Category Archives: Ύστερη Αρχαιότητα

Μεγαλοβδομάδα

Δεν είναι δύσκολο να σου αρέσουν τα Χριστούγεννα. Όπως δεν είναι δύσκολο να χαμογελάσεις όταν βλέπεις ένα νεογέννητο. Δεν χρειάζεται να είσαι Χριστιανός για να συμμετέχεις στην χριστουγεννιάτικη εορταστική παραζάλη. Όλα είναι τόσο πολύχρωμα κι ανάλαφρα που στροβιλίζεσαι μαζί τους χωρίς καλά-καλά να το καταλάβεις: Στην καρδιά του χειμώνα, στολισμένες βιτρίνες, φωτισμένα δέντρα, δώρα, ρεβεγιόν -είναι αδύνατο να μην σου αρέσουν τα Χριστούγεννα, εκτός πια κι αν έχεις σοβαρή κατάθλιψη.

Το Πάσχα είναι άλλη φάση. Στο κέντρο του βρίσκεται / προϋπόθεσή του είναι ένας θάνατος. Κι όχι ένας οποιοσδήποτε θάνατος, αλλά θάνατος σκληρός, αγωνιώδης, πρόωρος και βάρβαρος. Και μετά, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα, υπάρχει και η Ανάσταση -τι ακατανόητο πράμα! Εντάξει, υπάρχουν βέβαια τα ψητά αρνιά, τα κόκκινα αυγά, τα κουλούρια και τα τσουρέκια, οι λαμπάδες και το φιλί, τα οποία -ας το παραδεχτούμε- αν τα ξεκόψεις από την Ανάσταση, βγάζουν χοντροκοπιά, βαρβαρότητα και χωριατίλα. Καμιά σχέση με τα ποπ λαμπιόνια των Χριστουγέννων. Με έναν τρόπο λογικό και ταυτόχρονα μυστικό, το Πάσχα αντιστέκεται στην ελαφρότητα της νεωτερικότητας.

Είναι φυσιολογικό.

Μια κοινωνία, ένας πολιτισμός, που προσπαθεί να απωθήσει και να μην αντιμετωπίσει οτιδήποτε έχει σχέση με την φθορά, της είναι δύσκολο, για να μην πω αδύνατο, να ασχοληθεί σοβαρά με τον θάνατο.

Σκέφτομαι πόσο άλλαξε η αντιμετώπιση των νεκρών τα χρόνια που εγώ θυμάμαι: Παλιά ο νεκρός πήγαινε στο σπίτι του, όπου τον περίμεναν συγγενείς, φίλοι και γείτονες, μαζεύονταν κόσμος, τον ξενυχτούσαν, μερικές φορές και δύο βράδια, κι ύστερα όλοι μαζί, πομπή, τον πήγαιναν στην Εκκλησία και στο κοιμητήριο. Υπήρχε θρήνος, αλλά και πολλή ηρεμία. Ήταν μια γιορτή απ’ το ανάποδο. Σήμερα προσπαθούμε να ξεφορτωθούμε τον νεκρό όσο πιο γρήγορα γίνεται. Δεν θέλουμε να τον αντικρίσουμε. Το ιδανικό είναι από το νεκροτομείο να πάει κατευθείαν στο νεκροταφίο. Εκεί να συγκεντρωθούν οι γνωστοί για τον τελευταίο χαιρετισμό και μετά όλοι γρήγορα στα σπίτια τους.

Μια κοινωνία όμως που δεν ξέρει να πενθεί, πώς να βιώσει την χαρμολύπη;

Κι όμως, η χαρά δεν χρειάζεται ενίσχυση για να την διαχειριστείς. Μπορεί ο καθένας μόνος του να κουβαλήσει το φορτίο της ευτυχίας. Τα ζόρια είναι στην άλλη πλευρά, στην αρρώστια και τον θάνατο. Εκεί χρειαζόμαστε αρωγή, σε αυτά θέλουμε να μας κάνουν κουράγιο. Όμως εμείς -κι όταν λέω εδώ εμείς εννοώ την κοινωνία, τον πολιτισμό μας- εμείς προτιμούμε να επιμερίζουμε τον πόνο στο κεφάλι του κάθε παθόντος και να στεγανοποιούμε το εγώ μας. Αυτό ίσως να λειτουργεί απέναντι στο κάθε μεμονωμένο περιστατικό, αλλά πόσο μπορούμε να προχωρήσουμε και πού μπορούμε να φτάσουμε απωθώντας το ερώτημα περί θανάτου; Το βασικότερο ίσως ερώτημα στην ζωή κάθε ανθρώπου ασχέτως φύλου, ηλικίας, μόρφωσης, επαγγέλματος, πλούτου. Το ερώτημα που αν απαντηθεί, νοηματοδοτεί τις πράξεις μας, δίνει αέρα στις ζωές μας.

Η J. Perkins θεωρεί, και συμφωνώ απολύτως μαζί της, ως το καθοριστικό στοιχείο που συνέβαλε στην διάδοση και την επικράτηση του Χριστιανισμού την αντίληψη που κόμισε περί θανάτου, πόνου και αρρώστιας. Εμείς σήμερα, που το πολιτιστικό και κοινωνικό μας DNA κουβαλάει 2000 Χριστιανισμού, δύσκολα ίσως συνειδητοποιούμε πόσο ριζικά διαφορετικό φαινόταν τότε το κήρυγμα της Εκκλησίας. Πόσο ριζικά διαφορετικό παραμένει ακόμα και σήμερα. Σκεφτείτε μόνο ότι happy end στη χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας ήταν ο θάνατος του ήρωα, ενώ στην παγανιστική ήταν φυσικά ο γάμος… Αυτή ακριβώς η αντίληψη κρατούσε εκείνους τους πρώτους Χριστιανούς εντός κι εκτός κοινωνίας / τους έκανε να φαίνονται αντικοινωνικοί, εχθροί του κράτους, της πόλης, του πολιτισμού. Και ίσως έτσι να ήταν. Τίποτε δεν μας βεβαιώνει ότι ο Χριστιανός-«μέσος άνθρωπος», που όλοι θεωρούμε ως δεδομένο, όντως υπήρχε τότε. Βέβαιο όμως είναι πως πάνω σε αυτή την άλλη, την αντικοινωνική αν θέλετε, αντίληψη περί θανάτου, χτίστηκαν νέοι κόσμοι και νέες κοινωνίες.

Ξεπεράστηκε η απάντηση που έδωσε ο Χριστιανισμός στο ερώτημα του θανάτου;

Δεν ξέρω. Δεν το πιστεύω, δηλαδή. Αν ξεπεράστηκε κάτι, είναι ο συναισθηματισμός, δηλαδή η υστερική απόλαυση που προσέφερε ένας συγκεκριμένος ναρκισσισμός, ο οποίος φυσικά καταλήγει και σε ιδεολογίες/ιδεοληψίες και σε στείρο φανατισμό. Αυτός ξεπεράστηκε – ελπίζω να ξεπεράστηκε. Το άλλο, η υπέρβαση του θανάτου, είναι πάντα εδώ, ελπίζω να είναι πάντα εδώ, και να μας περιμένει.

Ακόμα όμως και αν η Χριστιανική απάντηση ξεπεράστηκε, δεν αντικαταστάθηκε. Με άλλα λόγια, όπως και να το δεις, όπως κι αν το μετρήσεις, το κενό στις ζωές μας παραμένει εδώ και κραυγάζει προκλητικά. Όσο και να πιέζουμε τα δάχτυλα στ’ αυτιά μας, δεν υπάρχει περίπτωση, κάποια στιγμή θα το ακούσουμε.

………………………….

Όπως καταλαβαίνετε το κείμενο αυτό, όπως και όλα τα κείμενα του Σημειωματάριου, απάντηση, συμβουλές, παροτρύνσεις δεν περιέχει. Δεν έχω την θωράκιση που απαιτείται για να σας πω τι πρέπει να κάνετε, να πιστέψετε, να σκεφτείτε. Δεν έχω την θωράκιση που χρειάζεται για να σκεφτώ, να πιστέψω ή να κάνω ο ίδιος. Μεγάλη Παρασκευή σήμερα και θα σύρω τα βήματά μου στην Εκκλησία με την τυφλή πεποίθηση, ότι κάτι συμβαίνει εκεί μέσα. Ελπίζοντας ότι θα το ψηλαφίσω. Κι αυτό εύχομαι σε σας και σε μένα με όλη μου την καρδιά: Να το ψηλαφίσουμε!

Κύκλος διαλέξεων: Τόποι, χρόνος και ορίζοντες της Ύστερης Αρχαιότητας

Ο Michel Foucault θεωρούσε ότι για να κατανοήσουμε καλλίτερα το νεώτερο άτομο, θα πρέπει να εξετάσουμε την ιστορική πορεία που το διαμόρφωσε. Ακολουθώντας αυτή την προτροπή, ο συγκεκριμένος κύκλος διαλέξεων θα εστιάσει στην ύστερη αρχαιότητα (3ος – 8ος αιώνας μ.Χ.), μια περίοδο βαθιάς και πολυεπίπεδης κρίσης, αλλά και μεγάλων υπερβάσεων, η οποία δικαίως θεωρείται μήτρα του σύγχρονου κόσμου.

Η ύστερη αρχαιότητα ξεκινά με την διάδοση του Χριστιανισμού και κλείνει με την ανάδυση του Ισλάμ –δυο μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, που τότε, για πρώτη φορά, χώρισαν τον κόσμο σε χριστιανική Δύση και ισλαμική Ανατολή. Παράλληλα, αρχαίες δομές καταρρέουν και νέες συστήνονται, το αξιακό σύστημα αναδιαμορφώνεται, οι ορίζοντες του πνεύματος και της φαντασίας διευρύνονται, νέες γωνίες θέασης της πραγματικότητας ανακαλύπτονται. Ο άνθρωπος επανακαθορίζει την θέση του στον χώρο και τον χρόνο και την σχέση του με τον εαυτό του θέτοντας τα θεμέλια του σύγχρονου κόσμου.

Σε αυτούς ακριβώς τους δύο άξονες δομείται ο συγκεκριμένος κύκλος διαλέξεων, που θα γίνουν στο Ίδρυμα Θεοχαράκη τις Παρασκευές του Απριλίου και του Μαΐου. Θα συζητηθεί η σχέση του ανθρώπου με τον χώρο εστιάζοντας σε θέματα, όπως η δημιουργία νέων ισχυρών κέντρων εξουσίας εκτός Μεσογείου και η σχέση τους με την Ρώμη και το Βυζαντινό κράτος, η καινούργια σχέση του ανθρώπου με το σώμα και την ψυχή, οι αντιλήψεις για τον έρωτα και την σεξουαλικότητα, την βία και τον πόνο, την αρρώστια και τον θάνατο.

Αμφιθέατρο Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη

15, 22 Απριλίου 2016
6, 13, 20, 27 Μαΐου 2016
Παρασκευή 18.00-20.00

Πληροφορίες: 210 3611206 • http://www.thf.gr

«Το κράτος είναι μια καταπιεστική μάνα» (συνέντευξη στον Αντώνη Παγκράτη)

 

Τα καφενεία συνιστούσαν ανέκαθεν καταφύγιο ιστοριών: προσωπικών, εθνικών, κοινωνικών. Ατομικής και συλλογικής μνήμης – όχι απαραίτητα αξιόπιστης αλλά καθορισμένης από την πολυπλοκότητα των επιλογών ενός εκάστου. Ετσι, για τον υπεραπλουστευμένο συμβολισμό, το κολωνακιώτικο «Καφενείο» στη Λουκιανού κρίθηκε ιδανικός τόπος συζήτησης με τον ιστορικό Φώτη Βασιλείου. Μέχρι το τέλος της κουβέντας, η σύνδεση ανάμεσα στην Υστερη Αρχαιότητα, που αποτελεί το πεδίο του, και τη σημερινή ελληνική κατάσταση φαίνεται σχεδόν αναπόφευκτη…

– Γιατί έγινες ιστορικός;

– Νομίζω ότι ασυνείδητα με έσπρωξε εκεί η αγάπη μου για την αφήγηση. Από παιδί με μάγευε κι εξακολουθεί να με μαγεύει κάθε αφηγηματικό είδος: το μυθιστόρημα, το σινεμά, η μπαλάντα, το παραμύθι. Η Ιστορία είναι μια έντεχνη αφήγηση που συγκροτεί και ανασυγκροτεί τη συλλογική και ατομική μας μνήμη. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που η μνήμη του ξεπερνάει τα όρια της βιολογικής του εμπειρίας. Μπορεί να μη ζήσαμε την Κατοχή, τη Μικρασιατική Καταστροφή ή το ’21, αλλά τα περιέχουμε. Η εικόνα που έχουμε γι’ αυτά διαμορφώνει τις ιδέες, τις ευαισθησίες, τον χαρακτήρα μας. Εδώ βρίσκεται, αν θέλετε, και η μεγάλη ευθύνη του ιστορικού.

– Τι ορίζουμε ως Υστερη Αρχαιότητα;

– Είναι η περίοδος που ξεκινάει με τη διάδοση του χριστιανισμού και τελειώνει με την άνοδο του Ισλάμ – χονδρικά θα λέγαμε από το 200 ώς το 750 μ.Χ. Οι χρονολογίες, όπως βλέπετε, δεν είναι με ακρίβεια καθορισμένες, όπως στις πιο παραδοσιακές περιοδολογήσεις, γιατί δεν ορίζεται από συγκεκριμένα στρατιωτικά, πολιτικά ή οικονομικά συμβάντα, αλλά από αυτά τα δύο σημαντικά πνευματικά γεγονότα. Αυτό δείχνει και τα ενδιαφέροντα όσων μελετάμε τη συγκεκριμένη περίοδο: ασχολούμαστε με τις σχέσεις, τις ιδέες, τις αισθήσεις, τη συγκρότηση της ταυτότητας, την αισθητική. Συνάδελφοι που μελετούν τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα της εποχής εκείνης προτιμούν να την ονομάζουν με τους πιο παραδοσιακούς όρους, Υστερη Ρωμαϊκή ή Πρώιμη Βυζαντινή – αναλόγως της οπτικής τους.

– Πώς κατέληξες εκεί;

– Δεν ήταν αυτονόητο. Μου πήρε πολλά χρόνια και πολύ κόπο γιατί αρχικά ήμουν στραμμένος στην κυρίως βυζαντινή περίοδο. Σπούδασα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τη δεκαετία του ’90, όταν ήταν ένα σημαντικό βυζαντινολογικό κέντρο. Παράλληλα, ήταν μια εποχή που ο κόσμος όπως είχε διαμορφωθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατέρρεε και η ελληνική κοινωνία αναζητούσε έναν δικό της τρόπο ύπαρξης, χωρίς ίσως και να πολυκαταλαβαίνει τον σύνθετο κόσμο που δημιουργούνταν γύρω της – όλα αυτά μάς έσπρωχναν στη μελέτη του Βυζαντίου. Αλλά κάτι με έτρωγε. Δεν μου αρκούσε να μελετήσω τον καθ’ ημάς Μεσαίωνα. Ηθελα να κατανοήσω πώς δημιουργήθηκε, τις προϋποθέσεις του. Αυτός ήταν και ο μόνος τρόπος να κατανοήσω τη σύγχρονη Ελλάδα και τελικά τον εαυτό μου. Ετσι, ενώ τα πρώτα μου ενδιαφέροντα περιστρέφονταν γύρω από το Υστερο Βυζάντιο, άρχισα να πηγαίνω όλο και πιο πίσω, όλο και πιο πίσω, μέχρι που έφτασα στην περίοδο που ονομάζουμε Υστερη Αρχαιότητα. Εκεί σταμάτησα.

– Οπότε έκανες ένα ταξίδι καταγωγών, το οποίο ακούγεται πολύ μοναχικό.

– Στην Ελλάδα δεν υπάρχει διδασκαλία και μαθητεία. Σίγουρα οι καθηγητές θα σου πουν μια γνώμη, φίλοι, συγγενείς θα σε στηρίξουν, θα σε ενθαρρύνουν, αλλά συστηματική καθοδήγηση δεν υπάρχει – τουλάχιστον εγώ δεν την αξιώθηκα. Επρεπε να ανακαλύψω τον τροχό, τη φωτιά, τον ηλεκτρισμό και να φθάσω σιγά σιγά στο σήμερα, στην εποχή των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ενστικτωδώς και ψηλαφητά προχώρησα. Χάνοντας χρόνο, κάνοντας λάθη, μαθαίνοντας μέσα από τις αποτυχίες.

– Γιατί όμως σταμάτησες εκεί; Γιατί δεν πήγες πιο πίσω;

– Η Υστερη Αρχαιότητα είναι μια μεταιχμιακή εποχή. Από τη μια, τότε ολοκληρώθηκε η κωδικοποίηση των γνώσεων και των επιτευγμάτων των παλαιότερων εποχών και, απ’ την άλλη, αυτά αξιοποιήθηκαν για να δοθούν απαντήσεις στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Η Υστερη Αρχαιότητα είναι η εποχή μιας μεγάλης και πολυδιάστατης κρίσης – οικονομικής, πολιτικής, θεσμικής, πνευματικής. Ο αρχαίος κόσμος κατέρρεε από τις εσωτερικές του αντιφάσεις και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις ανάγκες των καιρών. Ταυτόχρονα όμως είναι και η εποχή των μεγάλων λύσεων και υπερβάσεων. Οι απαντήσεις που δόθηκαν αποτέλεσαν τον σπόρο που κάρπισε τον σύγχρονο, νεωτερικό κόσμο.

– Στο βιβλίο σου ασχολείσαι με τον ρόλο του πατέρα εκείνη την περίοδο. Τι σημαντικό συνέβη στο πεδίο αυτό που άξιζε να μελετηθεί;

– Συνέβη μια κοσμογονία. Στις μεσογειακές κοινωνίες ο πατέρας θεωρούνταν ο αρχηγός, ο κυρίαρχος μέσα στην οικογένεια, και ήταν ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος για να αποφασίζει σχετικά με το παρόν και το μέλλον όσων ανήκαν στο νοικοκυριό που διεύθυνε. Επιπλέον, το ρωμαϊκό δίκαιο με τον θεσμό της patria potestas τού παρείχε απόλυτη εξουσία επί των απογόνων του. Κι ας μην ξεχνάμε ότι με τη διάδοση του ρωμαϊκού δικαίου σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας, οι βασικές αρχές της patria potestas υιοθετήθηκαν από όλη τη ρωμαϊκή οικουμένη. Κατά την Υστερη Αρχαιότητα όμως διατυπώθηκε με βασικό όχημα τον χριστιανισμό ένα αίτημα για μεγαλύτερη εξατομίκευση. Για να το πω απλά: τα παιδιά ζητούσαν πλέον να αποφασίσουν τα ίδια για τον εαυτό τους. Τα αγόρια δεν ήθελαν να ακολουθήσουν τον δρόμο που τους υποδείκνυε ο πατέρας και τα κορίτσια αντιστέκονταν στα προξενιά, ενώ οι γυναίκες αποκτούσαν σημαντική θέση στον νέο δημόσιο χώρο που διαμορφωνόταν, την Εκκλησία. Ετσι άρχισε να απομειώνεται η ηθική και πραγματική δύναμη του πατέρα προς όφελος της μητέρας και των τέκνων. Να δημιουργούνται τα δικαιώματα της γυναίκας και των παιδιών. Η πατρότητα από εξουσιαστική δύναμη αρχίζει πια να γίνεται πνευματική λειτουργία.

O ρόλος του πατέρα

– Πώς συνδέονται όλα αυτά με το σήμερα;

– Νομίζω ότι σήμερα ζούμε την τελευταία φάση αυτής της εξέλιξης. Ο πατέρας ως βιολογικός παράγοντας έχει σχεδόν καταστεί αχρείαστος – πριν από έναν μήνα μάθαμε ότι οι επιστήμονες κατάφεραν να κατασκευάσουν τεχνητό σπέρμα. Αυτό όμως καθόλου δεν απομειώνει τον πνευματικό του ρόλο: πρέπει να υπάρχει, για να εκπροσωπεί τον Αλλο στη συνείδησή μας. Αλλιώς δεν μπορούμε να ολοκληρωθούμε ως άτομα.

– Εδώ φαίνεται να υπάρχει μια συμβολική αντιστοιχία ανάμεσα στον πολίτη και το σύγχρονο ελληνικό κράτος.

– Το ελληνικό κράτος είναι μια καταπιεστική μάνα. Δεν υπάρχει κάποιος θεσμός που θα λειτουργήσει στις συνειδήσεις μας πατρικά, που θα μας βοηθήσει να απογαλακτιστούμε, να αναλάβουμε τις ευθύνες του εαυτού μας, να ωριμάσουμε. Ολα μάς ωθούν στο βόλεμα, δηλαδή στην επιστροφή στη ζεστή, υγρή και σκοτεινή μήτρα της μάνας-κράτους. Την κατάρρευση αυτού του οικοδομήματος ζούμε σήμερα.

– Πώς γίνεται να απογαλακτιστούμε από τη μάνα-κράτος;

– Το Ευαγγέλιο λέει κάτι πολύ απλό: να εγκαταλείπουμε τους γονείς μας και να φτιάχνουμε τις δικές μας οικογένειες. Αυτό πρέπει να κάνουμε και τώρα, να αποκολληθούμε από τη μήτρα και να ξανοιχτούμε στον κόσμο.

 

————

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Τα πέντε πιο ενδιαφέροντα βιβλία που διάβασα το 2015

Derek Krueger, Liturgical Subjects. Christian Ritual, Biblical Narrative, and the Formation of the Self in Byzantium, University of Pennsylvania Press 2014

Προσωπικά το θεωρώ το βιβλίο της χρονιάς. Ο Krueger θέτει ένα πολύ ενδιαφέρον και πρωτότυπο ερώτημα στο τελευταίο του βιβλίο: Πώς συγκροτείται ο εαυτός του Βυζαντινού ανθρώπου; Το ερώτημα έχει τεθεί για τον Μεσαιωνικό Δυτικό άνθρωπο, το Βυζάντιο όμως στερούνταν ανάλογες μελέτες και –δυστυχώς– ανάλογους προβληματισμούς. Αυτό οφείλεται εν πολλοίς, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, στο γεγονός ότι ο εαυτός του Δυτικού Μεσαιωνικού ανθρώπου συνδέεται με το έργο του Αυγουστίνου· εξαιτίας της μηδενικής επιρροής του Λατίνου Πατέρα της Εκκλησίας στην Ελληνική Ανατολή, θεωρήθηκε ότι το Βυζάντιο δεν γνώρισε ανάλογες εξελίξεις. Ο Krueger ανατρέπει αυτή την άποψη διορθώνοντας ταυτόχρονα και την εδραιωμένη εικόνα περί Βυζαντινής ακινησίας: Από τον Ρωμανό στον Θεόδωρο Στουδίτη κι από εκεί στον Ανδρέα Κρήτης και τέλος στον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, οι δογματικές, αισθητικές, ψυχολογικές αναζητήσεις των Βυζαντινών και ο τρόπος με τον οποίο συμβάλλουν στην συγκρότηση του εαυτού δημιουργούν μια συναρπαστική αφήγηση, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα κι ένα εντελώς νέο πεδίο έρευνας στις Βυζαντινές σπουδές.

 

Kyle Harper, From Shame to Sin: The Christian Transformation of Sexual Morality in Late Antiquity, Harvard University Press, 2013

Με το δεύτερο βιβλίο του ο Kyle Harper επιχειρεί να δώσει την δική του απάντηση στο ερώτημα «Τι καινούργιο κόμισε ο Χριστιανισμός;» εστιάζοντας στον έρωτα και την σεξουαλική ηθική. Σε αντίθεση με άλλους ιστορικούς (πιο γνωστό είναι το παράδειγμα του R. MacMullen), οι οποίοι έχουν υποστηρίξει ότι η επίδραση του Χριστιανισμού ήταν μικρή κι ασήμαντη, ο συγγραφέας θεωρεί ότι ο Χριστιανισμός άλλαξε ριζικά τον Ελληνορωμαϊκό κόσμο μετά τον 5ο αιώνα. Αυτή η αλλαγή αποτυπώνεται στο σχήμα του τίτλου: Ο υστεροαρχαίος άνθρωπος πέρασε από την ντροπή, δηλαδή από ένα αίσθημα που χαρακτήριζε τον άνθρωπο της αγοράς κι είχε πολύ συγκεκριμένες επιπτώσεις στην κοινωνική ζωή του ατόμου, σε μια υποκειμενική κι εν πολλοίς υπερκόσμια κι εξώκοσμη θεώρηση του εαυτού. Ο Harper χειρίζεται με άνεση ένα δύσκολο υλικό, συμπυκνώνει και ελέγχει τις σχετικές έρευνες που προηγήθηκαν και μας δίνει ένα βιβλίο καλογραμμένο, το οποίο αναδεικνύει τον ρόλο της Εκκλησίας στο τέλος του αρχαίου κόσμου.

 

Julia Hillner, Prison, Punishment and Penance in Late Antiquity, Cambridge University Press 2015

Οφείλω να ομολογήσω ότι άνοιξα το βιβλίο της Hillner με ένα αίσθημα κούρασης («ακόμα ένα βιβλίο για το ρωμαϊκό δίκαιο…»), αλλά τα ερωτήματα που θέτει, ο χειρισμός του υλικού, και οι αναπάντεχες απαντήσεις που δίνει, με έκαναν να το διαβάσω με προσοχή από την αρχή ως το τέλος. Το βασικό ερώτημα του βιβλίου είναι πώς και γιατί ο υποχρεωτικός εγκλεισμός σε μοναστήρι θεσμοθετήθηκε ως ποινή από το ρωμαϊκό κράτος. Η συγγραφέας αναδεικνύει τον αναμορφωτικό και παιδαγωγικό χαρακτήρα του Ρωμαϊκού δικαίου, τον συνδυάζει με τις διδασκαλίες των φιλοσοφικών σχολών και τα κηρύγματα των Χριστιανών, συνθέτοντας μια τοιχογραφία της υστεροαρχαίας κοινωνίας. Σίγουρα, δεν είναι ένα βιβλίο που ο μη-ειδικός αναγνώστης θα το χαρεί (όπως του Harper ή και του Krueger), αποτελεί όμως παρόλα αυτά μια σημαντική συμβολή.

 

Brenda Llewellyn Ihssen, John Moschos’ Spiritual Meadow: Authority and Autonomy at the End of the Antique World, Ashgate 2014.

Παρά την αμείωτη δημοφιλία του κατά την ύστερη αρχαιότητα, το Βυζάντιο, αλλά και στις μέρες μας, το Λειμωνάριο του Ιωάννη Μόσχου δεν είχε απασχολήσει ιδιαίτερα την σύγχρονη έρευνα. Μάλιστα, εξαιτίας της περίπλοκης χειρόγραφης παράδοσης, δεν έχει γίνει ακόμα κριτική έκδοση του κειμένου –χρησιμοποιούμε και σήμερα εκείνη του 1681 που ετοιμάστηκε από τον Jean Baptiste Cotelier. Η Ihssen ανακάλυψε τυχαία, όπως σημειώνει στην Εισαγωγή, μια αγγλική μετάφραση του έργου και η (γνωστή) ιστορία του μοναχού που πήγε στην κόλαση, αλλά χάρη στις προσευχές του πνευματικού του πατέρα δεν βυθίστηκε ολοκληρωτικά στο πυρ το εξώτερο, αλλά στεκόταν στο κεφάλι ενός επισκόπου, της τράβηξε την προσοχή. Έτσι προέκυψε αυτό το βιβλίο που συζητάει συστηματικά κάποια από τα μοτίβα που ξεπηδούν από τον Πνευματικό Λειμώνα: Τις σχέσεις μοναχών και λαϊκών, τον πλούτο και την πενία, την διαχείριση της ασθένειας, τον θάνατο. Η μελέτη δεν είναι φυσικά εξαντλητική, χαρτογραφεί όμως όχι μόνο το μοναστικό τοπίο του πρώιμου βυζαντίου, αλλά μας επιτρέπει να δούμε και το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον μέσα από τα μάτια ενός χαρισματικού συγγραφέα.

 

Edward J. Watts, The Final Pagan Generation, University of California Press 2015.

Ένα πολύ ενδιαφέρον και φιλόδοξο βιβλίο. Ο Watts επιχειρεί να συγγράψει την πνευματική ιστορία του 4ου αιώνα μέσα από την σύγχρονη οπτική των γενεών. Έτσι μελετώντας ουσιαστικά τον βίο και τις πράξεις του Αυσωνίου, του Λιβανίου, του Πραιτεξτάτου και του Θεμιστίου, γενικεύει, κανονικοποιεί, ούτως ώστε να συγκροτήσει αυτό που εμείς σήμερα εννοούμε ως «γενιά» και μέσω αυτής να συνθέσει την αφήγησή του. Μέσα από τα μάτια αυτών των ανθρώπων, που γεννήθηκαν πριν ο Κωνσταντίνος μεταστραφεί στον Χριστιανισμό, βλέπουμε τις εξελίξεις που συντάραξαν και άλλαξαν την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία: την επικράτηση του Χριστιανισμού, την ερήμωση των ναών, την θρησκευτική βία της εποχής, την αντιπαγανιστική νομοθεσία κτλ.

 

Δημοσιεύτηκε στο frear.gr

Κατασκευάζοντας τον νέο άνθρωπο. Όρια και δυνατότητες στο Πρώιμο Βυζάντιο

Ο Στέλιος Ράμφος παρουσιάζει
6 διαλέξεις του Φώτη Βασιλείου στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη

Κατά την διάρκεια της περιόδου που ξεκινάει με την διάδοση του Χριστιανισμού και απλώνεται ως το τέλος της Εικονομαχίας ξεπήδησαν νέες ιδέες, δημιουργήθηκαν νέες ανάγκες, δόθηκαν νέες κατευθύνσεις. Καταλύτης της εξέλιξης αυτής ήταν ο Χριστιανισμός. Η διδασκαλία του συνόψισε και εξέφρασε το αίτημα για το καινούργιο, του έδωσε μορφή και δυναμική, θέτοντας παράλληλα και τα όριά του. Ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου, ο ατομικός και κοινωνικός χρόνος, το εξωκοσμικό και το ενδοκοσμικό οργανώθηκαν με καινοφανή τρόπο, ο οποίος εκφράστηκε ανάγλυφα από την Χριστιανική Λογοτεχνία και τον ήρωά της. Ήταν αυτός, ο άγιος, που κάνει το μεγάλο αποφασιστικό βήμα χειραφέτησης από τα στενά πλαίσια της παραδοσιακής κοινότητας διεκδικώντας πιο ανοιχτούς ορίζοντες. Κατά συνέπεια εκεί εμπεριέχεται όχι μόνο το μεσαιωνικό πνεύμα, αλλά εν σπέρματι και ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος.

Διάγραμμα Διαλέξεων

  1. Αναζητώντας τον νέο άνθρωπο: Η κοινωνία, τα κείμενα, η εποχή.
    Ιστορικό περίγραμμα και προσδιορισμός των στόχων του σεμιναρίου.
  2. Νέοι άρχοντες: Ο επίσκοπος και η πόλη του.
    Πατέρας των χηρών και των ορφανών, προστάτης φτωχών και αδυνάτων, κριτής και δικαστής, ηγέτης του λαού, διαμεσολαβητής στην κεντρική εξουσία, μεσίτης στο Θεό, φιλόσοφος, πολιτικός, άγιος και θαυματουργός, ο επίσκοπος συγκέντρωνε στο πρόσωπό του τις κλασικές ελληνορωμαϊκές αρετές και τις χριστιανικές αξίες.
  3. Νέοι τρόποι: Η εμφάνιση του χριστιανικού μοναχισμού
    Ο μοναχισμός ήταν ένα από τα πιο αυθεντικά και δυναμικά κινήματα που άνοιξε νέους ορίζοντες στο φαντασιακό των ανθρώπων της ύστερης αρχαιότητας.
  4. Αγίες και αμαρτωλές: Η γυναίκα στο προσκήνιο
    Οι ιστορίες για παρθένες ασκήτριες και μετανοούσες αμαρτωλές τροφοδοτούσαν την φαντασία των Χριστιανών με τα αξεδιάλυτα βάθη της γυναικείας φύσης, ταυτόχρονα όμως αποτύπωναν με εύγλωττο τρόπο εκείνο που κόμιζε η νέα θρησκεία: άπειρες δυνατότητες και μια διαφορετική ανάγνωση της πραγματικότητας.
  5. Τριγωνίζοντας τον κύκλο: Οράματα, θαύματα και μεσιτεύσεις
    Όσο ο μοναχός απομακρυνόταν από τον κόσμο, τόσο ο κόσμος τον πλησίαζε. Όσο επιδίωκε την αμεριμνησία, τόσο γείτονες κι επισκέπτες τον φόρτωναν με τις έγνοιες τους. Λογικό: σε μια κοινωνία, όπου κανείς δεν μιλούσε για τον εαυτό του, οι διαμεσολαβητές ήταν απαραίτητοι. Και δεν υπήρχε καλλίτερος μεσολαβητής προς τον Θεό, από κάποιον που ζούσε διαρκώς κατά το θέλημά Του.
  6. Αναγνώστες των Βίων και φλογεροί προσκυνητές: Το κοινό των αγίων
    Ποιοι ήταν εκείνοι που διάβαζαν αγιολογική λογοτεχνία και προσέτρεχαν στους αγίους; Πίστευαν τα όσα πιθανά ή απίθανα εξιστορούνταν εκεί; Επηρεαζόταν η ζωή τους και πώς;

Ημερομηνίες διαλέξεων: Πέμπτη 23, 30/4/2015 και 7, 14, 21, 28/5/2015

Χώρος: Αμφιθἐατρο Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη

Ώρα: 18.00-20.00

Κύκλος 6 διαλέξεων: 50 €, 25 €
Μεμονωμένη διάλεξη: 10 €, 5 €

 

Ηλίας Γιαρένης: Για το «Ποιμένας ή Τύραννος» (Βιβλιοκρισία)

Ο συγγραφέας είναι ιστορικός, μεταδιδακτορικός υπότροφος του Ιδρύματος Fernand Braudel. Σπούδασε Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, της οποίας το βιβλίο αποτελεί ελαφρώς επεξεργασμένη μορφή.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, μετά τον τίτλο δίδονται τα Περιεχόμενα και ακολούθως το πυκνό και τεκμηριωμένο Προλόγισμα του Καθηγητή Στέφανου Ευθυμιάδη, το οποίο εντάσσει την μελέτη στο θεωρητικό και μεθοδολογικό πλαίσιο της αγιολογικής έρευνας. Μετά τις καθιερωμένες Ευχαριστίες και τον πίνακα των Βραχυγραφιών, κυρίως περιοδικών, ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά στα Κεφάλαια της μελέτης.

Ήδη από τον τίτλο του έργου γίνεται σαφής η σκιαγράφηση δύο εικόνων ή ιδιοτήτων, οι οποίες συγκροτούν δίπολο για την προβαλλόμενη κοινωνική λειτουργία του πατέρα. Στο επίκεντρο της εξέτασης, τίθεται ο πατέρας – όχι ο πατέρας της Εκκλησίας, ούτε ευρύτερα ο συμβολικός πατέρας, που εκείνη την περίοδο βρίσκεται παντού. Η εξέταση εστιάζεται στον βιολογικό πατέρα, οπωσδήποτε με τις κοινωνικές και συμβολικές προεκτάσεις της εικόνας του που προκύπτει από την αγιολογική γραμματεία.

Πολύτιμες πηγές για την αντιμετώπιση των διαφόρων ερευνητικών ζητημάτων με τα οποία ασχολείται η μελέτη, υπήρξαν κυρίως ελληνικά αγιολογικά κείμενα σε κριτικές εκδόσεις αυτόνομες είτε ενταγμένες σε καταξιωμένες διεθνώς σειρές, ή τυπωμένες σε έγκριτα περιοδικά. Όπου δεν ήταν διαθέσιμες κριτικές εκδόσεις, αξιοποιήθηκαν οι πολύτιμες κιβωτοί των Acta Sanctorum και της Patrologia Graeca.

Από την δευτερεύουσα βιβλιογραφία αξιοποιήθηκαν χρήσιμα εργαλεία έρευνας, βασικά έργα για την Ύστερη Αρχαιότητα και την Ελληνική Αγιολογία, αλλά και ειδικότερες συμβολές ερευνητών για την οικογένεια, τον πατέρα και την πατρότητα κυρίως στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα. Τα «διαβάσματα» του συγγραφέα είναι οπωσδήποτε ευρέα και ποικίλα, κάτι που συντελεί σε φρεσκάδα σκέψης και σε δημιουργική αναζήτηση της γλώσσας που θα εκφράσει αποτελεσματικότερα τα ερωτήματα. Πρόκειται για ερωτήματα με νεωτερική – ή και μετανεωτερική, κάποιες στιγμές – θεώρηση, τα οποία όμως προκύπτουν από γνώση και σεβασμό του αντικειμένου της έρευνας, και χωρίς προκατασκευασμένες ιδέες για «τα κείμενα και τα πρόσωπα».

Ποιμένας ή τύραννος

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε 6 Κεφάλαια. Το πρώτο από αυτά, έκτασης 20 σελίδων (σσ. 21-40), συνιστά την Εισαγωγή, η οποία διαρθρώνεται σε 5 ενότητες. Σε αυτήν εντοπίζονται τα κοινά χαρακτηριστικά των παραδόσεων της οικογένειας στις μεσογειακές κοινωνίες που αποτελούσαν το υπόβαθρο της Ύστερης Αρχαιότητας, πλάι στην εξουσία που ασκούσε ο πατέρας στα τέκνα του στη ρωμαϊκή κοινωνία, αλλά και σε συνάρτηση με τις χριστιανικές απόψεις για τον γάμο και την οικογένεια, οι οποίες επηρέασαν σημαντικά τις αντιλήψεις και για τον πατέρα. Η εξουσία του paterfamilias όπως αποτυπώνεται στο ρωμαϊκό δίκαιο και επηρεάζει την κοινωνική λειτουργία του πατέρα, τις ενδο-οικογενειακές σχέσεις, καθώς και την σχέση της οικογένειας και των μελών της με τον κόσμο πέραν της οικίας, επιχειρείται να συνεξετασθεί με τα άλλα δομικά στοιχεία –παραδοσιακά και καινοφανή –με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να εισαχθεί στις πραγματικότητες που θα αναπτυχθούν στο κυρίως μέρος. Δύο μικρές περαιτέρω ενότητες της εισαγωγής, το «Μελετώντας τον πατέρα» και το «Αναζητώντας τον πατέρα» παρέχουν στον αναγνώστη ευσύνοπτη εικόνα των βιβλιογραφικών αναζητήσεων και των θεωρητικών και μεθοδολογικών εργαλείων και ερμηνευτικών διαδρομών της έρευνας, ενώ παραλλήλως διευκρινίζουν την θεματική στόχευση και την ερευνητική ματιά.

Το δεύτερο Κεφάλαιο της μελέτης, έκτασης 46 σελίδων (σσ. 41-86), επιγράφεται «Απόστολος και Διώκτης: Ο Πατέρας στην Μαρτυριολογική Λογοτεχνία», και αναπτύσσεται σε 10 υποκεφάλαια. Στο επίκεντρο της πραγμάτευσης εδώ τίθενται τα Μαρτύρια, μέσα από τα οποία εξετάζεται συστηματικά και αναλυτικά η εικόνα του πατέρα, χριστιανού ή εθνικού. Οι δύο τύποι πατέρα, ο χριστιανός και ο εθνικός, κυριαρχούν στα κείμενα αυτά, με την αντίστοιχη απόδοση καλών και κακών χαρακτηριστικών που αναμένει κάποιος από μία στρατευμένη λογοτεχνία. Ωστόσο, πέραν αυτής της βασικής διάκρισης, υπάρχουν και διαφοροποιημένα κατά περίπτωση –και ενίοτε εξατομικευμένα– χαρακτηριστικά και ιδιότητες, οι οποίες εντοπίζονται, σχολιάζονται και εντάσσονται στο κοινωνικό και πνευματικό κλίμα της περιόδου.

Το τρίτο και εκτενέστερο όλων κεφάλαιο του βιβλίου, έκτασης 108 σελίδων (σσ. 87-194), φέρει τον τίτλο «Νικώντας τον κόσμο: Ο πατέρας του αγίου», και εξακτινώνεται σε 8 υποκεφάλαια, με αντίστοιχες επιμέρους ενότητες. Εδώ στο επίκεντρο τίθενται οι Βίοι των αγίων, δηλαδή τα bestsellers της Ύστερης Αρχαιότητας και της μακραίωνης βυζαντινής διαδρομής. Ο συγγραφέας εκκινεί από την θεμελιώδη συμβολή του Peter Brown για τον Άγιο Άνδρα και ιδίως για την κοινωνική και πνευματική του λειτουργία στον πολύχρωμο –όχι όμως πάντοτε ήσυχο – κόσμο της Ύστερης Αρχαιότητας. Είναι αλήθεια ότι η σχετική έρευνα έχει στραφεί στη μελέτη και την ανάλυση των κοινωνικών δομών και σε ζητήματα «κοινωνικού φύλου», στη διερεύνηση του ρόλου της γυναίκας, των συναισθημάτων, των νοοτροπιών και της καθημερινής ζωής. Για τον λόγο αυτό σταδιακά ανακαλύφθηκε και αξιοποιήθηκε ιδιαιτέρως η Αγιολογία, δηλαδή ο τομέας της γραμματειακής (ή λογοτεχνικής) παραγωγής που –χωρίς να το επιδιώκει– φωτίζει ιδίως τέτοιου είδους πτυχές. Ωστόσο, η διεθνής έκρηξη των σπουδών του κοινωνικού φύλου και η εντυπωσιακή άνοδος της Αγιολογίας ως αντικειμένου έρευνας δεν έχουν έως σήμερα οδηγήσει σε ικανοποιητική μελέτη του ρόλου του άνδρα στο πλαίσιο του λεγόμενου κοινωνικού φύλου, ούτε στην ανάδειξη των πτυχών της κοινωνικής του λειτουργίας στην οικογένεια, στην εργασία, αλλά και σε όψεις του καθ’ ημέραν βίου. Ο αναγνώστης λαμβάνει επίσης καλή εικόνα του ήρωα του κάθε Βίου, καθώς και των προσώπων γύρω από τον άγιο. Στα αγιολογικά κείμενα που εξετάζονται, χωρία των οποίων παρατίθενται προς διευκόλυνση του αναγνώστη, εμφανίζονται εμβληματικοί Βίοι εμβληματικών αγίων. Οι Βίοι αυτοί ως κείμενα ισορροπούν ανάμεσα σε ρητορικούς τόπους –και κοινούς αφηγηματικούς τρόπους– , και σε διαφοροποιήσεις από την άποψη της ζωής του αγίου, του τύπου της αγιοσύνης του και της άσκησής του. Η κατάσταση αυτή αφορά άλλωστε σχεδόν όλους τους προμεταφραστικούς Βίους αγίων, δηλαδή τους Βίους που είχαν συγκροτηθεί πριν από τον Πρώτο Βυζαντινό Ουμανισμό, και την σχετική δραστηριότητα του Συμεών Μεταφραστή.

Το τέταρτο Κεφάλαιο, έκτασης 56 σελίδων (σσ. 195-250), επιγράφεται «Ικέτης και κύριος: Ο πατέρας του λαϊκού», και διαρθρώνεται σε 9 υποκεφάλαια. Κύρια κατηγορία πηγών εδώ αποτελούν οι συλλογές Θαυμάτων, οι οποίες βρίσκονται εγκιβωτισμένες στο κείμενο του Βίου του αγίου, είτε συνιστούν ξεχωριστά έργα, με αφήγηση περιστατικών θεραπειών διαφόρων ασθενειών. Τα αγιολογικά αυτά κείμενα λειτουργούν ως αφετηρία για την ανασύνθεση στοιχείων της κοινωνικής λειτουργίας, της απόδοσης τιμής στους αγίους, καθώς και πτυχών νοοτροπιών και εικόνων σχετικά με την οικογένεια, το τέκνο της οποίας ασθενούσε και η θεραπεία από τον άγιο ήταν η μόνη λύση. Η ικεσία, η ευγνωμοσύνη ή η σκληρότητα του πατέρα απέναντι στον θεραπευτή-άγιο συνεξετάζεται με τα αντίστοιχα δεδομένα για τον άλλο πόλο της οικογένειας, την μητέρα.

Το πέμπτο Κεφάλαιο, έκτασης 78 σελίδων (σσ. 251-328), φέρει τον παιγνιώδη τίτλο «Οι πατέρες των Πατέρων» και εξετάζει τη σχέση του Γρηγορίου του πρεσβυτέρου και του Βασιλείου του πρεσβυτέρου με τους γιούς τους, μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας του 4ου αιώνα, Βασίλειο Καισαρείας και Γρηγόριο Νύσσης, και Γρηγόριο Ναζιανζηνό αντιστοίχως. Ο Βασίλειος ο πρεσβύτερος εμφανίζεται ως σώφρων διδάσκαλος του μεγαλύτερου γιου του, και αποτελεί την κεφαλή μιας υποδειγματικής χριστιανικής οικογένειας, Ο Γρηγόριος ο πρεσβύτερος ανασυστήνεται ως στιβαρός καθοδηγητής˙ η τρυφερότητα της μητέρας αποτελεί τον άλλο πόλο ενός διπόλου το οποίο ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (Θεολόγος) θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει ως εφαλτήριο μιας σύνθεσης που θα προτείνει, εκφράζοντας μια νέα αντίληψη για τον πατέρα και τον ρόλο του.

Το έκτο Κεφάλαιο του βιβλίου, έκτασης 6 σελίδων (σσ. 329-334), επιγράφεται «Επίλογος» και λειτουργεί ανακεφαλαιωτικά και καταληκτικά σε σχέση με τα προηγούμενα.

Στην συνέχεια (σσ. 335-366) υπάρχει Περίληψη κύριων συμπερασμάτων της μελέτης στην αγγλική γλώσσα, Καταγραφή των Πηγών και της Δευτερεύουσας Βιβλιογραφίας, καθώς και σύντομο Ευρετήριο, κυρίως ονομάτων και τόπων.

 

Μία άλλη ματιά: το βιβλίο ξεκινά με παράθεμα Στέλιου Ράμφου δηλωτικό της προσέγγισης του συγγραφέα απέναντι στο παρελθόν. Όμως, δεν πρόκειται για το μόνο παράθεμα από δοκιμιακά ή λογοτεχνικά έργα του 20ού αιώνα που αξιοποιεί ο συγγραφέας, ιδίως στην αρχή κεφαλαίων της μελέτης του, με στόχο να ανοίξει «παράθυρα επικοινωνίας» με το σήμερα, αλλά και με καίρια ερωτήματα. Αξιοποιούνται μεταξύ άλλων το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, έργα του Νίκου Γκάτσου, του Jean Lacan, του Sigmund Freud, του Arthur Miller, του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Η μελέτη συνολικά επιδιώκει διάλογο με προσεγγίσεις των σύγχρονων κοινωνικών επιστημών, επιδεικνύοντας μεγάλη ευρύτητα στην διαμόρφωση των ερωτημάτων στο πλαίσιο της ανάλυσης: δεν είναι τυχαίο πως στη Βιβλιογραφία, πλάι στα ονόματα που ήδη αναφέραμε, σημειώνονται αξιοποιημένα στο βιβλίο έργα του Ιωάννη Μακρυγιάννη, του Γιώργου Σεφέρη, του Κωστή Παπαγιώργη και άλλων σημαντικών γραφιάδων της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας.

Η συνολική εκδοτική εικόνα του βιβλίου είναι καλή˙ τα τυπογραφικά παροράματα που εμφανίζονται θα πρέπει να διορθωθούν σε πιθανή επανέκδοσή του.

 

Εν κατακλείδι: το βιβλίο του Φώτη Βασιλείου για τον πατέρα στην Ύστερη Αρχαιότητα συνιστά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη μελέτη, η οποία έχει γραφεί με τρόπο φιλικό προς τον ενδιαφερόμενο φιλομαθή και φιλόβιβλο αναγνώστη, ακόμη και πέραν του στενού κύκλου των επαγγελματιών της θεματικής και της περιόδου.

 

Ηλίας Γιαρένης

Ιστορικός, Επίκ. Καθηγητής Ιονίου Πανεπιστημίου

 

———————

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ηλιαία, τεύχος 89, Ιούνιος 2014, σελ. 40-41

Για τον αρχαίο μοναχισμό

Το πιο γνήσιο κίνημα της Ύστερης Αρχαιότητας, που διαπέρασε οριζόντια και κάθετα κάθε κοινωνική και οικονομική τάξη, κάθε μορφωτικό και καταγωγικό υπόβαθρο, ήταν ο Χριστιανικός ασκητισμός. Όταν ο κόσμος των πόλεων και των χωρίων έγινε πλέον αφόρητος, ένας νεαρός Αιγύπτιος –ήταν δεν ήταν 18 ετών– τον εγκατέλειψε και εισήλθε στην έρημο.

Η πράξη του δεν ήταν ούτε τόσο απλή, ούτε τόσο μονοσήμαντη, όσο μας φαίνεται σήμερα. Ο Αντώνιος δεν άλλαξε απλώς τόπο και τρόπο ζωής –δεν παράτησε την πράσινη, γόνιμη γη του Νείλου για την καμένη πέτρα της ερήμου. Πέρασε σε έναν εντελώς άγνωστο και αχαρτογράφητο κόσμο, όπου κανένα από τα δεδομένα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού δεν ίσχυε και όπου όλα ήταν δυνατά –το αντίστοιχο για μας σήμερα θα ήταν να περάσουμε σε μια άλλη διάσταση ή να βυθιστούμε σε μια μαύρη τρύπα. Γιατί στις ερήμους της Ύστερης Αρχαιότητας κατοικούσαν παράξενες φυλές και άνθρωποι με κεφάλια ή άκρα ζώων, κάθε λογής πνεύματα και κτήνη, άγγελοι, παράξενα φυτά με ψωμιά στα κλαδιά τους, διαμάντια και θησαυροί κάθε λογής.

Με την εγκατάστασή του στην έρημο, ο Αντώνιος διεύρυνε το φαντασιακό ορίζοντα των ανθρώπων της εποχής του πολλαπλασιάζοντας ταυτόχρονα τις δυνατότητες και τις επιλογές τους. Έδωσε διέξοδο στην δυσφορία τους. Ό,τι δεν χωρούσε ο κόσμος, ότι απέρριπτε, ό,τι ξερνούσε, έβρισκε εκεί γόνιμο έδαφος ν’ ανθίσει. Γι’ αυτό και συνέρρεαν εκεί άνθρωποι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, όπως ο πρώην λήσταρχος Μωυσής ο Αιθίωψ και ο Αρσένιος, ο δάσκαλος των μετέπειτα αυτοκρατόρων Αρκαδίου και Ονωρίου.

Έτσι, στις Σκήτες της Αιγυπτιακής ερήμου δημιουργήθηκε ένας άλλος τρόπος κοινωνικής οργάνωσης, μια διαφορετική αντίληψη της εργασίας και της ιδιοκτησίας, μια νέα ιεράρχηση των αναγκών και των αξιών, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η απλότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το βασικό έργο που καταγράφει τα έργα και τις ημέρες τους, τα Αποφθέγματα Γερόντων, είναι γραμμένα σε ανεπιτήδευτη, καθημερινή γλώσσα, χωρίς ρητορισμούς και με θαυμαστή οικονομία έκφρασης –βρίσκεται δηλαδή στον αντίποδα των συγγραμμάτων των χριστιανών και εθνικών διδασκάλων, που άκμαζαν στην γειτονική Αλεξάνδρεια. Και τα θέματα που τους απασχολούσαν ήταν εξίσου απλά και στόχευαν στην περαιτέρω απλούστευση της ζωής τους. Στα Αποφθέγματα δεν θα βρει κανείς υψηλές θεολογικές συζητήσεις, αλλά παρατηρήσεις και σχόλια για την απτή καθημερινότητα του ανθρώπου, την εξωτερική και την εσωτερική, που συχνά εντυπωσιάζουν και τους σημερινούς αναγνώστες για την οξυδέρκεια και την επικαιρότητά τους.

Υπάρχει μια ιστορία, η 8η του αββά Ποιμένος, που είναι πολύ χαρακτηριστική αυτής της τάσης:

Επισκέφθηκε κάποτε ένας ξενικός γέροντας την Σκήτη και ζήτησε να συναντήσει τον αββά Ποιμένα, γιατί είχε ακούσει πολλά γι’ αυτόν. Οι δυο γέροντες συναντήθηκαν κι αφού αντάλλαξαν ασπασμό, ο ξενικός άρχισε να μιλάει περί πνευματικών και ουρανίων. Ο Ποιμένας άκουγε σιωπηλός. Ο άλλος συνέχιζε να μιλάει περιμένοντας απόκριση, ώσπου απογοητευμένος σηκώθηκε κι έφυγε. «Μάταια έκανα αυτό το ταξίδι», είπε στους μαθητές του Ποιμένα, που ήταν έξω από το κελί, «ο γέροντας δεν θέλει να μου μιλήσει». Πήγε μέσα τότε ένας από αυτούς και είπε στον Ποιμένα το παράπονο του ξενικού, προσθέτοντας ότι αυτός θεωρείται πολύ σπουδαίος στα μέρη του. Και του απαντάει ο γέρων: «Αυτός ανήκει στον ουρανό και μιλάει για τα επουράνια, εγώ όμως ανήκω στα κάτω και μιλάω για τα επίγεια. Αν μου μιλούσε για τα πάθη της ψυχής, θα του απαντούσα· τα πνευματικά εγώ δεν τα ξέρω.»