Category Archives: προσωπικά

39

Δεν στεναχωριέμαι που μεγαλώνω. Δεν καταθλίβομαι. Εντάξει, τα πρωινά που κοιτάζομαι στον καθρέφτη και βλέπω τις άσπρες τρίχες στα μαλλιά και τα γένια μου αιφνιδιάζομαι· αναρωτιέμαι πώς βρέθηκαν εκεί, πού βρίσκομαι εγώ –αλλά μέχρι εκεί. Νίβομαι, τακτοποιώ τα μαλλιά μου και ξεκινώ την μέρα μου.

Κατανοώ απολύτως τους φίλους που τους πιάνει κρίση παραμονές γενεθλίων ή κάθε φορά που συνειδητοποιούν ότι φθάσαμε στην ηλικία των γονιών μας –αλλά δεν μού ‘χει τύχει. Ο όποιος πανικός, που με πιάνει, δεν έχει σχέση με τον χρόνο καθεαυτόν, αλλά με τον τρόπο που τον διαχειρίζομαι. Όπως πριν από ενάμιση χρόνο που ένιωθα ότι το μυαλό μου μετατρεπόταν σε χυλό και νέκρωνε η όποια δημιουργικότητά μου. Όμως γι’ αυτό η λύση ήταν απλή μέσα στην δυσκολία της: Αλλαγή εργασίας.

Όχι, νιώθω άνετα εδώ που είμαι, έτσι όπως είμαι. Δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Δεν νοσταλγώ. Δεν θέλω να ξαναγίνω 20, 25 ή 30.

 

Είχα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Κλασική ελληνική οικογένεια, γονείς, παππούδες, αδέλφια, θείοι, ξαδέλφια, γιορτινές συγκεντρώσεις, βαβούρα, λογομαχίες για τα πολιτικά ή το ποδόσφαιρο (ενίοτε και για το μπάσκετ!), επισκέψεις και ύπνος στρωματσάδα γιατί χίλιοι καλοί χωράνε, ασπρόμαυρη τηλεόραση και δίσκοι 33 στροφών στο σκρίνιο. Τα σκέφτομαι καμιά φορά. Προσπαθώ να μας δω με τα τωρινά μου μάτια· να καταλάβω. Βλέπετε, ό,τι μύθο ή εμμονή έχω μέσα μου, τότε φυτεύτηκε.

Αντιθέτως, δεν σκέφτομαι καθόλου το σχολείο, τα φροντιστήρια, τα Πανεπιστήμια –την εποχή που ο σπόρος φύτρωσε, θα έλεγε κάποιος. Όχι ότι ήταν άσχημα –φίλοι, συμμαθητές, κορίτσια, βόλτες, «φάσεις», ξενύχτια, διαβάσματα, ωραία γενικά κι ανάλαφρα, απλώς σήμερα δεν μου λένε τίποτα. Ίσως φταίει το εκπαιδευτικό σύστημα, που ρίχνει βαριά την σκιά του σε όλα εκείνα τα χρόνια: Η ένταξη σε έναν μηχανισμό, που είχε κάτι από γραφειοκρατία, κάτι από στρατωνισμό, κάτι από εξουσιαστική επιβολή, κι απαιτούσε προσαρμογή κι υπακοή μ’ ενοχλούσε· με πετούσε εκτός –ακόμα δηλαδή με πετάει. Δεν αντέχω τα συστήματα και τα γρανάζια τους, τις κλειστές πόρτες, την ιεραρχία που δεν στηρίζεται πουθενά αλλού παρά στον παραλογισμό της δύναμης. Φεύγω.

Κι έπειτα ακολούθησε μια περίοδος αναζήτησης –που κι αυτή είχε τα ωραία της, αλλά εγώ έμοιαζα με τυφλό που κινείται σε χώρο που δεν ξέρει: πήγαινα ψηλαφώντας πότε εδώ, πότε εκεί, χωρίς πρόγραμμα και στόχους. Μετά τα τριαντατόσα βρήκα έναν δρόμο που μπορώ κουτσά-στραβά να περπατήσω νιώθοντας ότι δεν προδίδω τον εαυτό μου και δεν χάνω την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό μου. Κι αυτόν ακολουθώ.

 

Τριανταεννιά.

Αναγνωρίζω πάνω μου τα χούγια του πατέρα μου και στ’ ανίψια μου (παιδιά δεν έχω) κάποια δικά μου χαρακτηριστικά. Παράξενο. Βλέπω την ζωή να σχηματίζει σιγά-σιγά έναν κύκλο. Έναν κύκλο που κάποτε θα ολοκληρωθεί και θα με κλείσει μέσα του.

Και μετά;

Εδώ σε θέλω κάβουρα…

Το καλοκαίρι βρήκα έναν παλιό μου δάσκαλο, που πατάει πλέον τα 75. Πάνω στην κουβέντα μου είπε ότι σκέφτεται συχνά ότι ο θάνατος είναι κοντά πλέον. Το είπε αυτό μορφάζοντας παράξενα. Εγώ τον κοιτούσα επίμονα, προσπαθώντας κάτι να μάθω από την εμπειρία του, αλλά εκείνος τραβούσε τα χείλη δείχνοντας ζόρι. Σκέφτηκα πως με την ιδέα του θανάτου ο άνθρωπος μπορεί να συμβιβαστεί. Προσοχή: Δεν εννοώ να το λέει «όλοι θα πεθάνουμε» ή να αστειεύεται ή άλλες τέτοιες εφηβικές συμπεριφορές, που ξορκίζουν τον φόβο, αλλά να συνειδητοποιήσει με κάθε μόριο του εαυτού του ότι κάποια στιγμή θα πεθάνει. Αυτό, όσο επίπονο κι αν είναι, μπορούν κάποιοι να το επιτύχουν. Εκείνο όμως που μου φαίνεται αδύνατο είναι να συνειδητοποιήσει κανείς ότι θα πάψει να υπάρχει, θα σβήσει, θα εξαφανιστεί, θα γίνει τίποτα. Ο νους δεν μπορεί να φτάσει εκεί· ο θάνατος είναι ένα αδιαπέραστο τείχος. Το τίποτα μας ξεπερνάει κι αυτό είναι το σημείο που γεννιέται η θρησκεία, η τέχνη, η ταυτότητα –ό,τι συγκροτεί τον άνθρωπο.

 

Έχω γενέθλια σήμερα, μπαίνω στα 39, και το βράδυ θα βγούμε με φίλους να το γιορτάσουμε. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω τι ακριβώς γιορτάζουμε, αλλά «είθισται», και μ’ αρέσει που θα είμαι με ανθρώπους που εκτιμώ, αγαπώ και περνάω καλά μαζί τους, οπότε δεν το πολυψάχνω. Στο κάτω-κάτω της γραφής, οι ανοιχτοί λογαριασμοί μας με τον χρόνο, που είναι ανοιχτοί λογαριασμοί με τους εαυτούς μας, δεν θα κλείσουν σ’ ένα βράδυ. Θα μένουν ανοιχτοί, σαν πληγές, σαν πηγάδια, για ν’ αντλούμε από μέσα τους έμπνευση και φώτιση.

Όνειρο Σχέδιο Ελπίδα

Οι νέοι, που έχουν τον ορίζοντα καθαρό και δεν νιώθουν αδυναμίες, παρά μόνο δύναμη, ονειρεύονται. Για κείνους όλα είναι εφικτά: Να κερδίσουν το Νόμπελ ή το Όσκαρ, να πατήσουν το πόδι τους στη σελήνη ή τους αντίποδες, να κερδίσουν όλα όσα έχασαν οι προηγούμενοι κι εκείνα ακόμα που θα χρειαστούν οι επόμενοι, ν’ αλλάξουν όχι μόνο τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά το ίδιο το παιχνίδι. Όνειρο είναι ο τόπος που, αν και κατασκευασμένος με τα υλικά της πραγματικότητας, μόνο πραγματικός δεν είναι· εκεί φυσικοί νόμοι δεν ισχύουν – βαρύτητα δεν υπάρχει, μπορούμε και πετάμε ελεύθερα στον ουρανό. Οι νέοι λοιπόν δεν είναι αισιόδοξοι· η ονειρική τους δύναμη τους τραβάει πέραν της αισιοδοξίας, σε μια μη-ρεαλιστική πραγματικότητα, η οποία δεν είναι παρά υπέρλογη ατομικιστική ελευθερία. Γι’ αυτό κι όσο μεγαλώνουμε, όσο βυθιζόμαστε στην πραγματικότητα, όσο βαθαίνουν οι σχέσεις μας, τόσο κλεινόμαστε έξω από το όνειρο.
Ώσπου φτάνουμε σε μιαν ηλικία, που δεν μας απομένει παρά να το νοσταλγούμε –όπως οι πρωτόπλαστοι νοσταλγούσαν την Εδέμ.

.

Ο ενήλικας που πατάει γερά στα πόδια του, που έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, εκείνος δηλαδή που έχει μια υγιή σχέση με τον εαυτό του και το περιβάλλον του, θέτει στόχους κι αναζητά τους βέλτιστους τρόπους για να τους πετύχει –σχεδιάζει. Ο κόσμος δεν είναι πλέον μια απέραντη δυνατότητα, έχει περιοριστεί σε συγκεκριμένες επιλογές και είναι στο χέρι του να τις πετύχει όλες, κάποιες ή καμία από αυτές. Όλα κρίνονται στην δική του δύναμη κι επιδεξιότητα· στην καθαρότητα της ματιάς του, όταν αντικρίζει τον εαυτό του και επιλέγει στόχο και τρόπο· στην σταθερότητα του χεριού του όταν σέρνει το νυστέρι. Ο άνθρωπος που έχει σχέδια, έχει κι αυτοπεποίθηση, ψυχραιμία, πιστεύει πάνω απ’ όλα και πέρα απ’ οτιδήποτε στον εαυτό του. Είναι δε αισιόδοξος, σε σημείο που πολλές φορές νομίζεται για αφελής –όμως αφελείς δεν είναι εκείνος, αλλά οι άλλοι, που τον θεωρούν έτσι, γιατί νομίζουν ότι βλέπουν αυτό που εκείνος αγνοεί, ενώ στην πραγματικότητα αγνοούν το πρώτο που είδε εκείνος:
Τον εαυτό του.

,

Οι απεγνωσμένοι ελπίζουν. Ο άνθρωπος που αισθάνεται το χώμα να υποχωρεί κάτω από το πέλμα του και δεν βρίσκει χειρολαβή να κρατηθεί, όποιος δεν έχει απάγκιο ν’ ακουμπήσει, δεν μπορεί παρά να ελπίζει. Γιατί αν κάτι δεν μπορεί να χωρέσει ο νους του ανθρώπου είναι το τέλος, η ανυπαρξία, το μηδέν, ο θάνατος, η καταστροφή –ακριβώς πριν απ’ αυτά μπλοκάρει και πιάνεται απ’ την ελπίδα, την μπλε οθόνη της συνείδησής μας. Ελπίδα είναι η παράλογη πεποίθηση ότι πριν το τέλος, κάποιο θαύμα θα συμβεί, κάποιος θεός θα εμφανιστεί από μηχανής, μ’ έναν τρόπο η φυσική εξέλιξη θα αναστραφεί ή έστω θα ανακοπεί. Όταν η λογική και ο ρεαλισμός καταλήγουν στο τέρμα, ενστικτωδώς στρεφόμαστε προς την μεταφυσική.
Η ελπίδα είναι το αποκούμπι των τελειωμένων, γι’ αυτό και ταράζομαι όταν μου την σερβίρουν.

Πρόχειρο

Στο σχολείο, από το Γυμνάσιο, αλλά κυρίως στο Λύκειο, παίρναμε καθημερινά μαζί μας το πρόχειρο. Ήταν μεγάλου μεγέθους τετράδιο, πολυσέλιδο, συνήθως σπιράλ με πολλά θέματα, στα οποία κρατούσαμε σημειώσεις από όλα τα μαθήματα, τις οποίες, υποτίθεται, θα χρησιμοποιούσαμε αργότερα στη μελέτη μας. Καμιά φορά εκεί λύναμε και τις ασκήσεις για το σπίτι ή γράφαμε ό,τι μας υπαγόρευε στην ώρα του μαθήματος κάποιος δάσκαλος.

Έτσι στο πρόχειρο συνυπήρχαν μεταφράσεις αγνώστων κειμένων, κλίσεις ανωμάλων ρημάτων, λύσεις εξισώσεων και ταυτότητες, μαθηματικοί τύποι, χημικές ενώσεις, φυσικοί νόμοι και δόγματα της Εκκλησίας, χρονολογίες σημαντικών γεγονότων και ονόματα πρωταγωνιστών, βιογραφικά συγγραφέων και ποιητών με κάθε είδους ορισμούς.  Και μαζί στίχοι των αγαπημένων μας τραγουδιών, τίτλοι και ατάκες από ταινίες, φωτογραφίες και ονοματεπώνυμα πρωταγωνιστών, ραβασάκια, αυτοβιογραφικές σημειώσεις, συνθήματα, σκίτσα, τρίλιζες, αστειάκια.

Για έναν μαθητή σαν εμένα και τους φίλους μου, πιθανότατα δηλαδή για κάθε μαθητή, το πρόχειρο έπαυε να είναι το βοήθημα του απογευματινού διαβάσματος, αλλά γινόταν κάτι σαν ημερολόγιο. Ή δελτίο ταυτότητας, ένα χάραγμα στον κόσμο της μέσα μας ζωής, καθρέφτης όχι τόσο του ποιος είμαι τώρα, αλλά του ποιος θέλω να γίνω.

Συνέβη λοιπόν το παράδοξο:

Ενώ αντιπαθούσα το σχολείο –ειδικά το Λύκειο – να αγαπώ τα πρόχειρα τετράδια. Τα ένιωθα –τα νιώθω δηλαδή– σαν ένα κομμάτι του εαυτού μου. Γι’ αυτό και δεν τα πέταξα μαζί με τα άλλα σχολικά ενθύμια, αλλά τα αποθήκευσα τρυφερά στο υπόγειο, να σαπίζουν αργά από τον χρόνο και την υγρασία μαζί με τον τότε εαυτό μου.

Το δε Σημειωματάριο, όταν το έστηνα πριν από 7 χρόνια, κάπως έτσι το φανταζόμουν:

Σαν ένα χώρο, που πρόχειρα θα σκαλίζω την ανησυχία μου.

Τι τα θυμάσαι όλα αυτά, θα ρωτήσεις. Σε έπιασε νοσταλγία;

Ναι, αλλά μια ιδιόρρυθμη νοσταλγία. Δεν μου λείπουν τα χρόνια, το τότε, αλλά το πρόχειρο, το πού, ένας χώρος που θα σημειώνω αυτά που μου έχουν καρφωθεί στο μυαλό. Όχι για να τα θυμηθώ, όχι για να μην τα ξεχάσω –δεν αναφέρομαι σε τέτοιου είδους σημειώσεις. Θέλω κάπου να γράφω πράγματα που δεν μου αρκεί να τα έχω μέσα μου, στο μυαλό μου· που για να τα χορτάσω θέλω να τα βλέπω απέναντι· να μπω εγώ μέσα τους, ει δυνατόν.

Σαν φοιτητής, που δεν είχαμε πια πρόχειρα, προμηθεύτηκα έναν φελοπίνακα και πάνω του καρφίτσωνα ό,τι ήθελα να βλέπω απέναντι. Φελοπίνακα είχα και τα 4 χρόνια στην Κύπρο, αλλά όχι πέρσι στην Αθήνα. Κι ούτε που μου έλειψε εκεί –παράξενο!

Μου λείπει όμως εδώ, που οι ιδιοκτήτες δεν επιτρέπουν τρύπες από καρφιά στους τοίχους, με αποτέλεσμα να κολλάω χαρτάκια στην ντουλάπα, που όλο πέφτουν, κι όλο τα σηκώνω, και τσαλακώνονται, και τσατίζομαι, τα σκίζω και τα πετάω, και τα ξαναγράφω…

Επιτρέψτε μου λοιπόν να σημειώσω κι εδώ αυτό που μου έχει κάτσει σήμερα, να δω, αν το μπλογκ μπορεί να λειτουργήσει κι έτσι:

Είμ’ ό,τι δεν έζησα…

Λεωφορεία

Κάθομαι στη θέση μου κι ακουμπάω το μέτωπό μου στο τζάμι. Το κινητό και η ταμπλέτα στη θήκη μπροστά μου, τα ακουστικά στην τσέπη. Τα βγάζω και τα ξεμπερδεύω. Θέλουμε ακόμα πέντε λεπτά για να φύγουμε –πέντε ολόκληρα λεπτά–, υπάρχουν ακόμα όρθιοι που ψάχνουν τις θέσεις τους, αλλά ο οδηγός κάθεται και κοιτάζει ανυπόμονος από τον καθρέφτη. Μόλις βγούμε από το σταθμό θα βάλω τ’ ακουστικά στ’ αυτιά και θα γλαρώσω στις μελωδίες για καμιά ώρα. Μετά διάλειμμα και μετά ταινία. Στάση είκοσι λεπτών μετά την Γέφυρα και πάλι μουσικές κι ίσως ακόμα μια ταινία μέχρι να φτάσουμε: Αθήνα-Γιάννενα εξίμισι ώρες.

Στα λεωφορεία, πιστέψτε με, δεν έχεις και πολλά να ελπίζεις. Η μαγεία, ο ρομαντισμός, το παραμύθι, η άνεση είναι στα τραίνα –τα λεωφορεία έχουν την μιζέρια και την ταλαιπωρία, μια ρεαλιστική πραγματικότητα μέσα στην σκόνη και την ιδρωτίλα. Καθηλωμένος για ώρες στην άβολη και στενή θέση μου υπολογίζω τις γουλιές του νερού σε σχέση με την απόσταση για την στάση. Στο τραίνο σηκώνεσαι, βολτάρεις, ξεμουδιάζεις, αράζεις στο κυλικείο και πας στην τουαλέτα για κατούρημα. Στα λεωφορεία μουδιάζεις, κρατιέσαι, σφίγγεσαι κι εύχεσαι ν’ αποφύγεις τα χειρότερα: Ο διπλανός σου να είναι υπέρβαρος και να κάθεται και στη δική σου καρέκλα ή γριά που θα μασουλάει καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής ή πιτσιρίκι που θα μιλάει ακατάπαυστα επί εξίμισι ώρες στο κινητό του…

Καλός συνταξιδιώτης είναι ο αόρατος συνταξιδιώτης. Ένας άνθρωπος-τοίχος ανάμεσα σε μένα και τον διάδρομο που δεν θα βάζει-βγάζει το μπουφάν του, ούτε θα πειράζει τον εξαερισμό, ούτε θα κοιτάζει το ρολόι του κάθε πέντε λεπτά ξεφυσώντας.

Ιδανικός συνταξιδιώτης είναι εκείνος που θα συζητήσεις μαζί του. Δεν υπάρχει καλλίτερο πράγμα. Η κουβέντα μειώνει την απόσταση και τον χρόνο. Καθώς έρχεσαι κοντά στον συνομιλητή σου, μοιάζει και ο προορισμός να έρχεται προς το μέρος σας. Χαλαρώνεις, ξεχνιέσαι, οι ώρες που περνούν παύουν να μοιάζουν οριστικά χαμένες –μπορεί να μην τις κερδίζω, αλλά τουλάχιστον δεν τις χάνω, κάτι είναι κι αυτό.

Εντάξει, η φαντασίωση είναι κοινή και αναμενόμενη: Δίπλα σου να καθίσει η πανέμορφη γκόμενα, που θα έχει παρόμοια ενδιαφέροντα με σένα, θα γελάει με τ’ αστεία σου και τα σκουντήματά της θα είναι γεμάτα νόημα. Στα είκοσι χρόνια που ταξιδεύω συστηματικά (περισσότερο συστηματικά απ’ όσο θα ήθελα είναι η αλήθεια) με λεωφορεία, μου έχει τύχει δύο ή τρεις φορές. Την μια φορά μάλιστα, στο λεωφορείο Ιωάννινα-Αθήνα, που πήγαινα για να προλάβω το αεροπλάνο για την Κύπρο, περνούσαμε τόσο καλά, που από την Κόρινθο και μετά μας έπιασε μελαγχολία. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα, email, facebook, υποσχέσεις ότι δεν θα χαθούμε κι ότι θα τα ξαναπούμε οπωσδήποτε, αλλά δεν βαριέσαι… Για καλό ή για κακό η ζωή δεν είναι ταινία.

Τελευταία φορά καθόμουνα δίπλα σε έναν μαγκάκο, χρόνια υπάλληλο σε μεγάλα ξενοδοχεία της Ελλάδας και του εξωτερικού –είχε περάσει μάλιστα κι από την Κύπρο. Μου έλεγε κόλπα για το πώς τα κονομούσαν τις καλές εποχές και μου περιέγραφε τα μεγάλα ξενοδοχεία από τα οποία είχε περάσει. Ο φουκαράς είχε σχεδόν ένα χρόνο άνεργος και κατέβαινε στην Αθήνα μέσα στο άγχος και τις ελπίδες.

Άλλη μια φορά θυμάμαι καθόμουν δίπλα σε μια κυρία από την Κόρινθο, που η μεγάλη της κόρη ήταν πρωτοετής στα Γιάννενα. Πήγαινε να την επισκεφθεί για πρώτη φορά και ήταν μέσα στο άγχος. Τα Γιάννενα της φαινόταν πολύ μακριά, πολύ μεγάλα, πολύ εξωτικά –τι γύρευε η κορούλα της εκεί; Κι αν πέσει σε κανέναν επιτήδειο; Κι αν την παρασύρουν σε κάποιο ολισθηρό σοκάκι; Είχε ακούσει ιστορίες κι ιστορίες και ήταν τρομοκρατημένη. Στην αρχή την έκανα χάζι –μου θύμιζε ανθρώπους και αγωνίες που άκουγα στη γειτονιά, όταν ήμουνα πολύ μικρός. Μετά προσπάθησα να την καθησυχάσω, αλλά μάλλον την άγχωσα περισσότερο. Μετά την βαρέθηκα, αλλά είχαμε ήδη φτάσει…

Συχνά ευχάριστη κουβέντα μπορείς να κάνεις με παππούδες και γιαγιάδες από χωριά. Καμιά φορά νομίζω ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι οι τελευταίοι που κατέχουν την μαγική τέχνη της ανεπιτήδευτης κοινωνικότητας. Ξέρουν πώς να ανοίξουν μια κουβέντα, πώς να διηγηθούν μια ιστορία, τι αντίδραση να έχουν σε ό,τι κι αν τους πεις, πόσο ν’ ανοιχτούνε και τι να κρύψουν.

.

Είκοσι χρόνια τώρα δεν υπάρχει στη ζωή μου αναγκαιότερο κακό από τα λεωφορεία. Πλέον δεν τα βαριέμαι, δεν με εξοργίζουν, δεν σπάζομαι, δεν αγανακτώ, δεν παραξενεύομαι. Κάθομαι στη θέση μου ευχόμενος ν’ αποφύγω τα χειρότερα και φοράω τ’ ακουστικά μόλις ξεκινήσουμε. Μουσική. Κι έξω απ’ τα παράθυρα το ίδιο σκηνικό κάθε φορά διαφορετικό: Μέρα ή νύχτα, καλοκαίρι ή χειμώνας, με ανθρώπους ή χωρίς. Και το μυαλό μου αδειάζει και πέφτω ολόκληρος, ψυχή τε και σώματι, στη μαύρη τρύπα που είναι αυτές οι εξίμισι ώρες. Και κει μέσα αναπάντεχα κάποιες φορές κατάφερα να πιάσω το κουβάρι και να το ξεδιαλύνω και να βρω την αρχή. Και ξέρετε αυτό τι σημαίνει:

Υπάρχουν φορές που χωρίς να το περιμένω ή να το ελπίζω εκεί, μέσα στο λεωφορείο, καθισμένος κι ακίνητος, να βρίσκω την έξοδο απ’ τον λαβύρινθο…

Αυτοαναφορική γραφή

Τι ξέρουμε για τον Όμηρο;

Στην πραγματικότητα τίποτα. Ως τις μέρες μας έχουν φτάσει κάποιες παραδόσεις που δημιουργήθηκαν αιώνες μετά την ακμή του, όταν δηλαδή το ενδιαφέρον άρχισε να επεκτείνεται (ίσως και να μετατοπίζεται) από το έργο και τον κόσμο του στο πρόσωπο του ποιητή. Ο ίδιος δεν ένιωσε την ανάγκη να αναφέρει τίποτα για τον εαυτό του. Αν όμως υπήρξε, δεν θα δήλωνε με υπερηφάνεια την πατρότητα των δυο επών; -όσοι υποστηρίζουν ότι ο Όμηρος ως πρόσωπο δεν υπήρξε ποτέ κι ότι ποιητής ήταν η συγκεκριμένη εποχή κι η κοινωνία, ότι τα έργα αυτά συνιστούν συλλογικό επίτευγμα, έχουν σοβαρά επιχειρήματα…

Αλλά και πάλι, πόσα μας λένε για τους εαυτούς τους ο Πλάτων, ο Θουκυδίδης, ο Σοφοκλής ή ο Ευρυπίδης; Ελάχιστα. Σχεδόν τίποτα. Δεν ένιωσαν την ανάγκη να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους, τα πάθη, τις χαρές τους. Να εξηγήσουν τις ιδιορρυθμίες, να δρέψουν δάφνες για τα κατορθώματα και να δικαιολογήσουν τις αποτυχίες τους.

Από την αρχαιότητα δεν μας σώθηκε ούτε μια αυτοβιογραφία. Πρέπει να προχωρήσουν οι αιώνες, να φτάσουμε στον Μάρκο Αυρήλιο και, κυρίως, στον Αυγουστίνο και τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό για να βρούμε τα πρώτα πραγματικά αυτοαναφορικά και εξομολογητικά έργα.

Η Ύστερη Αρχαιότητα παρουσιάζει ομοιότητες με τους σημερινούς καιρούς, που έχουν κατ’ επανάληψη επισημανθεί: Εποχή μεγάλων αναταραχών, κινητικότητας, ανοιγμάτων, καταστροφών, αλλά και δημιουργίας. Ο άνθρωπος χειραφετείται και διεκδικεί να επιλέξει, να ορίσει την ζωή του. Βγαίνει από τα στενά όρια της οικογένειας και της πόλης κράτους, περιπλανιέται στην αχανή αυτοκρατορία, αλλά και έξω από αυτήν, στην έρημο. Όντας Μόνος και Ξένος απέναντι στους Άλλους, η ανάγκη να μιλήσει για τον εαυτό του γεννιέται σχεδόν αυτόματα. Θέλει να εξηγήσει, να απολογηθεί, να δηλώσει. Να γυμνωθεί μπροστά στο αόρατο πλήθος, τα μέλη μιας οικουμενικής, νοητής κοινότητας –ο κουντερικός χορευτής τότε δίνει τις πρώτες παραστάσεις του.

Όμως η αυτοαναφορική γραφή δεν είναι απλώς και μόνο εξομολόγηση. Προπάντων ίσως είναι διάλογος. Διάλογος με τους πολλαπλούς εαυτούς και τα πολλαπλά κοινά μας –με τον εκτεταμένο μας εαυτό.  Τέτοιος διάλογος δεν θα μπορούσε φυσικά να υπάρξει στην πόλη της Κλασικής εποχής, την περίκλειστη και ομοιογενή, αλλά μόνο μέσα σε ένα ρευστό κι ανοίκειο περιβάλλον. Εκεί που ο άνθρωπος έχει επιλογές, που δεν ακολουθεί απλώς τον προδιαγεγραμμένο δρόμο.

Η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες…

…τα βιβλία όμως που θέλουμε να διαβάσουμε συγκροτούν λίστες πραγματικές ή νοητές.

(Τι είναι η λίστα; Τι σημαίνει για την ζωή μας; Οι παλαιότεροι είχαν λίστες ή πορεύονταν με όσα τους έφερνε η ζωή; Μήπως οι λίστες εμφανίστηκαν όταν η πρόσβαση σε αγαθά και εμπειρίες έγινε πιο εύκολη μετατρέποντας την αφθονία που θα έπρεπε να μας δίνει άνεση σε πίεση;)

Όπως και νά ‘χει, έχω μια λίστα με βιβλία μέσα μου, που όσο περνάει ο καιρός μακραίνει και με βαραίνει. Αποτελείται από βιβλία που διάβασα κάποτε, αλλά θέλω να τα ξαναδιαβάσω -κάποια επειδή μου άρεσαν πάρα πολύ και θέλω να επαναληφθεί η εμπειρία, κάποια γιατί θέλω να τα ξαναδώ με το σημερινό μου βλέμμα. Είκοσι από αυτά είναι:

Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία του Τζόις. Το έχω διαβάσει 2 φορές, μια σαν έφηβος από μια παλιά μετάφραση (του Πολίτη;) και μια στην καινούργια του Μπερλή. Ο  Στίβεν όμως ακόμα με παιδεύει…

Τετρακόσια κεφάλαια περί αγάπης, του Μάξιμου Ομολογητή.

Αμερικάνικο ταμπλόιντ, Αμερικάνικο ταξίδι θανάτου, Το αίμα δεν σταματαει ποτέ, του James Ellroy. «Η Αμερική δεν υπήρξε ποτέ αθώα», διακηρύσσει ο big J -αλλά και ποιος υπήρξε;

Πολιτεία, του Πλάτωνα. Η Καλλίπολις ψυχή του Ράμφου είναι μια καλή αφορμή για να την ξαναδιαβάσω…

Αδελφοί Καραμαζόφ, Δαιμονισμένοι του Ντοστογιέφσκι.

Το μαγικό βουνό, Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού και ο Δόκτωρ Φάουστους, του Τόμας Μαν.

Ύμνοι Θείων Ερώτων, του Συμεών του Νέου Θεολόγου.

Χαμένες ψευδαισθήσεις, του Μπαλζάκ.

Μόμπι Ντικ, του Μέλβιλ.

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, του Κούντερα.

Το πρόσωπον και ο έρως, του Χρ. Γιανναρά. Εμβληματικό βιβλίο που επηρέασε κόσμο και κοσμάκη. Θα ήθελα να αναμετρηθώ μαζί του πάλι τώρα που είμαι πιο ώριμος.

Άπαντα τα διηγήματα, του Γ. Βιζυηνού. Έλπιζα ότι θα έβρισκα χρόνο φέτος, πριν, κατά ή λίγο μετά τα Χριστούγεννα. Δεν τα κατάφερα. Ίσως του χρόνου….

Άννα Καρένινα, του Λ. Τολστόι.

Ιλιάδα και Οδύσσεια, του Ομήρου.

 

Το κοριτσάκι

Προχθές το βράδυ στη Bd Sébastopol ένα κοριτσάκι στεκόταν μόνο στη μέση του πεζοδρομίου κι έκλαιγε. Θα ‘ταν 8.30 ή 9.00 και κόσμος πολύς πηγαινοέρχονταν, πεζοί κι εποχούμενοι, κι αυτή τυλιγμένη στο πορτοκαλί μπουφανάκι της, με το γκρι παντελόνι και τις κόκκινες μπότες, έκλαιγε γοερά τρίβοντας τα μάτια της με το ένα χέρι και κρατώντας το άλλο σφιγμένο στην κοιλιά της. Όλοι ξένοι, όλοι άγνωστοι, όλοι βιαστικοί κι αδιάφοροι –κανένας κανένας δεν στεκόταν δίπλα της, κανένας που να φαινόταν οικείος της. Το κοριτσάκι έμοιαζε χαμένο, έρημο, μόνο, στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης γεμάτο ανθρώπους κάθε φυλής, φύλου κι ηλικίας.

Να σταματήσω;

Τα γαλλικά μου δεν είναι τόσο καλά, ώστε να συνεννοηθώ με άνεση μαζί της –πολύ δε περισσότερο για να την βοηθήσω ή να την παρηγορήσω ουσιαστικά.

Κι έπειτα, όλοι ετούτοι οι ντόπιοι, που την προσπερνάει ρίχνοντας μόνο μια πλάγια ματιά, κάτι δεν θα ξέρουν περισσότερο; Το ενδιαφέρον ενός ενήλικα για ένα άγνωστο παιδί, έστω κι αν αυτό κλαίει μόνο στη μέση του δρόμου, είναι ύποπτο στις μέρες μας.

Της έρριξα κι εγώ ένα βλέμμα και την προσπέρασα χωρίς να επιβραδύνω τον βηματισμό μου. Την προσπέρασα και το κλάμμα της ακουγόταν ακόμα. Πέρασα την rue Reynie, άλλαξα τετράγωνο, αλλά η φωνή της ακουγόταν ακόμα…

.

Τοποθέτησα αυτό το κοριτσάκι, έτσι, μόνο, αβοήθητο, να κλαίει, στην Αθήνα, στο κέντρο. Κάπου στην Πανεπιστημίου, ορθή στα βρώμικα πεζοδρόμια, ανάμεσα στο νευρικό πλήθος, τα λεωφορεία, τους μικροπωλητές και τους κουλουρτζήδες, τα πρεζάκια. Η Αθήνα έχει πολύ θόρυβο και η φωνή της θα χανόταν. Θα απέμενε μόνο η εικόνα της. Αλλά η έρημη φιγούρα της, που άσκοπα στέκεται καταμεσής του δρόμου με το ένα χέρι να τρίβει τα κλαμένα της μάτια και το άλλο γροθιά, δεν διαφέρει από την ερημιά που κάθε κάτοικος της Αθήνας ζει κι αισθάνεται –χωρίς σκοπό, χωρίς ελπίδα, κάπως έτσι εγκαταβιούμε όλοι μας 4 χρόνια τώρα, αδύναμοι σαν εγκαταλελειμένα παιδιά, ελπίζοντας στο ευσπλαχνικό βλέμμα των διερχόμενων ξένων.

.

Τοποθέτησα το μικρό κορίτσι και στα Γιάννενα. Να κλαίει μόνο μπροστά στη Νομαρχία, ανάμεσα σε νεαρούς που περιμένουν την αγαπημένη τους, ζευγάρια που βολτάρουν πιασμένα χέρι-χέρι, συνταξιούχους σφιγμένοι στα παλτά τους, συνδικαλιστές που μοιράζουν φυλλάδια…

Εδώ το κοριτσάκι μας έχει περισσότερες πιθανότητες να το δουν και να του μιλήσουν και να το παρηγορήσουν. Όχι πάρα πολλές, αλλά σαφώς περισσότερες –ειδικά, και πονάει η καρδιά που που το γράφω, αν ήταν ένα κοριτσάκι σαν αυτό στην Sébastopol, καλοντυμένο, περιποιημένο, καθαρό –δικό μας…

.

Μέχρι να φτάσω στο σπίτι ξέχασα το κορίτσι, ξέχασα τα σενάρια, ξέχασα και τα συμπεράσματα –αν είχα καταλήξει σε κάποια. Τι σημασία όμως έχουν τα λόγια και οι αναλύσεις; Σε τέτοιες ειδικά περιστάσεις οι πράξεις μας μιλάνε πιο καθαρά, κραυγάζουν, από τον κάθε θεωρητικό λόγο. Κι όλοι καταλαβαίνουμε. Το θέμα είναι τι κάνουμε – αν μπορούμε δηλαδή κάτι να κάνουμε…