Category Archives: Graphic Novels

The Dark Knight Rises

Η ταινία αρχίζει με μια πολύ εντυπωσιακή σκηνή:

Κατά την διάρκεια μιας αεροπειρατείας, ο Bane απαγάγει έναν πυρηνικό επιστήμονα, ο οποίος βρισκόταν υπό την προστασία της CIA. Μετά ο φακός του Nolan εστιάζει σε πιο γνώριμες γωνιές: Στην έπαυλη του Bruce Wayne, όπου γίνεται ένα φιλανθρωπικό γκαλά στη μνήμη του Harvey Dent, ο οποίος θεωρείται νεκρός. Έχουν περάσει 8 χρόνια από τα γεγονότα που περιέγραφε η προηγούμενη ταινία και πολλά έχουν αλλάξει στη Gotham. Ο Batman έχει φορτωθεί την ευθύνη για τον υποτιθέμενο θάνατο του ηρωικού εισαγγελέα κι έχει αποσυρθεί ατιμασμένος και δυσφημισμένος από την δράση· ο Bruce Wayne έχει κλειδωθεί σε μια πτέρυγα της έπαυλής του και δεν κάνει πλέον δημόσιες εμφανίσεις· η εγκληματικότητα έχει παταχθεί και ο επιθεωρητής Gordon ετοιμάζεται να συνταξιοδοτηθεί. Η εμφάνιση όμως του Bane θα αλλάξει τα δεδομένα και θα αναγκάσει τον Wayne να ξεσκονίσει την παλιά του πανοπλία.

Η τρίτη νυχτεριδοταινία του Christopher Nolan είναι απόλαυση για τον ενήλικο θεατή. Σε αντίθεση με τις άλλες ταινίες για υπερήρωες, οι οποίες χωρίς εξαίρεση θυμίζουν cartoon με ανθρώπους, όπου η αφελής δράση εναλλάσσεται με αφελέστερα διλήμματα διανθισμένα με φτηνά ψηφιακά εφέ, οι ταινίες του Batman παρουσιάζουν ήρωες με σάρκα και οστά και δεν διστάζουν να μιλήσουν για τα μεγάλα θέματα του καιρού μας.

Βέβαια, η νέα ταινία του Batman δεν είναι τόσο καλή όσο η προηγούμενη. Κάπου κάνει κοιλιά, κάπου τα επιμέρους στοιχεία της υπόθεσης δεν δένουν τόσο καλά μεταξύ τους και μετεωρίζονται, κάπου οι μονομαχίες Batman-Bane κουράζουν –παραμένει όμως ένα πολύ καλό, ένα εξαιρετικό blockbuster, που (επιτέλους!) δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε εφήβους.

Το The Dark Knight Rises είναι η πιο Millerική ταινία του Nolan. Αν το Batman Begins στηρίχτηκε στο Year One του Frank Miller, το Rises φαίνεται να αντλεί από τα The Dark Knight Returns και The Dark Knight Strikes Back.

Ο Bruce Wayne παρουσιάζεται στην αρχή της ταινίας κουρασμένος, αποτραβηγμένος, ψυχικά και σωματικά σακατεμένος, ακριβώς όπως και στο The Dark Knight Returns και χρειάζεται να βουτήξει προς τα μέσα, να σκάψει βαθιά στον εαυτό του, για να βρει την πηγή απ’ όπου θα αντλήσει την δύναμη για να επιστρέψει σαν Νυχτερίδα –το πηγάδι, στο οποίο τον πετάει ο Nolan για να σκαρφαλώσει αποτελεί εύγλωττη οπτικοποίηση αυτής ακριβώς της διαδικασίας.

Και οι ομοιότητες δεν σταματούν εδώ – σημειώνω πρόχειρα: Ο Batman στην αρχή και του βιβλίου και της ταινίας θεωρείται από τα επίσημα όργανα της πολιτείας κακοποιός και απειλή· o Wayne φοράει την μάσκα της Νυχτερίδας, αλλά δεν έχει καμιά ιδιαίτερη πρεμούρα να διατηρήσει την μυστικότητα της ταυτότητάς του –το αντίθετο: την ανακαλύπτουν τόσοι πολλοί, που απορεί κανείς στο τέλος πώς διαφεύγει του Gordon· ο Nolan δανείζεται την σχέση που δημιούργησε ο Miller ανάμεσα στην δική μας πραγματικότητα, και σε εκείνη του Gotham City· στο Strikes Back ο Σκοτεινός Ιππότης δημιουργεί και ηγείται ενός μικρού στρατού που πολεμάει τους κακούς –όπως και στην ταινία. Και οι ομοιότητες συνεχίζονται.

Αν ο Batman βγαίνει από τις σελίδες του Frank Miller, ο κακός της ταινίας φαίνεται να βγαίνει από τις σελίδες ενός άλλου θρυλικού Graphic Novel, του V For Vendetta των Alan Moore και  David Lloyd. Στόχος του μασκοφόρου τρομοκράτη V είναι να γκρεμίσει το φασιστικό καθεστώς μιας μελλοντικής, Αγγλίας και να εγκαθιδρύσει ένα αναρχικό πολίτευμα.

O Nolan δεν μας μεταφέρει στο μέλλον, αλλά στο σκληρό παρόν. Η Gotham, όπως οι ΗΠΑ, η Ελλάδα και ο κόσμος ολόκληρος, υποφέρει από την Κρίση. Ενώ οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι παίζοντας τα συνήθη παιχνίδια εξουσίας τους, οι φτωχοί αφανίζονται και οι μεσαία τάξη εξαθλιώνεται και είναι οργισμένη. Στην ατμόσφαιρα πλανάται όχι μόνο το αίτημα για αλλαγή, αλλά η απειλή της εξέγερσης. Το κήρυγμα λοιπόν του Bane για βίαιη ανατροπή, εκδίκηση των πλουσίων και αναρχία βρίσκει ευήκοα ώτα – και απλοί πολίτες σπεύδουν να τον βοηθήσουν. Αλλά ενώ το βιβλίο του Moore εστιάζει κυρίως στους λόγους που οδήγησαν τον ήρωά του να ασπαστεί τον αναρχισμό και παρουσιάζει μια εξιδανικευμένη εκδοχή της εξέγερσης, ο Nolan προτιμά να αντλήσει από την ιστορική εμπειρία –τα δικαστήρια που στήνει το καθεστώς του Bane για τους πλούσιους και τους αντιφρονούντες θυμίζουν έντονα τα αντίστοιχα της περιόδου της Τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης. Το αδιέξοδο που δημιουργεί ο Bane είναι τέτοιο, ώστε η Catwoman, η οποία αρχικά ήταν οπαδός των ανατρεπτικών ιδεών, στο τέλος ενώνει τις δυνάμεις της με εκείνες του Batman για να νικηθεί ο Bane.

Με το TDKR ολοκληρώνεται η τριλογία του Nolan για τον Batman – άλλωστε διαφημίστηκε ευρέως ως «το επικό τέλος της τριλογίας». Δεν χρειάζεται να είναι κανείς μάγος για να προβλέψει ότι νυχτεριδοταινίες θα συνεχίσουν να γυρίζονται, το ζήτημα είναι προς ποια κατεύθυνση. Η εμπειρία  έχει δείξει ότι όσο πιο σκοτεινή και ενήλικη είναι η ματιά στον Batman, τόσο μεγαλύτερη επιτυχία έχει – οι ταινίες του Schumacher είναι οι ιλουστρασιόν αποτυχίες (αποτυχίες από κάθε άποψη) του franchise.

Οι παραγωγοί έχουν δυο δρόμους μπροστά τους: Είτε θα ξεκινήσουν την ιστορία από την αρχή, όπως έγινε φέτος με τον Spiderman, είτε θα συνεχίσουν από εκεί –ή περίπου εκεί– που τελειώνει το TDKR.

Η καθεμιά από τις επιλογές έχει τις δυσκολίες της:

Αν επιλέξουν το reboot θα πρέπει να ξαναφτιάξουν τον ήρωα από την αρχή –κάτι που δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε αυτονόητο και πάντως είναι βαρετό κι αχρείαστο για μια μερίδα των θεατών. Αν το συνεχίσουν, κάτι που φαίνεται πιο πιθανό, έχουν κάποιες ευκολίες, καθώς ο Nolan άφησε αρκετά αναπάντητα ερωτήματα (πχ τι απέγινε ο Joker και ο Dent;), αλλά και πολλά ζόρια. Κυριότερο, κατά την γνώμη μου, είναι πως στο τέλος της ταινίας ο Batman δεν είναι πλέον μόνος, έχει σχέση με την Selina και ο Blake (ο μελλοντικός Robin) ανακάλυψε το Σπήλαιο της Νυχτερίδας…

Τριλογία: Το Σπαθί των Πάγων

Παραμονή Χριστουγέννων στο Μίκυ Σίτι. Ο Μίκυ και ο Γκούφυ ετοιμάζονται να υποδεχτούν τους φίλους τους, όταν ένας θόρυβος ακούγεται από την αυλή. Αλαφιασμένοι πετάγονται έξω να δουν τι συμβαίνει κι αντικρίζουν έναν κοντοπίθαρο μυταρά με μακριές ξανθές κοτσίδες και μουστάκια να κείτεται δίπλα σε μια ασημένια λεκάνη. Ο ξένος ψελλίζει κάτι ακατάληπτα λόγια για την Ουλουλάνδη, την πατρίδα του, που βρίσκεται σε άλλη διάσταση και για τον δυνάστη τους, τον Πρίγκιπα της Ομίχλης. Ο ίδιος διέσχισε πολλές διαστάσεις με αυτή την λεκάνη, που στην πραγματικότητα είναι ένας διαστημικός μεταφορέας, αναζητώντας τον Αλφ, τον μυθικό ήρωα που είχε κατανικήσει τον Σκοτεινό Πρίγκιπα αιώνες πριν. Κι ενώ ο Μίκυ και ο Γκούφυ προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει, από ένα λάθος μεταφέρονται μαζί με τον Μποζ –έτσι λέγεται ο Ούλος μας– στην χιονισμένη Ουλουλάνδη. Εκεί αποφασίζουν να βοηθήσουν τους κατοίκους.

Ήρθε λοιπόν η ώρα, φίλοι μου, να βγω για τα καλά από την ντουλάπα και δημόσια να ομολογήσω ότι, ναι, μου αρέσουν τα κόμιξ, τα Μικυμάους, κι ότι ακόμα συνεχίζω να τα διαβάζω.

Μόνο που το Σπαθί των Πάγων δεν είναι ένα οποιοδήποτε Μικυμάους. Γραμμένη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η Τριλογία του Massimo De Vita είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά εικονογραφημένα ντισνεϊκά αφηγήματα. Ο De Vita έχει βάλει στο μπλέντερ του ισχυρές δόσεις Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, πριν ο P. Jackson τον μεταφέρει στο σινεμά, Star Wars, θρύλους παλιούς και σύγχρονους, όπως του Κόναν ή του Βασιλιά Αρθούρου, και έχει φτιάξει ένα μυθικό κόσμο που στη συνέχεια πολλοί ντισνεϊκοί συγγραφείς και σχεδιαστές προσπάθησαν να μιμηθούν ή να αναπαράγουν, αλλά χωρίς κανένας να αγγίξει την τελειότητα του Σπαθιού. Ίσως γιατί κανένας δεν ακολούθησε τόσο ευλαβικά τον βασικότερο ίσως κανόνα της παρωδίας: Ο De Vita δεν γελοιοποιεί τα μοτίβα του φανταστικού, αλλά τα χρησιμοποιεί. Στόχος του δεν είναι να κοροϊδέψει το πρωτότυπο, αλλά να φτιάξει την δική του εκδοχή, η οποία είναι σαφώς λιγότερο σκοτεινή και περίπλοκη, αλλά εξίσου συναρπαστική με το πρωτότυπο. Σε αυτό συμβάλλει και το σκίτσο του. Πλαστικό και εύκαμπτο, ακροβατεί πετυχημένα ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το παραμυθένιο.

Κεντρικό πρόσωπο της Τριλογίας δεν είναι ο Μίκυ, αλλά ο Γκούφυ. Η αφέλειά του και η τάση να παίρνει πολύ στα σοβαρά πράγματα που σε μας φαίνονται ασήμαντα ή και γελοία, είναι ακριβώς τα χαρακτηριστικά που σώζουν την κατάσταση. Έτσι, ο σοβαρός και ρεαλιστής ποντικός αρκείται στον ρόλο του δευτεραγωνιστή. Ο Massimo De Vita όμως μας συστήνει και μια σειρά από νέους συναρπαστικούς χαρακτήρες. Ήδη αναφερθήκαμε στον Μποζ, μια μείξη Αστερίξ και Φρόντο. Ο ψιλόλιγνος Γιορ με την μακριά, λευκή γενειάδα του, παραπέμπει εμφανισιακά στον Πανοραμίξ και είναι ο χαρακτηριστικός τύπος του μεσαιωνικού πανεπιστήμονα-μάγου. Ο Πρίγκιπας της Ομίχλης είναι μια ευθεία αναφορά στο Star Wars και τον Darth Vader.

Το Σπαθί των Πάγων κυκλοφόρησε σε αυτοτελές τόμο δυο φορές στα ελληνικά, το 1990 και το 2009. Διαβάζω όμως ότι, όπως κάθε επιτυχημένη τριλογία που σέβεται τον εαυτό της, το Σπαθί απέκτησε και τέταρτο μέρος, το οποίο αγνοώ αν δημοσιεύτηκε σε κάποιο από τα περιοδικά που κυκλοφορούν. Ελπίζω όμως κι εύχομαι οι εκδόσεις Ακτίνα σύντομα να προχωρήσουν σε μια πλήρη έκδοση, αντάξια του έπους. Κάτι μου λέει ότι δεν είμαι ο μόνος που θα γουστάρει τρελά…

Christos N. Gage – Chris Samnee: Area 10

Το 1993 ήταν μια σημαντική χρονιά στην ιστορία του κόμιξ:

Η DC ανέθεσε στην Karen Berger να δημιουργήσει την Vertigo, που θα ασχολούνταν αποκλειστικά με την έκδοση κόμιξ που θα απευθύνονται σε ενηλίκους. Είχε προηγηθεί η μεγάλη επιτυχία του Sandman: Η Berger είχε ανακαλύψει έναν νεαρό Βρετανό συγγραφέα, τον Neil Gaiman, και του είχε αναθέσει, μεταξύ άλλων, να ανανεώσει τον παλιό ήρωα της DC. Η επιτυχία του νέου Sandman ήταν τόσο μεγάλη, που επέτρεψε την δημιουργία της Vertigo -η ίδια η Berger αφηγείται την ιστορία στην εισαγωγή του πρώτου τόμου του θρυλικού graphic novel.

Στα χρόνια που κύλησαν, η Vertigo συμπεριέλαβε στους καταλόγους της τίτλους που σήμερα είναι θρυλικοί: Fables, 100 Bullets, American Virgin, V for Vendetta κτλ. Και δεν έπαψε να πειραματίζεται.

Στα πλαίσια του πειραματισμού εντάσσεται και η σειρά Vertigo Crime: Αυτοτελείς ιστορίες νουάρ σε βιβλία μικρού σχήματος και σκληρό εξώφυλλο, ασπρόμαυρο σχέδιο και χαρτί που θυμίζει τα παλιά pulp βιβλία γραμμένα από σημαντικούς συγγραφείς -ο Ian Rankin, ο δημιουργός του επιθεωρητή Rebus έχει γράψει το Dark Entries.

Το Area 10 γράφτηκε από τον Χρήστο Γκατζογιάννη (Christos N. Gage), γιο του δημοσιογράφου Νίκου Γκατζογιάννη (N. Gage) και το σχέδιο είναι του Chris Samnee και δικαίως θεωρείται το πιο επιτυχημένο βιβλίο της σειράς:

Ο νεοϋορκέζος ντετέκτιβ Adam Kamen προσπαθεί να σταματήσει έναν κατά συρροή δολοφόνο, γνωστό με το όνομα «Ερρίκος ο Όγδοος», ο οποίος αποκεφαλίζει τα θύματά του. Όμως του συμβαίνει ένα ατύχημα: Ενώ προσπαθεί να αποτρέψει έναν ψυχοπαθή να δολοφονήσει το μωρό του, εκείνος του καρφώνει ένα κατσαβίδι στο μέτωπο. Ο Adam ως εκ θαύματος επιβιώνει, αλλά όταν θα βγει από το νοσοκομείο η οπτική του θα έχει αλλάξει κατά πολύ.

Ο Gage έκανε εξαιρετική δουλειά: Χρησιμοποιεί τις γνωστές φόρμουλες του νουάρ (πχ ο μοναχικός εμμονικός άνδρας) με όλα όσα ζητάμε από ένα κόμιξ (πχ επιστημονική φαντασία) και φτιάχνει μια σκοτεινή ιστορία με βία και δράση, ανατροπές κι ένα εντελώς απροσδόκητο φινάλε. Μας παρουσιάζει δε έναν από τους πιο συναρπαστικούς κακούς των τελευταίων χρόνων. Κι ακόμα, οι χαρακτήρες των ηρώων του είναι καλοδουλεμένοι, η ατμόσφαιρα ζοφερή και το στόρι είναι πειστικό.

Τα σχέδια του Samnee είναι σπουδαία. Παίζουν με το φως και τις σκιές, τον ρεαλισμό και τον εξπρεσιονισμό και δημιουργούν σασπένς και ένταση.

Το Area 10 είναι ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα. Θυμηθείτε το, όταν θα ψάχνετε βιβλία για το καλοκαίρι.

05.04.10 (Δευτέρα του Πάσχα)

Χτες το ξανάπιασα και σήμερα πέρασα σχεδόν όλη τη μέρα διαβάζοντάς το: Batman: The Lond Halloween. Το επικό κυνηγητό ενός serial-killer, η τραγική ιστορία του Harvey Dent, η ωρίμανση του Σκοτεινού Ιππότη, σε μια ιστορία των Loeb-Sale που ξεπερνά τις 350 σελίδες. Με πλήθος κινηματογραφικών και noir αναφορών -κυρίως στη saga των Godfather– το Μεγάλο Halloween δεν παύει να είναι μια ιστορία του Batman και μάλιστα μιας πλευράς του που πολύ αγαπούν οι θαυμαστές των ιστοριών του.

Μεγάλο Halloween, μεγάλο και το διάστημα μέχρι το καλοκαίρι: Τρεις γεμάτοι μήνες δουλειάς μπροστά μας. Ξεμπερδέψαμε γρήγορα φέτος με τα Χριστούγεννα, τις Απόκριες και τώρα, αρχές του Απρίλη, έφυγε και το Πάσχα.

Τα σκεφτόμουνα αυτά χτες καθώς έβλεπα τον οβελία να στριφογυρίζει πάνω από τα κάρβουνα. Έβαζα κάτω τα όσα πρέπει να τελειώσω μέχρι τα τέλη του Ιουλίου, οπότε και θα μπορέσω να πάρω μια βαθιά ανάσα. Χωρίς λύπη, χωρίς μελαγχολία, χωρίς άγχος. Με συναίσθηση. Την ψυχρή συναίσθηση του χειρουργού που αγγίζει το νυστέρι πάνω στη σάρκα του ναρκωμένου ασθενή. Ίσως γι’ αυτό μετά τον μεσημεριανό ύπνο έπιασα κατέβασα από το ράφι ένα βιβλίο του Batman κι όχι κάτι άλλο: Ένα τέτοιο graphic novel συνδυάζει ιδανικά ενήλικες ανησυχίες με ένα είδος παιδικότητας.

… … …

Είχα υποσχεθεί σε φίλους να τους τηλεφωνήσω σήμερα. Έπιασα το τηλέφωνο μόνο μια φορά, όταν χτύπησε. Ο Νίκος μου είπε ότι το Μ. Σάββατο έκανε μια βόλτα στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας. Και να θες να αγοράσεις, τίποτα καινούργιο της προκοπής δεν έχει κυκλοφορήσει. Εκδοτική φτώχεια. Του ξαναείπα για το Amazon -εγώ τουλάχιστον το χρησιμοποιώ συστηματικά και είμαι ευχαριστημένος. Κι έπειτα, μπορώ να του φέρω κάποια πράγματα κι από το Παρίσι στα τέλη του Μαΐου, αν μπορεί να περιμένει τόσο. Και, ναι, η μουσική που τραγουδάει ο Γενίτσαρης το Χαϊδάρι, ένα κλασικό νιχαβέντ, θα μπορούσε να είναι η αρχική μουσική του τραγουδιού.

Ελπίζω να έχω το κέφι αύριο να τηλεφωνήσω στους άλλους φίλους…

… … …

Δευτέρα του Πάσχα που δεν γιορτάζουν οι Γιώργηδες. Κι αυτό από τα ασυνήθιστα.

… … …

Χτες ιδανική λιακάδα – Λαμπρή κυριολεκτικά. Σήμερα γκρίζα συννεφιά πάνω από τα καταπράσινα λιβάδια. Ελάχιστος ήλιος. Καλό αυτό: Ηρέμησαν κάπως οι αλλεργίες που με είχαν ταράξει χτες και προχτές. Βγήκα έξω για πέντε ή δέκα λεπτά. Θα ήθελα να έβγαινα περισσότερο. Για έναν περίπατο ίσως. Μια μακρά βόλτα στους αγροτικούς δρόμους της περιοχής που τόσο μου αρέσουν. Τελικά έμεινα μέσα. Ξάπλα στο κρεβάτι με το Long Halloween.

… … …

Αύριο εγερτήριο την συνηθισμένη μέρα.

Δουλειά.

Το soundtrack της ημέρας: Standard με τον Louis.

Ξέρω ότι πλέον κανέναν δεν εκπλήσσω…

Batman: Lovers and Madmen

Μεταφράζω από την εισαγωγή του Brad Meltzer:

Φανταστείτε την σκηνή: Η DC Comics σας αναθέτει να γράψετε την πρώτη σας ιστορία με τον Batman. Με ποιον θα τον βάλετε να πολεμάει;

Ακριβώς.

Τον Joker.

Αλλά είναι δύσκολο να γράψεις για τον Τζόκερ.

Όχι γιατί είναι δύσκολος χαρακτήρας να τον κατανοήσεις. Είναι πολύ εύκολος. Είναι ανισόρροπος. Και για 60 χρόνια συγγραφείς και σχεδιαστές έχουν γράψει βιβλία και βιβλία με κυριολεκτικά χιλιάδες παραδείγματα της τρέλας του.

Όντως κάπως έτσι έχουν τα πράγματα και κάπως έτσι θα το σκέφτηκε και ο M. Green, ο σεναριογράφος του τηλεοπτικού Heroes, όταν του ζητήθηκε να γράψει μια ιστορία για τον Μπάτμαν. Ήταν φυσιολογικό λοιπόν κακός στην ιστορία του να είναι ο Joker. Αλλά ο Green δεν ήθελε να γράψει μια ακόμα ιστορία που να εμφανίζεται ο παρανοϊκός παλιάτσος. Ήθελε να γράψει την ιστορία. Να αφηγηθεί την γένεση του πιο τρομακτικού κακού του κομιξικού σύμπαντος.

Χαράς στο κουράγιο του!

Γιατί δεν έφτανε που είναι πρωτάρης, δεν έφτανε το ύποπτο τηλεοπτικό του παρελθόν, αποφάσισε μια ιστορία που θα ερχόταν αντιμέτωπη και θα αναμετριόταν ευθέως με την θρυλική Batman: The Killing Joke των Alan Moore και Brian Bolland, που επίσης εξιστορεί πώς ξεκίνησε ο Joker την εγκληματική του καριέρα.

Όμως ο στόχος του Green ήταν ξεκάθαρος. Είχε εντελώς διαφορετική αντίληψη για το υλικό του και ήθελε να μας δώσει μια άλλη αρχή για τον Joker: Ενώ η ιστορία του Moore παρουσιάζει τον Joker σαν φιλήσυχο νέο που ένεκα των περιστάσεων μιας άτυχης μέρας πήρε τον κακό δρόμο, ο Green ξεκινάει με δεδομένο ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ψυχοπαθή εγκληματία.

Δεν έχει φυσικά νόημα να συγκρίνουμε εδώ τις δυο ιστορίες. Το δηλώνω προκαταβολικά: Είναι και οι δυο εξαιρετικές. Κι ακόμα περισσότερο: Χωράνε και οι δυο στην βιβλιοθήκη σας, αφού στέκονται από μόνες τους, η καθεμιά ξεχωριστά. Βέβαια, το ποια από τις δυο θα γίνει η δική σας πιο αγαπημένη, αυτό είναι άλλο θέμα.

Η ιστορία τοποθετείται στο τέλος του πρώτου έτους της δράσης του Batman. Η Gotham έχει απαλλαγεί πια από το έγκλημα. Οι επιστημονικές μέθοδοι που ακολούθησε ο Batman έχουν δικαιωθεί και για πρώτη φορά τον βλέπουμε να χαμογελάει πίσω από την μάσκα. Αλλά δεν χαμογελούν όλοι: Ο Jack (αναφορά στον J. Nicholson, που πρωτόπαιξε τον ρόλο στην ταινία του Burton;) ήρθε πρόσφατα στην Γκόθαμ και βαριέται που ζει. Κυριολεκτικά. Έτσι μετά από μια επιτυχημένη απόπειρα ληστείας, στέκεται μπρος στον φρουρό και περιμένει να τον σκοτώσει. Τότε εμφανίζεται ο Σκοτεινός Ιππότης για να τον σώσει και ο Τζακ ξεκαρδίζεται στα γέλια. Μα δεν είναι εντελώς γελοίο το θέαμα ενός κρεμανταλά που κυκλοφορεί ντυμένος νυχτερίδα; Αυτή η αίσθηση του γελοίου γεμίζει την ζωή του Jack, καθώς αποφασίζει να παίξει και να διασκεδάσει με τον Νυχτερίδα. Σταματώ εδώ –δεν έχει νόημα να συνεχίσω να αποκαλύπτω τη υπόθεση. Προσθέτω μόνο ότι στο τέλος τίποτα δεν θα είναι όπως πριν: Ο Jack θα γίνει o Joker, ο σούπερ-κακός δηλαδή, η Γκόθαμ θα μεταβληθεί σε θέατρο βίας και τρόμου και ο αναγνώστης θα αναρωτιέται για την πνευματική ισορροπία και την διαύγεια του ίδιου του Batman, ή για να είμαστε πιο ακριβείς του Bruce Wayne.

Το Lovers and Madmen ακολουθεί τους ρυθμούς της Γκόθαμ: Ήρεμη στην αρχή, γαλήνια και ειρηνική, καταλήγει σε έναν παροξυσμό βίας και αίματος. Πραγματικά είναι από τις πιο άγριες, τις πιο αιματοβαμμένες ιστορίες του Σκοτεινού Ιππότη. Το σχέδιο του D. Cowan, σκληρό και γραμμικό, ξενίζει στην αρχή, αλλά καθώς η ιστορία βυθίζεται στην παράνοια του Joker, αρχίζει να ταιριάζει και στο τέλος το ερωτεύεσαι.

Batman: City of Crime

Νόμιζα ότι είχα ξεμπερδέψει με τον Batman.

Επί χρόνια διάβαζα τις περιπέτειές του -κάποιες εξαιρετικές, άλλες σπουδαίες, μερικές αδιάφορες, πολλές ασήμαντες- και πίστευα ότι δεν υπήρχε περιθώριο για κάτι συναρπαστικά καινούργιο. Εξάλλου τα κομιξικά μου ενδιαφέροντα είχαν μετατοπιστεί μακριά από τους υπερήρωες και σε πιο σκοτεινά μονοπάτια.

Κι έπειτα έπεσε στα χέρια μου ετούτο το βιβλίο.

cityofcrime

Το αγόρασα μετά από πολλούς δισταγμούς κι ανόρεχτα. Τι παραπάνω να μου πει αυτός ο Batman, που δεν μου το έχουν ήδη πει εκείνοι του Miller, του Loeb, του Morrison ή του Wagner; Τέλος πάντων, για χάρη μιας παλιάς φιλίας, για στιγμές μεγάλης βαρεμάρας, το στρίμωξα κι αυτό μαζί με τα άλλα Graphic Novel στα χέρια μου και πήγα στο ταμείο.

Λοιπόν, παίδες, το City of Crime αποδείχτηκε μια από τις καλλίτερες νυχτεριδοϊστορίες που έχω διαβάσει.

Σε ένα πάρτι ένα μικρό νυμφίδιο πλησιάζει τον Bruce Wayne. Εκείνος δεν ασχολείται μαζί της, δεν την ακούει όταν του μιλάει, την αποφεύγει. Κι όταν λίγο αργότερα βρίσκεται δολοφονημένη προσπαθεί να εξιχνιάσει τον φόνο σε μια ύστατη προσπάθεια εξιλέωσης.Όμως τα πτώματα των έφηβων κοριτσιών πληθαίνουν και στο παρασκήνιο εξυφαίνεται μια μεγάλη συνωμοσία.

Scan10001

Η ιστορία του βραβευμένου D. Lapham είναι ιδιαίτερα περίπλοκη -πολλοί αναγνώστες μπορεί να το θεωρούν αρνητικό στοιχείο, αλλά εμένα κάθε άλλο παρά με χάλασε. Το φινάλε μου φάνηκε κάπως βεβιασμένο και σίγουρα όχι αντάξιο της ιστορίας, αλλά το πολύ μικρό αυτό το κακό.

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα αυτής της ισοτρίας είναι ότι βάζει τον Σκοτεινό Ιππότη που όλοι ξέρουμε να περπατήσει σε μερικά σοκάκια που δεν τον είχαμε δει ποτέ πριν:

Ο Batman σε τούτη την ιστορία δεν ασχολείται μόνο με τους υπερ-κακούς και η δραστηριότητά του δεν εξαντλείται στην εξιχνίαση του μυστηρίου. Στο City of Crime o Batman περπατάει στους δρόμους της Gotham, συναναστρέφεται με τους κατοίκους της, αφουγκράζεται την καθημερινότητα και τα προβλήματά τους.

Βλέπουμε έτσι ότι το πρόβλημα της πόλης δεν είναι οι ψυχοπαθείς κακοί. Όλοι οι κάτοικοί της είναι εθισμένοι στη βία και το έγκλημα: Οικογενειακή βία, κακοποιημένα παιδιά, ναρκωτικά -η καθημερινότητα μιας Πόλης του Εγκλήματος / Πόλης Εγκληματιών περιγράφεται με δεξιοτεχνία από τον Lapham. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου, ρεαλιστική απεικόνιση της σκοτεινής μεγαλούπολης και η ενασχόληση του Batman με το καθημερινό, το χαμηλό έγκλημα.

Ουσιαστικά το City of Crime σηματιδοτεί την δημιουργία ενός νέου μύθου, ενός καινούργιου πεδίου δράσης του Σκοτεινού Ιππότη.

Scan10002

Εξαιρετική είναι η δουλειά των καλλιτεχνών που ασχολήθηκαν με το εικαστικό κομμάτι. Λεπτομερές σκίτσο, σκοτεινά χρώματα, εικόνες που ξεφεύγουν από το καρέ και αποτυπώνονται στο μυαλό σου.

Με δυο λόγια:

Όσοι είσαστε φαν των εικονογραφημένων περιπετειών του Batman σπεύστε να το προμυθευτείτε. Άριστη καλοκαιρινή παρέα.

Προσοχή όμως: Το βιβλίο αυτό είναι εντελώς ακατάλληλο για παιδιά. Οπότε μην το πάρετε για το μικρό σας ανιψάκι που λατρεύει τα κόμιξ κι έχει προχωρήσει αρκετά στα αγγλικά του…

Road to Perdition

ΗΠΑ 1930: Ποτοαπαγόρευση, οικονομική κρίση. Στο Σικάγο κάνει κουμάντο ο Αλ Καπόνε, στο Rock Island του Illinois ο διαβόητος John Looney. Ο Michael O’Sullivan, παρασημοφορημένος στρατιώτης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και υποδειγματικός οικογενειάρχης προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Λούνεϊ. Είναι ο «άγγελος του θανάτου» του ιρλανδού αρχιμαφιόζου. Όταν ο μικρός γιος του Ο’Sullivan γίνεται μάρτυρας μιας μαφιόζικης εκτέλεσης, ο Λούνεϊ αποφασίζει να εξοντώσει τον «Άγγελό» του και την οικογένειά του. Όμως ο Ο’ Σάλιβαν ξεφεύγει από την παγίδα που του έστησε το αφεντικό του και μαζί με τον γιο του παίρνει τον μακρύ δρόμο για το χωριό Perdition (Απώλεια), όπου θα βρει ασφαλές καταφύγιο. Ένας δρόμος αιματηρής εκδίκησης, γνωριμίας πατέρα-γιου και ενηλικίωσης, που καταλήγει να είναι ο δρόμος της σωτηρίας.

Αυτή είναι με δυο λόγια η ιστορία που έγραψε ο Max Allan Collins και σχεδίασε ο Richard Piers Rayner. Το βιβλίο λειτουργεί σε πολλά επίπεδα, ενώ καταφέρνει να πρωτότυπο bildungroman graphic novel, χωρίς μελοδραματισμούς και ηθικολογίες, όπου η οπερετική βία παίρνει μεταφυσικές -οντολογικές- διαστάσεις.

Ο συγγραφέας, ο Μ. Α. Κόλινς, δεν είναι τυχαίος: Επί 16 χρόνια έγραφε τις ιστορίες του Ντικ Τρέισι, κέρδισε 2 φορές το βραβείο Shamus των Αμερικανών συγγραφέων αστυνομικών μυθιστορημάτων και έχει μια αξιοσημείωτη πορεία σαν σεναριογράφος/σκηνοθέτης ανεξάρτητων ταινιών. Λεπτομέρεια: Ειδικεύεται στη συγγραφή αστυνομικών μυθιστορημάτων που στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα. Και αυτή του την ειδικότητα την χρησιμοποίησε κι εδώ αναπαριστώντας πιστά τις αρχές της δεκαετίας του ’30 και τον κόσμο των γκάνγκστερ, βάζοντας πραγματικά πρόσωπα της εποχής, όπως τον Νίτι, τον Έλιοτ Νεςς ή τον Αλ Καπόνε, να παίζουν ενεργό ρόλο στην εξέλιξη της μοίρας του Ο’Σάλιβαν και του γιου του. Άλλωστε και ο Λούνεϊ ήταν πραγματικά ο ηγέτης της Μαφίας του Ιλινόις. Εκτός από την πρόσφατη ιστορία της χώρας του, ο Κόλινς επηρεάστηκε κι από τα manga και κυρίως από το Lone Wolf and Cub του K. Koike.

Σημαντική είναι η δουλειά και του εικονογράφου, του Ρ. Π. Ράινερ, ο οποίος με τα ασπρόμαυρα σχέδιά του, εικονογραφεί την ιστορία με γρήγορα καρέ. Κι ο Ράινερ μένει πιστός στην εποχή, όχι τόσο στην τεχνική του, όσο στην πιστότητα, γι’ αυτό χρησιμοποίησε φωτογραφικό υλικό τόσο στην απόδοση των τοπίων όσο και των προσώπων.

Το 2002 το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο (ελλ. τίτλος: Ο Δρόμος της Απώλειας). Ήταν η πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε ο Sam Mendes μετά τον θρίαμβο του American Beauty και πρωταγωνιστούσε ο T. Hanks, o P. Newman και ο J. Law, ενώ ανάμεσα στους συμπρωταγωνιστές διακρίνουμε την Jennifer Jason Lee και τον D. Craig. Μεγάλα ονόματα και πλούσια παραγωγή. Δεν μου άρεσε η ταινία. Και όχι γιατί, ενώ ακολουθεί σε γενικές γραμμές την υπόθεση του βιβλίου, αλλάζει την κεντρική ιδέα: Στο βιβλίο έχουμε την σύγκρουση δύο πατεράδων, ενώ στην ταινία ο Ο’Σάλιβαν γίνεται θετός γιος του Λούνεϊ κι έχουμε σύγκρουση πατέρα γιων. Οι δημιουργοί της ταινίας στην προσπάθειά τους να την κάνουν πιο πολιτικώς ορθή («Μια ταινία του Τομ Χανκς»), προσθέτουν έναν κλισαρισμένο ψυχολογίστικο μελοδραματισμό. Οι εικόνες που δημιουργεί ο Μέντες είναι όμορφες, οι κριτικοί την επαινέσανε, μάζεψε και κάτι υποψηφιότητες για Όσκαρ, αλλά νομίζω ότι γενικά δεν άρεσε…