Category Archives: Συγκυβέρνηση

ΝΑΙ!

Ο κ. Αλέξης Τσίπρας δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ στην λιτότητα. Ο ίδιος έχει υπογράψει μια πρόταση με μέτρα λιτότητας 8 δισεκατομμυρίων, η οποία, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, δημοσιονομικά δεν απείχε πολύ από εκείνη των δανειστών. Από τον Γιούνκερ κατόπι μάθαμε ότι η διαφορά ήταν μόλις στα 60 εκατομμύρια €, κάτι που δεν έχει διαψευστεί από την Ελληνική Κυβέρνηση.

Επίσης, δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ σε τελεσίγραφα, γιατί απλούστατα αυτά δεν υπάρχουν. Τα ίδια τα στελέχη του κραδαίνουν θριαμβευτικά δηλώσεις ξένων παραγόντων, που διαβεβαιώνουν προς πάσα κατεύθυνση ότι θα συζητήσουν με την Ελλάδα και μετά από ΟΧΙ. Από ποια βάση θα ξεκινήσουν αυτές οι διαπραγματεύσεις, βεβαίως, δεν λένε λέξη.

Τέλος, δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ σε ένα non paper των Θεσμών, το οποίο έχει ήδη αποσύρθηκε από το τραπέζι αφού προηγουμένως είχε αλλάξει. Αυτό θα ήταν πολύ απλά ηλίθιο.

Στην πραγματικότητα, ο κ. Τσίπρας μας καλεί να πούμε ΝΑΙ ή ΟΧΙ σε ένα ασαφώς διατυπωμένο ερώτημα επί ανύπαρκτου διακυβεύματος, το οποίο η κάθε πλευρά (εταίροι, δανειστές, ολιγάρχες, δραχμολάγνοι κλπ), θα ερμηνεύσει κατά βούληση και κατά συμφέρον.

Με άλλα λόγια, ο κ. Τσίπρας μας παγίδευσε.

Το γιατί μας παγίδευσε, το αποκάλυψε ο κ. Τσακαλώτος το πρωί:
Η κοινοβουλευτική ομάδα του Σύριζα δεν θα ψήφιζε την συμφωνία. Η συμφωνία βεβαίως θα περνούσε –Νέα Δημοκρατία, Ποτάμι και Πασόκ θα υπεραναπλήρωναν τους αριστερούς βουλευτές που θα λάκιζαν. Σε αυτή την περίπτωση, ο κ. Τσίπρας θα μπορούσε να προχωρήσει σε σαρωτικό ανασχηματισμό χρησιμοποιώντας ικανούς ανθρώπους από όλο το πολιτικό φάσμα. Σε λίγους μήνες θα ξαναπήγαινε στις Βρυξέλλες για να συζητήσει το θέμα του χρέους. Θα τον υποστήριζαν το ΔΝΤ, ο φίλος του ο Ρέντσι, αλλά και οι νεοεκλεγείσα κυβέρνηση της Ισπανίας και η κοινή λογική. Δεν θα έπαιρνε, φυσικά, όλα όσα θα ζητούσε, αλλά θα μπορούσε να γυρίσει στην Ελλάδα φορώντας γραβάτα. Θα είχε αναδειχτεί σε εθνικός ηγέτης.

Αντ’ αυτού, του δύσκολου και ανηφορικού δρόμου, ο κ. Τσίπρας προέκρινε την ενότητα του κόμματός του. Για να μην διασπάσει τον Σύριζα πέταξε το μπαλάκι στην εξέδρα και διχάζει τους πολίτες. Αντί για ηγέτης, προτίμησε να παραμείνει κομματικός αρχηγός.

Ας είναι.

Πρέπει κι εμείς τώρα να κοιτάξουμε το συμφέρον μας .

Πρέπει να απαντήσουμε θετικά και να αφήσουμε την άρνηση.

Πρέπει να επιδιώξουμε την ώριμη σύνθεση κι όχι την παιδιάστικη απόρριψη.

Πρέπει να πούμε το μεγάλο, το δύσκολο και βαρύ ΝΑΙ.

Ρευστότητα

Τα ρεπορτάζ και οι πολιτικές αναλύσεις των τελευταίων μηνών, ειδικά μετά τις Ευρωεκλογές, μεταφέρουν την αγωνία του Συστήματος Εξουσίας (κόμματα, ΜΜΕ, επιχειρηματίες, τράπεζες κτλ) για την ρευστότητα που επικρατεί στην πολιτική σκηνή. Ρευστότητα που «δοκιμάζει» τις «αντοχές» της Κυβέρνησης και μετατρέπει κάθε «μεταρρυθμιστική προσπάθεια» σε «Γολγοθά».

Όμως από το 1974 καμία Κυβέρνηση δεν ολοκλήρωσε τον 4ετή κύκλο της· ο μέσος όρος ζωής κάθε Βουλής είναι περί τα 2,5 χρόνια· και, όπως όλοι γνωρίζουμε, στον τόπο μας τα σενάρια για τις πρόωρες εκλογές ξεκινούν την επομένη των εκλογών (συχνά πριν καν προκηρυχθούν, όπως τώρα, που συζητείται η «αριστερή παρένθεση»). Με άλλα λόγια, αναβρασμός επικρατούσε πάντα στην πολιτική σκηνή, κυβερνήσεις ανέβαιναν κι έπεφταν, ηγέτες αποθεώνονταν και καταβαραθρώνονταν –τι άλλαξε τώρα και τα Κυριακάτικα ρεπορτάζ ξορκίζουν την «ρευστότητα»;

Η απάντηση δεν είναι δύσκολη:

Το περιβάλλον έχει αλλάξει, οι όροι του παιχνιδιού διαφοροποιήθηκαν και διαφοροποιούνται συνεχώς και το Σύστημα Εξουσίας φοβάται ότι δεν θα μπορέσει να ελέγξει την κατάσταση που θα προκύψει.

Τα όσα συνέβησαν με την Χρυσή Αυγή τα τελευταία 2 χρόνια είναι ενδεικτικά: Η αρχική αδιαφορία Μέσων, μεγάλων κομμάτων και προβεβλημένων στελεχών (είχαν μάθει να ασχολούνται με «λαμπερά» θέματα όλοι τους κι όχι να χώνουν τα χέρια τους στη λάσπη της πραγματικότητας) διαδέχθηκε η έκπληξη (το διαβόητο «εγέρθητο» το βράδυ των Εκλογών), έπειτα ήρθε η προσπάθεια προσεταιρισμού (συνοψίστηκε λαμπρά στην φαντασίωση περί «σοβαρής Χρυσής Αυγής» που θα έμπαινε στην Κυβέρνηση) κι όταν πια είδαν ότι δεν έχουν να κάνουν με ένα νέο Λάος, αλλά με κάτι εντελώς διαφορετικό, ξεκίνησε η απόπειρα αφοπλισμού της.

Όμως, αν έδειξαν κάτι οι Ευρωεκλογές είναι ότι η κατάσταση που περιγράφεται ως «ρευστότητα» είναι αυτή που σταθεροποιήθηκε:

Ένα μεγάλο κομμάτι των πολιτών αποστασιοποιήθηκε από τις πολιτικές διαδικασίες και απέχει συνειδητά από τις εκλογές, γιατί απλούστατα διαπίστωσε ότι όποιον και να ψηφίσει, όπως και να ψηφίσει, τίποτα δεν αλλάζει. Η διάλυση του κοινωνικού κέντρου, που επιτεύχθηκε με τις πολιτικές από το 2010 και μετά, επέφερε και την διάλυση του πολιτικού κέντρου, με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν τα μεγάλα κόμματα-παρατάξεις και στην θέση τους να απομείνουν συμπαρατάξεις μικρο-ομάδων και μικρο-μηχανισμών (στην καλλίτερη περίπτωση) ή προσωπικές φατρίες αυτοπρόβλητων σωτήρων. Μέσα σ’ αυτόν τον ερειπιώνα εύκολα ξεφύτρωσαν κομματικά μορφώματα που εκφράζουν το μηδενιστικό, καταστροφικό/αυτοκαταστροφικό ένστικτο του πρώην νοικοκύρη ή άλλα, που προσπερνώντας τα πραγματικά δεδομένα του παρόντος και με αναφορά στο διαβόητο λαμπερό παρελθόν, ευαγγελίζονται ένα εξίσου λαμπερό μέλλον στηριγμένο στην «κοινή λογική» (λες κι υπάρχει τέτοιο πράγμα).

Στην πραγματικότητα, αυτό που περιγράφεται ως «ρευστότητα» είναι η αποσύνθεση της Ελλαδικής κοινωνίας, η οποία παρά την Κυβερνητική ρητορική συνεχίζεται κι εντείνεται. Και πραγματικό σχέδιο εξόδου από την Κρίση, δηλαδή σχέδιο ανασυγκρότησης του κοινωνικού σώματος, δεν έχει να προτείνει κανείς, ούτε από τους εντός, ούτε από τους εκτός…

Χαίρε φτώχεια!

Κοιτώντας πίσω, τι συνέβη στη χώρα και στον καθένα από μας τα τελευταία 5 χρόνια, μετράμε απώλειες:

Το θεσμικό πλαίσιο που προστάτευε τους εργαζομένους και τους αδυνάτους διαλύθηκε, η αγορά εργασίας κατέρρευσε, το κοινωνικό κράτος (που, ναι, παραήταν ακριβό για τις υπηρεσίες που προσέφερε, αλλά υπήρχε) καταστράφηκε, η Μεσαία Τάξη ισοπεδώθηκε, η παραγωγή συρρικνώθηκε κοκ.

Αλλά η πιο μεγάλη απώλεια είναι αυτή την οποία σπάνια ή καθόλου δεν αναφέρουμε:

Χάσαμε την ενστικτώδη στον άνθρωπο πεποίθηση ότι τα πράγματα θα φτιάξουν· ότι το μέλλον θα είναι καλλίτερο· ότι τα παιδιά μας θα ζήσουν σε έναν καλλίτερο κόσμο.

Αυτό οφείλεται εν μέρει στην προσπάθεια του Συστήματος Εξουσίας (κόμματα, ΜΜΕ, επιχειρηματίες, τράπεζες) να εκμηδενίσει τις αντιδράσεις απέναντι στις πολιτικές σωτηρίας του. Αλλά στην προσπάθειά του αυτή δεν έσπασε μόνο τον τσαμπουκά των επαγγελματιών του συνδικαλισμού ή την αντιδραστικότητα όσων είχαν την διαμαρτυρία στην κωλότσεπη, αλλά τσάκισαν το φρόνημα ολόκληρου του λαού. Μάταια προσπαθούν να ενσπείρουν αισιοδοξία. Συνθήματα τύπου “successstory” καταντάνε ανέκδοτα την επομένη κιόλας στα συνοικιακά καφενεία. Γι’ αυτό και στην πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση ο Κυβερνητικός συνασπισμός δεν προσπάθησε να συγκεντρώσει τις θετικές ψήφους των πολιτών, αλλά αρκέστηκε στην συσπείρωση των εναπομεινάντων οπαδών του καλλιεργώντας τον φόβο απέναντι στο επερχόμενο.

Από την άλλη φταίει η συμβολική, ρητορική και φαντασιακή μας ανέχεια, η οποία προσωποποιείται άριστα από τις κάθε είδους ηγεσίες μας. Οι πολιτικές, πανεπιστημιακές, εκκλησιαστικές, δικαστικές, οι κάθε είδους ηγεσίες, ρηχές και ανέμπνευστες, δεν πείθουν ότι κρατάνε το τιμόνι και ότι ξέρουν προς τα πού πηγαίνουν το καράβι.

Πιθανόν ένας ώριμος λαός, με ισχυρές δομές και θεσμούς άτεγκτους, που λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένο ρολόι ανεξαρτήτως συνθηκών, να μπορεί να επιβιώσει για μεγάλα και κρίσιμα διαστήματα καθοδηγούμενοι από μέτριους υπαλληλίσκους του Συστήματος. Αλλά εμείς, που αφενός φαντασιωνόμαστε τον ηγέτη-πατέρα που θα μας σώσει για να τον κατασπαράξουμε, κι αφετέρου ζούμε σ’ ένα κράτος που το διαχειρίζεται η αφανής κι αξεδιάλυτη διαπλοκή, χρειαζόμαστε πολιτικό προσωπικό ικανό και ηγέτη φωτεινό, που θα συσπειρώνει ανανεώνοντας τα σύμβολα και αναγεννώντας την ελπίδα.

Φυσικά κάποια στιγμή θα πρέπει κι εμείς να αποκτήσουμε ένα σύγχρονο κράτος, που θα μπορεί να λειτουργεί χωρίς εξωθεσμικά λαδώματα. Και σαφώς η Κρίση θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Αλλά η πραγματικότητα είναι πως όσες αλλαγές προωθήθηκαν τα τελευταία χρόνια –οι οποίες μπορεί να κατήργησαν δικαιώματα, να ξεβόλεψαν βολεμένους, να αδίκησαν πολίτες ή και να διέλυσαν κάποια (μικρο)συμφέροντα– διατήρησαν τον πυρήνα του Συστήματος Εξουσίας, τον πυρήνα του προβλήματος και της σημερινής Κρίσης δηλαδή, άθικτο. Ο πρόσφατος ανασχηματισμός, οι επιλογές για το Ευρωκοινοβούλιο, το πώς μεθοδεύτηκε η δημιουργία της «μικρής ΔΕΗ», η ρητορική των κομμάτων και των κομματόσκυλων, επιβεβαιώνουν αυτό το μελαγχολικό συμπέρασμα.

Χαμένη ευκαιρία;

Πολλοί το λέγανε, όταν το 2010 μπήκαμε για τα καλά στον τροχό της Κρίσης, ότι αποτελεί εκτός από δοκιμασία και μια μεγάλη ευκαιρία.

Δεν είχαν κι άδικο.

Γιατί πέρα από τον πόνο και την απόγνωση που έφερε και φέρνει ή βίαιη προσαρμογή της εσωτερικής υποτίμησης, θα μπορούσαμε αυτή την περίοδο να διορθώναμε τα στραβά και τα ανάποδα της Μεταπολιτευτικής Πολιτείας, που μας έφεραν εδώ. Να μην περιοριζόμαστε μόνο σε εξορθολογισμούς και μεταρρυθμίσεις που διορθώνουν τους δείκτες ρίχνοντας το βιοτικό επίπεδο και εξαφανίζοντας τα μεσαία στρώματα, αλλά να προχωρούσαμε σε ουσιαστικές εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις.

Στους στόχους δεν θα ήταν δύσκολο να συμφωνήσουμε:

Φιλικότερη, λειτουργικότερη και, σίγουρα, φτηνότερη Δημόσια Διοίκηση θέλουμε όλοι. Όπως και καταπολέμηση της διαφθοράς, του πελατειακού συστήματος, καθιέρωση της αξιοκρατίας και της αξιολόγησης. Και βέβαια το πολιτικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό να ανανεωθούν, να αποκτήσουν δεσμούς με την κοινωνία, να παταχθεί η διαπλοκή και να πάψει η κλωνοποίηση ανθρώπων και νοοτροπιών στα κομματικά εργαστήρια.

Εν ολίγοις, να γίνουμε όλοι πιο δημιουργικοί και πιο υπεύθυνοι απέναντι στους εαυτούς μας, τους συνανθρώπους μας, το κράτος. Αυτή ήταν η ευκαιρία και το στοίχημα.

Τρία χρόνια μετά το πρώτο Μνημόνιο τα νούμερα φαίνονται επιτέλους να βγαίνουν. Μικρό ή μεγάλο, πραγματικό ή λογιστικό, ένα κάποιο πλεόνασμα θα καταγραφεί την επόμενη χρονιά –όλοι συμφωνούν σ’ αυτό και όλοι καταλαβαίνουμε ότι αποτελεί ένα πρώτο, μικρό βηματάκι για να απελευθερωθούμε από τον βρόγχο της επιτήρησης.

Όμως στο άλλο επίπεδο, το πιο ουσιαστικό, εκείνο που έχει να κάνει με τις αλλαγές στις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές, τον τρόπο οργάνωσης του λόγου, της σκέψης, του βίου και του πολιτεύεσθαι, τρία χρόνια μετά τίποτα δεν έχει αλλάξει. Αντιθέτως, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως αντί να προχωρήσουμε μπροστά, πηγαίνουμε ολοταχώς προς τα πίσω –η Χρυσή Αυγή, που συζητάμε αυτές τις μέρες, δεν είναι παρά σύμπτωμα αυτής της υποχώρησης.

Δυστυχώς η Κρίση δεν μας ωρίμασε. Αντικρίσαμε πολλές φορές το χάος και το μηδέν την τελευταία περίοδο, είδαμε τα λάθη μας και τα παραδεχτήκαμε, αλλά αυτό δεν μας κατέστησε πιο υπεύθυνους. Ο υπεύθυνος άνθρωπος όταν βλέπει το λάθος, παίρνει βαθιά ανάσα και με την δημιουργικότητα και την ενεργητικότητά του προσπαθεί να το διορθώσει. Έτσι οι κρίσεις γίνονται ευκαιρίες αναγέννησης.

Σε μας, αντιθέτως, η παραδοχή του λάθους βιώθηκε ως ενοχή. Κι από τη μια μεριά υφιστάμεθα παθητικά την τιμωρία μας μήπως και εξαγνιστούμε, από την άλλη προσπαθούμε με παιδιάστικη κουτοπονηριά να φορτώσουμε την ζημιά στον γείτονα.

Σε αυτή την αποτυχία (γιατί αποτυχία είναι και μάλιστα όλων μας) επένδυσε συστηματικά οι πολιτικές μας ηγεσίες. Για να περάσουν τα εκάστοτε μέτρα, κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες στοχοποιούνταν, δαιμονοποιούνταν και παραδίδονταν στην κοινότατη γνώμη. Ξεκινήσαμε με τους εργαζόμενους στα Stage, περάσαμε στους γιατρούς, τους μηχανικούς και τους δικηγόρους, στους καφετζήδες και τους φουρνάρηδες, τους ταξιτζήδες και τους φορτηγατζήδες, για να φτάσουμε σήμερα στους Δημοσίους Υπαλλήλους. Σχέδιο οργανωμένο για τον εκσυγχρονισμό των δομών του Κράτους και την αναδιάρθρωση των μηχανισμών του δεν είδαμε· μόνο ο μουτζούρης πεταγόταν κάθε τόσο από δω κι από κει κι αλίμονο σε κείνον που του έμενε στα χέρια. Με αυτόν τον τρόπο κατάφεραν να διατηρήσουν αλώβητα όλα εκείνα που συνιστούν την πηγή της οπισθοδρόμησης και της «κακοδαιμονίας» μας. Κάποια παραπαίδια μπορεί να θυσιάστηκαν, αλλά ο πυρήνας του συστήματος εξουσίας παρέμεινε ανέπαφος.

Προσπαθώ να πιστέψω πως παρά τις δυσκολίες της καθημερινότητας και τον συνεχή αγώνα με το αδιέξοδο που δίνει ο καθένας από μας, θα καταφέρουμε, έστω στο παρά πέντε, να ξεπεράσουμε τις ενστικτώδεις καχεξίες μας και να διεκδικήσουμε, ή μάλλον, να προσπαθήσουμε για το περισσότερο, που είναι η ουσιαστική αλλαγή των συνειδήσεων και των τρόπων. Μόνο έτσι η δοκιμασία που περνάμε θα έχει νόημα…

Εξαιρέσεις;

Όχι, δεν υποστηρίζω τους απεργούς του Μετρό. Και δεν πιστεύω ότι ο αγώνας είναι δίκαιος –νομίζω μάλιστα ότι εδώ και μέρες έχει πάψει να είναι δικαιολογημένος.

Εξηγούμαι:

Μια από τις πρώτες, τις θεμελιώδεις κριτικές που κάναμε κι εγώ, αλλά και οι περισσότεροι από όσους επέκριναν την πρώτη Κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου, όταν επεχείρησε να εφαρμόσει το πρώτο Μνημόνιο, ήταν ακριβώς το γεγονός ότι υπήρχαν πολλές εξαιρέσεις. Το πρώτο πακέτο μέτρων του 2010, αλλά και τα άλλα που το ακολούθησαν, άφηνε αλώβητους τους μισθούς και τις συντάξεις πολλών ομάδων πολιτών και μάλιστα των πιο υψηλόμισθων, των πιο ευνοημένων από το μεταπολιτευτικό σύστημα. Έτσι, αντί να δώσει την αίσθηση του κοινού αγώνα, της θεμελίωσης, έστω και με θυσίες, ενός νέου, καλλίτερου μέλλοντος, εμπέδωσε στους απλούς πολίτες την αίσθηση της διάκρισης και της αδικίας.

Χρειάστηκαν να καταπέσουν δύο Πρωθυπουργοί και να γίνουν δύο εκλογικές αναμετρήσεις για να φτάσουμε στο αυτονόητο: Αυτή την δύσκολη στιγμή να μην γίνονται εξαιρέσεις. Έτσι είδαμε να γίνονται γενναίες περικοπές ακόμα και στις αποδοχές των δικαστικών ή των υπαλλήλων της Βουλής, ομάδες που μέχρι χθες βρίσκονταν στο απυρόβλητο. Ήρθε και η σειρά των εργαζομένων στα ΜΜΜ.

Σε προσωπικό επίπεδο συμπονώ καθέναν ξεχωριστά από τους εργαζόμενους στα Μέσα σταθερής τροχιάς που βλέπουν το εισόδημά τους να μειώνεται. Ξέρω τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και θα αντιμετωπίσουν. Είναι όμως περικοπές που υπέστησαν πρώτοι-πρώτοι οι συνταξιούχοι γονείς μου, οι συγγενείς και οι φίλοι μου που είναι δάσκαλοι και καθηγητές στα σχολεία ή μέλη ΔΕΠ σε Πανεπιστήμια, αλλά κι εκείνοι που είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι ή ελεύθεροι επαγγελματίες –για να μην αναφερθώ στους ανθρώπους μας που είναι άνεργοι.

Ακριβώς επειδή κατανοώ τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και θα αντιμετωπίσουν εξαιτίας των περικοπών οι εργαζόμενοι στα ΜΜΜ, θεώρησα στην αρχή δικαιολογημένη την αντίδρασή τους: Εξέφραζαν την διαφωνία τους σε μια πολιτική που τους έπληττε άμεσα.

Αλλά από ένα σημείο και μετά το πράγμα ξέφυγε. Οι αποφάσεις της συνδικαλιστικής τους ηγεσίας δεν στόχευαν στην διαμαρτυρία, αλλά μετέτρεπαν εμάς, που η επαγγελματική, η κοινωνική και όποια άλλη ζωή μας εξαρτάται από τα ΜΜΜ, σε κλοτσοσκούφι, για να επιβάλουν τις απαιτήσεις τους. Ζημίωναν άμεσα όλους όσους είχαμε προπληρώσει τις μετακινήσεις του μήνα στηρίζοντας την εταιρία που εργάζονται και τους ίδιους. Ανέτρεψαν τον δικό μας σφιχτό προϋπολογισμό, καθώς μας ανάγκασαν να χρησιμοποιούμε ταξί για τις απαραίτητες μετακινήσεις μας. Και ζητώντας τι; Να εξαιρεθούν από αυτό που εμείς βιώνουμε!

Λυπάμαι, αλλά σαν πολίτης αυτό το αίτημα, τέτοιες απαιτήσεις δεν μπορώ να τις υποστηρίξω. Γιατί πολύ απλά δεν πιστεύω ότι οι εργαζόμενοι στο Μετρό είναι καλλίτεροι από τους γιατρούς, τους δασκάλους, τους δικαστικούς, τον κάθε λογής εργαζόμενο, υπάλληλο, συνταξιούχο, που δεν έχει εξαιρεθεί από τα μέτρα.

Στη σημερινή ειδικά περίσταση κάθε αίτημα για εξαίρεση συνιστά πρόκληση και, αν μου το επιτρέπετε, αναίδεια. Δεν μπορείς να βγάζεις την γλώσσα στους συμπολίτες σου, γιατί έτσι σε είχαν μάθει τα προηγούμενα χρόνια.

Aν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το ποια στρατηγική έπρεπε να ακολουθηθεί και ποιοι θα ήταν οι βέλτιστοι χειρισμοί, αυτές όμως έχουν να κάνουν πιο πολύ με την επικοινωνιακή διαχείριση, παρά με την ουσία. Γιατί η ουσία, η κατάληξη αν θέλετε, δεν μπορεί παρά να είναι μία, ασχέτως χειρισμών: Η κατάσταση αυτή έπρεπε να λήξει το συντομότερο δυνατόν.

Κάτι αλλάζει…

Κάποιοι φίλοι απόρησαν με την βεβαιότητα που εξέφρασα την περασμένη εβδομάδα ότι θα τα καταφέρουμε. Ίσως γιατί οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν είναι τόσες, ώστε δυσκολεύονται να δουν έξω από το πλαίσιο των δικών τους αναγκών· ίσως γιατί έχουν εθιστεί 2 χρόνια τώρα στην καταστροφολογία· ίσως πάλι γιατί με έχουν συνηθίσει πιο σκεπτικιστή.

Δεν παραγνωρίζω, ούτε αγνοώ την δύσκολη κοινωνική και οικονομική κατάσταση. Χιλιάδες συμπολίτες μας, κάποιοι από αυτούς συγγενείς ή φίλοι μας, δοκιμάζονται σκληρά από την ανεργία, την μείωση των αποδοχών τους, την φορολογία, την γενικότερη ανασφάλεια. Από την άλλη όμως, για πρώτη φορά από τότε που βρθήκαμε στην δίνη της Κρίσης, έχουν αρχίσει να εμφανίζονται ενθαρρυντικά σημάδια για την υπέρβασή της.

Έτσι, το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού δεν είναι πλέον μακρινό ενδεχόμενο, κάτι σαν πολιτικοοικονομική επιστημονική φαντασία, αλλά, όπως λένε οι ειδικοί, η πλέον πιθανή εξέλιξη για το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Και οι επενδύσεις, που θα λιπάνουν την ντόπια αγορά και θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, έχουν αρχίσει δειλά-δειλά να γίνονται. Και τα νέα από τον τουρισμό λένε ότι η φετινή χρονιά θα είναι η καλλίτερη των τελευταίων χρόνων, που σημαίνει περισσότερες δουλειές (εποχιακές ίσως, αλλά δουλειές) και χρήμα που θα εισρεύσει άμεσα στην αγορά.

Πέρα όμως από αυτά, για τα οποία μπορούν να μιλήσουν καλλίτερα οι ειδικοί, η πιο σημαντική αλλαγή που συντελείται σήμερα κατά την γνώμη μου, το πιο απτό δείγμα ότι μπαίνουμε σε μια νέα εποχή είναι η ίδια η Κυβέρνηση.

Νομίζω ότι ακόμα κι εκείνοι που διαφωνούν με την πολιτική που εφαρμόζεται, δεν μπορούν παρά να αναγνωρίσουν το προφανές: Ενώ στην αρχή είχαμε νομίσει ότι θα αποτελούσε θνησιγενές πολιτικό πειραματισμό, η Κυβέρνηση Σαμαρά αποδεικνύει καθημερινά ότι αποτελεί παράγοντα σταθερότητα και ότι διαθέτει δυναμική η οποία υπερβαίνει τα χρονοδιαγράμματα που θέτουν οι διάφοροι αναλυτές. Κι ακόμα ότι παρά τις διαφωνίες ή τις διαφορετικές εκτιμήσεις των μελών της ή τις αντιφάσεις των κομμάτων που την στηρίζουν, είναι η πιο συγκροτημένη Κυβέρνηση που είχαμε τα τελευταία χρόνια.

Αυτό βέβαια δεν οφείλεται ούτε στην κρισιμότητα της στιγμής μόνο, ούτε στα μικροπολιτικά ή άλλα οφέλη των εταίρων –τα παραδείγματα του πολύ πρόσφατου παρελθόντος διδάσκουν ότι τέτοιοι λόγοι δεν φτουράνε. Η εικόνα και η δυναμική της Κυβέρνησης οφείλεται κατά κύριο λόγο στις ικανότητες του Πρωθυπουργού κ. Α. Σαμαρά να συνεννοείται με τους εταίρους του και να διευθύνει τους Υπουργούς του. Έτσι ενώ στο πρόσφατο παρελθόν μονοκομματικές Κυβερνήσεις ακούγονταν σαν ξεχαρβαλωμένα βιολιά, ετούτη η Κυβέρνηση συνεργασίας έχει τον ήχο βιενέζικης ορχήστρας.

Το κέρδος για την Δημοκρατία, την πολιτική ζωή, αλλά και για μας τους πολίτες από αυτό είναι ανυπολόγιστο: Μέχρι χθες λέγαμε ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε «κουλτούρα συνεργασίας», σήμερα την δημιουργούμε. Και μάλιστα ενώ η συνεργασία σε κυβερνητικό επίπεδο αποτελούσε επιδίωξη της αριστεράς κατά την μεταπολίτευση, αυτή υλοποιείται από έναν Κεντροδεξιό Πρωθυπουργό.

Επιτρέψτε μου λοιπόν να επαναλάβω: Η πιο απτή απόδειξη ότι κάτι αλλάζει, ότι τελειώνουμε με την μεταπολίτευση και προχωράμε σε μια νέα περίοδο, ότι έχουμε αρχίσει να ξεκολλάμε από την λάσπη, είναι η ίδια η λειτουργία της Κυβέρνησης.

Τα δύσκολα σαφώς και δεν πέρασαν, έχουμε πολλά μπροστά μας. Αλλά αρχίζει και διαφαίνεται ότι δεν αρμενίζουμε στραβά και ότι ο γιαλός είναι ευθεία μπροστά μας. Μετά από 3 χρόνια αβεβαιότητας και περιδίνησης  αυτό δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα.

Επιστρέφοντας στην πραγματικότητα

Το τελευταίο δεκαήμερο είχα την πολυτέλεια να μην ενημερώνομαι για την επικαιρότητα. Δεν διάβαζα εφημερίδες ή ενημερωτικούς ιστότοπους, δεν έβλεπα δελτία ειδήσεων –ακόμα και το twitter άφησα για να μην μένουν χαραμάδες απ’ όπου θα διεισδύει στον μικρόκοσμό μου η καθημερινότητα μέσω των τιτιβισμάτων.

Όχι, δεν πήγα διακοπές σε κάποιο ερημονήσι.

Ήμουν εδώ, στο γραφείο μου, τριγυρισμένος από τα βιβλία μου, μπροστά στον υπολογιστή και με το κινητό από δίπλα. Συνέχιζα να διεκπεραιώνω τις πιο επείγουσες εργασίες και να μεταθέτω για αργότερα ό,τι μπορούσε να μετατεθεί. Σπαταλούσα τον χρόνο μου σερφάροντας μακριά από την Ελλαδική ειδησεογραφία.

Ήταν μια συνειδητή επιλογή, μια βαθιά εσωτερική ανάγκη, να κλειστώ στον εορτάζοντα και εορταστικό μικρόκοσμό μας, αφήνοντας έξω την βία και το πένθος του κόσμου μας. Μην βιαστείτε να συμπεράνετε ότι προτίμησα/ένιωσα την ανάγκη να ασχοληθώ για 10 μέρες με τον εαυτούλη μου, ξεχνώντας τους συνανθρώπους μου. Δεν είναι καθόλου αυτή η περίπτωση· αν κάτι μου έχει λείψει αυτό το καλοκαίρι, κάτι που το περίμενα και το προετοίμαζα και το είχα βαθιά ανάγκη, είναι αυτή ακριβώς η ενασχόληση με τον «εαυτούλη» μου, κάτι που δεν το κατάφερα.

Νομίζω ότι πιο πολύ ήταν η ανάγκη να δημιουργήσω / να ζήσω μια διέξοδο –πλασματική, έστω. Μέσα στην απελπισία που δημιουργεί η ατελείωτη νύχτα που βιώνουμε 3 χρόνια τώρα, ακόμα και μια τεχνητή σπίθα είναι καλοδεχούμενη – σ’ αυτή τη φάση βρέθηκα.

Αλλά σήμερα η γιορτή μας τελείωσε κι αργά-αργά, ανόρεχτα και διστακτικά επιστρέφω στην πραγματικότητα: Έστειλα δύο σημαντικά μέιλ που χρόνιζαν και στη συνέχεια επισκέφθηκα τα 2-3 βασικά site από τα οποία ενημερώνομαι. Τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει: Πάλι πρώτο θέμα η αποφασιστικότητα Σαμαρά να περάσει τα νέα νέα μέτρα· από κάτω η εμμονή δανειστών κι εταίρων να τηρηθούν οι συμφωνίες, παρότι η πραγματικότητα δεν έχει καμία σχέση με τις προβλέψεις πάνω στις οποίες βασίστηκαν· πυρκαγιές και ληστείες και δολοφονίες που αποδεικνύουν ότι το Κράτος δεν ανταποκρίνεται σε καμία από τις υποχρεώσεις του, ότι δεν προστατεύει ούτε τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών, ότι οι φόροι και τα χαράτσια που επιβάλλει και εισπράττει δεν έχουν καμιά ανταποδοτικότητα…

Δέκα μέρες απουσίας και τίποτα δεν έχει αλλάξει. Τίποτα δεν έχει διαφοροποιηθεί.

Αναζητείται σχέδιο για την Μεγάλη Απόδραση.