Category Archives: τηλεόραση

House of Cards

Πόσες φορές έχουμε δει έναν πραγματικά κακό στις οθόνες μας;

Μάλλον ποτέ. Ο Dexter, αν και serial-killer, κατάφερε να διοχετεύσει την ορμή του και να την καταστήσει χρήσιμη (!) στην κοινωνία, ενώ ήταν εξαιρετικός σύζυγος, πατέρας, αδελφός, συνάδελφος. Κι όσο για τον περίφημο Heisenberg του Breaking Bad, δεν ήταν παρά ένας κακομοίρης μικροαστός, πραγματικά δαρμένο σκυλί, που όταν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο, απελευθερώθηκαν εντός του η επιθυμία για χρήμα και δύναμη. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να την εκπληρώσει, προκαλώντας την συμπάθεια των τηλεθεατών, αφού αφενός τους θύμιζε κάτι από τον εαυτό τους, αφετέρου εκπλήρωνε ένα απωθημένο (ή μη) φαντασιακό τους. Η δε σύζυγός του, όσο κι αν ο Vince Gilligan, ο δημιουργός της σειράς, προσπαθούσε να μας πείσει ότι είναι η Ms Heisenberg, δεν τα κατάφερε. Οι προσπάθειές της για δύναμη εντός κι εκτός συζυγικής σχέσης έμοιαζαν με εκρήξεις υστερίας –εξ ου και το μίσος των φαν.

Το House of Cards όμως είναι άλλη υπόθεση. Αυτό μας προσφέρει δυο πραγματικά κακούς, βαθιά κακούς, αρχετυπικά κακούς χαρακτήρες: Τον κο και την κα Underwood.

House of Cards Spouses

Η ιστορία είναι λίγο-πολύ γνωστή:

Μετά από μια πετυχημένη εκλογή κι αφού ο Πρόεδρος δεν του δίνει τον υπεσχημένο υπουργικό θώκο, ο Frank Underwood ξεκινά έναν μαραθώνιο δολοπλοκίας, χειραγώγησης και αθεμιτουργίας με στόχο την κορυφή. Το χρήμα εδώ δεν είναι παρά το μέσον, χρηστικό αντικείμενο κι όχι στόχος –ακριβώς όπως και η ανθρώπινη ζωή ή οι διαπροσωπικές σχέσεις. Εκείνο που μετράει, εκείνο που θέλει ο Underwood είναι η εξουσία. Από την ίδια πάστα είναι φτιαγμένη και η γυναίκα του. H Claire Underwood δεν είναι κάποια αθώα που ξύπνησε μια ωραία πρωία στον κυκλώνα, που δημιούργησε ο άντρας της, όπως η Skyler White. Δεν είναι παθητικός θεατής των δρωμένων, ούτε στηρίζει απλώς τον Francis. Συμμετέχει ενεργά στις αθεμιτουργίες προωθώντας την δική της παράλληλη ατζέντα.

Αν τους ονομάζαμε σύγχρονους Macbeth, θα τους αδικούσαμε. Στο σαιξπηρικό δράμα η τραγωδία προκύπτει από το συνειδησιακό πρόβλημα των πρωταγωνιστών, τις τύψεις, την μετάνοιά τους. Οι Μάκβεθ ακολούθησαν έναν δρόμο, που δεν άντεχαν να πάρουν. Αντιθέτως, οι Underwood δεν έχουν τέτοια ζητήματα. Ξέρουν ακριβώς πού βρίσκονται, τι θέλουν, πώς να το αποκτήσουν, δεν έχουν κανένα δισταγμό και νιώθουν υπέροχα. Είναι αυτή η απόλυτη απουσία ηθικιστικών αντανακλαστικών και ορίων, που καθιστούν τον Frank και την ClaireUnderwood, τους μόνους πραγματικά υπεράνθρωπους της μικρής και της μεγάλης οθόνης.

Μέσα στο δυσλειτουργικό σύμπαν του House of Cards η σχέση του Frank και της Claire είναι το μόνο που λειτουργεί. Ο γάμος τους είναι τόσο αρμονικός, ώστε να συναγωνίζεται στα ίδια εκείνον του Cliff και της Clair Huxtable στο The Cosby Show: Υπάρχει αφοσίωση, αμοιβαίος σεβασμός και αλληλοκατανόηση, συζητούν τα πάντα χωρίς να κρατάνε μυστικά και έχουν μια βαθιά αγάπη ο ένας για τον άλλον. Η συζυγία τους, το σπίτι τους είναι το οχυρό τους, όπως αρέσκονται να το ονομάζουν, απέναντι στους άλλους –όλους τους άλλους. Είναι η αφετηρία τους, η απαραίτητη προϋπόθεση, για να κατακτήσουν τον κόσμο.

house of cards

(Το μείζον ερώτημα που προκύπτει δεν έχει να κάνει με την σειρά καθεαυτή, αλλά τροφοδοτείται είναι το γιατί καθόμαστε και βλέπουμε αθεμιτουργίες; Γιατί διασκεδάζουμε με τον θρίαμβο του κακού; Πώς και γιατί εξαφανίστηκαν οι θετικοί ήρωες και την θέση τους κατέλαβαν οι κακοί; Γιατί να μας συναρπάζει το κακό και να βαριόμαστε το καλό; Θα προσπαθήσω να το απαντήσω κάποια επόμενη φορά.)

Πρωτοχρονιά με τον Διονύση Σαββόπουλο

Χθες ξανάδα την εορταστική εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου, με την οποία υποδεχτήκαμε το σωτήριο έτος 1988.

Λέω «ξανάδα» γιατί, αν και ήμουν 12 χρονών την προηγούμενη φορά που το είχα δει, έχει χαραχτεί ανεπανόρθωτα στην μνήμη μου: Θυμόμουνα σκηνές, τραγούδια, ατάκες –σαν μέσα σε όνειρο, βέβαια, αλλά τα θυμόμουνα.

Το πρόγραμμα ξεκινάει με μια λαμπερή έναρξη στο γούστο εκείνης της εποχής: Ο Σαββόπουλος τραγουδάει συνοδεία ορχήστρας και χορωδίας τα κάλαντα κι ένα δικό του τραγούδι για την περίσταση, το «Ευτυχισμένος ο καινούργιος πόνος». Κάτι όμως δεν του κάθεται καλά, όλα του φαίνονται πρόχειρα, ανέμπνευστα, κακοφτιαγμένα, και πάνω στην ταραχή και το τρακ του, παρατάει τους συνεργάτες του σύξυλους και κρύβεται στο καμαρίνι του μέσα σε μια ντουλάπα. Εκεί, ανάμεσα στα κρεμασμένα σακάκια και τα πουκάμισα θυμάται, επισκέπτεται τις μικροαστικές Πρωτοχρονιές της παιδικής του ηλικίας, τις γιορτές των εφηβικών και νεανικών του χρόνων, τις πρωτοχρονιές που γιόρτασε σαν νέος μουσικός.

Και κάπου εκεί, σταματάει η αναδρομή και αρχίζει η αναρώτηση.

Ο Σαββόπουλος ακροβατεί στο χθες και στο (τότε, αλλά και νυν και αεί) σήμερα, επιχειρώντας να απαντήσει στο αίνιγμα του χρόνου –δηλαδή, στο πώς θα μπορέσει να φανεί αντάξιος της αγάπης του. Ένα εορταστικό υπαρξιακό δράμα, δηλαδή, που το υπογραμμίζουν σκηνές όπως εκείνη της συνομιλίας με την μητέρα του (την υποδύεται η Μίρκα Παπακωνσταντίνου) και με το παιδικό του ποδήλατο. Τα τραγούδια, άλλωστε, που επιλέγει ο Σαββόπουλος για να γιορτάσει, δεν είναι εκείνα του τρελού κεφιού. Είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο show, όπου η Μαρία Φαραντούρη τραγουδάει το «Μητέρα κι αδερφή» του Μάνου Χατζιδάκι και η Ντόρα Γιαννακοπούλου το «Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα» των Θεοδωράκη-Ελύτη. Το νόημα της Γιορτής του Χρόνου για τον Σαββόπουλο δεν βρίσκεται στο σκόρπισμα και το ξεφάντωμα, αλλά στη συνάντηση με τον Άλλο, η οποία, σύμφωνα με την άποψή του, προϋποθέτει βύθισμα στον μέσα εαυτό μας.

Και πόσοι Άλλοι δεν συναντιούνται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα! Ο Νταλάρας συνυπάρχει με τον Πανούση! Η Αλεξίου με την Αλίκη, ο Λουκιανός με τον Χριστοδουλόπουλο –και πάει λέγοντας. Στην εκπομπή εμφανίζονται για να δώσουν τις ευχές τους η Αρβελέρ, ο Ξενάκης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις (εύχεται στον Σαββόπουλο «να ξαναβρεί τον πραγματικό του εαυτό, δηλαδή να γράφει τραγούδια και να τραγουδάει τραγούδια» και «να φύγει η μεγάλη ανοησία, η οποία έχει πέσει στο Ελληνικό τραγούδι») κ.α.

.

Σήμερα, 26  χρόνια μετά την α΄ προβολή της, ο σαββοπουλικός εορτασμός βλέπεται εξίσου ευχάριστα, σαν καινούργιο πρόγραμμα κι όχι σαν μουσειακό δείγμα. Βέβαια, στις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που ζούμε, η γωνία από την οποία το βλέπουμε (και αυτό, αλλά και γενικότερα τα έργα του παρελθόντος) έχει αλλάξει. Φυσικά υπάρχει νοσταλγία –είναι το αναπόσπαστο στοιχείο των Γιορτών του Χρόνου για μας τους ενήλικες– αλλά είναι διαφορετική από την προ κρίσης νοσταλγία. Το παρελθόν δεν είναι πλέον μόνο ένας γλυκός καταγωγικός τόπος, το φιλόξενο καταφύγιο, αλλά η περίοδος που εισχώρησε μέσα μας το σκουλήκι που κατατρώγει τις σάρκες μας.

Βλέπουμε, λοιπόν, στην εκπομπή ότι μεταπολεμικά δεν καταφέραμε να ωριμάσουμε, όσο θα έπρεπε, για να τα βγάλουμε πέρα ευκολότερα στον σημερινό κόσμο. Αυτή την συνάντηση με τον Άλλο, που αναφέραμε και πιο πάνω, δεν την καταφέραμε. Δεν συν-χωρεθήκαμε. Παραμένουμε εγκλωβισμένοι ο καθένας στο δικό του δίκιο, στην δική του αλήθεια, και δεν δίνουμε χώρο εντός μας στον Άλλο.

Χειρότερα γίνανε τα πράγματα μεταπολιτευτικά. Στην πρόκληση της Ευρώπης απαντήσαμε είτε φοβικά, είτε με μια κοντόφθαλμη αυταρέσκεια, είτε με την καπατσοσύνη και την κουτοπονηριά του επαρχιώτη. Ήρθαμε σε επαφή με την Παράδοση, αλλά τυφλωμένοι και από το ευρωπαϊκό χρήμα, η σχέση μας μαζί της παρέμεινε επιδερμική. Πιο βαθιά δεν τολμήσαμε να πάμε. Δεν καταφέραμε να την ζωντανέψουμε και την νεκρώσαμε.

Τι μας απομένει λοιπόν σήμερα;

Μα φυσικά ο Άλλος. Αλλά, φοβάμαι, ακόμα δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να απλώσουμε τα χέρια. Που σημαίνει –κατά την σαββοπουλική φιλοσοφία– ότι χρειάζεται περισσότερη δουλειά μέσα μας, πιο βαθιά βουτιά εντός μας. Πρέπει να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας, για να συν-χωρέσουμε τους άλλους.

Άμποτε!

,

ΥΓ. Είδα την εκπομπή στο youtube. Το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ δεν υπάρχει πια. Κάποιος μερακλής την είχε μαγνητοσκοπήσει, την ψηφιοποίησε και την ανέβασε ώστε όλοι μας να επωφεληθούμε. Σε πιάνει μεγάλη πίκρα, που η ιστορία της χώρας μας έσβησε έτσι, σε μια στιγμή, σε μια επίδειξη τσαμπουκά –δηλαδή σε μια επίδειξη ό,τι πιο παρωχημένου διαθέτει ακόμα η κοινωνία μας. Όχι βέβαια ότι η ΕΡΤ ήταν κάποια άμωμη παρθένος. Αλλά (και) η εκπομπή αυτή αποδεικνύει ότι και τις πιο σκοτεινές της ώρες, παρήγε προγράμματα για τα οποία είμαστε ακόμα και σήμερα περήφανοι.

5+1 Τηλεοπτικές σειρές 2012-13

Πέρσι τέτοια εποχή το 24 είχε τελειώσει και το Dexter και το Breaking Bad είχαν ανακοινώσει ότι ολοκληρώνονται, το Gossip Girl μας είχε κουράσει και, γενικά, υπήρχε μια μελαγχολία στην τηλεοπτική μας ζωή. Οι νέες ιδέες τελείωσαν; Ήμασταν καταδικασμένοι να βλέπουμε ανακυκλώσεις των σήριαλ που μας άρεσαν και το Game of Thrones; Ευτυχώς όχι. Τους τελευταίους μήνες, αν και οι ώρες που περνάω καταναλώνοντας τηλεοπτικές εικόνες έχουν μειωθεί δραστικά, πέφτω συνεχώς πάνω σε εξαιρετικά σήριαλ.

Έχουμε λοιπόν και λέμε:

.

The Newsroom

tv-the-newsroom01

Γρήγορο, έξυπνο, με στιβαρή ιδεολογική βάση και σαφή πολιτική στόχευρη, την ίδια στιγμή όμως άνισο και με χάρτινους χαρακτήρες είναι η τελευταία σειρά του Aaron Sorkin.

Το θέμα της απλό: Δείχνει πώς θα έπρεπε να είναι τα Δελτία Ειδήσεων: Μαχητικά, αποκαλυπτικά, ανεξάρτητα, ασυμβίβαστα, αλλά -και εδώ χωράει πολλή συζήτηση- ανακριτικά/εισαγγελικά.

Ο πρώτος κύκλος ήθελε σαφώς να ενισχύσει την προεκλογική καμπάνια του Προέδρου Ομπάμα. Έτσι κάθε επεισόδιο αποτελούσε και συστηματική αποδόμηση της κριτικής των αντιπάλων του. Ελπίζουμε ο δεύτερος να κρατάει περισσότερες αποστάσεις από την αμερικάνικη Κυβέρνηση.

Αναρωτιέται ίσως κανείς, γιατί να παρακολουθήσει ένα σήριαλ που ασχολείται τόσο εντατικά όχι απλώς με την αμερικάνικη πραγματικότητα -αυτή μας έχει καταστεί οικεία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο-, αλλά με την αμερικάνικη επικαιρότητα. Η απάντηση είναι απλή: Αφενός μεν γιατί ό,τι συμβαίνει στην Αμερική επηρεάζει κι εμάς, αφετέρου γιατί τα όσα αφηγείται το The Newsroom είναι αποκαλυπτικά και κατατοπιστικά και για όσα συμβαίνουν και στην Ελλάδα.

.

Downton Abbey

DowntonAbbey1

Δεν είναι η πρώτη φορά που ως τηλεθεατές αγωνιούμε παρακολουθώντας τα βάσανα πλουσίων. Είναι όμως από τις ελάχιστες φορές που αυτά παρουσιάζονται με τόσο στιλ και με τρόπο που αφορά και τον απλό, τον μέσο άνθρωπο. Γιατί τα μέλη της οικογένειας Crawleyδεν είναι χάρτινα, όπως στις σαπουνόπερες που συνήθως καταπιάνονται με τέτοια θέματα, αλλά έχουν βάθος και συναίσθημα. Και καθώς ο τηλεθεατής τους βλέπει να ζουν και να επιβιώνουν της ταραγμένης εποχής τους, δεν μπορεί παρά να σκεφτεί τον ίδιο του τον εαυτό, που ζει σε ένα κόσμο που στενεύει συνεχώς.

Έχει, τέλος, σημασία να υπογραμμίσουμε ότι αυτό το εξαιρετικό σήριαλ το σύστησε στους περισσότερους από μας η ΕΡΤ. Αυτό σε μια εποχή που ενημερωνόμαστε με ταχύτητες φωτός από το διαδίκτυο για τα θεάματα που μας ενδιαφέρουν και στους άλλους τηλεοπτικούς σταθμούς κάνουν πάρτι οι εξ ανατολών γείτονές μας, δεν είναι άνευ σημασίας.

.

Homeland

Homeland-

To 24 τελείωσε, ζήτω το Homeland.

Από τους παραγωγούς των περιπετειών του θρυλικού, πλέον, Jack Bauer, μας έρχεται αυτό το σήριαλ που μοιάζει με τον ενήλικο, σκοτεινό αδελφό του 24 -αλλά αυτά τα έχουμε ξαναπεί.

.

Archer

tv-archer-wallpaper-

Δεν είναι ο James Bond, δεν είναι το εκνευριστικό υβρίδο που ακούει στο όνομα Chuck, είναι ο Sterling Malory Archer ή Duchess. Είναι πράκτορας, είναι μυστικός (αν και δεν έχει πρόβλημα να αποκαλύψει την ταυτότητά του προκειμένου να ρίξει καμιά γκόμενα), είναι ωραίος και περιζήτητος (αν και έχει πολλά και σοβαρά θέματα με τη μητέρα του), και είναι και τελείως ηλίθιος.

Ξεκαρδιστικό και, παρότι είναι κινούμενο σχέδιο, απολύτως ενήλικο.

.

Louie

louieslide

Τηλεοπτικές κωμωδίες υπάρχουν πολλές, οι πραγματικά αστείες όμως είναι λίγες και οι πρωτότυπες σπάνιες και δυσεύρετες.

Η πρωτοτυπία δεν έγκειται τόσο στην θεματική του Louie -οι σχέσεις ενός χωρισμένου σαραντάρη με τις δυο μικρές κόρες του, τις γυναίκες, την δουλειά του, την πόλη που ζει και λατρεύει (η Νέα Υόρκη, φυσικά).

Πρωτότυπη είναι η προσέγγιση: Αναμειγνύοντας το stand-up και το sitcom με αισθητική που παραπέμπει στον ανεξάρτητο κινηματογράφο και εξαιρετικό χιούμορ που μπορεί να συγκριθεί μόνο με του Woody Allen, ο Louie C. K. μας παραδίδει την καλλίτερη κωμική σειρά των τελευταίων ετών.

Την λατρεύω και περιμένω πώς και πώς τον καινούργιο κύκλο.

.

House of Cards

house-of-cards-poster

Το House of Cards δεν είναι απλώς ένα πολύ καλή τηλεόραση, φιλοδοξεί να αλλάξει την τηλεόραση. Με τον David Fincher στην καρέκλα του σκηνοθέτη και παραγωγού, τον Kevin Spacey να πρωταγωνιστεί και να είναι executive producer και με ένα team ηθοποιών, σκηνοθετών και παραγωγών που περιλαμβάνει ονόματα όπως Robin Write, Michael Kelly, Andrew Davies, James Foley, Joel Schumacher κτλ, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά πάσα πιθανότητα θα το πετύχουν.

Τις επόμενες μέρες θα συζητήσουμε εκτενέστερα αυτή τη σειρά…

Homeland

Μια ομάδα πεζοναυτών που εισβάλλει σε ένα καταφύγιο της Αλ Κάιντα στο Ιράκ, ανακαλύπτει τον Nicholas Brody, έναν συνάδελφό τους, ο οποίος είχε αιχμαλωτιστεί 8 χρόνια πριν και θεωρούνταν νεκρός. Ο Μπρόντι επιστρέφει στην πατρίδα του, όπου η στρατιωτική και η πολιτική ηγεσία τον υποδέχεται με τιμές ήρωα –γι’ αυτούς ο πεζοναύτης που επιβίωσε των βασανιστηρίων των Ταλιμπάν συμβολίζει τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Όμως η πράκτορας της CIA Carrie Mathison, η οποία είχε λάβει την πληροφορία χρόνια πριν ότι κάποιος αμερικανός είχε προσηλυτιστεί από τους Ταλιμπάν, υποψιάζεται ότι η «ανακάλυψη» του Μπροντι έχει σκηνοθετηθεί από τον ηγέτη της Αλ Κάιντα, ο οποίος ετοιμάζει μια μεγάλη επίθεση στην καρδιά των ΗΠΑ.

HomelandTVSeries

Στη μετά-Μπους εποχή, του οικονομικού πολέμου, της θριαμβευτικής επανεκλογής του Ομπάμα στην Προεδρία, της εξόντωσης του Μπιν Λαντεν, ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας φαντάζει πολύ μακριά –περισσότερο μακριά απ’ όσο πραγματικά είναι, για να πούμε την αλήθεια.

Με δεδομένο μάλιστα ότι πίσω από το Homeland κρύβεται η δημιουργική ομάδα του «ψυχροπολεμικού» 24, ορισμένοι ίσως αναρωτηθούν γιατί να χάσουν τον χρόνο τους παρακολουθώντας μια σειρά με τόσο παρωχημένο (και ενοχλητικό) θέμα.

Η απάντηση είναι απλή:

Ακριβώς γιατί και το θέμα παραμένει δραματικά επίκαιρο, αλλά και γιατί ο χειρισμός του από τους δημιουργούς της σειράς είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Αν στο 24 ο Jack Bauer κατατρόπωνε τους εχθρούς του έθνους σε ένα συναρπαστικό εικοσιτετράωρο, στο Homeland τα πράγματα είναι πιο σκοτεινά, πιο αμφίσημα και λιγότερο, δηλαδή καθόλου, ηρωικά. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι ένα από τα βασικά ερωτήματα που θέτει αυτό το σήριαλ ουδέποτε απασχόλησε το 24: Γιατί γινεται κάποιος τρομοκράτης; Γιατί επιλέγει κάποιος να καταστρέψει τον εαυτό του μόνο και μόνο για να εξοντώσει τον Άλλο;

Και η απάντηση που δίνει –γιατί δίνει απάντηση– είναι αναπάντεχη, τολμηρή και εξόχως αυτοκριτική: Γιατί εμείς δεν ήμασταν σωστοί· εμείς δεν τηρήσαμε τις αρχές μας και τους φέραμε σε αδιέξοδο –δεν λέω τίποτα παραπάνω για να μην προδώσω την υπόθεση.

Δεν σας κρύβω ότι παρατηρώντας την διαδρομή που έχουν διανύσει οι δημιουργοί του 24 στο Homeland και μαζί τους το κοινό και η ηγεσία των ΗΠΑ (ο Ομπάμα έχει δηλώσει πως είναι η αγαπημένη του σειρά), δεν μπορώ παρά να θαυμάσω αυτό τον λαό. Είναι ακριβώς αυτή η τάση τους να αναθεωρούν τους πάντες και τα πάντα, προπάντων τους εαυτούς τους, που διατηρεί τους Αμερικανούς νέους – και είναι η δική μας συντηρητική και εγκλωβισμένη σε κάθε λογής ταμπού λογική, που μας κρατάει καθηλωμένους και γηραιούς.

Το συναρπαστικό σενάριο υπηρετούν σπουδαίοι ηθοποιοί. Η Claire Daines, η Ιουλιέτα του Baz Luhrmann, στον ρόλο της πράκτορος Carrie, που πάσχει από διπολική διαταραχή, δίνει πραγματικό ρεσιτάλ –ευτυχώς που η τηλεόραση δημιουργεί τέτοιους γυναικείους ρόλους και επιτρέπει σε σπουδαίες ηθοποιούς να μας δείχνουν το ταλέντο τους. Ο Damian Lewis παίζει τον Μπρόντι με μυστήριο και αθωότητα, με την αμφισημία που επιβάλλει ο ρόλος. Αλλά και στους υπόλοιπους ρόλους βλέπουμε ηθοποιούς να λάμπουν, όπως ο M. Patinkin στο ρόλο του μέντορα της Κάρυ ή η πανέμορφη M. Baccarin, που παίζει την συζυγο του Μπρόντι.

Η παραγωγή είναι εξαιρετική – σκηνικά, κοστούμια κτλ όλα άψογα. Και η σκηνοθεσία αναδεικνύει τις ερμηνείες και επιβάλλει έναν ρυθμό που εγκλωβίζει τον θεατή στην ιστορία.

Το Homeland είναι ίσως το καλλίτερο δραματικό σήριαλ της χρονιάς και το συστήνω ανεπιφύλακτα.

Happy Endings

Η σειρά έχει μια από τις πλέον εντυπωσιακές εναρκτήριες σκηνές:

Σε μια κατάμεστη εκκλησία και ενώ ο ιερέας ρωτάει τη νύφη αν θέλει να παντρευτεί, εισβάλλει ένας τύπος με ρόλερ, της εξομολογείται τον έρωτά του και φεύγουν μαζί. Η κοπέλα, η Alex, εξαφανίζεται ενώ ο παρολίγον σύζυγός της, ο Dave, κλείνεται στο σπίτι του με κατάθλιψη. Οι φίλοι τους είναι διχασμένοι και ψάχνουν έναν τρόπο να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, χωρίς να διαλύσουν την παρέα. Ο πρώτος κύκλος περιστρέφεται γύρω από αυτό το γεγονός. Ο δεύτερος όμως προσπερνά όπως και οι ήρωες το παρελθόν, και η σειρά απογειώνεται.

Η βασικότερη ένσταση που ακούγεται για τη σειρά είναι ότι Friendίζει έντονα. Πράγματι, σε ένα πρώτο επίπεδο οι παραγωγοί φαίνεται να αντιγράφουν απλώς το concept του υπερεπιτυχημένου προκατόχου τους: Περιγράφει μια παρέα νεαρών ενηλίκων, τις σχέσεις μεταξύ τους και με τον έξω κόσμο. Ακόμα και οι χαρακτήρες παραπέμπουν στους αγαπημένους χαρακτήρες στα Φιλαράκια: Παρότι ο ένας ήρωας είναι gay και ο άλλος μαύρος, σε μια εμφανή προσπάθεια να καταστεί πιο πολιτικά ορθό, η Alex είναι η Rachel στο πιο… ξανθό της, ενώ η αδελφή της, η Jane, είναι ανταγωνιστική και οργανωτική σαν την Monica κοκ.

Να σας πω την αλήθεια, αυτό δεν με ενοχλεί –στο κάτω-κάτω της γραφής, πόσες πραγματικά πρωτότυπες ιδέες υπάρχουν; Έπειτα το Friends αποτέλεσε μια κορυφογραμμή για το σύγχρονο sitcom, και την τηλεόραση εν γένει, η οποία είναι φυσικό να γεννάει πολλούς μιμητές και διαδόχους, άξιους ή ανάξιους.

Κοιτώντας πίσω, η μεγάλη επιτυχία του Friends ήταν που έφερε στο προσκήνιο για πρώτη ίσως φορά μια κοινωνική και δημογραφική ομάδα που εμφανίστηκε με δυναμισμό την δεκαετία του ’90: Νεαροί εργένηδες, που ανήκουν στη μεσαία τάξη και οι οποίοι παλινδρομούν μεταξύ μιας εφηβείας, που δεν μπορούν να προσπεράσουν, και μιας ενήλικης ζωής, τις ευθύνες και τις ανάγκες της οποίας δεν μπορούν να ενστερνιστούν ολοκληρωτικά. Τα Φιλαράκια, αλλά και οι διάδοχοί τους (TheBigBangTheory, Community, HowIMetYourMother –αν κι αυτό δεν μας αρέσει πλέον κλπ), ουσιαστικά χαρτογραφούν με εύθυμο και ανάλαφρο τρόπο τη νέα οικογένεια, που δημιουργείται στις μεγαλουπόλεις της Αμερικής (και όχι μόνο), η οποία δεν στηρίζεται πλέον σε ακατάλυτους δεσμούς αίματος, αλλά στην επιλογή.

Την παράδοση αυτή συνεχίζει με επιτυχία το Happy Endings.

Είναι αλήθεια ότι στα πρώτα επεισόδια του πρώτου κύκλου η σειρά ψάχνει να βρει βηματισμό. Η αρχική σεκάνς, το πλαίσιο στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν οι χαρακτήρες, είναι μεν εντυπωσιακό και αρχικά καθηλώνει τον θεατή, αλλά ταυτόχρονα είναι και περιοριστικό. Οι χαρακτήρες και οι ηθοποιοί αναγκάζονται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, που είναι και δύσκολο και περιοριστικό και ασφυκτικό για το τηλεοπτικό εικοσάλεπτο. Όταν όμως η σειρά βρίσκει τους ρυθμούς της, απογειώνεται και παίρνει μαζί της τον θεατή, τον καθιστά κι αυτόν μέρος της παρέας.

Από το εξαιρετικό καστ, ξεχωρίζει η Casey Wilson στο ρόλο της Penny, της τριαντάρας που ψάχνει τον μεγάλο έρωτα, και ο Adam Pally, ο οποίος παίζει τον Μαξ, τον gay της παρέας, ο οποίος δεν έχει κανένα από τα στερεότυπα των γκέι, αλλά όλα των straight!

Στα συν της σειράς η φωτογραφία, που παρουσιάζει χώρους μισοσκότεινους και με φωτοσκιάσεις και όχι στο σύνηθες ιλουστρασιόν των sitcom, καθώς και τα πολλά εξωτερικά πλάνα.

 

Εγώ, ο Σύριζα κι οι άλλοι

Τις τελευταίες μέρες βρίσκομαι στην περίεργη και ενίοτε άβολη θέση να υπερασπίζομαι σε συζητήσεις με φίλους ή στα social media τον Σύριζα.

Λέω περίεργη και άβολη γιατί, όπως ξέρουν οι παλιοί φίλοι του Σημειωματάριου ή όσοι έχουν μπει στον κόπο να ρίξουν μια ματιά σε παλαιότερες αναρτήσεις, ούτε είχα, ούτε έχω κάποια σχέση με το κόμμα αυτό. Ούτε ψήφισα, ούτε σκοπεύω στο προβλεπτό τουλάχιστον μέλλον να ψηφίσω Σύριζα.

H διαφωνία μου όμως με το κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, δεν συνεπάγεται ότι συμφωνώ με τους αντιπάλους του. Ειδικά μάλιστα σε αυτή την περίσταση, δεν μπορώ να δεχτώ –σαν πολίτης που ενδιαφέρεται για τα κοινά, αλλά και σαν πολιτικός αντίπαλος του Σύριζα– την προσπάθεια που γίνεται να ταυτιστεί το κόμμα αυτό με την χρεωκοπία, την καταστροφή, την έξοδο από το Ευρώ και την ΕΕ.

Πρώτα-πρώτα γιατί δεν ευθύνεται ο Σύριζα για την οποιαδήποτε καταστροφή έχει συντελεστεί με την εφαρμογή των πολιτικών του Μνημονίου. Δεν ευθύνεται ο Σύριζα, ας πούμε, για τις ελλείψεις στα φάρμακα, για την πτώση των εσόδων, για την εξάντληση των αποθεματικών των Ασφαλιστικών Ταμείων. Δεν ευθύνεται για την αύξηση της ανεργίας, την φυγή στο εξωτερικό των νέων επιστημόνων, την μείωση της παραγωγής και την πτώση της κατανάλωσης, την γενικευμένη ανασφάλεια στα εργασιακά, την αποδιάρθρωση του Εκπαιδευτικού Συστήματος, την αύξηση της εγκληματικότητας και του κοινωνικού μίσους.

Για όλα αυτά ευθύνονται κυρίως οι πολιτικοί που συμφώνησαν με την Τρόικα να επιβληθούν οι συγκεκριμένες πολιτικές, που εξαθλιώνουν τον πολίτη και σκοτώνουν την οικονομική δραστηριότητα. Και ευθύνονται βεβαίως και όσοι Κυβέρνησαν την χώρα και δημιούργησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτό το άθλιο και αντιπαραγωγικό πλαίσιο. Γιατί, και δεν πρέπει να το λησμονούμε αυτό, ο Ελληνικός λαός ειδικά από το ’96 και μετά έδινε την πλειοψηφία σε κόμματα που προεκλογικά υπόσχονταν μεταρρυθμίσεις, εκσυγχρονισμό, την επανίδρυση του Κράτους και ο Σύριζα όλα εκείνα τα χρόνια έδινε μάχη να κατακτήσει το 3% που θα τον έβαζε στη Βουλή. Φυσικά, και το κόμμα της Αριστεράς αντιδρούσε σε κάθε αλλαγή και μεταρρύθμιση –γι’ αυτό και διαφωνούσα μαζί του– αλλά το μεγάλο γιατί δεν αφορά αυτόν, αλλά τους Κυβερνήτες μας, οι οποίοι δεν αξιοποίησαν την δύναμη που τους δίναμε με την ψήφο μας για να περάσουν τις απαραίτητες αλλαγές –τα μικροκομματικά οφέλη και τα συντεχνιακά μικροσυμφέροντα, που μπορεί να επικαλεστεί κανείς, υπό το βάρος όσων ζούμε, δεν πείθουν πλέον.

Και βέβαια δεν πρέπει να παραβλέπουμε και την εξής πολύ σημαντική παράμετρο:

Αν τα Μνημόνια έβγαιναν, αν είχαμε κάποια αποτελέσματα παρά τας σκληρά μέτρα, αν η Μεσαία Τάξη έβλεπε πιθανότητες ανάκαμψης παρά την φτωχοποίησή της, ούτε τα μεγάλα κόμματα θα είχαν μικρύνει τόσο, ούτε ο Σύριζα θα είχε ψηλώσει τόσο απότομα. Και η αποτυχία των Μνημονίων, που συμπεφώνησαν μεγάλοι και τρανοί οικονομολόγοι, όπως ο κ. Γ. Παπακωνσταντίνου και βραβευμένοι από Γερμανικά ιδρύματα στοχαστές, όπως ο κύριος ΓΑΠ, σίγουρα δεν είναι ευθύνη του Σύριζα.

Κάποιοι μου λένε:

Εντάξει, ό,τι έγινε, έγινε. Το παρελθόν δεν μπορούμε να το αλλάξουμε, οπότε ας σώσουμε την Ελλάδα και ας ανακουφίσουμε τον πολίτη.

Στο σημείο αυτό βρίσκεται το πιο μεγάλο πρόβλημα. Προσωπικά θα ψήφιζα με τα δυο τα χέρια και θα στήριζα με πάθος μια τέτοια προσπάθεια, αλλά όλοι ξέρουμε ότι σχέδιο, εθνική στρατηγική εξόδου από την Κρίση δεν υπάρχει. Τα πάντα εξαντλούνται σε μια αφηρημένη ρητορική για ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων εργασίας, που μοιραία οδηγείται στην επαναδιαπραγμάτευση, η οποία καταλήγει λίγο-πολύ σε μια χρονική επέκταση της προσαρμογής. Κάτι τέτοιο όμως φαίνεται ότι απλώς θα παρέτεινε τον ρόγχο ενός λαού και, οπωσδήποτε, απέχει πολύ από το δημιουργικό σοκ που χρειάζεται η κοινωνία μας.

Συνεπώς, η αγωνία η δική μου, το πρόβλημα που αντιμετωπίζω σαν ψηφοφόρος, δεν είναι αν ο Σύριζα έχει τεκμηριωμένο πρόγραμμα, αν οι πολιτικές που επαγγέλλεται είναι καταστροφικές ή αν ο Αλέξης είναι ο νέος Ανδρέας. Μπορώ να συμφωνήσω με τους επικριτές του σε αυτά ή σε κάποια από αυτά.

Το πρόβλημά μου είναι ότι με δεδομένη την αποτυχία του Μνημονίου δεν βλέπω να υπάρχει πειστική αντιπρόταση με συγκεκριμένα μέτρα και χρονοδιάγραμμα από τους αντιπάλους του Σύριζα.

Δεν υπάρχει το αφήγημα που θα εμπνεύσει και θα ενώσει τους Έλληνες.

Δεν υπάρχει η στρατηγική που θα κάνει τον πολίτη να αισθανθεί ασφαλής στην καθημερινότητά του και σίγουρος για το καλλίτερο μέλλον.

Δεν υπάρχει το σχέδιο που θα διασφαλίζει όχι μόνο την παραμονή μας στην Ευρωζώνη, αλλά την ισότιμη συμμετοχή της Ελλάδας και των Ελλήνων στα Ευρωπαϊκά πράγματα.

Για να καλυφθεί αυτό το κενό, έχει επιστρατευτεί ο Σύριζα ως μπαμπούλας και μεγεθύνεται η πιθανότητα εξόδου από την Ευρωζώνη. Αφού δεν μπορούν να δημιουργήσουν ένα ελπιδοφόρο πρόγραμμα, ποντάρουν στον τρόμο του αγνώστου.

.

Εδώ και μήνες έχω γράψει πως είμαι πεπεισμένος ότι όλα τα σημερινά κόμματα φέρουν μεγάλες ευθύνες για την σημερινή κατάσταση. Ότι η πραγματική υπέρβαση από την Κρίση θα συντελεστεί αφού πρώτα υπερβούμε όλους τους σημερινούς κομματικούς σχηματισμούς και τα το προσωπικό που τους υπηρετεί. Αυτό σημαίνει ότι, κατά την γνώμη μου, ούτε ο Σύριζα, ούτε φυσικά η ΝΔ_, το Πασόκ, η ΔημΑρ, οι ΑΕ ή ο Τζήμερος κι ο Μάνος μπορούν να λύσουν το πρόβλημα. Από κει και πέρα όμως, το να εντοπίζεται η ανεπάρκεια του κομματικού μας συστήματος σε ένα κόμμα ή σε ένα πρόσωπο, εν προκειμένω τον Σύριζα και τον Τσίπρα, δεν μου φαίνεται απλώς παραπλανητικό, αλλά μου είναι και ενοχλητικό. Αλλά και επικίνδυνο: Να ταυτίζεται με τέτοια επιμονή από τους αντιπάλους του και πολλά ΜΜΕ ένα κόμμα, το οποίο πιθανότατα αύριο θα είναι πρώτο ή δεύτερο, με το «λόμπι της δραχμής», την στιγμή που ο αρχηγός του διακηρύσσει όλες αυτές τις ημέρες ότι θα επιδιώξει την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη.

Ο Al Pacino άργησε και δεν ξέρω πότε θα φανεί…

Όταν παίχτηκε το Άρωμα Γυναίκας στο σινεμά πήγαινα Γ΄ Λυκείου.

Θυμάμαι ότι περίμενα την ταινία πώς και πώς: Ο Πατσίνο ήταν –είναι!– από τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς και εκείνη την εποχή έκανε το μεγάλο comeback μετά από μερικά χρόνια απουσίας από το σινεμά.

Ίσως οι νεώτεροι σινεφίλ εκπλαγούν, καθώς η ταινία σήμερα θεωρείται κλασική, αλλά το Άρωμα Γυναίκας είχε θαφτεί αηλεώς από την κριτική της εποχής. Θεωρήθηκε πολύ κλισέ, αναμενόμενη, μπανάλ. Θυμάμαι χαρακτηριστικά το περιοδικό Σινεμά –ήμουν πολύ φανατικός αναγνώστης του τότε– να θρηνεί στην πιθανότητα ο πρωταγωνιστής των Νονών, της Σκυλίσιας Μέρας ή του Σέρπικο, να πάρει το πρώτο του Oscar για μια τέτοια χολιγουντιανή μπαλαφάρα.

Περιττό βέβαια να σας πω ότι εγώ ενθουσιάστηκα. Πράγμα λογικό, γιατί το Άρωμα Γυναίκας δεν προοριζόταν για τα φεστιβάλ, αλλά για μεγάλες αίθουσες και σινεπλέξ, ήταν μια ταινία που όλη η παρέα, αγόρια και κορίτσια, θα συμφωνούσαν να την δουν, και  όλη η οικογένεια επίσης.

Τώρα μάλιστα που το σκέφτομαι, το Άρωμα Γυναίκας ήταν μια ταινία που φτιάχτηκε ειδικά για τους νέους θαυμαστές του Al Pacino, την δική μου γενιά.

Θα θυμάστε την υπόθεση:

Ο νεαρός φοιτητής Charlie Simms την επομένη μιας φάρσας στον Πρύτανη αναλαμβάνει να φροντίσει για ένα Σαββατοκύριακο τον βετεράνο Συνταγματάρχη Frank Slade. Αυτό θα τον φέρει στη Νέα Υόρκη, όπου εκτυλίσσεται το κυρίως μέρος της ταινίας, για να καταλήξουμε στο φινάλε, στη «δίκη» που στήνει ο ταπεινωμένος Πρύτανης, όπου ο Pacino εκφωνεί έναν από τους πιο συγκινητικούς λόγους στην ιστορία του σινεμά.

Στην αρχή ο θεατής –και δη ο έφηβος θεατής, ο θεατής της γενιάς μου– ταυτίζεται με τον νεαρό Τσάρλι. Δεν χρειάζεται να πηγαίνει κανείς σε ένα ακριβό ιδιωτικό σχολείο για να νιώσει αδύναμος και απομονωμένος. Μπορεί κάλλιστα να νιώσει ακριβώς το ίδιο σε κάθε σχολείο, τόσο που καμιά φορά νομίζεις ότι τα σχολεία γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο φτιάχτηκαν.

Ακολουθώντας τον Τσάρλι πηγαίνουμε στο σπίτι της οικογένειας Slade, ακούμε τις προειδοποιήσεις της ανιψιάς του και γνωρίζουμε τον δύστροπο συνταγματάρχη, ο οποίος είναι και αλκοολικός. Η έκπληξη του Τσάρλι είναι και δική μας έκπληξη, ο αιφνιδιασμός του αιφνιδιασμός μας, η αμηχανία του αμηχανία μας –και πάει λέγοντας.

Καθώς όμως η ταινία μπαίνει στο κύριο μέρος της, γίνεται μια τρομερή αλλαγή:

Ο θεατής δεν ταυτίζεται πλέον με τον νεαρό Τσάρλι αλλά με τον Φρανκ. Αλλά ούτως ή άλλως ο Φρανκ δεν αποτελεί τον κρυφό εαυτό του Τσάρλι και κατ’ επέκταση τον κρυφό, φαντασιώδη εαυτό μας, τον εαυτό κάθε εφήβου;

Ο Συνταγματάρχης έχει μια αναπηρία – ανάπηρο βλέπει τον εαυτό του και ο κάθε έφηβος, ο οποίος μπορεί να μην είναι, φυσικά, τυφλός, έχει όμως σπυράκια, φοράει γυαλιά, είναι αδέξιος ή –Θεός φυλάξοι!– όλα αυτά μαζί.

Παρόλη την αναπηρία του όμως ο Frank είναι μεγάλο αλάνι. Ξέρει να πίνει, ξέρει να τρώει, ξέρει να ντύνεται, ξέρει τον μπάρμαν και τον κάθε κατάλληλο άνθρωπο, οδηγεί χωρίς να έχει δίπλωμα, καταστρέφει μια βαρετή οικογενειακή συγκέντρωση αδιαφορώντας για το προσωπικό κόστος, και, κυρίως, καταφέρνει να κλέψει, έστω για όσο διαρκεί ένα τάνγκο, την όμορφη γκόμενα, που για κάποια μυστηριώδη συμπαντική συνωμοσία, έμπλεξε με τον πλέον μαλάκα που κυκλοφορεί. Επιπλέον έχει κρίσεις μισανθρωπίας και μελαγχολίας που φτάνουν στα όρια της αυτοκτονίας. Παρόλα αυτά, όταν χρειάζεται, τα λέει έξω από τα δόντια στον πρύτανη, τους καθηγητές, του γονείς, τους καλούς μαθητές και δεν διστάζει να πει αυτό που σέρνεται στα δικά μας χείλη, αλλά ποτέ δεν ξεμυτίζει: Fuck you!

O Al Pacino στο Άρωμα Γυναίκας δεν είναι μόνο ο Συνταγματάρχης που δεν γνωρίσαμε, ο μεγάλος φίλος που δεν είχαμε, ο μεγαλύτερος αδελφός ή ο ξάδελφος που δεν νοιαζότανε· είναι ο κρυφός, έφηβος εαυτός μας, ένας σούπερ ήρωας εν υπνώσει, που μας παρηγορούσε κάθε βράδυ, αλλά σπανίως κατάφερνε να εμφανιστεί δημοσίως.

Τώρα, που η γενιά μας βρίσκεται σε αυτό το σταυροδρόμι και δεν υπάρχει άλλος μεγαλύτερος ν’ αποταθεί για να μας προστρέξει, αναρωτιέμαι πού να βρίσκεται…