να πιστέψω ή να κάνω ο ίδιος. Μεγάλη Παρασκευή σήμερα και θα σύρω τα βήματά μου στην Εκκλησία με την τυφλή πεποίθηση, ότι κάτι συμβαίνει εκεί μέσα. Ελπίζοντας ότι θα το ψηλαφίσω. Κι αυτό εύχομαι σε σας και σε μένα με όλη μου την καρδιά: Να το ψηλαφίσουμε!

Κύκλος διαλέξεων: Τόποι, χρόνος και ορίζοντες της Ύστερης Αρχαιότητας

Ο Michel Foucault θεωρούσε ότι για να κατανοήσουμε καλλίτερα το νεώτερο άτομο, θα πρέπει να εξετάσουμε την ιστορική πορεία που το διαμόρφωσε. Ακολουθώντας αυτή την προτροπή, ο συγκεκριμένος κύκλος διαλέξεων θα εστιάσει στην ύστερη αρχαιότητα (3ος – 8ος αιώνας μ.Χ.), μια περίοδο βαθιάς και πολυεπίπεδης κρίσης, αλλά και μεγάλων υπερβάσεων, η οποία δικαίως θεωρείται μήτρα του σύγχρονου κόσμου.

Η ύστερη αρχαιότητα ξεκινά με την διάδοση του Χριστιανισμού και κλείνει με την ανάδυση του Ισλάμ –δυο μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, που τότε, για πρώτη φορά, χώρισαν τον κόσμο σε χριστιανική Δύση και ισλαμική Ανατολή. Παράλληλα, αρχαίες δομές καταρρέουν και νέες συστήνονται, το αξιακό σύστημα αναδιαμορφώνεται, οι ορίζοντες του πνεύματος και της φαντασίας διευρύνονται, νέες γωνίες θέασης της πραγματικότητας ανακαλύπτονται. Ο άνθρωπος επανακαθορίζει την θέση του στον χώρο και τον χρόνο και την σχέση του με τον εαυτό του θέτοντας τα θεμέλια του σύγχρονου κόσμου.

Σε αυτούς ακριβώς τους δύο άξονες δομείται ο συγκεκριμένος κύκλος διαλέξεων, που θα γίνουν στο Ίδρυμα Θεοχαράκη τις Παρασκευές του Απριλίου και του Μαΐου. Θα συζητηθεί η σχέση του ανθρώπου με τον χώρο εστιάζοντας σε θέματα, όπως η δημιουργία νέων ισχυρών κέντρων εξουσίας εκτός Μεσογείου και η σχέση τους με την Ρώμη και το Βυζαντινό κράτος, η καινούργια σχέση του ανθρώπου με το σώμα και την ψυχή, οι αντιλήψεις για τον έρωτα και την σεξουαλικότητα, την βία και τον πόνο, την αρρώστια και τον θάνατο.

Αμφιθέατρο Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη

15, 22 Απριλίου 2016
6, 13, 20, 27 Μαΐου 2016
Παρασκευή 18.00-20.00

Πληροφορίες: 210 3611206 • http://www.thf.gr

«Το κράτος είναι μια καταπιεστική μάνα» (συνέντευξη στον Αντώνη Παγκράτη)

 

Τα καφενεία συνιστούσαν ανέκαθεν καταφύγιο ιστοριών: προσωπικών, εθνικών, κοινωνικών. Ατομικής και συλλογικής μνήμης – όχι απαραίτητα αξιόπιστης αλλά καθορισμένης από την πολυπλοκότητα των επιλογών ενός εκάστου. Ετσι, για τον υπεραπλουστευμένο συμβολισμό, το κολωνακιώτικο «Καφενείο» στη Λουκιανού κρίθηκε ιδανικός τόπος συζήτησης με τον ιστορικό Φώτη Βασιλείου. Μέχρι το τέλος της κουβέντας, η σύνδεση ανάμεσα στην Υστερη Αρχαιότητα, που αποτελεί το πεδίο του, και τη σημερινή ελληνική κατάσταση φαίνεται σχεδόν αναπόφευκτη…

– Γιατί έγινες ιστορικός;

– Νομίζω ότι ασυνείδητα με έσπρωξε εκεί η αγάπη μου για την αφήγηση. Από παιδί με μάγευε κι εξακολουθεί να με μαγεύει κάθε αφηγηματικό είδος: το μυθιστόρημα, το σινεμά, η μπαλάντα, το παραμύθι. Η Ιστορία είναι μια έντεχνη αφήγηση που συγκροτεί και ανασυγκροτεί τη συλλογική και ατομική μας μνήμη. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που η μνήμη του ξεπερνάει τα όρια της βιολογικής του εμπειρίας. Μπορεί να μη ζήσαμε την Κατοχή, τη Μικρασιατική Καταστροφή ή το ’21, αλλά τα περιέχουμε. Η εικόνα που έχουμε γι’ αυτά διαμορφώνει τις ιδέες, τις ευαισθησίες, τον χαρακτήρα μας. Εδώ βρίσκεται, αν θέλετε, και η μεγάλη ευθύνη του ιστορικού.

– Τι ορίζουμε ως Υστερη Αρχαιότητα;

– Είναι η περίοδος που ξεκινάει με τη διάδοση του χριστιανισμού και τελειώνει με την άνοδο του Ισλάμ – χονδρικά θα λέγαμε από το 200 ώς το 750 μ.Χ. Οι χρονολογίες, όπως βλέπετε, δεν είναι με ακρίβεια καθορισμένες, όπως στις πιο παραδοσιακές περιοδολογήσεις, γιατί δεν ορίζεται από συγκεκριμένα στρατιωτικά, πολιτικά ή οικονομικά συμβάντα, αλλά από αυτά τα δύο σημαντικά πνευματικά γεγονότα. Αυτό δείχνει και τα ενδιαφέροντα όσων μελετάμε τη συγκεκριμένη περίοδο: ασχολούμαστε με τις σχέσεις, τις ιδέες, τις αισθήσεις, τη συγκρότηση της ταυτότητας, την αισθητική. Συνάδελφοι που μελετούν τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα της εποχής εκείνης προτιμούν να την ονομάζουν με τους πιο παραδοσιακούς όρους, Υστερη Ρωμαϊκή ή Πρώιμη Βυζαντινή – αναλόγως της οπτικής τους.

– Πώς κατέληξες εκεί;

– Δεν ήταν αυτονόητο. Μου πήρε πολλά χρόνια και πολύ κόπο γιατί αρχικά ήμουν στραμμένος στην κυρίως βυζαντινή περίοδο. Σπούδασα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τη δεκαετία του ’90, όταν ήταν ένα σημαντικό βυζαντινολογικό κέντρο. Παράλληλα, ήταν μια εποχή που ο κόσμος όπως είχε διαμορφωθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατέρρεε και η ελληνική κοινωνία αναζητούσε έναν δικό της τρόπο ύπαρξης, χωρίς ίσως και να πολυκαταλαβαίνει τον σύνθετο κόσμο που δημιουργούνταν γύρω της – όλα αυτά μάς έσπρωχναν στη μελέτη του Βυζαντίου. Αλλά κάτι με έτρωγε. Δεν μου αρκούσε να μελετήσω τον καθ’ ημάς Μεσαίωνα. Ηθελα να κατανοήσω πώς δημιουργήθηκε, τις προϋποθέσεις του. Αυτός ήταν και ο μόνος τρόπος να κατανοήσω τη σύγχρονη Ελλάδα και τελικά τον εαυτό μου. Ετσι, ενώ τα πρώτα μου ενδιαφέροντα περιστρέφονταν γύρω από το Υστερο Βυζάντιο, άρχισα να πηγαίνω όλο και πιο πίσω, όλο και πιο πίσω, μέχρι που έφτασα στην περίοδο που ονομάζουμε Υστερη Αρχαιότητα. Εκεί σταμάτησα.

– Οπότε έκανες ένα ταξίδι καταγωγών, το οποίο ακούγεται πολύ μοναχικό.

– Στην Ελλάδα δεν υπάρχει διδασκαλία και μαθητεία. Σίγουρα οι καθηγητές θα σου πουν μια γνώμη, φίλοι, συγγενείς θα σε στηρίξουν, θα σε ενθαρρύνουν, αλλά συστηματική καθοδήγηση δεν υπάρχει – τουλάχιστον εγώ δεν την αξιώθηκα. Επρεπε να ανακαλύψω τον τροχό, τη φωτιά, τον ηλεκτρισμό και να φθάσω σιγά σιγά στο σήμερα, στην εποχή των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ενστικτωδώς και ψηλαφητά προχώρησα. Χάνοντας χρόνο, κάνοντας λάθη, μαθαίνοντας μέσα από τις αποτυχίες.

– Γιατί όμως σταμάτησες εκεί; Γιατί δεν πήγες πιο πίσω;

– Η Υστερη Αρχαιότητα είναι μια μεταιχμιακή εποχή. Από τη μια, τότε ολοκληρώθηκε η κωδικοποίηση των γνώσεων και των επιτευγμάτων των παλαιότερων εποχών και, απ’ την άλλη, αυτά αξιοποιήθηκαν για να δοθούν απαντήσεις στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Η Υστερη Αρχαιότητα είναι η εποχή μιας μεγάλης και πολυδιάστατης κρίσης – οικονομικής, πολιτικής, θεσμικής, πνευματικής. Ο αρχαίος κόσμος κατέρρεε από τις εσωτερικές του αντιφάσεις και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις ανάγκες των καιρών. Ταυτόχρονα όμως είναι και η εποχή των μεγάλων λύσεων και υπερβάσεων. Οι απαντήσεις που δόθηκαν αποτέλεσαν τον σπόρο που κάρπισε τον σύγχρονο, νεωτερικό κόσμο.

– Στο βιβλίο σου ασχολείσαι με τον ρόλο του πατέρα εκείνη την περίοδο. Τι σημαντικό συνέβη στο πεδίο αυτό που άξιζε να μελετηθεί;

– Συνέβη μια κοσμογονία. Στις μεσογειακές κοινωνίες ο πατέρας θεωρούνταν ο αρχηγός, ο κυρίαρχος μέσα στην οικογένεια, και ήταν ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος για να αποφασίζει σχετικά με το παρόν και το μέλλον όσων ανήκαν στο νοικοκυριό που διεύθυνε. Επιπλέον, το ρωμαϊκό δίκαιο με τον θεσμό της patria potestas τού παρείχε απόλυτη εξουσία επί των απογόνων του. Κι ας μην ξεχνάμε ότι με τη διάδοση του ρωμαϊκού δικαίου σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας, οι βασικές αρχές της patria potestas υιοθετήθηκαν από όλη τη ρωμαϊκή οικουμένη. Κατά την Υστερη Αρχαιότητα όμως διατυπώθηκε με βασικό όχημα τον χριστιανισμό ένα αίτημα για μεγαλύτερη εξατομίκευση. Για να το πω απλά: τα παιδιά ζητούσαν πλέον να αποφασίσουν τα ίδια για τον εαυτό τους. Τα αγόρια δεν ήθελαν να ακολουθήσουν τον δρόμο που τους υποδείκνυε ο πατέρας και τα κορίτσια αντιστέκονταν στα προξενιά, ενώ οι γυναίκες αποκτούσαν σημαντική θέση στον νέο δημόσιο χώρο που διαμορφωνόταν, την Εκκλησία. Ετσι άρχισε να απομειώνεται η ηθική και πραγματική δύναμη του πατέρα προς όφελος της μητέρας και των τέκνων. Να δημιουργούνται τα δικαιώματα της γυναίκας και των παιδιών. Η πατρότητα από εξουσιαστική δύναμη αρχίζει πια να γίνεται πνευματική λειτουργία.

O ρόλος του πατέρα

– Πώς συνδέονται όλα αυτά με το σήμερα;

– Νομίζω ότι σήμερα ζούμε την τελευταία φάση αυτής της εξέλιξης. Ο πατέρας ως βιολογικός παράγοντας έχει σχεδόν καταστεί αχρείαστος – πριν από έναν μήνα μάθαμε ότι οι επιστήμονες κατάφεραν να κατασκευάσουν τεχνητό σπέρμα. Αυτό όμως καθόλου δεν απομειώνει τον πνευματικό του ρόλο: πρέπει να υπάρχει, για να εκπροσωπεί τον Αλλο στη συνείδησή μας. Αλλιώς δεν μπορούμε να ολοκληρωθούμε ως άτομα.

– Εδώ φαίνεται να υπάρχει μια συμβολική αντιστοιχία ανάμεσα στον πολίτη και το σύγχρονο ελληνικό κράτος.

– Το ελληνικό κράτος είναι μια καταπιεστική μάνα. Δεν υπάρχει κάποιος θεσμός που θα λειτουργήσει στις συνειδήσεις μας πατρικά, που θα μας βοηθήσει να απογαλακτιστούμε, να αναλάβουμε τις ευθύνες του εαυτού μας, να ωριμάσουμε. Ολα μάς ωθούν στο βόλεμα, δηλαδή στην επιστροφή στη ζεστή, υγρή και σκοτεινή μήτρα της μάνας-κράτους. Την κατάρρευση αυτού του οικοδομήματος ζούμε σήμερα.

– Πώς γίνεται να απογαλακτιστούμε από τη μάνα-κράτος;

– Το Ευαγγέλιο λέει κάτι πολύ απλό: να εγκαταλείπουμε τους γονείς μας και να φτιάχνουμε τις δικές μας οικογένειες. Αυτό πρέπει να κάνουμε και τώρα, να αποκολληθούμε από τη μήτρα και να ξανοιχτούμε στον κόσμο.

 

————

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Νίκος Πλατύραχος – Γιώργος Νταλάρας: Τα άστεγα

Τα άστεγαΗ σχέση του ρεμπέτικου –και κατ’ επέκταση του λαϊκού τραγουδιού – με την ανατολίτικη μουσική,
δεν χρειάζεται ιδιαίτερα επιχειρήματα για να στοιχειωθετηθεί –τουλάχιστον για μας του Έλληνες. Αρκεί να θυμίσουμε τους μανέδες, που με τόσο καημό τραγουδούσαν ο Στελλάκης, ο Στράτος, η Ρόζα και οι άλλοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες στις προπολεμικές ηχογραφήσεις ή τις ασυγκέραστες κλίμακες, που χρησιμοποιούσαν θρυλικοί μουσικοί, όπως ο Γιοβάν Τσαούς. Εκείνο που ξεχνάμε όμως είναι η εξίσου στενή σχέση του ρεμπέτικου –και κατ’ επέκταση του λαϊκού – με την δυτική (την «Ευρωπαϊκή») μουσική. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε στα τάνγκο-ζεϊμπέκικο του Μπιθικώτση, τις μπλουζιές του Τσιτσάνη ή τα μάμπο του Χιώτη για να βρούμε συγγένειες. Ήδη το 1932 ο Γ. Μπάτης για τον περίφημο «Μπουφετζή» του αντλεί την μελωδική γραμμή από το How Dry I am, ένα αρχαίο τραγουδάκι από τον καιρό της ποτοαπαγόρευσης.

Αυτή τη μάλλον λησμονημένη σχέση υπενθυμίζει, αναδεικνύει και διερευνά ο Νίκος Πλατύραχος στον καινούργιο του δίσκο. Παράλληλα όμως, μας δείχνει ότι οι λαϊκοί ρυθμοί έχουν την δυναμική, το εύρος και την πλαστικότητα να μιλήσουν στο σήμερα για το σήμερα και να διαλεχθούν δημιουργικά με άλλες μουσικές κουλτούρες. Με άλλα λόγια, Τα άστεγα αποδεικνύουν ότι όσοι θεωρούν το ρεμπέτικο ως τελειωμένο είδος κατάλληλο για μουσειακές αναβιώσεις προς τέρψιν των νοσταλγών και μόρφωσιν των νεώτερων, είναι απλώς άνθρωποι χωρίς φαντασία ή χωρίς ταλέντο. Έχει μάλιστα ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ο συνθέτης δεν συνδέει το ρεμπέτικο με είδη που φαντάζουν σαν μακρινά ξαδέρφια του, όπως το blues ή η country, αλλά με το ragtime, τον ήχο της Νέας Ορλεάνης, την jazz. Λιτές κι ευφάνταστες ενορχηστρώσεις συνδέουν δημιουργικά το καμηλιέρικο και το απτάλικο, με το cakewalk και το stride – το βάρος του ρεμπέτικου με την ανεμελιά του ragtime.

Με την δουλειά του αυτή ο Πλατύραχος δίνει στέγη στο αίσθημα που ταλαιπωρήθηκε περισσότερο τα τελευταία 5-6 χρόνια, στη χαρά, την αισιοδοξία, την ελπίδα για ένα καλλίτερο αύριο, στην ομορφιά της ζωής εν τέλει. Πραγματικά, δεν πρέπει να έχει υπάρξει περίοδος που μια γενικευμένη μιζέρια μας έχει επιβληθεί με τόση ένταση από δυνάμεις που αλληλοσυγκρούονται στα υπόλοιπα ενοχοποιώντας μάλιστα οτιδήποτε ξεφεύγει · ο χαρούμενος, ο αισιόδοξος, ο άνθρωπος που ελπίζει, που δημιουργεί αίφνης ενοχοποιήθηκε και καλείται από τους διαφόρους κήνσορες σε απολογία. Μέσα σε μια απέλπιδα και σκοτεινή εποχή, Τα άστεγα είναι μια μελωδική παραφωνία, στέγη για την χαρά και την προσδοκία, ένα κάλεσμα να δούμε την κατάσταση αλλιώς.

Οι εξαιρετικοί στίχοι που υπογράφουν ο ίδιος ο συνθέτης, καθώς και οι Γιάννης Δούκας, Δημήτρης Λέντζος, Κώστας Παπαγεωργίου, Δημήτρης Ρούλιας, Παναγιώτης Μακρή και η Τίνα Γιωτοπούλου, συμβάλλουν σε αυτή την προσπάθεια, μεταφέροντας στη  σύγχρονη εποχή παλιά ρεμπέτικα στιχουργικά μοτίβα και εμμονές. Για παράδειγμα στο «Αχ ψυχή μου φυλλοβόλα», ο Λέντζος θυμάται το παλιό βαμβακαρικό «Χθες το βράδυ στο σκοτάδι / μου την πέσανε δυο μαύροι»· η «Κουκλίτσα» είναι μια από εκείνες τις δαιμονικές, άσπλαχνες γυναίκες, που καταστρέφουν τους άντρες με τα σκέρτσα τους (ο Τσιτσάνης είχε περιγράψει κάμποσες τέτοιες)· η «Λουκία» είναι ένα ανεξάρτητο λαϊκό κορίτσι, σαν αυτά που σκιτσάριζε ο Π. Τούντας κ.ο.κ. Ταυτοχρόνως, σχολιάζουν διακριτικά, αλλά με χιούμορ και σαρκαστική διάθεση την σημερινή κατάσταση –δεν μπορεί κανείς παρά να χαμογελάσει, όταν ακούει τον Νταλάρα να τραγουδάει «…για την κρίση εγώ φταίω / και με πέταξαν στα ΚΤΕΟ».

Τα άστεγα αξιώθηκαν να έχουν και εξαιρετικές ερμηνείες. Ο Σταμάτης Κραουνάκης δίνει ρέστα στην «Λουκία»· η Ελένη Τσαλιγοπούλου και η Ασπασία Στρατηγού συνδυάζουν την ώριμη μελαγχολία με το κοριτσίστικο νάζι· κι ο ίδιος ο συνθέτης τραγουδάει με παιγνιώδη διάθεση την «Κουκλίτσα». Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι το μεγάλο ατού του δίσκου είναι ο Γιώργος Νταλάρας.

 

Ο Γιώργος Νταλάρας

Μέσα από τα τραγούδια του Πλατύραχου ο τραγουδιστής επιχειρεί ένα ουσιαστικό comeback μετά την περιπέτεια του ’12 –όχι σαν «Νταλάρας», όπως δήλωσε ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του, αλλά σαν «Γιώργος». Το εγχείρημα φαντάζει τιτάνιο. Γιατί ο Νταλάρας, περισσότερο από κάθε άλλον συνάδελφό του, παλαιό ή νεώτερο, έγινε «εθνικός τραγουδιστής», όχι γιατί είπε κάποια τραγούδια «εθνικής» σημασίας, αλλά γιατί συνδέθηκε με τις αγωνίες, τους αγώνες και την πορεία του έθνους τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Υπό αυτή την οπτική, οι επιθέσεις που δέχτηκε δεν ήταν περιπτώσεις ανθρωποφαγίας, αλλά θεοφαγίας: Από την στιγμή που η πατρίδα βρέθηκε σε κρίση και το έθνος σε παρακμή, ο εθνικός τραγουδιστής δεν υπήρχε περίπτωση να διασωθεί. Το ίδιο το κοινό που τον λάτρεψε, οι πιστοί, επιχείρησαν να τον γκρεμίσουν από το βάθρο και να τον κατασπαράξουν –είχε κάτι βαθύ και καταγωγικό η άγρια στιγμή του γιουχαΐσματος, κάτι το πρωτόγονο και μυστικιστικό, που δεν εξηγείται μόνο με προφανείς παραπομπές στα σκουπίδια της συγκαιρινής πολιτικής.

Ο Γιώργος Νταλάρας λοιπόν επιστρέφει με έναν εξαιρετικό δίσκο, στον οποίο δεν είναι απλώς ο κεντρικός τραγουδιστής, αλλά και η κινητήριος δύναμη: Ο Νίκος Πλατύραχος έχει εξηγήσει ότι έγραψε τα τραγούδια έχοντας εκείνον στο μυαλό του κι ότι ο Νταλάρας συνέβαλε ως μουσικός και παραγωγός στην ολοκλήρωση του έργου (το όνομά του άλλωστε είναι δίπλα στου Πλατύραχου, πάνω από τον τίτλο). Αναμφίβολα, ο ερμηνευτής γνωρίζει σε βάθος το ρεμπέτικο και το λαϊκό, είναι και ο ίδιος ικανός μουσικός κι έχει πειραματιστεί με μύρια άλλα είδη τραγουδιού –έχει δηλαδή τις προϋποθέσεις να συμβάλει ουσιαστικά σε έναν δίσκο που έχει και μια πλευρά πειραματισμού. Επιπλέον αποδεικνύει για ακόμα μια φορά τα ταλέντα του, την δύναμη και την ευρηματικότητα της ερμηνείας, που φωτίζει κι αναδεικνύει τα τραγούδια καθιστώντας οικείο το ασυνήθιστο. Δείχνει όμως και την ευσυνειδησία του, καθώς είναι φανερό ότι έχει ψάξει το υλικό του και δεν επαναπαύτηκε στις ευκολίες του –δεν αρκέστηκε στο «μια κι έξω».

Εν κατακλείδι, Τα άστεγα αποτέλεσαν για μένα την ευχάριστη μουσική έκπληξη των τελευταίων μηνών. Ταλέντα παλαιά και νέα συναντήθηκαν και μας έδωσαν ένα φιλόδοξο δίσκο, από κείνους που σπανίως βλέπουμε πια στα δισκοπωλεία. Από αυτή την άποψη, η εργασία αυτή δεν είναι μόνο ακουστική απόλαυση, αλλά και μια βαθιά παρηγοριά μέσα στις όλες δυσκολίες.

 

Δημοσιεύτηκε στο globalview.g

Το πένθος κι ο εαυτός

Η λύπη, η μελαγχολία, το πένθος, όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει είναι φυσικά κι αναμενόμενα. Είναι ανθρώπινα, καθώς υπενθυμίζουν στον καθένα μας την κοινή μας μοίρα.

Παρατηρώ όμως μια εμμονή στα media, ειδικά τα κοινωνικά, γύρω από τους θανάτους και τα μνημόσυνα συγγραφέων, διανοούμενων, καλλιτεχνών, διασήμων εν γένει, που ξεφεύγει από το αναμενόμενο. Οι τοίχοι του facebook, η χρονογραμμή του twitter, δεν περιμένουν τον αιφνίδιο θάνατο για να πενθήσουν· καθημερινά γεμίζουν με φωτογραφίες και ημερομηνίες σπουδαίων και σημαντικών που γεννήθηκαν ή «φύγανε» σαν σήμερα.

Τα social media δεν είναι όμως ημερολόγια απωλειών ή πένθους, είναι χώροι δόμησης και αποδόμησης εαυτού. Κατά συνέπεια, το πένθος , επετειακό ή επικαιρικό, έχει σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Καλλίτερα: Το πένθος είναι ο τρόπος που συγκροτούμε τον εαυτό μας.

Κι έχει ενδιαφέρον ότι οι εαυτοί δεν συγκροτούνται στη βάση καθημερινών πράξεων και παραλήψεων, επιλογών και απορρίψεων, ιδεών ή πραγμάτων, αλλά στο βάθος επιμνημόσυνων αναφορών σε ανθρώπους οπωσδήποτε σπουδαίους και σημαντικούς. Είναι εντελώς διαφορετικό να διαβάζω και να διαλέγομαι με τα έργα του Ντοστογιέφσκι, του Τόμας Μανν ή του Μπρωντέλ, να προβληματίζομαι με τις ιδέες τους και να τους σχολιάζω στην ιστοσελίδα ή τον φεϊσμπουκικό μου τοίχο, κι άλλο να παραφυλάω την μέρα που γεννήθηκαν ή που πέθαναν για να αναρτήσω την φωτογραφία τους με τις ημερομηνίες αρχής και τέλους.

Σκέφτομαι ότι δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί το φαινόμενο –άλλωστε δεν αποτελεί ελληνικό προνόμιο, αλλά ολόκληρου του ευρωπαϊκού, ίσως του δυτικού, κόσμου. Έχει να κάνει με τον τρόπο που οριοθετούμε τις σχέσεις μας, πώς τοποθετούμε τους εαυτούς μας αναφορικά με το παρόν και το παρελθόν, την πολύμορφη ανασφάλεια που βιώνουμε, το έλλειμμα σε στόχους, σε οράματα και αξίες· με την εμπειρία χιλιετηρίδων που συνολικά, σαν ανθρωπότητα, αλλά κι ο καθένας ξεχωριστά, κουβαλάμε στους ώμους μας. Κι έχει βεβαίως να κάνει και με την πολυπλοκότητα του κόσμου, το πλήθος των ανεπεξέργαστων πληροφοριών που δεχόμαστε, τους αστραπιαίους ρυθμούς που ζούμε τις ζωές μας.

Φαίνεται ότι όσο τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις για να τις προλάβουμε, τόσο ακίνητη στέκει η ψυχή μας. Ανίκανη να κάνει ένα βήμα μπροστά, καθηλωμένη, αδυνατεί να διακρίνει την ομορφιά της πραγματικότητας, να αφομοιώσει την εμπειρία του παρόντος, να την μετουσιώσει σε έργο, κι έτσι αναπαύεται βουλιάζοντας στην πένθιμη νοσταλγία –είναι αυτός ο «πολιτισμός θανάτου, που περιέγραφε ο Ευγένιος Αρανίτσης ήδη από το (ευφορικό και προ-Ολυμπιακό) 1999.

………………

Να παγώσουμε τον χρόνο ή να τον βραδύνουμε, να στενέψουμε τον χώρο, να απλοποιήσουμε τον κόσμο, είναι αδύνατο. Ο εγχρονισμός στο σήμερα είναι ο μόνος τρόπος να απαλλαγούμε από την θανατίλα της νοσταλγίας και το μόνιμο πένθος· ο μόνος τρόπος να γίνουμε δημιουργικοί και ν’ αγαπήσουμε ξανά αυτό που έχουμε κι αυτό που είμαστε· ο μόνος τρόπος εν τέλει να σώσουμε την ψυχή μας…