Category Archives: Σαββόπουλος

Πρωτοχρονιά με τον Διονύση Σαββόπουλο

Χθες ξανάδα την εορταστική εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου, με την οποία υποδεχτήκαμε το σωτήριο έτος 1988.

Λέω «ξανάδα» γιατί, αν και ήμουν 12 χρονών την προηγούμενη φορά που το είχα δει, έχει χαραχτεί ανεπανόρθωτα στην μνήμη μου: Θυμόμουνα σκηνές, τραγούδια, ατάκες –σαν μέσα σε όνειρο, βέβαια, αλλά τα θυμόμουνα.

Το πρόγραμμα ξεκινάει με μια λαμπερή έναρξη στο γούστο εκείνης της εποχής: Ο Σαββόπουλος τραγουδάει συνοδεία ορχήστρας και χορωδίας τα κάλαντα κι ένα δικό του τραγούδι για την περίσταση, το «Ευτυχισμένος ο καινούργιος πόνος». Κάτι όμως δεν του κάθεται καλά, όλα του φαίνονται πρόχειρα, ανέμπνευστα, κακοφτιαγμένα, και πάνω στην ταραχή και το τρακ του, παρατάει τους συνεργάτες του σύξυλους και κρύβεται στο καμαρίνι του μέσα σε μια ντουλάπα. Εκεί, ανάμεσα στα κρεμασμένα σακάκια και τα πουκάμισα θυμάται, επισκέπτεται τις μικροαστικές Πρωτοχρονιές της παιδικής του ηλικίας, τις γιορτές των εφηβικών και νεανικών του χρόνων, τις πρωτοχρονιές που γιόρτασε σαν νέος μουσικός.

Και κάπου εκεί, σταματάει η αναδρομή και αρχίζει η αναρώτηση.

Ο Σαββόπουλος ακροβατεί στο χθες και στο (τότε, αλλά και νυν και αεί) σήμερα, επιχειρώντας να απαντήσει στο αίνιγμα του χρόνου –δηλαδή, στο πώς θα μπορέσει να φανεί αντάξιος της αγάπης του. Ένα εορταστικό υπαρξιακό δράμα, δηλαδή, που το υπογραμμίζουν σκηνές όπως εκείνη της συνομιλίας με την μητέρα του (την υποδύεται η Μίρκα Παπακωνσταντίνου) και με το παιδικό του ποδήλατο. Τα τραγούδια, άλλωστε, που επιλέγει ο Σαββόπουλος για να γιορτάσει, δεν είναι εκείνα του τρελού κεφιού. Είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο show, όπου η Μαρία Φαραντούρη τραγουδάει το «Μητέρα κι αδερφή» του Μάνου Χατζιδάκι και η Ντόρα Γιαννακοπούλου το «Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα» των Θεοδωράκη-Ελύτη. Το νόημα της Γιορτής του Χρόνου για τον Σαββόπουλο δεν βρίσκεται στο σκόρπισμα και το ξεφάντωμα, αλλά στη συνάντηση με τον Άλλο, η οποία, σύμφωνα με την άποψή του, προϋποθέτει βύθισμα στον μέσα εαυτό μας.

Και πόσοι Άλλοι δεν συναντιούνται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα! Ο Νταλάρας συνυπάρχει με τον Πανούση! Η Αλεξίου με την Αλίκη, ο Λουκιανός με τον Χριστοδουλόπουλο –και πάει λέγοντας. Στην εκπομπή εμφανίζονται για να δώσουν τις ευχές τους η Αρβελέρ, ο Ξενάκης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις (εύχεται στον Σαββόπουλο «να ξαναβρεί τον πραγματικό του εαυτό, δηλαδή να γράφει τραγούδια και να τραγουδάει τραγούδια» και «να φύγει η μεγάλη ανοησία, η οποία έχει πέσει στο Ελληνικό τραγούδι») κ.α.

.

Σήμερα, 26  χρόνια μετά την α΄ προβολή της, ο σαββοπουλικός εορτασμός βλέπεται εξίσου ευχάριστα, σαν καινούργιο πρόγραμμα κι όχι σαν μουσειακό δείγμα. Βέβαια, στις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που ζούμε, η γωνία από την οποία το βλέπουμε (και αυτό, αλλά και γενικότερα τα έργα του παρελθόντος) έχει αλλάξει. Φυσικά υπάρχει νοσταλγία –είναι το αναπόσπαστο στοιχείο των Γιορτών του Χρόνου για μας τους ενήλικες– αλλά είναι διαφορετική από την προ κρίσης νοσταλγία. Το παρελθόν δεν είναι πλέον μόνο ένας γλυκός καταγωγικός τόπος, το φιλόξενο καταφύγιο, αλλά η περίοδος που εισχώρησε μέσα μας το σκουλήκι που κατατρώγει τις σάρκες μας.

Βλέπουμε, λοιπόν, στην εκπομπή ότι μεταπολεμικά δεν καταφέραμε να ωριμάσουμε, όσο θα έπρεπε, για να τα βγάλουμε πέρα ευκολότερα στον σημερινό κόσμο. Αυτή την συνάντηση με τον Άλλο, που αναφέραμε και πιο πάνω, δεν την καταφέραμε. Δεν συν-χωρεθήκαμε. Παραμένουμε εγκλωβισμένοι ο καθένας στο δικό του δίκιο, στην δική του αλήθεια, και δεν δίνουμε χώρο εντός μας στον Άλλο.

Χειρότερα γίνανε τα πράγματα μεταπολιτευτικά. Στην πρόκληση της Ευρώπης απαντήσαμε είτε φοβικά, είτε με μια κοντόφθαλμη αυταρέσκεια, είτε με την καπατσοσύνη και την κουτοπονηριά του επαρχιώτη. Ήρθαμε σε επαφή με την Παράδοση, αλλά τυφλωμένοι και από το ευρωπαϊκό χρήμα, η σχέση μας μαζί της παρέμεινε επιδερμική. Πιο βαθιά δεν τολμήσαμε να πάμε. Δεν καταφέραμε να την ζωντανέψουμε και την νεκρώσαμε.

Τι μας απομένει λοιπόν σήμερα;

Μα φυσικά ο Άλλος. Αλλά, φοβάμαι, ακόμα δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να απλώσουμε τα χέρια. Που σημαίνει –κατά την σαββοπουλική φιλοσοφία– ότι χρειάζεται περισσότερη δουλειά μέσα μας, πιο βαθιά βουτιά εντός μας. Πρέπει να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας, για να συν-χωρέσουμε τους άλλους.

Άμποτε!

,

ΥΓ. Είδα την εκπομπή στο youtube. Το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ δεν υπάρχει πια. Κάποιος μερακλής την είχε μαγνητοσκοπήσει, την ψηφιοποίησε και την ανέβασε ώστε όλοι μας να επωφεληθούμε. Σε πιάνει μεγάλη πίκρα, που η ιστορία της χώρας μας έσβησε έτσι, σε μια στιγμή, σε μια επίδειξη τσαμπουκά –δηλαδή σε μια επίδειξη ό,τι πιο παρωχημένου διαθέτει ακόμα η κοινωνία μας. Όχι βέβαια ότι η ΕΡΤ ήταν κάποια άμωμη παρθένος. Αλλά (και) η εκπομπή αυτή αποδεικνύει ότι και τις πιο σκοτεινές της ώρες, παρήγε προγράμματα για τα οποία είμαστε ακόμα και σήμερα περήφανοι.

Advertisements

Δ. Σαββόπουλος: Ποιος φτιάχνει τα ανέκδοτα

Ο Θάνος Βελλούδιος υπήρξε θρυλικός αεροπόρος των αρχών του 20ου αιώνα. Πρωτοπόρος της ελληνικής αεροναυπηγικής, υπηρέτησε για δύο δεκαετίες ως πιλότος στην Πολεμική Αεροπορία και τα κατορθώματά του θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρώτης τάξεως υλικό για χολιγουντιανή ταινία. Ήταν επίσης ένας άνθρωπος με έντονες πνευματικές ανησυχίες. Συμμετείχε στις Δελφικές γιορτές του Σικελιανού, υπήρξε φίλος και συνεργάτης του Α. Εμπειρίκου, συγγραφέας, φωτογράφος, φαντασιομέτρης και ελληνευρέτης (που σημαίνει «ανευρίσκων, διαγιγνώσκων και δεχόμενος και ποικιλοτρόπως προάγων τον ελληνανθρώπινο παράγοντα και συντελεστή, όπου και υφ’ οιανδήποτε μορφή δύναται ούτος να υπάρχει»). Θυμάμαι κείμενα και φωτογραφίες του σε παλαιά τεύχη της Οδού Πανός του Γ. Χρονά για τους ζεϊμπέκηδες και τον χορό τους. Έγραφε σε μια ιδιόρρυθμη καθαρεύουσα, που μαγνήτιζε τη σκέψη και, κυρίως, την φαντασία, με τον τρόπο που μόνο ένας σαλός μπορεί να μαγνητίσει.

Σ’ αυτόν τον άνθρωπο (δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον πιο κατάλληλο) έθεσε, μας λέει ο Σαββόπουλος, ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα:

Μα ποιος τα εξαίσια ανέκδοτα σκαρώνει;
Μα πώς τα σκέπτεται, ποιο δρόμο κατοικεί;
Η ανωνυμία του τι πράγμα φανερώνει;
Πώς ξεφυτρώνει του γέλιου η μουσική;

Σε μια εποχή, όπως η σημερινή, που καθετί διαθέτει υπογραφή και ονομασία προέλευσης –συχνότατα και προορισμού–, το ανυπόγραφον του ανεκδότου δεν είναι μόνο μυστηριώδες, αλλά και κάπως ανησυχητικό.

Μέσα σε όλη αυτή την διαφάνεια που φέρνει η μεγάλη εξατομίκευση των καιρών μας, η ανωνυμία του ανεκδότου φέρνει κάτι το αρχέγονο, το καταγωγικό, κάτι που πηγάζει όχι πια από την δημιουργική ατομική διάνοια, αλλά από την σκοτεινή ρίζα της συλλογικής συνείδησης. Συμμετέχοντας στο κοινό γέλιο όταν το ακούμε ή επαναλαμβάνοντας το ανέκδοτο αργότερα, αγγίζουμε κάτι το πολύ αρχαίο, το πρωτόγονο, το προ-ομηρικό. Πάμε στην εποχή που ο άνθρωπος δεν είχε υποστασιοποιηθεί· δεν υπήρχαν πρόσωπα, μόνο φυλές.

«Φυλακισμένοι εκεί που εκτίουν την ποινή τους
Παιδιά θητεύοντα την νύχτα στη σκοπιά.
Και κάτι άρρωστοι που ακούς μες στη φωνή τους
Την ζωντανή τους την πλούσια μοναξιά.

Λοιπόν μπουντρούμι, νοσηλεία και στρατώνα
Και δώσ’ του ανέκδοτα», απεφάνθη ο παππούς.

Η απάντηση όσο εύλογη, άλλο τόσο παράδοξη είναι.

Αυτό που εκφράζει τόσο έντονα την κοινή συνείδηση, δεν δημιουργείται σε κάποια στιγμή στενής συνάφειας με τους άλλους, ανοίγματος της καρδιάς, ξεφαντώματος, αλλά σε οριακές στιγμές έσχατης μοναξιάς: Στο μπουντρούμι, τον θάλαμο νοσηλείας, την στρατώνα. Τότε, που δεν υπάρχει τίποτα και κανείς ν’ ακουμπήσουμε και να πιαστούμε κι αναγκαζόμαστε να βυθιστούμε μέσα μας. Εκεί, στον πυρήνα της ύπαρξής μας, βρίσκουμε τους άλλους· πυρήνας της ύπαρξής μας, προϋπόθεση για υγιή εξατομίκευση είναι ακριβώς οι άλλοι. Και αυτή η συνάντηση με τους άλλους στο βάθος του εαυτού μας δεν έχει τίποτα από την επιδερμικότητα του χαβαλέ, αλλά ακροβατεί στα καταράχια του βιώματος. Καρπός αυτού του ανταμώματος είναι και τα ανέκδοτα. Τα οποία ακριβώς επειδή γεννήθηκαν, όπως γεννήθηκαν, δεν έχει νόημα να κουβαλάνε credits.

Όπως εκείνοι που έφτιαξαν τα ανέκδοτα που επαναλαμβάνουμε στις συνάξεις μας ήταν μόνοι, έτσι και ο άνθρωπος που με τα τραγούδια του μίλησε για μια γενιά (περισσότερο: για τους ανθρώπους μιας συγκεκριμένης νοοτροπίας) κι έφτιαξε τον μύθο της παρέας, εργάστηκε κι εργάζεται μόνος. Αντλεί το υλικό από μέσα του, το κάνει τέχνη, και το παραδίδει στη συνέχεια στους συνεργάτες, τους φίλους, τους συνοδοιπόρους, το κοινό. Υπ’ αυτή την έννοια, ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι ένας άνθρωπος που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, και οπωσδήποτε όλη την δημιουργική του περίοδο, έγκλειστος σε ένα μπουντρούμι, νοσηλευόμενος σ’ έναν θάλαμο, θητεύων σε μια στρατώνα –αν εξήλθε από εκεί, ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει;

Τα 8 τραγούδια του φετινού Ιουλίου

Μερικές φορές (δηλαδή πάντα) κολλάω σε ορισμένα πράγματα. Μπορεί να είναι βιβλία, συγγραφείς, σκηνοθέτες, ταινίες, τραγούδια, μια ιδέα. Το μυαλό μου περιστρέφεται γύρω από το ίδιο πράγμα επίμονα, εμμονικά. Τα βρίσκω συνεχώς μπροστά μου – δεν μπορώ να τα ξεπεράσω. Λες και συνιστούν έναν άλυτο γρίφο, το άρρητο αίνιγμα μιας έσω Σφίγγας, που πρέπει να λύσω για να συνεχίσω τον δρόμο μου.

Σκέφτηκα λοιπόν να αραδιάσω τραγούδια, συνθέτες και τραγουδιστές, που εντός τους έχω εγκλωβιστεί τις τελευταίες εβδομάδες. Δεν είναι λίστα με τα best ή, έστω, τα αγαπημένα. Δεν αποτελούν πρόταση ακρόασης. Και μην ψάχνετε καλοκαιρινό mood, γιατί δεν θα το βρείτε. Είναι μάλλον μια μουσική εξομολόγηση:

Johnny Cash: I won’t back down

«Τι τρέχει με σένα και τον Johnny Cash τελευταία;» με ρώτησαν γελώντας.

Αιφνιδιάστηκα. Γιατί σίγουρα κάτι τρέχει, αλλά δύσκολα μπορώ να το περιγράψω. Η σχέση μας, όπως θα λέγαμε και στο φουμπού, είναι περίπλοκη.

Το τελευταίο κόλλημα πάντως ξεκίνησε όταν κατέβασα τα American CD του στο Akazoo. Μετά ήρθε ένα βράδυ μετά από μια πιεστική και καταθλιπτική ημέρα, το οποίο πνίγηκε στο κρασί, την ανταλλαγή sms και τα τραγούδια του σε ένα φόντο που διαρκώς μεταβαλλόταν σε πρώτο, συμπαγές πλάνο -χρειάζονται περισσότερα;

Το συγκεκριμένο τραγούδι των Petty και Lynne από το Solitary Man ήρθε κι έδεσε με διάφορα που (μου) συμβαίνουν τελευταία

Διονύσης Σαββόπουλος: Νέο κύμα

Ασυνείδητα, νομίζω, αναζητώ αφορμές για να επιστρέφω στο έργο ορισμένων ανθρώπων -του Διονύση Σαββόπουλου εν προκειμένω. Αφορμή για να επισκεφθώ ξανά το έργο του, ήταν φυσικά ο εξαιρετικός Πλούτος του. Με αρχή το Παράρτημα, όπου υπάρχουν τα περισσότερα τραγούδια της παράστασης, προχώρησα στο πίσω και το μπροστά του σαββοπουλικού έργου, που αποτελεί ένα προσωπικό μου παρόν, αλλά πλέον και μια νεοελληνική ουτοπία.

Σταμάτησα δε ιδιαίτερα στα Τραπεζάκια έξω και δη το Νέο κύμα του. Πολλοί θεωρούν τον δίσκο αυτό ως το κορυφαίο έργο του. Για μένα κορυφαίο του επίτευγμα είναι η Ρεζέρβα, καθώς περιέχει όλα τα προηγούμενα, αλλά και όλα τα επόμενα. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι τα Τραπεζάκια δεν είναι απλώς ένας αριστουργηματικός δίσκος, αλλά κι ένα ωρόσημο, για τον Σαββόπουλο, για την γενιά του, την Ελλάδα, όλους μας. Είναι το σημείο που, για να χρησιμοποιήσω τα δικά του λόγια, το θαύμα δεν εκβιάζεται -απλώς συμβαίνει και το συναντάμε. Κι αυτή η συνάντηση με το θαύμα δεν είναι παρά η συνάντηση με τον άλλον. Έτσι αν η Ρεζέρβα ήταν μια κραυγή-κλήση, τα Τραπεζάκια είναι το αντάμωμα, η χαρωπή σύναξη. Κι αυτή η σύναξη φωτίζει τα πάντα, ακόμα και την υπαρξιακή αγωνία του Σαββόπουλου.

Louis Armstrong: Shadrack

Ξεκινώντας από τις ηχογραφήσεις της Decca, περιπλανήθηκα στο έργο του Satchmo: Από τις αξεπέραστες ηχογραφήσεις του Μεσοπολέμου, στα ύστερα χρόνια της δόξας και της αναπαραγωγής της περσόνας του. Όμως όταν έχουμε να κάνουμε με τόσο σπουδαίους καλλιτέχνες, μουσικές ιδιοφυίες, όπως ο εκείνος, ακόμα και η αυτοεπανάληψη, έχει αυτό το κάτι.

Μίκης Θεοδωράκης: Την πόρτα ανοίγω το βράδυ

Ένα ακόμα νεοελληνικό αίνιγμα: Πέρα από τα συνήθη υπερθετικά και τους υποκριτικούς φόρους τιμής, ποια η σημασία του Μ. Θεοδωράκη; Καλλίτερα: Έχει κάποια σημασία για μας σήμερα ο Θεοδωράκης και το έργο του; Ενστικτωδώς απάντησα «ναι» κι άκουσα ό,τι δικό του είχα πρόχειρο. Όμως όσο άκουγα, διάβαζα για την διαδρομή και τις απόψεις του, συζητούσα με ανθρώπους που τον γνώρισαν, συνεργάτες και συναγωνιστές του κι άρχισα να ψάχνω λίγο περισσότερο εστιάζοντας στο μουσικό του έργο. Γιατί νομίζω ότι αυτό είναι που κυρίως θα μείνει ή δεν θα μείνει από τον Θεοδωράκη.

Ξανακούγοντας θυμήθηκα ότι πέραν από τον επικό και μεγαλοπρεπή, αγωνιστικό και εξωστρεφή Θεοδωράκη, υπάρχει κι ένας άλλος, εσωστρεφής, ανοιχτός σε μια μέσα, ατομική αλήθεια, όχι μόνο στην εξωτερική της πολιτικής φατρίας-λαός. Ο δίσκος με τα τραγούδια του Λειβαδίτη συνοψίζει εξαιρετικά αυτή την πλευρά του έργου του.

Summertime

Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Gershwin. Ανάμεσα σε νανούρισμα και ερωτικό κάλεσμα μιλάει για ένα καλοκαίρι οικείο αλλά και ξένο για μας.

Η Joplin το τραγουδάει συγκλονιστικά -η κραυγή της καθιέρωσε ένα τραγούδι μιούζικαλ, που είχε γίνει κλασικό jazz, σε rock standard. Αυτόν τον καιρό όμως χάνομαι στον λυγμό της Billie Holiday

Cole Porter: Anything Goes

Αγαπώ πολύ τα τραγούδια του Cole Porter. Παιγνιώδη, περιεκτικά, ερωτικά, συντροφεύουν συχνά -πυκνά τον πρωινό καφέ μου. Και δινουν στο καλοκαίρι το ελευθεριάζον χρώμα των ονείρων. Πέρα από την Ella, που τα αποθέωσε με την μαγική φωνή της, τα ιδιοφυή αυτά τραγούδια έχουν γνωρίσει πολλές-πολλές εκδοχές και εκτελέσεις, για παράδειγμα η Kate Capshaw το τραγουδά στα Μανδαρίνικα (!) στην εναρκτήρια σεκάνς του Indiana Jones and the Temple of Doom.

Perry Mason Theme

Εντάξει, το Blues Brothers 2000, παρά τον εξαιρετικό John Goodman, ήταν μαλακία ολκής. Αλλά το soundtrack ήταν εξαιρετικό, τόσο καλό όσο και της πρώτης ταινίας. Το άκουσα αρκετά τον τελευταίο καιρό και, δεν σας κρύβω, μου έφτιαχνε κάθε φορά το κέφι. Αν στην πρώτη ταινία παίζουν το θέμα του Rawhide, σε αυτό διασκευάζουν εκείνο του Perry Mason -του Σέρλοκ Χόλμς-υπερ-δικηγόρου που έπαιζε ο R. Burr.

Βασίλης Τσιτσάνης: Ίσως αύριο

Τα τελευταία χρόνια περνάω την τσιτσανική μου φάση. Φίλοι, που θυμούνται την εμμονή μου με το προπολεμικό ρεμπέτικο, με πειράζουν ως προδότη -αλλά τι να λέμε; Ο Βλάχος ήταν ιδιοφυΐα. Έφτασε το ρεμπέτικο -και το λαϊκό- σε ένα όριο, που κανένας άλλος δεν μπορούσε να το φέρει. Και μάλιστα με έναν ολιστικό (ας πούμε) τρόπο, τη στιγμή που όλοι οι άλλοι, έντεχνοι, άτεχνοι και λαϊκοί, υπηρετούσαν μόνο κάποιες πτυχές του.

Πέρασα ένα βράδυ ακούγοντας και ξανακούγοντας το περίφημο Ίσως αύριο -ίσως το καλλίτερο τραγούδι της συνεργασίας του συνθέτη με τον Καζαντζίδη. Ο Στέλιος το έχει ηχογραφήσει δυο φορές, μια υπό την επίβλεψη του Τσιτσάνη και μια λίγο αργότερα, στην Αμερική -και τις δυο φορές το λέει εξαιρετικά. Εξαιρετικά όμως το έχει πει και ο Νταλάρας στο Καλημέρα κυρία Λύδια, καθώς προσθέτει το αλανιάρικο στοιχείο, που δεν έχει ο Καζαντζίδης.

Ελπίζω κάποια στιγμή να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου και να γράψω κάτι για αυτό το τρίλεπτο αριστούργημα…

Δ. Σαββόπουλος, Μια φορά σ’ αυτή τη ζήση

Οι πραγματικά σπουδαίοι καλλιτέχνες, συγγραφείς και ποιητές, φιλόσοφοι, δεν ορίζονται τόσο από την ποιότητα του έργου τους. Αυτή είναι δευτερεύον θέμα, έρχεται (ή δεν έρχεται, αλλά από ένα σημείο και μετά αυτό δεν έχει τόση σημασία). Γι’ αυτό και είναι άτοπο ή μάλλον γελοίο να χαρακτηρίζουμε ως «ποιοτικούς» τους σπουδαίους: Δεν λέμε τον Χατζιδάκι ποιοτικο, ο Χατζιδάκις είναι πέραν αυτού του σημείου. Χρησιμοποιούμε το επίθετο αυτό για πιο παρακατιανούς καλλιτέχνες, που πραγματικά τον χρειάζονται.

Η σπουδαιότητα ενός δημιουργού ορίζεται από την διάθεσή του να αναμετρηθεί με το απόλυτο. Να επιχειρήσει να ξεπεράσει ένα όριο εσωτερικό ή εξωτερικό, δοσμένο, πραγματικό ή επινοημένο. Να μπορεί να πετάει συνεχώς την μπάλα μπροστά, βαθιά και ψηλά.

Από εδώ πηγάζει και η σημασία του Δ. Σαββόπουλου. Γιατί σε όλη την τραγουδοποιητική του πορεία προκάλεσε και αναμετρήθηκε με το απόλυτο. Δεν ακολούθησε την μέση, την ασφαλή οδό, αλλά κινούνταν σε έναν χώρο δύσβατο ή που δεν υπήρχε καν, που ο ίδιος τον είχε επινοήσει. Αυτό αφορά τόσο την φόρμα της τέχνης του, τραγούδια-ποταμοί όπως ο Μπάλλος, η Μαύρη θάλασσα ή το Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο, όσο και την ουσία του έργου του, την σχέση του με την παράδοση, την νεωτερικότητα, τον τρόπο που ψηλαφείται η Ελληνικότητα στην ποιητική του.

.

Η μετάφραση ξένων έργων στην νέα Ελληνική ήταν πάντα ένα παιχνίδι με τα όρια για τους δημιουργούς –αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς τα όσα σημειώνει ο Σεφέρης στα ημερολόγιά του για τις δικές του μεταφράσεις για να το διαπιστώσει. Από την άποψη αυτή, τα 12 τραγούδια που φιλοξενούνται στο σαββοπουλικό Ξενοδοχείο είναι μια δημιουργική ακροβασία ορίων.

Το Μια φορά σ’ αυτή τη ζήση είναι ένα τέτοιο ακροβατικό και μάλιστα χωρίς σκοινί ασφαλείας.

Ο Σαββόπουλος μεταφράζει το Once in a lifetime, των Brian Eno και David Byrne χρησιμοποιώντας ένα μείγμα καθομιλουμένης, λογίας και εκκλησιαστικής γλώσσας. Έτσι τα σασμάν συνυπάρχουν με τον καραγκιόζ-μπερντέ και τα εξίστασαι ειπείν. Μεταμορφώνοντας τα waters του αρχικού πότε σε λαλέουσα παγάν, πότε σε Ζωοδόχο Πηγή και πότε σε θάλασσες και ωκεανούς, ο Σαββόπουλος δίνει στην δική του εκδοχή ένα βάθος και μια σημαντική που στερείται το αγγλικό. Έτσι, το Same as it ever was δεν είναι απλώς το νυν και αεί, αλλά οι ίδιοι οι στίχοι, η γλώσσα του τραγουδιού. Και κατ’ επέκταση same as it ever was, ίδια όπως ήτανε, είναι η ελληνική πραγματικότητα και η παράδοση.

Με άλλα λόγια, η σαββοπουλική διασκευή μοιάζει πιο πρωτότυπη. Και, σε αντίθεση με το αρχικό τραγούδι, το Μια φορά σ’ αυτή τη ζήση είναι μάλλον αδύνατον να μεταφραστεί σε άλλη γλώσσα, εξαιτίας ακριβώς της διακειμενικότητας και του πλούτου των σημαινομένων.