Category Archives: Τρόπος ζωής

Άνθρωποι ή ακάουντ

Το έχουμε πλέον εμπεδώσει:

Το διαδίκτυο δεν είναι ένα ακόμα εργαλείο στα χέρια μας, αλλά ένας ολοκαίνουργιος τόπος, στο οποίο μπορούμε να κινούμαστε ελεύθερα και ίσως-ίσως να υπάρξουμε.

Αχανής κι αχαρτογράφητος, ο κόσμος του διαδικτύου έχει μια θεμελιώδη διαφορά από τον άλλο, τον παλαιό κόσμο: Είναι απολύτως χρηστικός. Φτιάχτηκε ως εργαλείο κι εξελίχθηκε σε χώρο υπηρετώντας δυο σημαντικές ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου: την δικτύωση και την ανταλλαγή πληροφοριών. Γιατί παρά την αύξηση των αναγκών που καλύπτει/δημιουργεί το διαδίκτυο, ο άνθρωπος, το μέσα, η ουσία του, αποζητά και ειρηνεύει σε μη-χρηστικές σχέσεις, καταστάσεις, δραστηριότητες, όπως και ο πρωτόγονος πρόγονός του.

Μας αρέσει να τα μπερδεύουμε, όντας και οι ίδιοι μπερδεμένοι, αλλά τα πράγματα παραμένουν απολύτως διακριτά: Άλλο η παρέα κι άλλο το δίκτυο. Όπως, άλλο η επικοινωνία, δηλαδή η συνεννόηση σε ένα ανώτερο επίπεδο, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη μιας σχέσης (φιλικής, ερωτικής, επαγγελματικής κτλ) κι άλλο η ανταλλαγή πληροφοριών που εξυπηρετεί αμοιβαία συμφέροντα. Και είναι εντελώς διαφορετικός ο κοινωνικός άνθρωπος από τον καλά δικτυωμένο –το αστείο για εκείνον με τους εκατοντάδες φίλους στο facebook, που δεν έχει έναν να βγει μαζί του το Σαββατόβραδο ή να του τηλεφωνήσει να πει τον πόνο του, δεν είναι πλέον αστείο.

Ο τεχνοβιότοπος του διαδικτύου επιτρέπει την ανάπτυξη συμπεριφορών, που προηγουμένως θεωρούνταν περιθωριακές και προβληματικές. Ο τύπος με το παραφουσκωμένο εγώ, για παράδειγμα, που κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα μαζεύοντας λάικ και φαβ, και συλλέγει οπαδούς, φίλους κι ακολούθους επιδεικνύοντας μιαν αφελή και συχνά επιθετική ευαισθησία, οπωσδήποτε επιδερμική και ανάλογη του συρμού, στην προ-διαδικτύου εποχή, αν υπήρχε, ήταν περιορισμένος στη γειτονιά ή το διαμέρισμά του. Σήμερα όμως που έχει χώρο ν’ αλωνίζει, βιτρίνα για να μοστράρεται και, κυρίως, βλέμματα που τον παρακολουθούν και να καθορίζουν την συμπεριφορά του, μετατρέπεται σε επιτυχημένο ακάουντ.

Το σουξέ ήταν πάντα εύπεπτο, ελαφρύ και μακριά από τα ζόρικα ζητήματα –συνεπώς δεν είναι η ανοησία ή η αφέλεια που ενοχλεί. Πρόβλημα είναι η έκπτωση ή η μετάθεση βασικών αναγκών. Η επαφή, η σχέση, αντικειμενικοποιείται, καθίσταται μετρήσιμο μέγεθος, και μετατρέπεται σε πρωταθλητισμό. Κι όπως ο καθένας που ασχολείται με τον πρωταθλητισμό είναι εξ ορισμού ανταγωνιστικός και πιθανότατα επιθετικός, έτσι και εκείνοι προβάλλουν την πραμάτεια τους. Μοναδικός στόχος είναι τα λάικ και βασικά μέσα το γλυκερό συναίσθημα και η βάναυση εριστικότητα. Η λογική –όπως και το γνήσιο αίσθημα– είναι διεργασία που απαιτεί χρόνο για να γονιμοποιηθεί, έχουν εξοριστεί. Τα επιχειρήματα είναι επιφανειακά, με πολυχρησιμοποιημένες λέξεις και φράσεις, που δεν εννοούν τόσα όσα υπονοούν ή περιορίζονται σε εικόνες (παιδιά, γατιά, κουτάβια, φεγγάρια, ηλιοβασιλέματα κτλ) που γαργαλάνε το χαμηλό υπογάστριο του θυμικού. Ένας πηχτός, κολλώδης συναισθηματισμός διαχέεται στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο, που καταπίνει τα πάντα –ακόμα και τους σκοπούς που υποτίθεται ότι υποστηρίζει, ακόμα και τους ανθρώπους, στους οποίους υποτίθεται ότι συμπαραστέκεται –προπάντων όμως εκείνους που τον παράγουν. Στην αγωνία τους να κατασκευάσουν ένα διακριτό πρόσωπο και να φανούν, βουλιάζουν στη χωματερή του διαδικτύου.

Το ερώτημα είναι τι θα αναδυθεί από κει μέσα…

 

———

Δημοσιεύτηκε στο frear.gr

Επέτειοι

Τὸ παρελθὸν βαραίνει πάνω μας. Οἱ μνῆμες.

Κάθε μέρα ποὺ περνάει μᾶς φορτώνει κι ἄλλες ἐμπειρίες, ποὺ γίνονται ἀναμνήσεις στὸν λάκκο τῆς συνείδησης.

Καὶ δὲν εἶναι μόνο τὸ δικό μας παρελθὸν ποὺ βαραίνει πάνω μας.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ μοναδικὸς ζωντανὸς ὀργανισμὸς, ποὺ ἡ ἀτομική του μνήμη ὑπερβαίνει τὴν βιολογική του ἐμπειρία. Ἡ γάτα, ὁ σκύλος μου θυμούνται ὅσα ἔχουν τὰ ἴδια ζήσει· ἐγὼ θυμάμαι κι ἐκεῖνα ποὺ ἔζησαν οἱ γονεῖς μου, οἱ παπποῦδες μου, ἀκόμα κι ἄνθρωποι με τοὺς ὁποίους δὲν σχετίζομαι μὲ οἱονδήποτε τρόπο. Ἔτσι, ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ βαραίνει πάνω μου, ὅπως καὶ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ’21, τὸ τύπωμα τοῦ Ἐρωτόκριτου, ἡ ἀνακάλυψη τοῦ Νέου Κόσμου. Εἶναι ἐμπειρίες χωνεμένες, μνῆμες ζωντανές, ποὺ ἐνυπάρχουν στὶς σκέψεις καὶ τὶς πράξεις μου, τὶς ἐνστικτώδεις ἀντιδράσεις καὶ τὰ πετάγματά μου.

Υπάρχουν ὅμως καὶ οἱ ἐπέτειοι. Γεγονότα καρφιτσωμένα στὰ ἐτήσια ἡμερολόγια, ὑποχρεωτικὲς ὑπενθυμίσεις γεννήσεων καὶ θανάτων, ἡρωικῶν κατορθωμάτων καὶ ὁλοσχερῶν καταστροφῶν, ἰδιωτικῶν γεγονότων. Σήμερα εἶναι ἡ ἐπέτειος τῆς δολοφονίας τοῦ Λόρκα, αὔριο τῆς γνωριμίας με τὴν φίλη μου, μεθαύριο τῆς γεννήσεως τοῦ Χατζιδάκι κ.ο.κ. γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν 1η Ἰανουαρίου καὶ νὰ ξεκινήσουμε πάλι ἀπ’ τὴν ἀρχή.

Οἱ ἐπέτειοι ποὺ συντηροῦν καὶ συντηροῦνται ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς κυκλικότητας τοῦ χρόνου.

Ὅμως ἂν ὁ χρόνος κινεῖται πάντα μπροστά, πρὸς ἕνα νόημα, δηλαδὴ ἕνα ἔσχατο, τί χρησιμότητα ἔχουν αὐτὲς οἱ συνεχεῖς στάσεις; Μοιάζουν καὶ εἶναι ἐμπόδια ποὺ μπλέκονται στὰ πόδια μας καὶ δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν ν’ ἀναπτύξουμε ταχύτητα.

Κι ἂν πάλι ὁ χρόνος ἐκτείνεται ἀδιαμόρφωτα, χωρὶς νόημα πρὸς τὸ ἀπειρο, ποιά ἡ χρησιμότητα τῶν συνεχῶν αὐτῶν στάσεων; Ἀν τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον στεροῦνται νοήματος, τότε οὔτε καὶ τὸ παρελθὸν ἔχει καὶ σὲ τίποτα δεν χρησιμεύουν αὐτὲς οἱ συνεχεῖς στάσεις, πέραν ἴσως μιᾶς ψυχολογίστικης ἀνάπαυσης ἤ αὐτεπιβεβαίωσης, ποὺ μπορεῖ νὰ παρέχουν.

Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ παρελθόν, οἱ ἐπέτειοι, ἡ ἱστορία ἔν τέλει, ἂν ἔχουν κάποιο νόημα, τὸ ἔχουν ὡς κομμάτι τοῦ κάθε στιγμῆς παρόντος κι ὄχι ὡς ἐμφυτεύματα στὸν χρόνο. Γιατὶ ἐκεῖ ποὺ ἡ ζωντανὴ μνήμη διευκρινίζει καὶ διευκολύνει τὴν ὁδοιπορία μου στὸ τώρα, ἡ ἐπέτειος διακόπτει τὴν πορεία μου καὶ τὴν συνομιλία μου μὲ τὸ παρόν.

 

[Μπορῶ νὰ σκεφτῶ δύο παραδείγματα ἀνθρώπων ποὺ ἀποκόπηκαν πλήρως ἀπὸ τὸ παρελθὸν καὶ ξεκίνησαν ἀπὸ τὴν ἀρχή: Τοὺς ἀποίκους τοῦ Νέου Κόσμου, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν τὶς Πολιτεῖες τους σ’ ἕναν σύγχρονο, ἐντελῶς ὑποκειμενικό χρόνο, καὶ τοὺς ἀρχαίους μοναχούς, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν τὴν δική τους στὸν ἐσχατολογικό…]

Κατασκευάζοντας τον νέο άνθρωπο. Όρια και δυνατότητες στο Πρώιμο Βυζάντιο

Ο Στέλιος Ράμφος παρουσιάζει
6 διαλέξεις του Φώτη Βασιλείου στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη

Κατά την διάρκεια της περιόδου που ξεκινάει με την διάδοση του Χριστιανισμού και απλώνεται ως το τέλος της Εικονομαχίας ξεπήδησαν νέες ιδέες, δημιουργήθηκαν νέες ανάγκες, δόθηκαν νέες κατευθύνσεις. Καταλύτης της εξέλιξης αυτής ήταν ο Χριστιανισμός. Η διδασκαλία του συνόψισε και εξέφρασε το αίτημα για το καινούργιο, του έδωσε μορφή και δυναμική, θέτοντας παράλληλα και τα όριά του. Ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου, ο ατομικός και κοινωνικός χρόνος, το εξωκοσμικό και το ενδοκοσμικό οργανώθηκαν με καινοφανή τρόπο, ο οποίος εκφράστηκε ανάγλυφα από την Χριστιανική Λογοτεχνία και τον ήρωά της. Ήταν αυτός, ο άγιος, που κάνει το μεγάλο αποφασιστικό βήμα χειραφέτησης από τα στενά πλαίσια της παραδοσιακής κοινότητας διεκδικώντας πιο ανοιχτούς ορίζοντες. Κατά συνέπεια εκεί εμπεριέχεται όχι μόνο το μεσαιωνικό πνεύμα, αλλά εν σπέρματι και ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος.

Διάγραμμα Διαλέξεων

  1. Αναζητώντας τον νέο άνθρωπο: Η κοινωνία, τα κείμενα, η εποχή.
    Ιστορικό περίγραμμα και προσδιορισμός των στόχων του σεμιναρίου.
  2. Νέοι άρχοντες: Ο επίσκοπος και η πόλη του.
    Πατέρας των χηρών και των ορφανών, προστάτης φτωχών και αδυνάτων, κριτής και δικαστής, ηγέτης του λαού, διαμεσολαβητής στην κεντρική εξουσία, μεσίτης στο Θεό, φιλόσοφος, πολιτικός, άγιος και θαυματουργός, ο επίσκοπος συγκέντρωνε στο πρόσωπό του τις κλασικές ελληνορωμαϊκές αρετές και τις χριστιανικές αξίες.
  3. Νέοι τρόποι: Η εμφάνιση του χριστιανικού μοναχισμού
    Ο μοναχισμός ήταν ένα από τα πιο αυθεντικά και δυναμικά κινήματα που άνοιξε νέους ορίζοντες στο φαντασιακό των ανθρώπων της ύστερης αρχαιότητας.
  4. Αγίες και αμαρτωλές: Η γυναίκα στο προσκήνιο
    Οι ιστορίες για παρθένες ασκήτριες και μετανοούσες αμαρτωλές τροφοδοτούσαν την φαντασία των Χριστιανών με τα αξεδιάλυτα βάθη της γυναικείας φύσης, ταυτόχρονα όμως αποτύπωναν με εύγλωττο τρόπο εκείνο που κόμιζε η νέα θρησκεία: άπειρες δυνατότητες και μια διαφορετική ανάγνωση της πραγματικότητας.
  5. Τριγωνίζοντας τον κύκλο: Οράματα, θαύματα και μεσιτεύσεις
    Όσο ο μοναχός απομακρυνόταν από τον κόσμο, τόσο ο κόσμος τον πλησίαζε. Όσο επιδίωκε την αμεριμνησία, τόσο γείτονες κι επισκέπτες τον φόρτωναν με τις έγνοιες τους. Λογικό: σε μια κοινωνία, όπου κανείς δεν μιλούσε για τον εαυτό του, οι διαμεσολαβητές ήταν απαραίτητοι. Και δεν υπήρχε καλλίτερος μεσολαβητής προς τον Θεό, από κάποιον που ζούσε διαρκώς κατά το θέλημά Του.
  6. Αναγνώστες των Βίων και φλογεροί προσκυνητές: Το κοινό των αγίων
    Ποιοι ήταν εκείνοι που διάβαζαν αγιολογική λογοτεχνία και προσέτρεχαν στους αγίους; Πίστευαν τα όσα πιθανά ή απίθανα εξιστορούνταν εκεί; Επηρεαζόταν η ζωή τους και πώς;

Ημερομηνίες διαλέξεων: Πέμπτη 23, 30/4/2015 και 7, 14, 21, 28/5/2015

Χώρος: Αμφιθἐατρο Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη

Ώρα: 18.00-20.00

Κύκλος 6 διαλέξεων: 50 €, 25 €
Μεμονωμένη διάλεξη: 10 €, 5 €

 

Για τον αρχαίο μοναχισμό

Το πιο γνήσιο κίνημα της Ύστερης Αρχαιότητας, που διαπέρασε οριζόντια και κάθετα κάθε κοινωνική και οικονομική τάξη, κάθε μορφωτικό και καταγωγικό υπόβαθρο, ήταν ο Χριστιανικός ασκητισμός. Όταν ο κόσμος των πόλεων και των χωρίων έγινε πλέον αφόρητος, ένας νεαρός Αιγύπτιος –ήταν δεν ήταν 18 ετών– τον εγκατέλειψε και εισήλθε στην έρημο.

Η πράξη του δεν ήταν ούτε τόσο απλή, ούτε τόσο μονοσήμαντη, όσο μας φαίνεται σήμερα. Ο Αντώνιος δεν άλλαξε απλώς τόπο και τρόπο ζωής –δεν παράτησε την πράσινη, γόνιμη γη του Νείλου για την καμένη πέτρα της ερήμου. Πέρασε σε έναν εντελώς άγνωστο και αχαρτογράφητο κόσμο, όπου κανένα από τα δεδομένα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού δεν ίσχυε και όπου όλα ήταν δυνατά –το αντίστοιχο για μας σήμερα θα ήταν να περάσουμε σε μια άλλη διάσταση ή να βυθιστούμε σε μια μαύρη τρύπα. Γιατί στις ερήμους της Ύστερης Αρχαιότητας κατοικούσαν παράξενες φυλές και άνθρωποι με κεφάλια ή άκρα ζώων, κάθε λογής πνεύματα και κτήνη, άγγελοι, παράξενα φυτά με ψωμιά στα κλαδιά τους, διαμάντια και θησαυροί κάθε λογής.

Με την εγκατάστασή του στην έρημο, ο Αντώνιος διεύρυνε το φαντασιακό ορίζοντα των ανθρώπων της εποχής του πολλαπλασιάζοντας ταυτόχρονα τις δυνατότητες και τις επιλογές τους. Έδωσε διέξοδο στην δυσφορία τους. Ό,τι δεν χωρούσε ο κόσμος, ότι απέρριπτε, ό,τι ξερνούσε, έβρισκε εκεί γόνιμο έδαφος ν’ ανθίσει. Γι’ αυτό και συνέρρεαν εκεί άνθρωποι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, όπως ο πρώην λήσταρχος Μωυσής ο Αιθίωψ και ο Αρσένιος, ο δάσκαλος των μετέπειτα αυτοκρατόρων Αρκαδίου και Ονωρίου.

Έτσι, στις Σκήτες της Αιγυπτιακής ερήμου δημιουργήθηκε ένας άλλος τρόπος κοινωνικής οργάνωσης, μια διαφορετική αντίληψη της εργασίας και της ιδιοκτησίας, μια νέα ιεράρχηση των αναγκών και των αξιών, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η απλότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το βασικό έργο που καταγράφει τα έργα και τις ημέρες τους, τα Αποφθέγματα Γερόντων, είναι γραμμένα σε ανεπιτήδευτη, καθημερινή γλώσσα, χωρίς ρητορισμούς και με θαυμαστή οικονομία έκφρασης –βρίσκεται δηλαδή στον αντίποδα των συγγραμμάτων των χριστιανών και εθνικών διδασκάλων, που άκμαζαν στην γειτονική Αλεξάνδρεια. Και τα θέματα που τους απασχολούσαν ήταν εξίσου απλά και στόχευαν στην περαιτέρω απλούστευση της ζωής τους. Στα Αποφθέγματα δεν θα βρει κανείς υψηλές θεολογικές συζητήσεις, αλλά παρατηρήσεις και σχόλια για την απτή καθημερινότητα του ανθρώπου, την εξωτερική και την εσωτερική, που συχνά εντυπωσιάζουν και τους σημερινούς αναγνώστες για την οξυδέρκεια και την επικαιρότητά τους.

Υπάρχει μια ιστορία, η 8η του αββά Ποιμένος, που είναι πολύ χαρακτηριστική αυτής της τάσης:

Επισκέφθηκε κάποτε ένας ξενικός γέροντας την Σκήτη και ζήτησε να συναντήσει τον αββά Ποιμένα, γιατί είχε ακούσει πολλά γι’ αυτόν. Οι δυο γέροντες συναντήθηκαν κι αφού αντάλλαξαν ασπασμό, ο ξενικός άρχισε να μιλάει περί πνευματικών και ουρανίων. Ο Ποιμένας άκουγε σιωπηλός. Ο άλλος συνέχιζε να μιλάει περιμένοντας απόκριση, ώσπου απογοητευμένος σηκώθηκε κι έφυγε. «Μάταια έκανα αυτό το ταξίδι», είπε στους μαθητές του Ποιμένα, που ήταν έξω από το κελί, «ο γέροντας δεν θέλει να μου μιλήσει». Πήγε μέσα τότε ένας από αυτούς και είπε στον Ποιμένα το παράπονο του ξενικού, προσθέτοντας ότι αυτός θεωρείται πολύ σπουδαίος στα μέρη του. Και του απαντάει ο γέρων: «Αυτός ανήκει στον ουρανό και μιλάει για τα επουράνια, εγώ όμως ανήκω στα κάτω και μιλάω για τα επίγεια. Αν μου μιλούσε για τα πάθη της ψυχής, θα του απαντούσα· τα πνευματικά εγώ δεν τα ξέρω.»

Όνειρο Σχέδιο Ελπίδα

Οι νέοι, που έχουν τον ορίζοντα καθαρό και δεν νιώθουν αδυναμίες, παρά μόνο δύναμη, ονειρεύονται. Για κείνους όλα είναι εφικτά: Να κερδίσουν το Νόμπελ ή το Όσκαρ, να πατήσουν το πόδι τους στη σελήνη ή τους αντίποδες, να κερδίσουν όλα όσα έχασαν οι προηγούμενοι κι εκείνα ακόμα που θα χρειαστούν οι επόμενοι, ν’ αλλάξουν όχι μόνο τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά το ίδιο το παιχνίδι. Όνειρο είναι ο τόπος που, αν και κατασκευασμένος με τα υλικά της πραγματικότητας, μόνο πραγματικός δεν είναι· εκεί φυσικοί νόμοι δεν ισχύουν – βαρύτητα δεν υπάρχει, μπορούμε και πετάμε ελεύθερα στον ουρανό. Οι νέοι λοιπόν δεν είναι αισιόδοξοι· η ονειρική τους δύναμη τους τραβάει πέραν της αισιοδοξίας, σε μια μη-ρεαλιστική πραγματικότητα, η οποία δεν είναι παρά υπέρλογη ατομικιστική ελευθερία. Γι’ αυτό κι όσο μεγαλώνουμε, όσο βυθιζόμαστε στην πραγματικότητα, όσο βαθαίνουν οι σχέσεις μας, τόσο κλεινόμαστε έξω από το όνειρο.
Ώσπου φτάνουμε σε μιαν ηλικία, που δεν μας απομένει παρά να το νοσταλγούμε –όπως οι πρωτόπλαστοι νοσταλγούσαν την Εδέμ.

.

Ο ενήλικας που πατάει γερά στα πόδια του, που έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, εκείνος δηλαδή που έχει μια υγιή σχέση με τον εαυτό του και το περιβάλλον του, θέτει στόχους κι αναζητά τους βέλτιστους τρόπους για να τους πετύχει –σχεδιάζει. Ο κόσμος δεν είναι πλέον μια απέραντη δυνατότητα, έχει περιοριστεί σε συγκεκριμένες επιλογές και είναι στο χέρι του να τις πετύχει όλες, κάποιες ή καμία από αυτές. Όλα κρίνονται στην δική του δύναμη κι επιδεξιότητα· στην καθαρότητα της ματιάς του, όταν αντικρίζει τον εαυτό του και επιλέγει στόχο και τρόπο· στην σταθερότητα του χεριού του όταν σέρνει το νυστέρι. Ο άνθρωπος που έχει σχέδια, έχει κι αυτοπεποίθηση, ψυχραιμία, πιστεύει πάνω απ’ όλα και πέρα απ’ οτιδήποτε στον εαυτό του. Είναι δε αισιόδοξος, σε σημείο που πολλές φορές νομίζεται για αφελής –όμως αφελείς δεν είναι εκείνος, αλλά οι άλλοι, που τον θεωρούν έτσι, γιατί νομίζουν ότι βλέπουν αυτό που εκείνος αγνοεί, ενώ στην πραγματικότητα αγνοούν το πρώτο που είδε εκείνος:
Τον εαυτό του.

,

Οι απεγνωσμένοι ελπίζουν. Ο άνθρωπος που αισθάνεται το χώμα να υποχωρεί κάτω από το πέλμα του και δεν βρίσκει χειρολαβή να κρατηθεί, όποιος δεν έχει απάγκιο ν’ ακουμπήσει, δεν μπορεί παρά να ελπίζει. Γιατί αν κάτι δεν μπορεί να χωρέσει ο νους του ανθρώπου είναι το τέλος, η ανυπαρξία, το μηδέν, ο θάνατος, η καταστροφή –ακριβώς πριν απ’ αυτά μπλοκάρει και πιάνεται απ’ την ελπίδα, την μπλε οθόνη της συνείδησής μας. Ελπίδα είναι η παράλογη πεποίθηση ότι πριν το τέλος, κάποιο θαύμα θα συμβεί, κάποιος θεός θα εμφανιστεί από μηχανής, μ’ έναν τρόπο η φυσική εξέλιξη θα αναστραφεί ή έστω θα ανακοπεί. Όταν η λογική και ο ρεαλισμός καταλήγουν στο τέρμα, ενστικτωδώς στρεφόμαστε προς την μεταφυσική.
Η ελπίδα είναι το αποκούμπι των τελειωμένων, γι’ αυτό και ταράζομαι όταν μου την σερβίρουν.

Πρόχειρο

Στο σχολείο, από το Γυμνάσιο, αλλά κυρίως στο Λύκειο, παίρναμε καθημερινά μαζί μας το πρόχειρο. Ήταν μεγάλου μεγέθους τετράδιο, πολυσέλιδο, συνήθως σπιράλ με πολλά θέματα, στα οποία κρατούσαμε σημειώσεις από όλα τα μαθήματα, τις οποίες, υποτίθεται, θα χρησιμοποιούσαμε αργότερα στη μελέτη μας. Καμιά φορά εκεί λύναμε και τις ασκήσεις για το σπίτι ή γράφαμε ό,τι μας υπαγόρευε στην ώρα του μαθήματος κάποιος δάσκαλος.

Έτσι στο πρόχειρο συνυπήρχαν μεταφράσεις αγνώστων κειμένων, κλίσεις ανωμάλων ρημάτων, λύσεις εξισώσεων και ταυτότητες, μαθηματικοί τύποι, χημικές ενώσεις, φυσικοί νόμοι και δόγματα της Εκκλησίας, χρονολογίες σημαντικών γεγονότων και ονόματα πρωταγωνιστών, βιογραφικά συγγραφέων και ποιητών με κάθε είδους ορισμούς.  Και μαζί στίχοι των αγαπημένων μας τραγουδιών, τίτλοι και ατάκες από ταινίες, φωτογραφίες και ονοματεπώνυμα πρωταγωνιστών, ραβασάκια, αυτοβιογραφικές σημειώσεις, συνθήματα, σκίτσα, τρίλιζες, αστειάκια.

Για έναν μαθητή σαν εμένα και τους φίλους μου, πιθανότατα δηλαδή για κάθε μαθητή, το πρόχειρο έπαυε να είναι το βοήθημα του απογευματινού διαβάσματος, αλλά γινόταν κάτι σαν ημερολόγιο. Ή δελτίο ταυτότητας, ένα χάραγμα στον κόσμο της μέσα μας ζωής, καθρέφτης όχι τόσο του ποιος είμαι τώρα, αλλά του ποιος θέλω να γίνω.

Συνέβη λοιπόν το παράδοξο:

Ενώ αντιπαθούσα το σχολείο –ειδικά το Λύκειο – να αγαπώ τα πρόχειρα τετράδια. Τα ένιωθα –τα νιώθω δηλαδή– σαν ένα κομμάτι του εαυτού μου. Γι’ αυτό και δεν τα πέταξα μαζί με τα άλλα σχολικά ενθύμια, αλλά τα αποθήκευσα τρυφερά στο υπόγειο, να σαπίζουν αργά από τον χρόνο και την υγρασία μαζί με τον τότε εαυτό μου.

Το δε Σημειωματάριο, όταν το έστηνα πριν από 7 χρόνια, κάπως έτσι το φανταζόμουν:

Σαν ένα χώρο, που πρόχειρα θα σκαλίζω την ανησυχία μου.

Τι τα θυμάσαι όλα αυτά, θα ρωτήσεις. Σε έπιασε νοσταλγία;

Ναι, αλλά μια ιδιόρρυθμη νοσταλγία. Δεν μου λείπουν τα χρόνια, το τότε, αλλά το πρόχειρο, το πού, ένας χώρος που θα σημειώνω αυτά που μου έχουν καρφωθεί στο μυαλό. Όχι για να τα θυμηθώ, όχι για να μην τα ξεχάσω –δεν αναφέρομαι σε τέτοιου είδους σημειώσεις. Θέλω κάπου να γράφω πράγματα που δεν μου αρκεί να τα έχω μέσα μου, στο μυαλό μου· που για να τα χορτάσω θέλω να τα βλέπω απέναντι· να μπω εγώ μέσα τους, ει δυνατόν.

Σαν φοιτητής, που δεν είχαμε πια πρόχειρα, προμηθεύτηκα έναν φελοπίνακα και πάνω του καρφίτσωνα ό,τι ήθελα να βλέπω απέναντι. Φελοπίνακα είχα και τα 4 χρόνια στην Κύπρο, αλλά όχι πέρσι στην Αθήνα. Κι ούτε που μου έλειψε εκεί –παράξενο!

Μου λείπει όμως εδώ, που οι ιδιοκτήτες δεν επιτρέπουν τρύπες από καρφιά στους τοίχους, με αποτέλεσμα να κολλάω χαρτάκια στην ντουλάπα, που όλο πέφτουν, κι όλο τα σηκώνω, και τσαλακώνονται, και τσατίζομαι, τα σκίζω και τα πετάω, και τα ξαναγράφω…

Επιτρέψτε μου λοιπόν να σημειώσω κι εδώ αυτό που μου έχει κάτσει σήμερα, να δω, αν το μπλογκ μπορεί να λειτουργήσει κι έτσι:

Είμ’ ό,τι δεν έζησα…

Λεωφορεία

Κάθομαι στη θέση μου κι ακουμπάω το μέτωπό μου στο τζάμι. Το κινητό και η ταμπλέτα στη θήκη μπροστά μου, τα ακουστικά στην τσέπη. Τα βγάζω και τα ξεμπερδεύω. Θέλουμε ακόμα πέντε λεπτά για να φύγουμε –πέντε ολόκληρα λεπτά–, υπάρχουν ακόμα όρθιοι που ψάχνουν τις θέσεις τους, αλλά ο οδηγός κάθεται και κοιτάζει ανυπόμονος από τον καθρέφτη. Μόλις βγούμε από το σταθμό θα βάλω τ’ ακουστικά στ’ αυτιά και θα γλαρώσω στις μελωδίες για καμιά ώρα. Μετά διάλειμμα και μετά ταινία. Στάση είκοσι λεπτών μετά την Γέφυρα και πάλι μουσικές κι ίσως ακόμα μια ταινία μέχρι να φτάσουμε: Αθήνα-Γιάννενα εξίμισι ώρες.

Στα λεωφορεία, πιστέψτε με, δεν έχεις και πολλά να ελπίζεις. Η μαγεία, ο ρομαντισμός, το παραμύθι, η άνεση είναι στα τραίνα –τα λεωφορεία έχουν την μιζέρια και την ταλαιπωρία, μια ρεαλιστική πραγματικότητα μέσα στην σκόνη και την ιδρωτίλα. Καθηλωμένος για ώρες στην άβολη και στενή θέση μου υπολογίζω τις γουλιές του νερού σε σχέση με την απόσταση για την στάση. Στο τραίνο σηκώνεσαι, βολτάρεις, ξεμουδιάζεις, αράζεις στο κυλικείο και πας στην τουαλέτα για κατούρημα. Στα λεωφορεία μουδιάζεις, κρατιέσαι, σφίγγεσαι κι εύχεσαι ν’ αποφύγεις τα χειρότερα: Ο διπλανός σου να είναι υπέρβαρος και να κάθεται και στη δική σου καρέκλα ή γριά που θα μασουλάει καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής ή πιτσιρίκι που θα μιλάει ακατάπαυστα επί εξίμισι ώρες στο κινητό του…

Καλός συνταξιδιώτης είναι ο αόρατος συνταξιδιώτης. Ένας άνθρωπος-τοίχος ανάμεσα σε μένα και τον διάδρομο που δεν θα βάζει-βγάζει το μπουφάν του, ούτε θα πειράζει τον εξαερισμό, ούτε θα κοιτάζει το ρολόι του κάθε πέντε λεπτά ξεφυσώντας.

Ιδανικός συνταξιδιώτης είναι εκείνος που θα συζητήσεις μαζί του. Δεν υπάρχει καλλίτερο πράγμα. Η κουβέντα μειώνει την απόσταση και τον χρόνο. Καθώς έρχεσαι κοντά στον συνομιλητή σου, μοιάζει και ο προορισμός να έρχεται προς το μέρος σας. Χαλαρώνεις, ξεχνιέσαι, οι ώρες που περνούν παύουν να μοιάζουν οριστικά χαμένες –μπορεί να μην τις κερδίζω, αλλά τουλάχιστον δεν τις χάνω, κάτι είναι κι αυτό.

Εντάξει, η φαντασίωση είναι κοινή και αναμενόμενη: Δίπλα σου να καθίσει η πανέμορφη γκόμενα, που θα έχει παρόμοια ενδιαφέροντα με σένα, θα γελάει με τ’ αστεία σου και τα σκουντήματά της θα είναι γεμάτα νόημα. Στα είκοσι χρόνια που ταξιδεύω συστηματικά (περισσότερο συστηματικά απ’ όσο θα ήθελα είναι η αλήθεια) με λεωφορεία, μου έχει τύχει δύο ή τρεις φορές. Την μια φορά μάλιστα, στο λεωφορείο Ιωάννινα-Αθήνα, που πήγαινα για να προλάβω το αεροπλάνο για την Κύπρο, περνούσαμε τόσο καλά, που από την Κόρινθο και μετά μας έπιασε μελαγχολία. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα, email, facebook, υποσχέσεις ότι δεν θα χαθούμε κι ότι θα τα ξαναπούμε οπωσδήποτε, αλλά δεν βαριέσαι… Για καλό ή για κακό η ζωή δεν είναι ταινία.

Τελευταία φορά καθόμουνα δίπλα σε έναν μαγκάκο, χρόνια υπάλληλο σε μεγάλα ξενοδοχεία της Ελλάδας και του εξωτερικού –είχε περάσει μάλιστα κι από την Κύπρο. Μου έλεγε κόλπα για το πώς τα κονομούσαν τις καλές εποχές και μου περιέγραφε τα μεγάλα ξενοδοχεία από τα οποία είχε περάσει. Ο φουκαράς είχε σχεδόν ένα χρόνο άνεργος και κατέβαινε στην Αθήνα μέσα στο άγχος και τις ελπίδες.

Άλλη μια φορά θυμάμαι καθόμουν δίπλα σε μια κυρία από την Κόρινθο, που η μεγάλη της κόρη ήταν πρωτοετής στα Γιάννενα. Πήγαινε να την επισκεφθεί για πρώτη φορά και ήταν μέσα στο άγχος. Τα Γιάννενα της φαινόταν πολύ μακριά, πολύ μεγάλα, πολύ εξωτικά –τι γύρευε η κορούλα της εκεί; Κι αν πέσει σε κανέναν επιτήδειο; Κι αν την παρασύρουν σε κάποιο ολισθηρό σοκάκι; Είχε ακούσει ιστορίες κι ιστορίες και ήταν τρομοκρατημένη. Στην αρχή την έκανα χάζι –μου θύμιζε ανθρώπους και αγωνίες που άκουγα στη γειτονιά, όταν ήμουνα πολύ μικρός. Μετά προσπάθησα να την καθησυχάσω, αλλά μάλλον την άγχωσα περισσότερο. Μετά την βαρέθηκα, αλλά είχαμε ήδη φτάσει…

Συχνά ευχάριστη κουβέντα μπορείς να κάνεις με παππούδες και γιαγιάδες από χωριά. Καμιά φορά νομίζω ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι οι τελευταίοι που κατέχουν την μαγική τέχνη της ανεπιτήδευτης κοινωνικότητας. Ξέρουν πώς να ανοίξουν μια κουβέντα, πώς να διηγηθούν μια ιστορία, τι αντίδραση να έχουν σε ό,τι κι αν τους πεις, πόσο ν’ ανοιχτούνε και τι να κρύψουν.

.

Είκοσι χρόνια τώρα δεν υπάρχει στη ζωή μου αναγκαιότερο κακό από τα λεωφορεία. Πλέον δεν τα βαριέμαι, δεν με εξοργίζουν, δεν σπάζομαι, δεν αγανακτώ, δεν παραξενεύομαι. Κάθομαι στη θέση μου ευχόμενος ν’ αποφύγω τα χειρότερα και φοράω τ’ ακουστικά μόλις ξεκινήσουμε. Μουσική. Κι έξω απ’ τα παράθυρα το ίδιο σκηνικό κάθε φορά διαφορετικό: Μέρα ή νύχτα, καλοκαίρι ή χειμώνας, με ανθρώπους ή χωρίς. Και το μυαλό μου αδειάζει και πέφτω ολόκληρος, ψυχή τε και σώματι, στη μαύρη τρύπα που είναι αυτές οι εξίμισι ώρες. Και κει μέσα αναπάντεχα κάποιες φορές κατάφερα να πιάσω το κουβάρι και να το ξεδιαλύνω και να βρω την αρχή. Και ξέρετε αυτό τι σημαίνει:

Υπάρχουν φορές που χωρίς να το περιμένω ή να το ελπίζω εκεί, μέσα στο λεωφορείο, καθισμένος κι ακίνητος, να βρίσκω την έξοδο απ’ τον λαβύρινθο…