Category Archives: σχέσεις

Το πένθος κι ο εαυτός

Η λύπη, η μελαγχολία, το πένθος, όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει είναι φυσικά κι αναμενόμενα. Είναι ανθρώπινα, καθώς υπενθυμίζουν στον καθένα μας την κοινή μας μοίρα.

Παρατηρώ όμως μια εμμονή στα media, ειδικά τα κοινωνικά, γύρω από τους θανάτους και τα μνημόσυνα συγγραφέων, διανοούμενων, καλλιτεχνών, διασήμων εν γένει, που ξεφεύγει από το αναμενόμενο. Οι τοίχοι του facebook, η χρονογραμμή του twitter, δεν περιμένουν τον αιφνίδιο θάνατο για να πενθήσουν· καθημερινά γεμίζουν με φωτογραφίες και ημερομηνίες σπουδαίων και σημαντικών που γεννήθηκαν ή «φύγανε» σαν σήμερα.

Τα social media δεν είναι όμως ημερολόγια απωλειών ή πένθους, είναι χώροι δόμησης και αποδόμησης εαυτού. Κατά συνέπεια, το πένθος , επετειακό ή επικαιρικό, έχει σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Καλλίτερα: Το πένθος είναι ο τρόπος που συγκροτούμε τον εαυτό μας.

Κι έχει ενδιαφέρον ότι οι εαυτοί δεν συγκροτούνται στη βάση καθημερινών πράξεων και παραλήψεων, επιλογών και απορρίψεων, ιδεών ή πραγμάτων, αλλά στο βάθος επιμνημόσυνων αναφορών σε ανθρώπους οπωσδήποτε σπουδαίους και σημαντικούς. Είναι εντελώς διαφορετικό να διαβάζω και να διαλέγομαι με τα έργα του Ντοστογιέφσκι, του Τόμας Μανν ή του Μπρωντέλ, να προβληματίζομαι με τις ιδέες τους και να τους σχολιάζω στην ιστοσελίδα ή τον φεϊσμπουκικό μου τοίχο, κι άλλο να παραφυλάω την μέρα που γεννήθηκαν ή που πέθαναν για να αναρτήσω την φωτογραφία τους με τις ημερομηνίες αρχής και τέλους.

Σκέφτομαι ότι δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί το φαινόμενο –άλλωστε δεν αποτελεί ελληνικό προνόμιο, αλλά ολόκληρου του ευρωπαϊκού, ίσως του δυτικού, κόσμου. Έχει να κάνει με τον τρόπο που οριοθετούμε τις σχέσεις μας, πώς τοποθετούμε τους εαυτούς μας αναφορικά με το παρόν και το παρελθόν, την πολύμορφη ανασφάλεια που βιώνουμε, το έλλειμμα σε στόχους, σε οράματα και αξίες· με την εμπειρία χιλιετηρίδων που συνολικά, σαν ανθρωπότητα, αλλά κι ο καθένας ξεχωριστά, κουβαλάμε στους ώμους μας. Κι έχει βεβαίως να κάνει και με την πολυπλοκότητα του κόσμου, το πλήθος των ανεπεξέργαστων πληροφοριών που δεχόμαστε, τους αστραπιαίους ρυθμούς που ζούμε τις ζωές μας.

Φαίνεται ότι όσο τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις για να τις προλάβουμε, τόσο ακίνητη στέκει η ψυχή μας. Ανίκανη να κάνει ένα βήμα μπροστά, καθηλωμένη, αδυνατεί να διακρίνει την ομορφιά της πραγματικότητας, να αφομοιώσει την εμπειρία του παρόντος, να την μετουσιώσει σε έργο, κι έτσι αναπαύεται βουλιάζοντας στην πένθιμη νοσταλγία –είναι αυτός ο «πολιτισμός θανάτου, που περιέγραφε ο Ευγένιος Αρανίτσης ήδη από το (ευφορικό και προ-Ολυμπιακό) 1999.

………………

Να παγώσουμε τον χρόνο ή να τον βραδύνουμε, να στενέψουμε τον χώρο, να απλοποιήσουμε τον κόσμο, είναι αδύνατο. Ο εγχρονισμός στο σήμερα είναι ο μόνος τρόπος να απαλλαγούμε από την θανατίλα της νοσταλγίας και το μόνιμο πένθος· ο μόνος τρόπος να γίνουμε δημιουργικοί και ν’ αγαπήσουμε ξανά αυτό που έχουμε κι αυτό που είμαστε· ο μόνος τρόπος εν τέλει να σώσουμε την ψυχή μας…

Advertisements

Κατάρρευση

«Η κατάρρευση άρχισε ύπουλα, σαν όλες τις ψυχικές ασθένειες, και μάλιστα σε μιαν εποχή που ένιωθα σιδερένιος και χωρίς εκκρεμότητες», είναι η εναρκτήρια φράση του Κωστή Παπαγιώργη στο Σύνδρομο αγοραφοβίας (Εκδ. Καστανιώτη, 1998) και σκέφτομαι ότι ακριβώς η ίδια θα μπορούσε να τοποθετηθεί και στην αρχή ενός δοκιμίου, μιας μελέτης για την σημερινή Κρίση.

Νομίζω ότι όλοι συνομολογούμε –σε διαφορετική ένταση είναι η αλήθεια– ότι η Κρίση, παρότι κατατρώει μισθούς, συντάξεις κι επιδόματα, δεν είναι απλώς και μόνο οικονομική, αλλά δομική, εσωτερική του κράτους μας. Γι’ αυτό άλλωστε δεν θυμάμαι να υπάρχει κάποιος που να υποστηρίζει στα σοβαρά ότι δεν υφίσταται η αναγκαιότητα διαρθρωτικών αλλαγών και ότι μπορούμε να ξανασταθούμε στα πόδια μας με το ίδιο κράτος, με τις ίδιες αρχές και κοινωνικές προτεραιότητες.

Κι έπειτα, αναζητώντας το πότε έπεσε ο κακός σπόρος, πάμε πίσω σε εποχές που όχι μόνο δεν φανταζόμασταν ότι θα βιώναμε τέτοιες καταστάσεις, αλλά παρασυρμένοι από ένα πνεύμα αισιοδοξίας, που σήμερα φαντάζει και αφελής και κούφια και εγκληματική ίσως, γεμίζαμε τα γήπεδα για να τραγουδήσουμε άσματα για ήλιους.

Ποια είναι η λύση, ίσως αναρωτιέστε. Και μαζί σας αναρωτιέμαι κι εγώ. Γιατί δεν ξέρω –φαντάζομαι, αλλά δεν ξέρω. Και δεν θέλω μέσα στον ορυμαγδό των αναλύσεων και των εκτιμήσεων από ειδικούς και –κυρίως– από μη-ειδικούς (βέβαια στον τόπο μας έχουμε μιαν ευκολία να αυτοανακηρυσσόμαστε ειδικοί επί παντός) δεν θα ήθελα να προσθέσω και την δική μου φλυαρία επί του θέματος. Έτσι επιστρέφω στο βιβλίο.

Το οποίο μπορεί να ιδωθεί ως εξομολογητικό δοκίμιο, αλλά και ως μια έντονη, δραματική περιπέτεια με αγωνία, απρόσμενες ανατροπές και χιούμορ (για την ακρίβεια: αυτοσαρκασμό) που υπονομεύει πρώτα τον αφηγητή και μετά τον αναγνώστη –κάτι σαν τον Indiana Jones δηλαδή.

Κι όπως συμβαίνει σε αυτού του είδους τις περιπέτειες, έτσι και στο Σύνδρομο αγοραφοβίας το τέλος είναι happy:

«Είχα γιάνει επιτέλους», μας πληροφορεί ο συγγραφέας στην τελευταία του πρόταση.

Κι αυτό είναι το αισιόδοξο μήνυμα του βιβλίου:

Η αρρώστια μπορεί να θεραπευτεί. Η κατάρρευση μπορεί να ανατραπεί και να δώσει την θέση της στην ανόρθωση.

Αρκεί κάτι πολύ απλό, αλλά και πολύ δύσκολο καταπώς φαίνεται: Η αποδοχή εκείνου που είμαστε και εκείνου που είναι ο κόσμος, έτσι ώστε και εμείς να ενταχθούμε μέσα στον κόσμο, αλλά και ο κόσμος να βρει ένα κομμάτι στον μέσα εαυτό μας.

Και βέβαια ο έσωθεν και έξωθεν κόσμος, η ζωή αν προτιμάτε, δεν είναι μόνο γιορτή, χαρά και τραγούδι, αλλά είναι και φθορά και θάνατος –κατά κάποιο τρόπο μάλιστα είναι κυρίως φθορά και θάνατος.

Την πραγματικότητα αυτή καλούμαστε να διαχειριστούμε άμα τη ενηλικιώσει μας. Ερωτευόμαστε, γεννάμε, γράφουμε και διαβάζουμε μισοκλείνοντας το μάτι στον θάνατο. Με την βεβαιότητα ότι αν σε προσωπικό επίπεδο η μάχη θα αποδειχτεί άνιση για μας, στο ευρύτερο μπορεί και να είναι άνιση για τον Μαύρο Καβαλάρη.

Τελικά η ζωή αποκτά νόημα και βηματισμό από τη στιγμή που αποδεχθούμε την πραγματικότητα μέσα κι έξω και προσπαθήσουμε να την υπερβούμε. Και το παράξενο είναι ότι αυτή η προσπάθεια συνίσταται από τα πιο απλά, τα πιο καθημερινά πράγματα –στην αναγνώριση της ομορφιάς των πιο απλών και πιο καθημερινών πραγμάτων.

Άνθρωποι ή ακάουντ

Το έχουμε πλέον εμπεδώσει:

Το διαδίκτυο δεν είναι ένα ακόμα εργαλείο στα χέρια μας, αλλά ένας ολοκαίνουργιος τόπος, στο οποίο μπορούμε να κινούμαστε ελεύθερα και ίσως-ίσως να υπάρξουμε.

Αχανής κι αχαρτογράφητος, ο κόσμος του διαδικτύου έχει μια θεμελιώδη διαφορά από τον άλλο, τον παλαιό κόσμο: Είναι απολύτως χρηστικός. Φτιάχτηκε ως εργαλείο κι εξελίχθηκε σε χώρο υπηρετώντας δυο σημαντικές ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου: την δικτύωση και την ανταλλαγή πληροφοριών. Γιατί παρά την αύξηση των αναγκών που καλύπτει/δημιουργεί το διαδίκτυο, ο άνθρωπος, το μέσα, η ουσία του, αποζητά και ειρηνεύει σε μη-χρηστικές σχέσεις, καταστάσεις, δραστηριότητες, όπως και ο πρωτόγονος πρόγονός του.

Μας αρέσει να τα μπερδεύουμε, όντας και οι ίδιοι μπερδεμένοι, αλλά τα πράγματα παραμένουν απολύτως διακριτά: Άλλο η παρέα κι άλλο το δίκτυο. Όπως, άλλο η επικοινωνία, δηλαδή η συνεννόηση σε ένα ανώτερο επίπεδο, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη μιας σχέσης (φιλικής, ερωτικής, επαγγελματικής κτλ) κι άλλο η ανταλλαγή πληροφοριών που εξυπηρετεί αμοιβαία συμφέροντα. Και είναι εντελώς διαφορετικός ο κοινωνικός άνθρωπος από τον καλά δικτυωμένο –το αστείο για εκείνον με τους εκατοντάδες φίλους στο facebook, που δεν έχει έναν να βγει μαζί του το Σαββατόβραδο ή να του τηλεφωνήσει να πει τον πόνο του, δεν είναι πλέον αστείο.

Ο τεχνοβιότοπος του διαδικτύου επιτρέπει την ανάπτυξη συμπεριφορών, που προηγουμένως θεωρούνταν περιθωριακές και προβληματικές. Ο τύπος με το παραφουσκωμένο εγώ, για παράδειγμα, που κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα μαζεύοντας λάικ και φαβ, και συλλέγει οπαδούς, φίλους κι ακολούθους επιδεικνύοντας μιαν αφελή και συχνά επιθετική ευαισθησία, οπωσδήποτε επιδερμική και ανάλογη του συρμού, στην προ-διαδικτύου εποχή, αν υπήρχε, ήταν περιορισμένος στη γειτονιά ή το διαμέρισμά του. Σήμερα όμως που έχει χώρο ν’ αλωνίζει, βιτρίνα για να μοστράρεται και, κυρίως, βλέμματα που τον παρακολουθούν και να καθορίζουν την συμπεριφορά του, μετατρέπεται σε επιτυχημένο ακάουντ.

Το σουξέ ήταν πάντα εύπεπτο, ελαφρύ και μακριά από τα ζόρικα ζητήματα –συνεπώς δεν είναι η ανοησία ή η αφέλεια που ενοχλεί. Πρόβλημα είναι η έκπτωση ή η μετάθεση βασικών αναγκών. Η επαφή, η σχέση, αντικειμενικοποιείται, καθίσταται μετρήσιμο μέγεθος, και μετατρέπεται σε πρωταθλητισμό. Κι όπως ο καθένας που ασχολείται με τον πρωταθλητισμό είναι εξ ορισμού ανταγωνιστικός και πιθανότατα επιθετικός, έτσι και εκείνοι προβάλλουν την πραμάτεια τους. Μοναδικός στόχος είναι τα λάικ και βασικά μέσα το γλυκερό συναίσθημα και η βάναυση εριστικότητα. Η λογική –όπως και το γνήσιο αίσθημα– είναι διεργασία που απαιτεί χρόνο για να γονιμοποιηθεί, έχουν εξοριστεί. Τα επιχειρήματα είναι επιφανειακά, με πολυχρησιμοποιημένες λέξεις και φράσεις, που δεν εννοούν τόσα όσα υπονοούν ή περιορίζονται σε εικόνες (παιδιά, γατιά, κουτάβια, φεγγάρια, ηλιοβασιλέματα κτλ) που γαργαλάνε το χαμηλό υπογάστριο του θυμικού. Ένας πηχτός, κολλώδης συναισθηματισμός διαχέεται στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο, που καταπίνει τα πάντα –ακόμα και τους σκοπούς που υποτίθεται ότι υποστηρίζει, ακόμα και τους ανθρώπους, στους οποίους υποτίθεται ότι συμπαραστέκεται –προπάντων όμως εκείνους που τον παράγουν. Στην αγωνία τους να κατασκευάσουν ένα διακριτό πρόσωπο και να φανούν, βουλιάζουν στη χωματερή του διαδικτύου.

Το ερώτημα είναι τι θα αναδυθεί από κει μέσα…

 

———

Δημοσιεύτηκε στο frear.gr

Για τον αρχαίο μοναχισμό

Το πιο γνήσιο κίνημα της Ύστερης Αρχαιότητας, που διαπέρασε οριζόντια και κάθετα κάθε κοινωνική και οικονομική τάξη, κάθε μορφωτικό και καταγωγικό υπόβαθρο, ήταν ο Χριστιανικός ασκητισμός. Όταν ο κόσμος των πόλεων και των χωρίων έγινε πλέον αφόρητος, ένας νεαρός Αιγύπτιος –ήταν δεν ήταν 18 ετών– τον εγκατέλειψε και εισήλθε στην έρημο.

Η πράξη του δεν ήταν ούτε τόσο απλή, ούτε τόσο μονοσήμαντη, όσο μας φαίνεται σήμερα. Ο Αντώνιος δεν άλλαξε απλώς τόπο και τρόπο ζωής –δεν παράτησε την πράσινη, γόνιμη γη του Νείλου για την καμένη πέτρα της ερήμου. Πέρασε σε έναν εντελώς άγνωστο και αχαρτογράφητο κόσμο, όπου κανένα από τα δεδομένα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού δεν ίσχυε και όπου όλα ήταν δυνατά –το αντίστοιχο για μας σήμερα θα ήταν να περάσουμε σε μια άλλη διάσταση ή να βυθιστούμε σε μια μαύρη τρύπα. Γιατί στις ερήμους της Ύστερης Αρχαιότητας κατοικούσαν παράξενες φυλές και άνθρωποι με κεφάλια ή άκρα ζώων, κάθε λογής πνεύματα και κτήνη, άγγελοι, παράξενα φυτά με ψωμιά στα κλαδιά τους, διαμάντια και θησαυροί κάθε λογής.

Με την εγκατάστασή του στην έρημο, ο Αντώνιος διεύρυνε το φαντασιακό ορίζοντα των ανθρώπων της εποχής του πολλαπλασιάζοντας ταυτόχρονα τις δυνατότητες και τις επιλογές τους. Έδωσε διέξοδο στην δυσφορία τους. Ό,τι δεν χωρούσε ο κόσμος, ότι απέρριπτε, ό,τι ξερνούσε, έβρισκε εκεί γόνιμο έδαφος ν’ ανθίσει. Γι’ αυτό και συνέρρεαν εκεί άνθρωποι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, όπως ο πρώην λήσταρχος Μωυσής ο Αιθίωψ και ο Αρσένιος, ο δάσκαλος των μετέπειτα αυτοκρατόρων Αρκαδίου και Ονωρίου.

Έτσι, στις Σκήτες της Αιγυπτιακής ερήμου δημιουργήθηκε ένας άλλος τρόπος κοινωνικής οργάνωσης, μια διαφορετική αντίληψη της εργασίας και της ιδιοκτησίας, μια νέα ιεράρχηση των αναγκών και των αξιών, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η απλότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το βασικό έργο που καταγράφει τα έργα και τις ημέρες τους, τα Αποφθέγματα Γερόντων, είναι γραμμένα σε ανεπιτήδευτη, καθημερινή γλώσσα, χωρίς ρητορισμούς και με θαυμαστή οικονομία έκφρασης –βρίσκεται δηλαδή στον αντίποδα των συγγραμμάτων των χριστιανών και εθνικών διδασκάλων, που άκμαζαν στην γειτονική Αλεξάνδρεια. Και τα θέματα που τους απασχολούσαν ήταν εξίσου απλά και στόχευαν στην περαιτέρω απλούστευση της ζωής τους. Στα Αποφθέγματα δεν θα βρει κανείς υψηλές θεολογικές συζητήσεις, αλλά παρατηρήσεις και σχόλια για την απτή καθημερινότητα του ανθρώπου, την εξωτερική και την εσωτερική, που συχνά εντυπωσιάζουν και τους σημερινούς αναγνώστες για την οξυδέρκεια και την επικαιρότητά τους.

Υπάρχει μια ιστορία, η 8η του αββά Ποιμένος, που είναι πολύ χαρακτηριστική αυτής της τάσης:

Επισκέφθηκε κάποτε ένας ξενικός γέροντας την Σκήτη και ζήτησε να συναντήσει τον αββά Ποιμένα, γιατί είχε ακούσει πολλά γι’ αυτόν. Οι δυο γέροντες συναντήθηκαν κι αφού αντάλλαξαν ασπασμό, ο ξενικός άρχισε να μιλάει περί πνευματικών και ουρανίων. Ο Ποιμένας άκουγε σιωπηλός. Ο άλλος συνέχιζε να μιλάει περιμένοντας απόκριση, ώσπου απογοητευμένος σηκώθηκε κι έφυγε. «Μάταια έκανα αυτό το ταξίδι», είπε στους μαθητές του Ποιμένα, που ήταν έξω από το κελί, «ο γέροντας δεν θέλει να μου μιλήσει». Πήγε μέσα τότε ένας από αυτούς και είπε στον Ποιμένα το παράπονο του ξενικού, προσθέτοντας ότι αυτός θεωρείται πολύ σπουδαίος στα μέρη του. Και του απαντάει ο γέρων: «Αυτός ανήκει στον ουρανό και μιλάει για τα επουράνια, εγώ όμως ανήκω στα κάτω και μιλάω για τα επίγεια. Αν μου μιλούσε για τα πάθη της ψυχής, θα του απαντούσα· τα πνευματικά εγώ δεν τα ξέρω.»

House of Cards

Πόσες φορές έχουμε δει έναν πραγματικά κακό στις οθόνες μας;

Μάλλον ποτέ. Ο Dexter, αν και serial-killer, κατάφερε να διοχετεύσει την ορμή του και να την καταστήσει χρήσιμη (!) στην κοινωνία, ενώ ήταν εξαιρετικός σύζυγος, πατέρας, αδελφός, συνάδελφος. Κι όσο για τον περίφημο Heisenberg του Breaking Bad, δεν ήταν παρά ένας κακομοίρης μικροαστός, πραγματικά δαρμένο σκυλί, που όταν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο, απελευθερώθηκαν εντός του η επιθυμία για χρήμα και δύναμη. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να την εκπληρώσει, προκαλώντας την συμπάθεια των τηλεθεατών, αφού αφενός τους θύμιζε κάτι από τον εαυτό τους, αφετέρου εκπλήρωνε ένα απωθημένο (ή μη) φαντασιακό τους. Η δε σύζυγός του, όσο κι αν ο Vince Gilligan, ο δημιουργός της σειράς, προσπαθούσε να μας πείσει ότι είναι η Ms Heisenberg, δεν τα κατάφερε. Οι προσπάθειές της για δύναμη εντός κι εκτός συζυγικής σχέσης έμοιαζαν με εκρήξεις υστερίας –εξ ου και το μίσος των φαν.

Το House of Cards όμως είναι άλλη υπόθεση. Αυτό μας προσφέρει δυο πραγματικά κακούς, βαθιά κακούς, αρχετυπικά κακούς χαρακτήρες: Τον κο και την κα Underwood.

House of Cards Spouses

Η ιστορία είναι λίγο-πολύ γνωστή:

Μετά από μια πετυχημένη εκλογή κι αφού ο Πρόεδρος δεν του δίνει τον υπεσχημένο υπουργικό θώκο, ο Frank Underwood ξεκινά έναν μαραθώνιο δολοπλοκίας, χειραγώγησης και αθεμιτουργίας με στόχο την κορυφή. Το χρήμα εδώ δεν είναι παρά το μέσον, χρηστικό αντικείμενο κι όχι στόχος –ακριβώς όπως και η ανθρώπινη ζωή ή οι διαπροσωπικές σχέσεις. Εκείνο που μετράει, εκείνο που θέλει ο Underwood είναι η εξουσία. Από την ίδια πάστα είναι φτιαγμένη και η γυναίκα του. H Claire Underwood δεν είναι κάποια αθώα που ξύπνησε μια ωραία πρωία στον κυκλώνα, που δημιούργησε ο άντρας της, όπως η Skyler White. Δεν είναι παθητικός θεατής των δρωμένων, ούτε στηρίζει απλώς τον Francis. Συμμετέχει ενεργά στις αθεμιτουργίες προωθώντας την δική της παράλληλη ατζέντα.

Αν τους ονομάζαμε σύγχρονους Macbeth, θα τους αδικούσαμε. Στο σαιξπηρικό δράμα η τραγωδία προκύπτει από το συνειδησιακό πρόβλημα των πρωταγωνιστών, τις τύψεις, την μετάνοιά τους. Οι Μάκβεθ ακολούθησαν έναν δρόμο, που δεν άντεχαν να πάρουν. Αντιθέτως, οι Underwood δεν έχουν τέτοια ζητήματα. Ξέρουν ακριβώς πού βρίσκονται, τι θέλουν, πώς να το αποκτήσουν, δεν έχουν κανένα δισταγμό και νιώθουν υπέροχα. Είναι αυτή η απόλυτη απουσία ηθικιστικών αντανακλαστικών και ορίων, που καθιστούν τον Frank και την ClaireUnderwood, τους μόνους πραγματικά υπεράνθρωπους της μικρής και της μεγάλης οθόνης.

Μέσα στο δυσλειτουργικό σύμπαν του House of Cards η σχέση του Frank και της Claire είναι το μόνο που λειτουργεί. Ο γάμος τους είναι τόσο αρμονικός, ώστε να συναγωνίζεται στα ίδια εκείνον του Cliff και της Clair Huxtable στο The Cosby Show: Υπάρχει αφοσίωση, αμοιβαίος σεβασμός και αλληλοκατανόηση, συζητούν τα πάντα χωρίς να κρατάνε μυστικά και έχουν μια βαθιά αγάπη ο ένας για τον άλλον. Η συζυγία τους, το σπίτι τους είναι το οχυρό τους, όπως αρέσκονται να το ονομάζουν, απέναντι στους άλλους –όλους τους άλλους. Είναι η αφετηρία τους, η απαραίτητη προϋπόθεση, για να κατακτήσουν τον κόσμο.

house of cards

(Το μείζον ερώτημα που προκύπτει δεν έχει να κάνει με την σειρά καθεαυτή, αλλά τροφοδοτείται είναι το γιατί καθόμαστε και βλέπουμε αθεμιτουργίες; Γιατί διασκεδάζουμε με τον θρίαμβο του κακού; Πώς και γιατί εξαφανίστηκαν οι θετικοί ήρωες και την θέση τους κατέλαβαν οι κακοί; Γιατί να μας συναρπάζει το κακό και να βαριόμαστε το καλό; Θα προσπαθήσω να το απαντήσω κάποια επόμενη φορά.)

Όνειρο Σχέδιο Ελπίδα

Οι νέοι, που έχουν τον ορίζοντα καθαρό και δεν νιώθουν αδυναμίες, παρά μόνο δύναμη, ονειρεύονται. Για κείνους όλα είναι εφικτά: Να κερδίσουν το Νόμπελ ή το Όσκαρ, να πατήσουν το πόδι τους στη σελήνη ή τους αντίποδες, να κερδίσουν όλα όσα έχασαν οι προηγούμενοι κι εκείνα ακόμα που θα χρειαστούν οι επόμενοι, ν’ αλλάξουν όχι μόνο τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά το ίδιο το παιχνίδι. Όνειρο είναι ο τόπος που, αν και κατασκευασμένος με τα υλικά της πραγματικότητας, μόνο πραγματικός δεν είναι· εκεί φυσικοί νόμοι δεν ισχύουν – βαρύτητα δεν υπάρχει, μπορούμε και πετάμε ελεύθερα στον ουρανό. Οι νέοι λοιπόν δεν είναι αισιόδοξοι· η ονειρική τους δύναμη τους τραβάει πέραν της αισιοδοξίας, σε μια μη-ρεαλιστική πραγματικότητα, η οποία δεν είναι παρά υπέρλογη ατομικιστική ελευθερία. Γι’ αυτό κι όσο μεγαλώνουμε, όσο βυθιζόμαστε στην πραγματικότητα, όσο βαθαίνουν οι σχέσεις μας, τόσο κλεινόμαστε έξω από το όνειρο.
Ώσπου φτάνουμε σε μιαν ηλικία, που δεν μας απομένει παρά να το νοσταλγούμε –όπως οι πρωτόπλαστοι νοσταλγούσαν την Εδέμ.

.

Ο ενήλικας που πατάει γερά στα πόδια του, που έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, εκείνος δηλαδή που έχει μια υγιή σχέση με τον εαυτό του και το περιβάλλον του, θέτει στόχους κι αναζητά τους βέλτιστους τρόπους για να τους πετύχει –σχεδιάζει. Ο κόσμος δεν είναι πλέον μια απέραντη δυνατότητα, έχει περιοριστεί σε συγκεκριμένες επιλογές και είναι στο χέρι του να τις πετύχει όλες, κάποιες ή καμία από αυτές. Όλα κρίνονται στην δική του δύναμη κι επιδεξιότητα· στην καθαρότητα της ματιάς του, όταν αντικρίζει τον εαυτό του και επιλέγει στόχο και τρόπο· στην σταθερότητα του χεριού του όταν σέρνει το νυστέρι. Ο άνθρωπος που έχει σχέδια, έχει κι αυτοπεποίθηση, ψυχραιμία, πιστεύει πάνω απ’ όλα και πέρα απ’ οτιδήποτε στον εαυτό του. Είναι δε αισιόδοξος, σε σημείο που πολλές φορές νομίζεται για αφελής –όμως αφελείς δεν είναι εκείνος, αλλά οι άλλοι, που τον θεωρούν έτσι, γιατί νομίζουν ότι βλέπουν αυτό που εκείνος αγνοεί, ενώ στην πραγματικότητα αγνοούν το πρώτο που είδε εκείνος:
Τον εαυτό του.

,

Οι απεγνωσμένοι ελπίζουν. Ο άνθρωπος που αισθάνεται το χώμα να υποχωρεί κάτω από το πέλμα του και δεν βρίσκει χειρολαβή να κρατηθεί, όποιος δεν έχει απάγκιο ν’ ακουμπήσει, δεν μπορεί παρά να ελπίζει. Γιατί αν κάτι δεν μπορεί να χωρέσει ο νους του ανθρώπου είναι το τέλος, η ανυπαρξία, το μηδέν, ο θάνατος, η καταστροφή –ακριβώς πριν απ’ αυτά μπλοκάρει και πιάνεται απ’ την ελπίδα, την μπλε οθόνη της συνείδησής μας. Ελπίδα είναι η παράλογη πεποίθηση ότι πριν το τέλος, κάποιο θαύμα θα συμβεί, κάποιος θεός θα εμφανιστεί από μηχανής, μ’ έναν τρόπο η φυσική εξέλιξη θα αναστραφεί ή έστω θα ανακοπεί. Όταν η λογική και ο ρεαλισμός καταλήγουν στο τέρμα, ενστικτωδώς στρεφόμαστε προς την μεταφυσική.
Η ελπίδα είναι το αποκούμπι των τελειωμένων, γι’ αυτό και ταράζομαι όταν μου την σερβίρουν.

Λεωφορεία

Κάθομαι στη θέση μου κι ακουμπάω το μέτωπό μου στο τζάμι. Το κινητό και η ταμπλέτα στη θήκη μπροστά μου, τα ακουστικά στην τσέπη. Τα βγάζω και τα ξεμπερδεύω. Θέλουμε ακόμα πέντε λεπτά για να φύγουμε –πέντε ολόκληρα λεπτά–, υπάρχουν ακόμα όρθιοι που ψάχνουν τις θέσεις τους, αλλά ο οδηγός κάθεται και κοιτάζει ανυπόμονος από τον καθρέφτη. Μόλις βγούμε από το σταθμό θα βάλω τ’ ακουστικά στ’ αυτιά και θα γλαρώσω στις μελωδίες για καμιά ώρα. Μετά διάλειμμα και μετά ταινία. Στάση είκοσι λεπτών μετά την Γέφυρα και πάλι μουσικές κι ίσως ακόμα μια ταινία μέχρι να φτάσουμε: Αθήνα-Γιάννενα εξίμισι ώρες.

Στα λεωφορεία, πιστέψτε με, δεν έχεις και πολλά να ελπίζεις. Η μαγεία, ο ρομαντισμός, το παραμύθι, η άνεση είναι στα τραίνα –τα λεωφορεία έχουν την μιζέρια και την ταλαιπωρία, μια ρεαλιστική πραγματικότητα μέσα στην σκόνη και την ιδρωτίλα. Καθηλωμένος για ώρες στην άβολη και στενή θέση μου υπολογίζω τις γουλιές του νερού σε σχέση με την απόσταση για την στάση. Στο τραίνο σηκώνεσαι, βολτάρεις, ξεμουδιάζεις, αράζεις στο κυλικείο και πας στην τουαλέτα για κατούρημα. Στα λεωφορεία μουδιάζεις, κρατιέσαι, σφίγγεσαι κι εύχεσαι ν’ αποφύγεις τα χειρότερα: Ο διπλανός σου να είναι υπέρβαρος και να κάθεται και στη δική σου καρέκλα ή γριά που θα μασουλάει καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής ή πιτσιρίκι που θα μιλάει ακατάπαυστα επί εξίμισι ώρες στο κινητό του…

Καλός συνταξιδιώτης είναι ο αόρατος συνταξιδιώτης. Ένας άνθρωπος-τοίχος ανάμεσα σε μένα και τον διάδρομο που δεν θα βάζει-βγάζει το μπουφάν του, ούτε θα πειράζει τον εξαερισμό, ούτε θα κοιτάζει το ρολόι του κάθε πέντε λεπτά ξεφυσώντας.

Ιδανικός συνταξιδιώτης είναι εκείνος που θα συζητήσεις μαζί του. Δεν υπάρχει καλλίτερο πράγμα. Η κουβέντα μειώνει την απόσταση και τον χρόνο. Καθώς έρχεσαι κοντά στον συνομιλητή σου, μοιάζει και ο προορισμός να έρχεται προς το μέρος σας. Χαλαρώνεις, ξεχνιέσαι, οι ώρες που περνούν παύουν να μοιάζουν οριστικά χαμένες –μπορεί να μην τις κερδίζω, αλλά τουλάχιστον δεν τις χάνω, κάτι είναι κι αυτό.

Εντάξει, η φαντασίωση είναι κοινή και αναμενόμενη: Δίπλα σου να καθίσει η πανέμορφη γκόμενα, που θα έχει παρόμοια ενδιαφέροντα με σένα, θα γελάει με τ’ αστεία σου και τα σκουντήματά της θα είναι γεμάτα νόημα. Στα είκοσι χρόνια που ταξιδεύω συστηματικά (περισσότερο συστηματικά απ’ όσο θα ήθελα είναι η αλήθεια) με λεωφορεία, μου έχει τύχει δύο ή τρεις φορές. Την μια φορά μάλιστα, στο λεωφορείο Ιωάννινα-Αθήνα, που πήγαινα για να προλάβω το αεροπλάνο για την Κύπρο, περνούσαμε τόσο καλά, που από την Κόρινθο και μετά μας έπιασε μελαγχολία. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα, email, facebook, υποσχέσεις ότι δεν θα χαθούμε κι ότι θα τα ξαναπούμε οπωσδήποτε, αλλά δεν βαριέσαι… Για καλό ή για κακό η ζωή δεν είναι ταινία.

Τελευταία φορά καθόμουνα δίπλα σε έναν μαγκάκο, χρόνια υπάλληλο σε μεγάλα ξενοδοχεία της Ελλάδας και του εξωτερικού –είχε περάσει μάλιστα κι από την Κύπρο. Μου έλεγε κόλπα για το πώς τα κονομούσαν τις καλές εποχές και μου περιέγραφε τα μεγάλα ξενοδοχεία από τα οποία είχε περάσει. Ο φουκαράς είχε σχεδόν ένα χρόνο άνεργος και κατέβαινε στην Αθήνα μέσα στο άγχος και τις ελπίδες.

Άλλη μια φορά θυμάμαι καθόμουν δίπλα σε μια κυρία από την Κόρινθο, που η μεγάλη της κόρη ήταν πρωτοετής στα Γιάννενα. Πήγαινε να την επισκεφθεί για πρώτη φορά και ήταν μέσα στο άγχος. Τα Γιάννενα της φαινόταν πολύ μακριά, πολύ μεγάλα, πολύ εξωτικά –τι γύρευε η κορούλα της εκεί; Κι αν πέσει σε κανέναν επιτήδειο; Κι αν την παρασύρουν σε κάποιο ολισθηρό σοκάκι; Είχε ακούσει ιστορίες κι ιστορίες και ήταν τρομοκρατημένη. Στην αρχή την έκανα χάζι –μου θύμιζε ανθρώπους και αγωνίες που άκουγα στη γειτονιά, όταν ήμουνα πολύ μικρός. Μετά προσπάθησα να την καθησυχάσω, αλλά μάλλον την άγχωσα περισσότερο. Μετά την βαρέθηκα, αλλά είχαμε ήδη φτάσει…

Συχνά ευχάριστη κουβέντα μπορείς να κάνεις με παππούδες και γιαγιάδες από χωριά. Καμιά φορά νομίζω ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι οι τελευταίοι που κατέχουν την μαγική τέχνη της ανεπιτήδευτης κοινωνικότητας. Ξέρουν πώς να ανοίξουν μια κουβέντα, πώς να διηγηθούν μια ιστορία, τι αντίδραση να έχουν σε ό,τι κι αν τους πεις, πόσο ν’ ανοιχτούνε και τι να κρύψουν.

.

Είκοσι χρόνια τώρα δεν υπάρχει στη ζωή μου αναγκαιότερο κακό από τα λεωφορεία. Πλέον δεν τα βαριέμαι, δεν με εξοργίζουν, δεν σπάζομαι, δεν αγανακτώ, δεν παραξενεύομαι. Κάθομαι στη θέση μου ευχόμενος ν’ αποφύγω τα χειρότερα και φοράω τ’ ακουστικά μόλις ξεκινήσουμε. Μουσική. Κι έξω απ’ τα παράθυρα το ίδιο σκηνικό κάθε φορά διαφορετικό: Μέρα ή νύχτα, καλοκαίρι ή χειμώνας, με ανθρώπους ή χωρίς. Και το μυαλό μου αδειάζει και πέφτω ολόκληρος, ψυχή τε και σώματι, στη μαύρη τρύπα που είναι αυτές οι εξίμισι ώρες. Και κει μέσα αναπάντεχα κάποιες φορές κατάφερα να πιάσω το κουβάρι και να το ξεδιαλύνω και να βρω την αρχή. Και ξέρετε αυτό τι σημαίνει:

Υπάρχουν φορές που χωρίς να το περιμένω ή να το ελπίζω εκεί, μέσα στο λεωφορείο, καθισμένος κι ακίνητος, να βρίσκω την έξοδο απ’ τον λαβύρινθο…