Category Archives: ταξίδια

Λεωφορεία

Κάθομαι στη θέση μου κι ακουμπάω το μέτωπό μου στο τζάμι. Το κινητό και η ταμπλέτα στη θήκη μπροστά μου, τα ακουστικά στην τσέπη. Τα βγάζω και τα ξεμπερδεύω. Θέλουμε ακόμα πέντε λεπτά για να φύγουμε –πέντε ολόκληρα λεπτά–, υπάρχουν ακόμα όρθιοι που ψάχνουν τις θέσεις τους, αλλά ο οδηγός κάθεται και κοιτάζει ανυπόμονος από τον καθρέφτη. Μόλις βγούμε από το σταθμό θα βάλω τ’ ακουστικά στ’ αυτιά και θα γλαρώσω στις μελωδίες για καμιά ώρα. Μετά διάλειμμα και μετά ταινία. Στάση είκοσι λεπτών μετά την Γέφυρα και πάλι μουσικές κι ίσως ακόμα μια ταινία μέχρι να φτάσουμε: Αθήνα-Γιάννενα εξίμισι ώρες.

Στα λεωφορεία, πιστέψτε με, δεν έχεις και πολλά να ελπίζεις. Η μαγεία, ο ρομαντισμός, το παραμύθι, η άνεση είναι στα τραίνα –τα λεωφορεία έχουν την μιζέρια και την ταλαιπωρία, μια ρεαλιστική πραγματικότητα μέσα στην σκόνη και την ιδρωτίλα. Καθηλωμένος για ώρες στην άβολη και στενή θέση μου υπολογίζω τις γουλιές του νερού σε σχέση με την απόσταση για την στάση. Στο τραίνο σηκώνεσαι, βολτάρεις, ξεμουδιάζεις, αράζεις στο κυλικείο και πας στην τουαλέτα για κατούρημα. Στα λεωφορεία μουδιάζεις, κρατιέσαι, σφίγγεσαι κι εύχεσαι ν’ αποφύγεις τα χειρότερα: Ο διπλανός σου να είναι υπέρβαρος και να κάθεται και στη δική σου καρέκλα ή γριά που θα μασουλάει καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής ή πιτσιρίκι που θα μιλάει ακατάπαυστα επί εξίμισι ώρες στο κινητό του…

Καλός συνταξιδιώτης είναι ο αόρατος συνταξιδιώτης. Ένας άνθρωπος-τοίχος ανάμεσα σε μένα και τον διάδρομο που δεν θα βάζει-βγάζει το μπουφάν του, ούτε θα πειράζει τον εξαερισμό, ούτε θα κοιτάζει το ρολόι του κάθε πέντε λεπτά ξεφυσώντας.

Ιδανικός συνταξιδιώτης είναι εκείνος που θα συζητήσεις μαζί του. Δεν υπάρχει καλλίτερο πράγμα. Η κουβέντα μειώνει την απόσταση και τον χρόνο. Καθώς έρχεσαι κοντά στον συνομιλητή σου, μοιάζει και ο προορισμός να έρχεται προς το μέρος σας. Χαλαρώνεις, ξεχνιέσαι, οι ώρες που περνούν παύουν να μοιάζουν οριστικά χαμένες –μπορεί να μην τις κερδίζω, αλλά τουλάχιστον δεν τις χάνω, κάτι είναι κι αυτό.

Εντάξει, η φαντασίωση είναι κοινή και αναμενόμενη: Δίπλα σου να καθίσει η πανέμορφη γκόμενα, που θα έχει παρόμοια ενδιαφέροντα με σένα, θα γελάει με τ’ αστεία σου και τα σκουντήματά της θα είναι γεμάτα νόημα. Στα είκοσι χρόνια που ταξιδεύω συστηματικά (περισσότερο συστηματικά απ’ όσο θα ήθελα είναι η αλήθεια) με λεωφορεία, μου έχει τύχει δύο ή τρεις φορές. Την μια φορά μάλιστα, στο λεωφορείο Ιωάννινα-Αθήνα, που πήγαινα για να προλάβω το αεροπλάνο για την Κύπρο, περνούσαμε τόσο καλά, που από την Κόρινθο και μετά μας έπιασε μελαγχολία. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα, email, facebook, υποσχέσεις ότι δεν θα χαθούμε κι ότι θα τα ξαναπούμε οπωσδήποτε, αλλά δεν βαριέσαι… Για καλό ή για κακό η ζωή δεν είναι ταινία.

Τελευταία φορά καθόμουνα δίπλα σε έναν μαγκάκο, χρόνια υπάλληλο σε μεγάλα ξενοδοχεία της Ελλάδας και του εξωτερικού –είχε περάσει μάλιστα κι από την Κύπρο. Μου έλεγε κόλπα για το πώς τα κονομούσαν τις καλές εποχές και μου περιέγραφε τα μεγάλα ξενοδοχεία από τα οποία είχε περάσει. Ο φουκαράς είχε σχεδόν ένα χρόνο άνεργος και κατέβαινε στην Αθήνα μέσα στο άγχος και τις ελπίδες.

Άλλη μια φορά θυμάμαι καθόμουν δίπλα σε μια κυρία από την Κόρινθο, που η μεγάλη της κόρη ήταν πρωτοετής στα Γιάννενα. Πήγαινε να την επισκεφθεί για πρώτη φορά και ήταν μέσα στο άγχος. Τα Γιάννενα της φαινόταν πολύ μακριά, πολύ μεγάλα, πολύ εξωτικά –τι γύρευε η κορούλα της εκεί; Κι αν πέσει σε κανέναν επιτήδειο; Κι αν την παρασύρουν σε κάποιο ολισθηρό σοκάκι; Είχε ακούσει ιστορίες κι ιστορίες και ήταν τρομοκρατημένη. Στην αρχή την έκανα χάζι –μου θύμιζε ανθρώπους και αγωνίες που άκουγα στη γειτονιά, όταν ήμουνα πολύ μικρός. Μετά προσπάθησα να την καθησυχάσω, αλλά μάλλον την άγχωσα περισσότερο. Μετά την βαρέθηκα, αλλά είχαμε ήδη φτάσει…

Συχνά ευχάριστη κουβέντα μπορείς να κάνεις με παππούδες και γιαγιάδες από χωριά. Καμιά φορά νομίζω ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι οι τελευταίοι που κατέχουν την μαγική τέχνη της ανεπιτήδευτης κοινωνικότητας. Ξέρουν πώς να ανοίξουν μια κουβέντα, πώς να διηγηθούν μια ιστορία, τι αντίδραση να έχουν σε ό,τι κι αν τους πεις, πόσο ν’ ανοιχτούνε και τι να κρύψουν.

.

Είκοσι χρόνια τώρα δεν υπάρχει στη ζωή μου αναγκαιότερο κακό από τα λεωφορεία. Πλέον δεν τα βαριέμαι, δεν με εξοργίζουν, δεν σπάζομαι, δεν αγανακτώ, δεν παραξενεύομαι. Κάθομαι στη θέση μου ευχόμενος ν’ αποφύγω τα χειρότερα και φοράω τ’ ακουστικά μόλις ξεκινήσουμε. Μουσική. Κι έξω απ’ τα παράθυρα το ίδιο σκηνικό κάθε φορά διαφορετικό: Μέρα ή νύχτα, καλοκαίρι ή χειμώνας, με ανθρώπους ή χωρίς. Και το μυαλό μου αδειάζει και πέφτω ολόκληρος, ψυχή τε και σώματι, στη μαύρη τρύπα που είναι αυτές οι εξίμισι ώρες. Και κει μέσα αναπάντεχα κάποιες φορές κατάφερα να πιάσω το κουβάρι και να το ξεδιαλύνω και να βρω την αρχή. Και ξέρετε αυτό τι σημαίνει:

Υπάρχουν φορές που χωρίς να το περιμένω ή να το ελπίζω εκεί, μέσα στο λεωφορείο, καθισμένος κι ακίνητος, να βρίσκω την έξοδο απ’ τον λαβύρινθο…

Advertisements

Τέσσερα ταξίδια που θα ήθελα να κάνω

Οι φίλοι, που γνωρίζουν την αντιπάθειά μου για τις μετακινήσεις, ίσως εκπλαγούν από την σημερινή ανάρτηση. Αδίκως. Γιατί οι μετακινήσεις δεν μου αρέσουν, τα ταξίδια τα ονειρεύομαι.

Ανήκω σε μια γενιά, που ενώ έχει γνωρίσει πολλά μέρη, δεν έχει ταξιδέψει. Μέσα σε δύο, τρεις, πέντε ώρες διακτινιζόμαστε στον προορισμό με το αεροπλάνο ή τα γρήγορα αυτοκίνητά μας –αυτό είναι μεταφορά.

Ταξίδι είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι μια διαδικασία που απαιτεί όχι μόνο χώρο, αλλά και χρόνο. Ο παλιός ταξιδευτής που με την άμαξα ή και με τα πόδια του ξεκινούσε από τον τόπο του για να πάει κάπου αλλού, δεν κατανάλωνε μόνο χιλιόμετρα, κατανάλωνε και μέρες, βδομάδες, μήνες. Και έτσι το ταξίδι δεν ήταν μόνο ένα «ξέσκασμα», αλλά μια διαδικασία εσωτερικής αλλαγής. Ο ταξιδιώτης που επέστρεφε έχοντας γνωρίσει πολλών ανθρώπων τις γνώμες και τα μέρη, θεωρούνταν –και ήταν– σοφός –δεν νομίζω ότι μπορεί να διεκδικήσει κάτι τέτοιο ο σημερινός «ταξιδιώτης» του τριήμερου.

Ονειρεύομαι ταξίδια λοιπόν. Σε τόπους όμορφους, ξένους, διαφορετικούς, εξωτικούς. Όχι τόσο γιατί νοσταλγώ κόσμους που δεν γνώρισα, όπως λέει ο Che στα Ημερολόγια μοτοσικλέτας, αλλά έναν τρόπο για τον οποίο έμαθα μέσα από παλιά βιβλία και ιστορίες.

Αποφάσισα λοιπόν να μοιραστώ μαζί σας τα 4 μέρη που μου φαίνεται πιο δύσκολο να καταφέρω να επισκεφθώ ποτέ. Υπάρχουν φυσικά και άλλα μέρη που θα ήθελα να δω κι άλλα ταξίδια που θα ήθελα να κάνω, αλλά αυτά φαντάζουν πιο προσβάσιμα σήμερα. Έχουμε λοιπόν και λέμε:

.

Η Έρημος της Αυστραλίας

Παρά την αντιπάθειά μου για τα θερμά, ξηρά κλίματα, αυτή την περιοχή, που καλύπτει σχεδόν το 18% της Αυστραλίας, θα ήθελα να την διασχίσω. Θα ήθελα να πατήσω το κόκκινο χώμα της, να αγναντέψω τον γυμνό ορίζοντα μέχρι να με τσούξουν τα μάτια από το φως και την σκόνη.

.

Αμαζόνιος

Τα ντοκιμαντέρ του Jacques-Yves Cousteau και η ταινία The Mosquito Coast του Peter Weir έχτισαν μέσα μου τον μύθο του μεγάλου αυτού ποταμού. Το οικοσύστημα του Αμαζονίου είναι απαραίτητο για την ανθρωπότητα, καθώς μας τροφοδοτεί με οξυγόνο, και ταυτοχρόνως εχθρικό, εξαιτίας της άγριας ζωής που φιλοξενεί και κλίματος. Απειλείται με εξαφάνιση από τον δυτικό τρόπο ζωής και εκμετάλλευσης της φύσης ενώ παράλληλα μπορεί να καταπιεί οποιοδήποτε άτομο ξεμείνει στα σπλάχνα του.

.

Rapa Nui

μοαι

Το νησί αυτό της Πολυνησίας, που είναι γνωστό και με το όνομα που του έδωσε ο πρώτος δυτικός επισκέπτης του, ως Νησί του Πάσχα, φιλοξενεί ένα από τα πιο παράδοξα ανθρώπινα επιτεύγματα: Τα τεράστια μονολιθικά αγάλματα, που οι ντόπιοι αποκαλούν moai. Σκοτεινά και απειλητικά σε απόλυτη αντίθεση με το γαλάζιο του Ειρηνικού ωκεανού, έχουν εμπνεύσει δεκάδες ιστορίες κόμιξ και, ναι, θα ήθελα να περπατήσω γύρω τους.

.

Machu Picchu

Σε ύψος 2.500 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, στην δυσπρόσιτη κορυφή ενός πυραμοειδούς όρους, βρίσκεται η μυθική πόλη των Ίνκα. Χαμένη για αιώνες, ανακαλύφθηκε μόλις το 1911 από έναν αμερικανό αρχαιολόγο, που φορούσε φεντόρα, ονόματι Hiram Bingham. Σήμερα θεωρείται μνημείο της παγκόσμιας κληρονομιάς από την Ουνέσκο, συγκεντρώνει χιλιάδες τουρίστες από όλο τον κόσμο, παραμένει όμως δυσπρόσιτη και, όπως μου έχει πει φίλος που κατάφερε να ανέβει, πανάκριβη.

.

Έρημος της Νιτρίας

Το πιο κοντινό μέρος, παρόλα αυτά δυσπρόσιτο εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας που επικρατεί στην Αίγυπτο και της εχθρότητας του νέου καθεστώτος για τους Χριστιανούς. Γιατί από την Αίγυπτο δεν με ιντριγκάρει τόσο να επισκεφθώ τις πυραμίδες και την Σφίγγα, τα οποία, τέλος πάντων, τα έχουμε δει και τα βλέπουμε σε ταινίες, ντοκιμαντέρ, αφιερώματα κάθε είδους, όσο την έρημο έξω από την Αλεξάνδρεια που ξεκίνησε ο χριστιανικός μοναχισμός. Έχοντας ασχοληθεί επί σειρά ετών ερευνητικά με το θέμα, θα ήθελα πολύ να περπατήσω τον τόπο που ξεκίνησαν όλα.

Ιθάκη

Δέκα χρόνια θαλασσοδερνόταν ο πολυμήχανος παλεύοντας να φτάσει στο νησί του και γνώρισε ανθρώπους, τόπους και θεούς. Αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς ότι στις περιπλανήσεις του βρήκε μέρη (δηλαδή γυναίκες, γιατί στην Οδύσσεια κάθε τόπος που μπορεί να ζήσει κανείς είναι ταυτισμένος με μια γυναίκα, την Κίρκη, την Καλυψώ ή την Πηνελόπη) μέρη που τον καλοδέχτηκαν, πλούτη, τιμές και χαρές, η νοσταλγία του Οδυσσέα είναι αίνιγμα για τον σύγχρονο Δυτικό άνθρωπο.

Αυτό όμως που βρίσκω πιο ενδιαφέρον είναι ότι η άφιξη στην Ιθάκη δεν ήταν αρκετή. Το όνειρό του δεν εκπληρώθηκε την ευλογημένη στιγμή που πάτησε τον πόδα του στο αγαπημστεκένο χώμα, ούτε όταν είδε το σπίτι, τον πατέρα, την γυναίκα του. Όχι, η Οδύσσεια του ήρωα συνεχίστηκε για αρκετές ραψωδίες ακόμα. Μεταμορφωμένος σε ζητιάνο πέρασε πολλές πίκρες και ταπεινώσεις βλέποντας τους μνηστήρες να διασπαθίζουν τα πλούτη του και να προσβάλουν την γυναίκα του και τους αγαπημένους του. Απαιτήθηκε κι άλλη υπομονή, κι άλλο κουράγιο, κι άλλα πολύτροπα σχέδια, και, φυσικά, ακόμα ένας πόλεμος.

Γιατί δεν αρκεί κανείς να φτάσει στην Ιθάκη, πρέπει και να την φτιάξει. Να την κατασκευάσει εξαρχής με ιδρώτα και αίμα για να μοιάσει στα όνειρά του, να ικανοποιήσει τις προσδοκίες του, να δώσει αξία στα βάσανα και το θαλασσοδάρσιμο. Τίποτα δεν σου χαρίζεται και τίποτα δεν είναι έτσι όπως το περιμένεις, όπως το ελπίζεις και το ονειρεύεσαι, είναι σαν να μας λέει ο τυφλός ραψωδός. Για όλα πρέπει να μοχθούμε, όσο αυτονόητα κι αν τα νομίζουμε -όσο αυτονόητα κι αν κάποτε ήταν.

Στο τέλος του έπους ο Οδυσσέας είναι γέρος και κουρασμένος. Είκοσι χρόνια έζησε σε μάχες και στις θάλασσες – δεν είναι πια το παλλικαρούδι που αναχώρησε για την Τροία. Ο γιος του έγινε ολόκληρος άνδρας, που αγωνιζόταν να αναγνωριστεί η αξία του, το πρόσωπο της γυναίκας του γέμισε ρυτίδες και το πιστό του σκυλί πέθανε. Όμως εκεί, στο παραμύθι, υπήρχε η σπλαχνική θεά Αθηνά, που ξανάδωσε στους ήρωες τα νιάτα και την παλιά τους ρώμη και ομορφιά, για να χαρούνε την Ιθάκη που κατασκευάσανε.

Τι κι αν δεν υπήρχε θεά Αθηνά; Τι κι αν ο Οδυσσέας καθόταν βαρύς στον θρόνο με τα χέρια του ματωμένα ακόμα από την μνηστηροφονία ανάμεσα σε πτώματα και οιμωγές; Δίπλα του θα ήταν η Πηνελόπη, ο Τηλέμαχος θα καθόταν στα πόδια τους και πίσω από μια μισόκλειστη πόρτα η καλή Ευρύκλεια θα χαμογελούσε κουρασμένα. Θέλω να πω, και πάλι το τέλος ευτυχισμένο θα ήταν, τέτοιο που ταιριάζει στα παραμύθια, τέτοιο που γαληνεύει τις καρδιές των ακροατών και δίνει ελπίδα στους βασανισμένους. Δεν θα μας έμενε καμιά πίκρα, πάλι θα μακαρίζαμε τον πολυμήχανο βασιλιά.

Μόνο που λίγο αργότερα, όταν η ιστορία θα κατακάθιζε μέσα μας, ίσως να αναρωτιόμασταν, αν άξιζε να ζήσει 20 χρόνια, μια ζωή ολόκληρη δηλαδή, σε παρένθεση, ονειρευόμενος και αναζητώντας την Ιθάκη. Αν θα ήταν καλλίτερα να μείνει με την Κίρκη, να απολαμβάνει όλα όσα του πρόσφερε και ν’ αφήσει τα παράτολμα ταξίδια και το όνειρο της Ιθάκης. Να βολευτεί, αντί να παλεύει κόντρα στην οργή του Ποσειδώνα.  Το θαύμα της Αθηνάς αυτή την βλάσφημη ερώτηση προλαβαίνει. Ο Οδυσσέας κερδίζει τα νιάτα του κι εμείς δεν αναρωτιόμαστε αν άξιζε όλο αυτό –  αν αξίζει να μοχθούμε, να θυσιαζόμαστε, για ένα ιδανικό, για μια ουτοπία στη ζωή. Μήπως είναι προτιμότερο να βολευόμαστε και να απολαμβάνουμε ότι μας δίνεται. Είναι σαν να μας λέει ο ποιητής: «Φτάσε εσύ στον προορισμό σου και μη σε νοιάζει τίποτα. Ό,τι και να θυσιάσεις στο δρόμο, θα σου δωθεί πάλι πολλαπλασιασμένο. Ό,τι και να χάσεις, θα το ξανακερδίσεις.»

.

Ο αρχαίος ποιητής ύμνησε τον Οδυσσέα που κατάφερε όχι μόνο να φτάσει, αλλά και να φτιάξει την Ιθάκη του. Ο σύγχρονος μακάρισε εκείνον που ξεκίνησε το ταξίδι κι ας μην το έφτασε. Εμείς, οι περισσότεροί μας, δεν έχουμε καν μπαρκάρει ακόμα…

Στιγμές στο Παρίσι

Μου αρέσει το ποτάμι. Συνήθως γύρω στις 7.00 που κλείνει η βιβλιοθήκη, κατηφορίζω βαριά για να περπατήσω πλάι του. Συνήθως εκεί φυσάει ένας πιο δροσερός, πιο κρύος αέρας – καλοδεχούμενα τα χάδια του.

Μου αρέσουν αυτά τα δέντρα που γέρνουν έτσι, προς το ποτάμι. Μου αρέσουν που έτσι, με τα κλαδιά τους γυμνά σαν σκελετωμένα δάχτυλα υψωμένα προς τον ουρανό, αιώνιοι ικέτες. Νομίζω όμως θα μου αρέσουν και αργότερα, όταν θα πρασινίσουν και θ’ ανθοφορήσουν.

Το άνοιγμα του ποταμού / το κλείσιμο των στοών που δημιουργούν οι γέφυρες -συνεχής αλλαγή τοπίου κι αισθήματος, σαν να βρίσκεσαι σε κινηματογραφικό στούντιο του ’50 και τσαλαβουτάς από σετ σε σετ…

 ***        ***         ***

Μου αρέσουν τα καφέ του Παρισιού. Τα τραπεζάκια είναι στριμωγμένα και ώρες-ώρες νομίζεις ότι κάθεσαι στο τραπέζι των διπλανών ή ότι εκείνοι ήρθαν απρόσκλητοι στο δικό σου. Από την άλλη όμως η μουσική είναι χαμηλά και μπορείς να συζητήσεις με τους φίλους σου ή να διορθώσεις όσα έγραψες το προηγούμενο βράδυ. Στα Γιάννενα η μουσική στις καφετέριες είναι μονίμως στη διαπασών -θέλουν να μη συζητάμε ή προσπαθούν να μας βγάλουν από τη δύσκολη θέση;

Τα παλαιοπωλεία στις όχθες του Σικουάνα. Πάντα τους ρίχνω μια ματιά, εκτός από τα τουριστικά στάνταρ, μπορεί να πέσεις σε κάποιο πραγματικό θησαυρό.

Εδώ περνάω μεγάλο μέρος των κυριακάτικων πρωινών μου. Το Album είναι το πιο ενημερωμένο βιβλιοπωλείο κόμιξ στο Παρίσι. Δεν διαθέτει βέβαια την τεράστια συλλογή του Forbidden Planet, αλλά το προτιμώ, καθώς είναι πιο φωτεινό κι ανθρώπινο…

Πίσω από αυτή τη μυστηριώδη, γαλάζια πόρτα περνάω πολλές ώρες κάθε μέρα…

Η St. Genevieve στη Rue Montagne, ακριβώς απέναντι από το Πάνθεον. Εδώ συναντούσε ο Gil το αυτοκίνητο φάντασμα, που τον μετέφερε στο Παρίσι του Μεσοπολέμου στο Midnight In Paris. Δίπλα, σε ένα εντυπωσιακό κτήριο, στεγάζεται η βιβλιοθήκη της St. Genevieve, πλούσια και δημοφιλής ανάμεσα στους φοιτητές και τους ερευνητές.

Κοντά στο σπίτι που μένω υπάρχει ένα πάρκο, με παιδική χαρά, πολλά πουλιά, μονοπάτια, έναν καταρράκτη που καταλήγει σε μια τεχνητή λιμνούλα… Τώρα, που οι μέρες είναι ηλιόλουστες και σχετικά ζεστές, γεμίζει με κόσμο που αράζουν και φωτοσυνθέτουν όχι μόνο τα Σαββατοκύριακα, αλλά και τις καθημερινές. Συνήθως πηγαίνω για τρέξιμο…

Λευκές σελίδες

Ακόμα γράφω πρώτα με στο χαρτί τα κείμενά μου, επιστημονικά, της δουλειάς, ιστολογικά, οτιδήποτε, και μετά τα χτυπάω στον υπολογιστή. Τα γράμματά μου είναι άθλια. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά υπάρχουν φορές που ούτε κι εγώ δεν τα καταλαβαίνω. Τα αραδιάζω στη σειρά και, όπως βιάζομαι, δημιουργούν αλλόκοτα συμπλέγματα, παράλογες ενώσεις. Γράφω, σταματάω, τα κοιτάζω ενώ σκέφτομαι το επόμενο, προχωράω. Τα κοιτάζω, ξαναλέω. Σπανίως διαβάζω ό,τι έχω γράψει σε αυτές τις παύσεις. Πρέπει να είμαι πολύ απελπισμένος. Να μην μπορώ να κάνω βήμα.

Φίλοι το θεωρούν χάσιμο χρόνου, αλλά αντιλέγω ότι είναι κέρδος: Η αντιγραφή αποτελεί ουσιαστική, καθοριστική διόρθωση. Που είναι αληθές, αλλά όχι η αλήθεια. Η αλήθεια είναι άλλη. Η αλήθεια είναι ο φόβος: Φοβάμαι ότι θα χαθώ, αν σταθώ μόνος, με τις σκέψεις μου απέναντι στην κενή, λευκή οθόνη.

Στο κενό λευκό χαρτί δεν χάνεσαι;

Χάνομαι. Και βέβαια χάνομαι, αλλά είναι ένα χάσιμο που το ξέρω και όσο κι αν με τρομάζει το έχω συνηθίσει και αποδεχτεί. Φοβάμαι, αλλά αισθάνομαι ότι θα την βρω την άκρη στο τέλος. Θα επιστρέψω.

 …    …    …    …    …

Είναι ο άνθρωπος λευκή σελίδα;

Παλιότερα το πίστευαν. Τώρα ξέρουμε ότι ακόμα και το σπερματοζωάριο και το ωάριο που ενώνονται στροβιλιζόμενα καθώς ξεκινούν το θαύμα της ζωής κουβαλούν άπειρες πληροφορίες μέσα τους. Κι έπειτα, τους εννιά μήνες που περνάμε ασφαλείς μέσα στη μήτρα δεχόμαστε τόσα πολλά ερεθίσματα, που είναι ικανά να μας στείλουν στον ψυχαναλυτή διά βίου. Οπότε όχι, ο άνθρωπος ποτέ δεν αποτελεί λευκή σελίδα. Πάντα είναι γραμμένος, πάντα είναι γεμάτος μουτζούρες.

Συνεπώς, το μόνο που μας μένει ίσως είναι να σκίσουμε το χαρτί. Κι αν είμαστε τυχεροί, να βρούμε άλλο για να το γεμίσουμε.

Μπορούμε να σκίσουμε το χαρτί;

Δεν ξέρω.

Δεν νομίζω

Πιθανόν να μπορούμε να σκίσουμε ένα από τα χαρτιά.

Ή, χειρότερα, να μπορούμε να σκίσουμε όλα τα χαρτιά απλώς αν το θέλουμε. Λέω χειρότερα, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι, παρά τις γενναίες διακηρύξεις μας και τα σχετικά, στην πραγματικότητα δεν θέλουμε να σκίσουμε τίποτα, μας αρέσουν οι μουτζούρες, βαριόμαστε να ξεκινήσουμε από την αρχή το γράψιμο.

…    …    …    …    …

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι. Τον είχαν ρωτήσει αν θα ήθελε να ξαναγίνει νέος και απάντησε πως όχι· πως δεν ήθελε να κάνει για δεύτερη φορά τα ίδια λάθη. Ο Χατζιδάκις ήταν ευχαριστημένος από τις σελίδες του. Τις φαντάζομαι πεντάγραμμα, με άτσαλες νότες, πουλιά και κορίτσια, όπως η χειρόγραφη παρτιτούρα της Αμοργού. Και με λάθη, εντάξει, πάλι όπως η παρτιτούρα της Αμοργού. Αλλά προφανώς ήταν λάθη που, όσο κι αν δεν του άρεσαν, δεν τον τυραννούσαν. Η απάντησή του δείχνει άνθρωπο ήρεμο, ειρηνευμένο, συμφιλιωμένο με πολλά.

Αν με ρωτούσαν εμένα, θα έδινα την εντελώς αντίθετη απάντηση. Δεν με φοβίζει τόσο η πιθανότητα να επαναλάβω τα λάθη μου –στο κάτω-κάτω της γραφής πάντα ενυπάρχει η ελπίδα ότι κάποιο θαύμα θα γίνει και δεν θα πέσω στη λούμπα– αλλά το να μην ξανακάνω τα σωστά μου –αυτά που, τέλος πάντων, εγώ θεωρώ σωστά μου. Που μπορεί να είναι λίγα, αλλά είναι αρκετά για να με κρατούν ζωντανό και όρθιο.

.

[Είναι 23.46 ώρα Γαλλίας, στο ποτήρι δίπλα μου απομένουν περίπου δυο γουλιές και με αυτή τη φράση γεμίζω το πρώτο φύλλο του σημειωματάριου που αγόρασα σήμερα…]

Αλ. Παπαδιαμάντης: Στο Χριστό στο Κάστρο

Το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου 186… ο παπα-Φραγκούλης ο Σακελλάριος παίρνει μια παράτολμη απόφαση: Να πάει στο Κάστρο για να λειτουργήσει το ναό της Γέννησης. Αφορμή δυο υλοτόμοι, ο Γιάννης ο Νυφιώτης και ο Αργύρης της Μυλωνούς, που είχαν αποκλειστεί εκεί πάνω εξαιτίας της πρωτοφανούς κακοκαιρίας που έπληττε τη νήσο κι αιτία το τάμα που είχε κάνει η παπαδιά τον προηγούμενο χρόνο, όταν ο ὑστερόγονος γιος της, ο Σπύρος, είχε αρρωστήσει βαριά. Αρωγός του παπά ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μπέρκας, ο οποίος, καθώς ο δρόμος ήταν κλειστός λόγω της σφοδρής χιονόπτωσης, ανέλαβε να μεταφέρει με τη βάρκα του τον παπά και όσους θα τον συνόδευαν. Τελικά στη βάρκα επιβιβάστηκαν εκτός του παπά, η παπαδιά με τον Σπύρο και την δεκαεξαετή Βάσω, ο κυρ-Αλεξανδρής ο ψάλτης, η θεια το Μαλαμώ, ο Βασίλης της Μυλωνούς, αδελφός του αποκλεισμένου Αργύρη, τρεις πανηγυρισταί και τέσσαρες προσκυνήτριαι, το σύνολο, μαζί με τον πορθμέα και τον δεκαεπτάχρονο γιο του που ήταν και ο ναύτης του, 16 άτομα.

Ο πλους ξεκίνησε ευοίωνος. Κρύωναν βέβαια, αλλά η βάρκα τους πήγαινε με σχετική με σχετική ηρεμία ως την Κεγχριάν, τὴν ὡραίαν μελαγχολικὴν κοιλάδα, που τους έπιασε θάλασσα, αλλά ο παπάς αποφάσισε να συνεχίσουν. Η γενναία συντροφιά θαλασσοδάρθηκε όλη τη νύχτα, ώσπου ο μπαρμπα-Στεφανής αποφάσισε ότι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν άλλο κι έδεσε τη βάρκα του στο λιμανάκι κάτω απ’ το Πρυΐ για να συνεχίσουν πεζή. Ο Βασίλης της Μυλωνούς, ο μπαρμπα-Στεφανής και ο γιος του προπορευόμενοι καθάριζαν τον δρόμο με αξίνες, ο κυρ-Αλεξανδρής και μια γυναίκα φώτιζαν με τα φανάρια και από πίσω οι υπόλοιποι ακολουθούσαν ζαλωμένοι τα εφόδια. Χρειάστηκαν τρεις ώρες για να διανύσουν απόσταση που σε κανονικές συνθήκες θα τους έπαιρνε μία, αλλά τελικά  ἔφθασαν ὑπὸ τὴν γέφυραν τοῦ Κάστρου, μισοπνιγμένοι, παγωμένοι, ἁλμυροὶ ἀπὸ θάλασσαν καὶ λευκοὶ ἀπὸ χιόνα, μελανιασμένοι τὰ χείλη, ἀλλὰ θερμοὶ τὴν καρδίαν. Εκεί συνάντησαν τους αποκλεισμένους ξυλοκόπους και 2 αιγοβοσκούς και αφού οι γυναίκες καθάρισαν το ναό και άναψαν τας κανδύλας και οι άντρες άναψαν μεγάλη πυρά εις το προαύλιον, ο παπα-Φραγκούλης έβαλε Εὐλογητός και η γιορτινή λειτουργία ξεκίνησε. Μετά όμως από λίγο φασαρία ακούστηκε έξωθεν του ναού και το μικρό εκκλησίασμα άρχισε να φυλλορροεί –ακόμα και ο κυρ-Αλεξανδρής θα άφηνε το αναλόγιο, αν δεν τον συγκρατούσε το αυστηρό βλέμμα του παπά. Τελικά το μικρό εκκλησίασμα ξαναγύρισε λίγο πριν το αντίδωρο και μαζί με τους γνωστούς ήταν και κάποια καινούργια πρόσωπα, ο καπετάν-Κωσταντής και οι ναύτες του, οι οποίοι έπλεαν ξυλάρμενοι από την Δάφνη, όπου οι άγκυρές τους έσπασαν από τη σφοδρότητα του αέρα και οι οποίοι είδαν αίφνης μέσα στο πέλαγος τις φωτιές που είχαν ανάψει γύρω από το ναό του Χριστού ὡς θεῖον πράγματι θαῦμα και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί.

Μετά την λειτουργία, οι αιπόλοι έψησαν δύο ερίφια, οι ξυλοκόποι πρόσφεραν κοσσύφια αλατισμένα, ο καπετάν-Κωσταντής δύο ασκούς γενναίου οίνου, κότες, αυγά και σκομβρία καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ηὐφράνθησαν, ἑορτάσαντες τὰ Χριστούγεννα μετὰ σπανίας μεγαλοπρεπείας ἐπὶ τοῦ ἐρήμου ἐκείνου βράχου.

   *   *   *

Διαβάζοντας τις περιπέτειες της συντροφιάς του παπα-Φραγκούλη, μου ήρθε στο νου η άλλη συντροφιά, εκείνη του δαχτυλιδιού. Και οι δυο διέρχονται πολλούς κινδύνους για να διασώσουν στον Τόλκιν τον κόσμο, στον Παπαδιαμάντη τους δύο υλοτόμους. Ο Τόλκιν χρησιμοποιεί την ιστορία για να συναιρέσει τους βορειοευρωπαϊκούς μύθους σε μια νέα μυθολογία, ο Παπαδιαμάντης απαθανατίζει την πραγματικότητα των παιδικών του χρόνων, δημιουργώντας ταυτοχρόνως και τον μύθο της καθ’ ημάς Ανατολής.

Βέβαια αν και η κλίμακα του Σκιαθίτη είναι σαφώς μικρότερη, το έργο του όμως είναι μάλλον καθολικότερο.

Στον Τόλκιν το Καλό πολεμάει το Κακό για να επικρατήσει στο τέλος το ένα από τα δυο. Αυτός ο μανιχαϊσμός είναι ξένος στον Παπαδιαμάντη. Στο έργο του δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, αλλά άνθρωποι με αρετές κι αδυναμίες, ακόμα και μικρότητες, που ο συγγραφέας με την ίδια αγάπη προσεγγίζει. Όπως και οι πίνακες του Π. Ζωγράφου δεν δείχνουν, όπως των ρομαντικών συναδέλφων του, ρομαντικές εξιδανικευμένες φυσικογνωμίες Ελλήνων να μάχονται θηριώδεις Τούρκους, αλλά ανθρωπάκια κόκκινα και μπλε να συμπλέκονται σε ένα  ποιμενικό τοπίο.

Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη, η αγκαλιά που ανοίγεται στα διηγήματά του, τους χωράει όλους ανεξαιρέτως μέσα, ευσεβείς, ασεβείς, αλιβάνιστους και φιλακόλουθους, ακόμα και αλλόθρησκους. Έτσι την ώρα της τρικυμίας, που η βάρκα κινδύνευε να κατασυντριβεί, ο παπάς κι ο πορθμεύς αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο:

Καὶ ὁ ἱερεὺς ἔλεγε μέσα του τὴν Παράκλησιν ὅλην ἀπὸ τὸ «Πολλοῖς συνεχόμενος»ἕως τὸ «Πάντων προστατεύεις». Κι ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς (…) ὑποτονθορύζων: «Σκύλιασε, ο διαολόκαιρος, λύσσαξε! Θὰ σκάσῃς, ἀντίχριστε, Τούρκο! Τὸ Μουχαμέτη σου, μέσα!»

Ο καθένας με τον τρόπο του, διαφορετικά, από μέσα του ή απ’ έξω του σιγανά, χωρίς να επιβάλλεται, αλλά δίνοντας χώρο στον άλλο να υπάρξει πέρα από το σωστό ή το λάθος, το καλό ή το κακό.

Αυτό το βλέπουμε και αργότερα, όταν η συντροφιά φτάσει στο ναό και η λειτουργία ξεκινήσει. Τότε ο καθένας ακολουθεί τον τρόπο του: Άλλος ψέλνει, άλλος αποκοιμιέται, άλλος περιποιείται τα κεριά, άλλος τροφοδοτεί τη φωτιά και κάποιοι κάθονται έξω από τον ναό και καπνίζουν τα τσιμπούκια τους.

    *   *   *

Το διήγημα ξεκινάει στο σπίτι του παπα-Φραγκούλη, που σφύζει από ζωντάνια. Δεν είναι μόνο τα τέκνα του παπά, που με το παραμικρό σηκώνουν επανάσταση, αλλά και οι γειτόνισσες , που μπαινοβγαίνουν για να αφήσουν τα βλογούδια, γείτονες, όπως ο Πανάγος ο μαραγκός, ο οποίος ανέβηκε να πει μια καλησπέρα και να πίῃ μία ρακιὰ κατὰ τὸ σύνηθες, ευσεβείς γραίες, όπως η θεια το Μαλαμώ κοκ. Είναι δηλαδή το παπαδόσπιτο ένα από τα κέντρα της μικρής κοινότητας από τα οποία εκπορεύονται και στα οποία κατευθύνονται οι δράσεις –αργότερα, στο τρίτο μέρος του διηγήματος, τέτοιο κέντρο γίνεται ο Χριστός στο Κάστρο.

Και στον πλέον αμύητο αναγνώστη γίνεται σαφές από τις πρώτες κιόλας γραμμές ότι το διήγημα αυτό είναι αυτοβιογραφικό –ο παπα-Φραγκούλης δεν είναι άλλος από τον παπα-Αδαμάντιο, τον πατέρα του συγγραφέα, ενώ ο δωδεκαετής Σπύρος, που ο παπάς τον φώναζε Λαμπράκη γιατί έφεγγε έτσι χλωμός και φιλάσθενος που ήταν, είναι ο ίδιος ο κυρ-Αλέξανδρος.

Έτσι, αν και ο Παπαδιαμάντης επιλέγει την τριτοπρόσωπη αφήγηση, τα γεγονότα περιγράφονται από την οπτική γωνία του παιδιού. Γι’ αυτό και οι ενήλικες, αν και απλοί λαϊκοί άνθρωποι, φαντάζουν αυτό που σήμερα λέμε bigger than life, ενώ η ρουτίνα τους σαν σημαντικές πράξεις.

*   *   *

Ἦτο γυνὴ δειλοτάτη, ἀλλὰ μόνον ἐνόσῳ εὑρίσκετο μακρὰν τοῦ παπᾶ. Ὅταν ἦτο πλησίον τοῦ παπᾶ της, ἐλάμβανε θάρρος, ἡ καρδία της ἐζεσταίνετο, καὶ δὲν ἐφοβεῖτο τοὺς κινδύνους.

Με αυτές τις φράσεις περιγράφει ο Παπαδιαμάντης την παπαδιά, η οποία σε όλο το διήγημα μένει στη σκιά του πληθωρικού συζύγου της –ούτε το όνομά της δεν μαθαίνουμε, καθώς την φωνάζουν όλοι «παπαδιά».

Παρόλα αυτά δεν πρόκειται για κάποιο άβουλο πλάσμα –το αντίθετο. Αποφάσισε και πήρε μαζί της τον χαδούλη της, τον φιλάσθενο Σπύρο, αφού βέβαια τον έντυσε σαν κρεμύδι. Και βέβαια όλο αυτό το προσκύνημα έγινε γιατί εκείνη το είχε τάξει την προηγούμενη χρονιά. Ο παπάς αποφασίζει να ανέβει στο Χριστό στο Κάστρο, για να εκπληρώσει το τάμα της συμβίας του. Είναι δηλαδή η ολιγομίλητη παπαδιά η κινητήριος δύναμη της ιστορίας, προπορεύεται, προαποφασίζει, κι ας φαίνεται να ακολουθεί –αυτό που ο Σαββόπουλος τραγούδησε

Ο άντρας και η γυναίκα δεν είναι ίσοι

Γιατί απλούστατα η γυναίκα είναι ανώτερη

Γι’αυτό και η κυρα-Άσπα του Διονύση

Πάντα υποχωρώντας τον καθοδηγεί.

*   *   *

Όπως σε όλα τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που περιγράφουν προσκυνήματα και λειτουργίες, η δράση δεν περιορίζεται μέσα στο ναό. Ο ναός είναι ο προορισμός, η λειτουργία ο στόχος, οι προσκυνητές μοχθούν για να φθάσουν εκεί (όλοι υφίστανται την ταλαιπωρία της θάλασσας, τραβάνε κουπί και κουβαλάνε τις προμήθειες), αλλά άπαξ και ειπωθεί το Εὐλογητός και η λιτή ξεκινήσει, η χάρις ξεχύνεται και τους αγκαλιάζει όλους, μέσα και έξω από το ναό, το θαύμα απλώνεται στο πέλαγος και σώζει το θαλασσοδαρμένο γολέτι.

Έτσι η Εκκλησία είναι το κέντρο, το απάνεμο μάτι του κυκλώνα, γύρω από το οποίο περιστρέφεται η κοινότητα (και όταν λέμε κοινότητα εδώ εννοούμε ντόπιους και ξένους, ευλαβείς και ασεβείς, ακόμα-ακόμα και αλλόθρησκους) και οι άνθρωποι με τα πάθη τους.

*   *   *

Εντυπωσιάζει τον σύγχρονο αναγνώστη η απουσία κάθε κοσμικού εορταστικού τύπου, τόσο από το διήγημα αυτό, όσο και από τα άλλα εορταστικά του Παπαδιαμάντη.

Πάρτε για παράδειγμα το σπίτι του παπα-Φραγκούλη: Δεν υπάρχει, φυσικά, στολισμένο δέντρο –ή καράβι– δεν υπάρχει ιδιαίτερος φωτισμός ή διακόσμηση, δεν υπάρχει τίποτα πέραν των καθημερινών. Ακόμα και ο γείτονας ο Πανάγος, που προσπαθεί να αλλάξει την απόφαση του παπά, δεν αναφέρει τίποτα για χρονιάρες μέρες, που η οικογένεια συναντιέται και γίνονται ετοιμασίες και όλα πρέπει να είναι ξεχωριστά και ιδιαίτερα κτλ, απλώς δεν είναι διατεθειμένος να βάλῃ τὸ κεφάλι του στὸν τρουβά.

Η γιορτή είναι μέσα στις καρδιές των ανθρώπων και από εκεί ξεχύνεται όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν ή το επιβάλλουν, χωρίς να χρειάζεται εξωτερικά συναισθηματικά υποστυλώματα, όπως αυτά που συνηθίσαμε σήμερα. Γι’ αυτό άλλωστε ο παπάς δεν παίρνει μαζί του κάτι το ιδιαίτερο, αλλά ταπεινές, φτωχές τροφές, ελιές, αυγά, παξιμάδια και πρόσφορα, δύο ή τρία χταπόδια και σαλάδο, κρέας που μαγειρεύουν εἰς τὰ πλοῖα τὰ ἐκτελοῦντα μακροὺς πλοῦς.

———————-

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Σημειώσεις για ένα Μυθιστόρημα που έμεινε στο Α΄ Κεφάλαιο

1. Γνωριστήκαμε στο μετρό του Παρισιού. Κι ήταν παράξενο, αφού απεχθάνεσαι τους υπόγειους και προτιμάς τα λεωφορεία που συστηματικά τα αποφεύγω. Πιάσαμε κουβέντα –ήταν η πρώτη σου φορά στο Παρίσι, μου είπες τι είδες, σου είπα τι μου αρέσει, ανταλλάξαμε τηλέφωνα κι όλα έδειχναν ότι θα έμενες ένα απρόσωπο νούμερο αποθηκευμένο στο κινητό μου μέχρι που θα αποφάσιζα να σε σβήσω. Σου τηλεφώνησα δυο μέρες αργότερα. Είχα περάσει ένα δωδεκάωρο στη Βιβλιοθήκη  κι έψαχνα αιτία να μην γυρίσω σπίτι και χωθώ κάτω από τα σεντόνια. Μαγικά μπορούσες και ήθελες. Πήγαμε στα jazz στέκια της Rue de Lombards, που δεν είχες ξαναπάει. Μου είπες ότι σου άρεσαν πολύ κι έφυγες νωρίς για να προλάβεις το τελευταίο Λεωφορείο. Δεν σε πίστεψα.

 

2. Γυρίζοντας σπίτι έπιασα τον εαυτό μου να βρίσκει πάνω σου χαριτωμένα εκείνα που σε άλλες με εκνευρίζουν.

Φυσούσε παγωμένος υγρός αέρας / Υγρασία και θολή ατμόσφαιρα / Το σακάκι μου ανοιχτό / Η ανάσα μου μύριζε Bordeaux / Τα τζαμαρίσματα σφύριζαν στ’ αυτιά μου. Χαμογελούσα.

Δεν μπόρεσα να το αξιολογήσω. Δεν με καταλάβαινα.

Απλώς το επόμενο πρωί που μόλις μου έστειλες μήνυμα, παράτησα τη δουλειά κι ήρθα να σε βρω. Περπατήσαμε τη Champs-Élysées, χαζέψαμε την πόλη ψηλά απ’ την αψίδα, μπαινοβγαίναμε στα καταστήματα, παγωτό χωνάκι που έσταξε στην μπλούζα μου –είχε ήλιο και ζέστη.

Αράξαμε στο ποτάμι χωρίς να μιλάμε.

 

3. Στις γιορτές και τις επετείους είμαι εκείνος που κουβαλάει τη φωτογραφική μηχανή –αν μ’ εννοείς. Έχω χιλιάδες φωτογραφίες με χαμογελαστά πρόσωπα, αλλά ελάχιστες με μένα. Φωτογραφίζω επίσης και παλιά σπίτια, βουνά, καμιά φορά τα σύννεφα. Όταν περπατούσαμε στον Κήπο του Λουξεμβούργου προσπάθησα να φωτογραφήσω τα λουλούδια, αλλά αισθανόμουν ανόητος. Ανόητος, ή μάλλον άβολα, αισθάνομαι κι όταν με φωτογραφίζουν, γι’ αυτό και το αποφεύγω.

Τώρα, εσένα σου αρέσει να ποζάρεις, να σε φωτογραφίζουν, να συλλέγεις τον εαυτό σου σε χίλιες δυο στάσεις κι εκφράσεις, σε κάθε δυνατό φόντο. Και σε κάθε φωτογραφία είσαι διαφορετική κι αυτό το λατρεύω. Δεν είσαι σαν εκείνους που έχουν σε όλες τις φωτογραφίες την ίδια φάτσα, την ίδια έκφραση, λες και κόλλησαν το ίδιο πρόσωπό τους σε διαφορετικά σκηνικά. Να χαμογελούσες και πιο συχνά! Εντάξει, ούτε κι εγώ φαίνομαι να χαμογελάω, αλλά να ξέρεις ότι προσπαθώ. Τραβάω τους μύες του προσώπου μου όταν βλέπω να ανάβει το κόκκινο φωτάκι της μηχανής και προσπαθώ να δείχνω και λίγο δόντι. Πίστεψέ με, ασχέτως αποτελέσματος η προσπάθεια είναι φιλότιμη. Ενώ εσύ ούτε καν προσπαθείς. Πιάνεις το χέρι μου και με κοιτάς στα μάτια τόσο σοβαρά, που μου θυμίζεις παιδί απορροφημένο στο παιχνίδι του. Σου κάνω γκριμάτσες, σουφρώνω τη μύτη, βγάζω τη γλώσσα, στραβώνω το στόμα, αλλά όχι, έχεις μάθει καλά τα κολπάκια μου πλέον και η έκφρασή σου δεν αλλάζει. Απλώς με κοιτάζεις. Ή γέρνεις το κεφάλι σου πάνω μου. Ή στέκεσαι δίπλα μου με τα χέρια σηκωμένα και πατώντας στις μύτες.

 

4. Τα μάγουλά σου μυρίζουν νικοτίνη / Το σάλιο σου έχει γεύση νικοτίνης / Τα μαλλιά σου ποτίζουν με νικοτίνη τα μαξιλάρια,  τα δάχτυλά μου που μπλέκονται μέσα τους.

 

5. Μακάρι να έμενες δυο μέρες παραπάνω στο Παρίσι. Δυο μέρες θα ήταν αρκετές –μη ρωτάς γιατί, αυτή την αίσθηση έχω. Αυτή την αίσθηση είχα και όταν σε αποχαιρετούσα στην Cardinal Lemoine. Χείλια με γεύση Côtes du Rhône / Φοιτητές που τελείωναν τα μαθήματα / Το Παρίσι σαν να πηγαίνει πίσω, να γίνεται ασπρόμαυρο. Μια αγκαλιά κι ένα φιλί. Αίσθηση (συνείδηση μήπως;) λειψού αποχαιρετισμού.

Έμεινα ακόμα 10 μέρες διαβάζοντας, πίνοντας κρασιά, ακούγοντας τζαζ, τραβώντας ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

 

6. Στο Λονδίνο για 4 μέρες. Σε μια προσπάθεια να ξανακερδηθούν εκείνες οι δυο.

 

7. Περπατήσαμε στην Oxford Street, κατηφορίσαμε στη Regent, προχωρήσαμε στην  Piccadilly. Μπήκαμε σε ένα sex-shop, ξεφυλλίσαμε τα βιβλία, σου έδειξα τα εσώρουχα που μου αρέσουν, περιεργαστήκαμε τα βοηθήματα. Χάζεψα μαζί σου βιτρίνες –ένα είδος τουρισμού που μόνο με σένα ευχαριστιέμαι. Με ρώτησες για τις πρώην μου και μου είπες για τον δικό σου. Μου εξήγησες την σχέση με τους γονείς σου και σου είπα μια παλιά πρόσφατη ιστορία. Φάγαμε πάπια στην Chinatown / Προσπάθησες να με πείσεις να πιω pimps / Θυμηθήκαμε τα wine bar και τα παγκάκια του Παρισιού.

Ούτε και σένα σου αρέσει το Λονδίνο.

Ούτε και μένα.

 

8. Με ρώτησες γιατί χώρισα με τις πρώην μου.

Σου είπα: Γιατί χωρίζουν τα ζευγάρια;

Μου απάντησες: Για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.

Σκέφθηκα: Ίσως, και σου είπα τα καθέκαστα.

Με άκουγες σιωπηλή καθισμένη βαθιά στην καρέκλα σου. Κάποια στιγμή σταύρωσες τα χέρια σου στο στήθος και το θεώρησα αμυντική στάση. Άρχισες να μου λες τα δικά σου.

Σου είπα: Όλες οι ιστορίες είναι μία: Πρόβλημα γλώσσας.

Δεν σε έπεισα.

Με ρώτησες πώς βλέπω τον εαυτό μου σε πέντε χρόνια.

Σου απάντησα.

 

9. Με χαιρέτησες στη στάση του μετρό της Leicester. Γύρω μας μεθυσμένοι, ξεκώλια, μεταμφιεσμένοι, μουσουλμάνες με μπούργκες, πλαστικά ποτήρια, φωνές και μουσικές, πολύχρωμα φώτα νέον. Όλη η Ευρώπη μεταβλήθηκε σε ατραξιόν, πουλάει αίσθηση σε Γιαπωνέζους και Αμερικάνους τουρίστες κι εμείς θέλουμε λίγο τόπο να ζήσουμε. Ο κόσμος καταρρέει και ψάχνουμε ψηλαφιστά για ένα σημείο που θα δίνει την ψευδαίσθηση της σταθερότητας, που μπορεί να είναι η οικογένεια, οι έρωτες, οι φίλοι, η επανάσταση, η δουλειά, η θρησκεία –ό,τι γουστάρει ο καθένας– για να συνεχίσουμε. Η δύνη μας ρούφηξε για να ξεβράζει τον καθένα μας εκεί που του πρέπει κι όπως ακούμπησαν εκεί, μέσα σε αυτό το σκηνικό, τα μάγουλά μας, ήταν η τελευταία προσπάθεια να αντισταθούμε στον χρόνο.

 

10. Σου είπα κάτι πριν κατέβω τα σκαλιά –μην το ξεχάσεις. Δεν ζητάω τίποτα / Δεν υπόσχομαι τίποτα / Δεν δίνω τίποτα. Αλλά είμαστε εδώ για να νικάμε –να παλεύουμε έστω– τον χρόνο και τον χώρο.