Category Archives: Jazz

Για τον Leonard Cohen

Ο θάνατος του Leonard Cohen συνέπεσε με τον θρίαμβο του Donald Trump και η βεβαιότητα ότι μια εποχή τελείωσε και μια άλλη, που δεν ενθουσιάζει αλλά μάλλον φοβίζει, ξεκίνησε, έγινε ακόμα πιο έντονη. Άλλωστε ο Καναδός τραγουδοποιός έμοιαζε πάντα με άνθρωπο αλλοτινών καιρών και τρόπων: Ντυμένος μονίμως με άψογες κοστουμιές και υπέροχα καπέλα, ποτέ με τζιν, το ρούχο του 20ου αιώνα, ρουφώντας αργά κόκκινο κρασί κι όχι χάπια ή σκόνες, όπως απαιτούν οι μόδες, και με ευγένεια ασυνήθιστη και απροσδόκητη για άνθρωπο της φήμης του, προσωποποιούσε μια δυνατότητα του δυτικού ανθρώπου, την οποία μάλλον ποτέ δεν κατάφερε να προσεγγίσει. Το πένθος λοιπόν για τον θάνατό του αφορά περισσότερο εμάς και το παρόν μας και λιγότερο εκείνον. Τον ίδιο μόνο να τον μακαρίζει κανείς μπορεί· υπήρξε ως το τέλος Ευλογημένος: Πέθανε διαυγέστατος και πλήρης ημερών, έχοντας ολοκληρώσει ένα σπουδαίο έργο, που δεν περιορίζεται στην τραγουδοποιία, αλλά εκτείνεται στην πεζογραφία, την ποίηση και τα εικαστικά, περιτριγυρισμένος από τα παιδιά, τους φίλους και την αγάπη εκατομμυρίων ανθρώπων ανά τον κόσμο. Leonard, έζησες μια ωραία ζωή κι αξιώθηκες έναν εξίσου ωραίο θάνατο –τι άλλο μπορεί κανείς να ελπίζει και να εύχεται για τον εαυτό του και τους αγαπημένους του;

Leonard Cohen at the Arena in Geneva, 27 October 2008

Leonard Cohen at the Arena in Geneva, 27 October 2008

Για τους θαυμαστές του, η αγγελία του θανάτου του αποδείχτηκε αφορμή να βυθιστούμε για μια ακόμα φορά στις μουσικές και τα λόγια του. Από τα πρώτα του 1967, που τραγουδάει χαμηλόφωνα (δειλά;) συνοδευόμενος με μια κιθάρα, στην σταθερή, σίγουρη φωνή που ξεπηδάει μέσα από τα συνθεσάιζερ της εποχής του Ρήγκαν και, τέλος, στην υπόγεια βραχνάδα του Popular Problems και του You Wanted Darker. Δεκατέσσερις σπουδαίοι δίσκοι αποτελούν το κυρίως σώμα της δουλειάς του δουλεμένοι μέσα σε 60 χρόνια και περιέχουν τραγούδια-ιδανικούς συντρόφους για μοναχικές ώρες και δύσκολες στιγμές. Τραγούδια που γλύφουν μέσα πληγές και δεν τις ξύνουν, που μπορούν να στοχαστούν ξεπερνώντας την συγκυρία, αλλά και να σαρκάσουν, να καταγγείλουν, να οργιστούν.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι και πολλοί λόγοι για να ακούσει κανείς τα τραγούδια του Cohen. Μπορεί να συγκινηθεί από την μελαγχολική αισθαντικότητα με την οποία αντιμετωπίζει τα μεγάλα και τα μικρά του κόσμου, την αγάπη και τον θάνατο ή τον καπιταλισμό και το κρασί. Μπορεί να διδαχθεί από την σοφή και διεισδυτική ματιά του (το «There is a crack in everything / That’s how the light gets» in είναι από τα σημαντικότερα μαθήματα που έχω πάρει). Και βεβαίως μπορεί να ωφεληθεί και από τον τρόπο που αντιμετώπιζε την δουλειά και τη ζωή. Γιατί ποτέ δεν υπέταξε ούτε το ένα ούτε το άλλο στη δημοσιότητα και το κέρδος –οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται για το χρήμα και την φήμη δεν σπαταλούν πέντε χρόνια για να γράψουν ένα τραγούδι, ούτε βεβαίως έχουν ένα Hallelujah να επιδείξουν.

Εβραίος γεννημένος στο Κεμπέκ, κάτοικος της Νέας Υόρκης, της Ύδρας, του Λος Άντζελες και πολίτης του κόσμου, ο Cohen περιπλανήθηκε στα νεανικά κινήματα των μέσων του περασμένου αιώνα, πάλεψε με τον Χριστιανισμό, αναζήτησε την γαλήνη του Ζεν, παρέμεινε όμως πάντα ο Εβραίος προφήτης και ποιητής. Πέτυχε οι επιρροές του να τον βαθύνουν και να τον επεκτείνουν, όχι να τον αλλοιώσουν. Αυτή ακριβώς η σχέση του με την κληρονομιά του μπορεί να διδάξει πολλά εμάς τους Έλληνες. Όσο πιο συνειδητά έπαιρνε την θέση του μέσα στην μεγάλη Εβραϊκή παράδοση, τόσο πιο σημαντικά έργα μας παρέδιδε. Έτσι μας δίδαξε κι αυτός ότι η οικουμενικότητα ξεπηδάει μέσα από το συγκεκριμένο, όχι το αφηρημένο και το άρριζο.

Διαβάζω ότι ζήτησε να ταφεί με τον παραδοσιακό εβραϊκό τρόπο ανάμεσα στους γονείς και τους παππούδες του. Χοῦς εἰς χοῦν –ο Leonard επέστρεψε στην αρχέγονη μήτρα. Έκλεισε έναν τέλειο κύκλο, έγινε κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα. Υπάρχει μια μελαγχολική ομορφιά σ’ αυτό, ίδια μ’ εκείνη που κουβαλούν τα τραγούδια του. Και κάτι το ανομολόγητα ανακουφιστικό, καθώς δίνει προοπτική στα πράγματα και τη ζωή.

______________________

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό Φρέαρ 

Advertisements

Νίκος Πλατύραχος – Γιώργος Νταλάρας: Τα άστεγα

Τα άστεγαΗ σχέση του ρεμπέτικου –και κατ’ επέκταση του λαϊκού τραγουδιού – με την ανατολίτικη μουσική,
δεν χρειάζεται ιδιαίτερα επιχειρήματα για να στοιχειωθετηθεί –τουλάχιστον για μας του Έλληνες. Αρκεί να θυμίσουμε τους μανέδες, που με τόσο καημό τραγουδούσαν ο Στελλάκης, ο Στράτος, η Ρόζα και οι άλλοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες στις προπολεμικές ηχογραφήσεις ή τις ασυγκέραστες κλίμακες, που χρησιμοποιούσαν θρυλικοί μουσικοί, όπως ο Γιοβάν Τσαούς. Εκείνο που ξεχνάμε όμως είναι η εξίσου στενή σχέση του ρεμπέτικου –και κατ’ επέκταση του λαϊκού – με την δυτική (την «Ευρωπαϊκή») μουσική. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε στα τάνγκο-ζεϊμπέκικο του Μπιθικώτση, τις μπλουζιές του Τσιτσάνη ή τα μάμπο του Χιώτη για να βρούμε συγγένειες. Ήδη το 1932 ο Γ. Μπάτης για τον περίφημο «Μπουφετζή» του αντλεί την μελωδική γραμμή από το How Dry I am, ένα αρχαίο τραγουδάκι από τον καιρό της ποτοαπαγόρευσης.

Αυτή τη μάλλον λησμονημένη σχέση υπενθυμίζει, αναδεικνύει και διερευνά ο Νίκος Πλατύραχος στον καινούργιο του δίσκο. Παράλληλα όμως, μας δείχνει ότι οι λαϊκοί ρυθμοί έχουν την δυναμική, το εύρος και την πλαστικότητα να μιλήσουν στο σήμερα για το σήμερα και να διαλεχθούν δημιουργικά με άλλες μουσικές κουλτούρες. Με άλλα λόγια, Τα άστεγα αποδεικνύουν ότι όσοι θεωρούν το ρεμπέτικο ως τελειωμένο είδος κατάλληλο για μουσειακές αναβιώσεις προς τέρψιν των νοσταλγών και μόρφωσιν των νεώτερων, είναι απλώς άνθρωποι χωρίς φαντασία ή χωρίς ταλέντο. Έχει μάλιστα ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ο συνθέτης δεν συνδέει το ρεμπέτικο με είδη που φαντάζουν σαν μακρινά ξαδέρφια του, όπως το blues ή η country, αλλά με το ragtime, τον ήχο της Νέας Ορλεάνης, την jazz. Λιτές κι ευφάνταστες ενορχηστρώσεις συνδέουν δημιουργικά το καμηλιέρικο και το απτάλικο, με το cakewalk και το stride – το βάρος του ρεμπέτικου με την ανεμελιά του ragtime.

Με την δουλειά του αυτή ο Πλατύραχος δίνει στέγη στο αίσθημα που ταλαιπωρήθηκε περισσότερο τα τελευταία 5-6 χρόνια, στη χαρά, την αισιοδοξία, την ελπίδα για ένα καλλίτερο αύριο, στην ομορφιά της ζωής εν τέλει. Πραγματικά, δεν πρέπει να έχει υπάρξει περίοδος που μια γενικευμένη μιζέρια μας έχει επιβληθεί με τόση ένταση από δυνάμεις που αλληλοσυγκρούονται στα υπόλοιπα ενοχοποιώντας μάλιστα οτιδήποτε ξεφεύγει · ο χαρούμενος, ο αισιόδοξος, ο άνθρωπος που ελπίζει, που δημιουργεί αίφνης ενοχοποιήθηκε και καλείται από τους διαφόρους κήνσορες σε απολογία. Μέσα σε μια απέλπιδα και σκοτεινή εποχή, Τα άστεγα είναι μια μελωδική παραφωνία, στέγη για την χαρά και την προσδοκία, ένα κάλεσμα να δούμε την κατάσταση αλλιώς.

Οι εξαιρετικοί στίχοι που υπογράφουν ο ίδιος ο συνθέτης, καθώς και οι Γιάννης Δούκας, Δημήτρης Λέντζος, Κώστας Παπαγεωργίου, Δημήτρης Ρούλιας, Παναγιώτης Μακρή και η Τίνα Γιωτοπούλου, συμβάλλουν σε αυτή την προσπάθεια, μεταφέροντας στη  σύγχρονη εποχή παλιά ρεμπέτικα στιχουργικά μοτίβα και εμμονές. Για παράδειγμα στο «Αχ ψυχή μου φυλλοβόλα», ο Λέντζος θυμάται το παλιό βαμβακαρικό «Χθες το βράδυ στο σκοτάδι / μου την πέσανε δυο μαύροι»· η «Κουκλίτσα» είναι μια από εκείνες τις δαιμονικές, άσπλαχνες γυναίκες, που καταστρέφουν τους άντρες με τα σκέρτσα τους (ο Τσιτσάνης είχε περιγράψει κάμποσες τέτοιες)· η «Λουκία» είναι ένα ανεξάρτητο λαϊκό κορίτσι, σαν αυτά που σκιτσάριζε ο Π. Τούντας κ.ο.κ. Ταυτοχρόνως, σχολιάζουν διακριτικά, αλλά με χιούμορ και σαρκαστική διάθεση την σημερινή κατάσταση –δεν μπορεί κανείς παρά να χαμογελάσει, όταν ακούει τον Νταλάρα να τραγουδάει «…για την κρίση εγώ φταίω / και με πέταξαν στα ΚΤΕΟ».

Τα άστεγα αξιώθηκαν να έχουν και εξαιρετικές ερμηνείες. Ο Σταμάτης Κραουνάκης δίνει ρέστα στην «Λουκία»· η Ελένη Τσαλιγοπούλου και η Ασπασία Στρατηγού συνδυάζουν την ώριμη μελαγχολία με το κοριτσίστικο νάζι· κι ο ίδιος ο συνθέτης τραγουδάει με παιγνιώδη διάθεση την «Κουκλίτσα». Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι το μεγάλο ατού του δίσκου είναι ο Γιώργος Νταλάρας.

 

Ο Γιώργος Νταλάρας

Μέσα από τα τραγούδια του Πλατύραχου ο τραγουδιστής επιχειρεί ένα ουσιαστικό comeback μετά την περιπέτεια του ’12 –όχι σαν «Νταλάρας», όπως δήλωσε ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του, αλλά σαν «Γιώργος». Το εγχείρημα φαντάζει τιτάνιο. Γιατί ο Νταλάρας, περισσότερο από κάθε άλλον συνάδελφό του, παλαιό ή νεώτερο, έγινε «εθνικός τραγουδιστής», όχι γιατί είπε κάποια τραγούδια «εθνικής» σημασίας, αλλά γιατί συνδέθηκε με τις αγωνίες, τους αγώνες και την πορεία του έθνους τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Υπό αυτή την οπτική, οι επιθέσεις που δέχτηκε δεν ήταν περιπτώσεις ανθρωποφαγίας, αλλά θεοφαγίας: Από την στιγμή που η πατρίδα βρέθηκε σε κρίση και το έθνος σε παρακμή, ο εθνικός τραγουδιστής δεν υπήρχε περίπτωση να διασωθεί. Το ίδιο το κοινό που τον λάτρεψε, οι πιστοί, επιχείρησαν να τον γκρεμίσουν από το βάθρο και να τον κατασπαράξουν –είχε κάτι βαθύ και καταγωγικό η άγρια στιγμή του γιουχαΐσματος, κάτι το πρωτόγονο και μυστικιστικό, που δεν εξηγείται μόνο με προφανείς παραπομπές στα σκουπίδια της συγκαιρινής πολιτικής.

Ο Γιώργος Νταλάρας λοιπόν επιστρέφει με έναν εξαιρετικό δίσκο, στον οποίο δεν είναι απλώς ο κεντρικός τραγουδιστής, αλλά και η κινητήριος δύναμη: Ο Νίκος Πλατύραχος έχει εξηγήσει ότι έγραψε τα τραγούδια έχοντας εκείνον στο μυαλό του κι ότι ο Νταλάρας συνέβαλε ως μουσικός και παραγωγός στην ολοκλήρωση του έργου (το όνομά του άλλωστε είναι δίπλα στου Πλατύραχου, πάνω από τον τίτλο). Αναμφίβολα, ο ερμηνευτής γνωρίζει σε βάθος το ρεμπέτικο και το λαϊκό, είναι και ο ίδιος ικανός μουσικός κι έχει πειραματιστεί με μύρια άλλα είδη τραγουδιού –έχει δηλαδή τις προϋποθέσεις να συμβάλει ουσιαστικά σε έναν δίσκο που έχει και μια πλευρά πειραματισμού. Επιπλέον αποδεικνύει για ακόμα μια φορά τα ταλέντα του, την δύναμη και την ευρηματικότητα της ερμηνείας, που φωτίζει κι αναδεικνύει τα τραγούδια καθιστώντας οικείο το ασυνήθιστο. Δείχνει όμως και την ευσυνειδησία του, καθώς είναι φανερό ότι έχει ψάξει το υλικό του και δεν επαναπαύτηκε στις ευκολίες του –δεν αρκέστηκε στο «μια κι έξω».

Εν κατακλείδι, Τα άστεγα αποτέλεσαν για μένα την ευχάριστη μουσική έκπληξη των τελευταίων μηνών. Ταλέντα παλαιά και νέα συναντήθηκαν και μας έδωσαν ένα φιλόδοξο δίσκο, από κείνους που σπανίως βλέπουμε πια στα δισκοπωλεία. Από αυτή την άποψη, η εργασία αυτή δεν είναι μόνο ακουστική απόλαυση, αλλά και μια βαθιά παρηγοριά μέσα στις όλες δυσκολίες.

 

Δημοσιεύτηκε στο globalview.g

7 Τραγούδια ενός φωτεινού Οκτώβρη

Μερικές φορές μου κολλάνε κάποια τραγούδια για μέρες. Συνοδεύουν / Συνδέονται με πρόσωπα, πράξεις, εμπειρίες, γεύσεις, μυρωδιές, φιλιά και φτιάχνουν ένα soundtrack αντιφατικό κι αλλοπρόσαλλο, αλλά με μεγάλη αξία για μένα. Αυτό το soundtrack μοιράζομαι μαζί σας:

.

Βίκυ Μοσχολιού: Η αγάπη (στίχοι Νίκου Γκάτσου)

Από τις αναπάντεχες εκπλήξεις που μας δίνει το διαδίκτυο:

Η Μουσική Βραδιά που ο Γ. Παπαστεφάνου αφιέρωσε στην Β. Μοσχολιού το 1976 ξεκινάει με την τραγουδίστρια να ερμηνεύει χωρίς ορχήστρα αυτό το ανέκδοτο τραγούδι σε στίχους Νίκου Γκάτσου. Ποιος είναι ο στιχουργός, δεν ξέρω -ίσως να αναφέρεται στους τίτλους της εκπομπής, αλλά δεν κατάφερα να τους βρω.  Το τραγούδι πάντως είναι εξαιρετικό και η ερμηνεία της Μοσχολιού ανατριχιαστική – μακάρι να βρισκόταν τρόπος τέτοιοι θησαυροί από το αρχείο της συχωρεμένης της ΕΡΤ να συλλέγονταν και ει δυνατόν να κυκλοφορούσαν. Οι ίδιοι στίχοι μελοποιήθηκαν κι από τον Δ. Παπαδημητρίου και τραγουδήθηκαν από τη Φ. Δάρρα στο CD Λουλούδι στη φωτιά.

.

Βασίλης Τσιτσάνης: Το γράμμα

Ξανάπιασα το μπουζούκι αυτή την εποχή μετά από πολύ, πολύ καιρό. Τα δάχτυλα σκούριασαν· κουράζονται εύκολα και δεν τρέχουν όπως άλλοτε στα τάστα. Τα πιο αγαπημένα τραγούδια μου όμως καταφέρνω και τα παίζω. Κι αυτό το τραγούδι του Τσιτσάνη, που έρχεται από το σκληρό 1949 είναι ένα από αυτά. Το πρωτοτραγούδησε σε δίσκο σιγανά, σαν να προσεύχεται, η Στέλλα Χασκήλ. Το ξανάπε ο Τσιτσάνης χρόνια αργότερα, στο σπουδαίο δίσκο «Τραγούδια και ταξίμια».

.

Γρηγόρης Μπιθικώτσης-Κ. Βίρβος: Ο κυρ Θάνος

Ο Μπιθί δεν ήταν μόνο μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής (κατά τη γνώμη μου ο μεγαλύτερος), αλλά και εξαιρετικός συνθέτης. Είχε κι αυτός το ταλέντο του Μάρκου: Με λίγες νότες κι απλούς ρυθμούς να φτιάχνει μελωδίες που συμπυκνώνουν τεράστιο συναίσθημα –ο κυρ Θάνος είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κι αυτό το τραγούδι μου αρέσει να το παίζω κατάτι πιο αργά, για να είμαι ειλικρινής. Το ταξίμι του Παπαδόπουλου στην αρχή είναι, φυσικά, άπιαστο…

.

Tom Waits: Little Drop Of Poison

Έχοντας μετά από αρκετό καιρό τα Γιάννενα ξανά ως βάση μου για τους επόμενους 2-3 μήνες, το τραγούδι αυτό του Waits μου έρχεται και μου ξανάρχεται στο μυαλό σαν ευχή: Ωραία η πόλη μου και μου αρέσει και την αγαπώ, αλλά μια σταγονίτσα δηλητήριο (όπως κι αν το ορίσει κανείς αυτό), θα την έκανε πιο απολαυστική.

Αναζητείτα..!

.

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: Στην Αμερική

Ακούω πολύ Παπακωνσταντίνου αυτό το διάστημα. Οι δίσκοι του συγκροτούν ένα σκοτεινό μεταφυσικό τοπίο παράξενα οικείο που με γοητεύει και με χωράει απόλυτα. Μπορεί να μην είναι σπουδαίος μελωδίστας (ούτε το Ντίλαν είναι, άλλωστε), οι στίχοι του όμως είναι σπουδαίοι, βαθείς, και οι ενορχηστρώσεις μαγικές.

Το συγκεκριμένο τραγούδι, με τον Μάλαμα να ακροβατεί ανάμεσα σε μεράκι και σπαραγμό, με συγκινεί βαθύτατα. Δεν ξέρω αν είναι που ταυτίζομαι έχω ζήσει αρκετά μακριά από την μικρή μου πόλη, αν μου θυμίζει τη σκηνή της άφιξης των μεταναστών στο Νιου Γιορκ στον Νονό, μέρος ΙΙ, που αναφέρει όλους αυτούς τους πρωτεργάτες του ρεμπέτικου με τόση αγάπη ή που με ένα μαγικό τρόπο φέρνει το χτες στο σήμερα και το αύριο (ειδικά με τον ελπιδοφόρο στίχο «Ελλάδα σαν αγριόχορτο φύτρωσες κι εκεί»)

.

Chris Cornell: Black Hole Sun

Με αέρα από τους Beatles να φουσκώνει τα πανιά της έμπευσής του, το τραγούδι αυτό του Chris Cornell υπήρξε η μεγαλύτερη επιτυχία των Soundgarden στις αρχές των ’90s. Σήμερα, 20 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του, συνεχίζει να χρωματίζει τις νύχτες που τα σεντόνια κολλάνε πάνω μου και σε θυμάμαι…

.

Ella Fitzgerald: I love Paris

Ετοιμάζοντας για μια ακόμα φορά τις βαλίτσες μου για την αγαπημένη μου πόλη, δεν μπορώ να σταματήσω να το σιγοτραγουδάω. Στίχοι και μουσική του αγαπημένου Cole Porter.

Τα 8 τραγούδια του φετινού Ιουλίου

Μερικές φορές (δηλαδή πάντα) κολλάω σε ορισμένα πράγματα. Μπορεί να είναι βιβλία, συγγραφείς, σκηνοθέτες, ταινίες, τραγούδια, μια ιδέα. Το μυαλό μου περιστρέφεται γύρω από το ίδιο πράγμα επίμονα, εμμονικά. Τα βρίσκω συνεχώς μπροστά μου – δεν μπορώ να τα ξεπεράσω. Λες και συνιστούν έναν άλυτο γρίφο, το άρρητο αίνιγμα μιας έσω Σφίγγας, που πρέπει να λύσω για να συνεχίσω τον δρόμο μου.

Σκέφτηκα λοιπόν να αραδιάσω τραγούδια, συνθέτες και τραγουδιστές, που εντός τους έχω εγκλωβιστεί τις τελευταίες εβδομάδες. Δεν είναι λίστα με τα best ή, έστω, τα αγαπημένα. Δεν αποτελούν πρόταση ακρόασης. Και μην ψάχνετε καλοκαιρινό mood, γιατί δεν θα το βρείτε. Είναι μάλλον μια μουσική εξομολόγηση:

Johnny Cash: I won’t back down

«Τι τρέχει με σένα και τον Johnny Cash τελευταία;» με ρώτησαν γελώντας.

Αιφνιδιάστηκα. Γιατί σίγουρα κάτι τρέχει, αλλά δύσκολα μπορώ να το περιγράψω. Η σχέση μας, όπως θα λέγαμε και στο φουμπού, είναι περίπλοκη.

Το τελευταίο κόλλημα πάντως ξεκίνησε όταν κατέβασα τα American CD του στο Akazoo. Μετά ήρθε ένα βράδυ μετά από μια πιεστική και καταθλιπτική ημέρα, το οποίο πνίγηκε στο κρασί, την ανταλλαγή sms και τα τραγούδια του σε ένα φόντο που διαρκώς μεταβαλλόταν σε πρώτο, συμπαγές πλάνο -χρειάζονται περισσότερα;

Το συγκεκριμένο τραγούδι των Petty και Lynne από το Solitary Man ήρθε κι έδεσε με διάφορα που (μου) συμβαίνουν τελευταία

Διονύσης Σαββόπουλος: Νέο κύμα

Ασυνείδητα, νομίζω, αναζητώ αφορμές για να επιστρέφω στο έργο ορισμένων ανθρώπων -του Διονύση Σαββόπουλου εν προκειμένω. Αφορμή για να επισκεφθώ ξανά το έργο του, ήταν φυσικά ο εξαιρετικός Πλούτος του. Με αρχή το Παράρτημα, όπου υπάρχουν τα περισσότερα τραγούδια της παράστασης, προχώρησα στο πίσω και το μπροστά του σαββοπουλικού έργου, που αποτελεί ένα προσωπικό μου παρόν, αλλά πλέον και μια νεοελληνική ουτοπία.

Σταμάτησα δε ιδιαίτερα στα Τραπεζάκια έξω και δη το Νέο κύμα του. Πολλοί θεωρούν τον δίσκο αυτό ως το κορυφαίο έργο του. Για μένα κορυφαίο του επίτευγμα είναι η Ρεζέρβα, καθώς περιέχει όλα τα προηγούμενα, αλλά και όλα τα επόμενα. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι τα Τραπεζάκια δεν είναι απλώς ένας αριστουργηματικός δίσκος, αλλά κι ένα ωρόσημο, για τον Σαββόπουλο, για την γενιά του, την Ελλάδα, όλους μας. Είναι το σημείο που, για να χρησιμοποιήσω τα δικά του λόγια, το θαύμα δεν εκβιάζεται -απλώς συμβαίνει και το συναντάμε. Κι αυτή η συνάντηση με το θαύμα δεν είναι παρά η συνάντηση με τον άλλον. Έτσι αν η Ρεζέρβα ήταν μια κραυγή-κλήση, τα Τραπεζάκια είναι το αντάμωμα, η χαρωπή σύναξη. Κι αυτή η σύναξη φωτίζει τα πάντα, ακόμα και την υπαρξιακή αγωνία του Σαββόπουλου.

Louis Armstrong: Shadrack

Ξεκινώντας από τις ηχογραφήσεις της Decca, περιπλανήθηκα στο έργο του Satchmo: Από τις αξεπέραστες ηχογραφήσεις του Μεσοπολέμου, στα ύστερα χρόνια της δόξας και της αναπαραγωγής της περσόνας του. Όμως όταν έχουμε να κάνουμε με τόσο σπουδαίους καλλιτέχνες, μουσικές ιδιοφυίες, όπως ο εκείνος, ακόμα και η αυτοεπανάληψη, έχει αυτό το κάτι.

Μίκης Θεοδωράκης: Την πόρτα ανοίγω το βράδυ

Ένα ακόμα νεοελληνικό αίνιγμα: Πέρα από τα συνήθη υπερθετικά και τους υποκριτικούς φόρους τιμής, ποια η σημασία του Μ. Θεοδωράκη; Καλλίτερα: Έχει κάποια σημασία για μας σήμερα ο Θεοδωράκης και το έργο του; Ενστικτωδώς απάντησα «ναι» κι άκουσα ό,τι δικό του είχα πρόχειρο. Όμως όσο άκουγα, διάβαζα για την διαδρομή και τις απόψεις του, συζητούσα με ανθρώπους που τον γνώρισαν, συνεργάτες και συναγωνιστές του κι άρχισα να ψάχνω λίγο περισσότερο εστιάζοντας στο μουσικό του έργο. Γιατί νομίζω ότι αυτό είναι που κυρίως θα μείνει ή δεν θα μείνει από τον Θεοδωράκη.

Ξανακούγοντας θυμήθηκα ότι πέραν από τον επικό και μεγαλοπρεπή, αγωνιστικό και εξωστρεφή Θεοδωράκη, υπάρχει κι ένας άλλος, εσωστρεφής, ανοιχτός σε μια μέσα, ατομική αλήθεια, όχι μόνο στην εξωτερική της πολιτικής φατρίας-λαός. Ο δίσκος με τα τραγούδια του Λειβαδίτη συνοψίζει εξαιρετικά αυτή την πλευρά του έργου του.

Summertime

Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Gershwin. Ανάμεσα σε νανούρισμα και ερωτικό κάλεσμα μιλάει για ένα καλοκαίρι οικείο αλλά και ξένο για μας.

Η Joplin το τραγουδάει συγκλονιστικά -η κραυγή της καθιέρωσε ένα τραγούδι μιούζικαλ, που είχε γίνει κλασικό jazz, σε rock standard. Αυτόν τον καιρό όμως χάνομαι στον λυγμό της Billie Holiday

Cole Porter: Anything Goes

Αγαπώ πολύ τα τραγούδια του Cole Porter. Παιγνιώδη, περιεκτικά, ερωτικά, συντροφεύουν συχνά -πυκνά τον πρωινό καφέ μου. Και δινουν στο καλοκαίρι το ελευθεριάζον χρώμα των ονείρων. Πέρα από την Ella, που τα αποθέωσε με την μαγική φωνή της, τα ιδιοφυή αυτά τραγούδια έχουν γνωρίσει πολλές-πολλές εκδοχές και εκτελέσεις, για παράδειγμα η Kate Capshaw το τραγουδά στα Μανδαρίνικα (!) στην εναρκτήρια σεκάνς του Indiana Jones and the Temple of Doom.

Perry Mason Theme

Εντάξει, το Blues Brothers 2000, παρά τον εξαιρετικό John Goodman, ήταν μαλακία ολκής. Αλλά το soundtrack ήταν εξαιρετικό, τόσο καλό όσο και της πρώτης ταινίας. Το άκουσα αρκετά τον τελευταίο καιρό και, δεν σας κρύβω, μου έφτιαχνε κάθε φορά το κέφι. Αν στην πρώτη ταινία παίζουν το θέμα του Rawhide, σε αυτό διασκευάζουν εκείνο του Perry Mason -του Σέρλοκ Χόλμς-υπερ-δικηγόρου που έπαιζε ο R. Burr.

Βασίλης Τσιτσάνης: Ίσως αύριο

Τα τελευταία χρόνια περνάω την τσιτσανική μου φάση. Φίλοι, που θυμούνται την εμμονή μου με το προπολεμικό ρεμπέτικο, με πειράζουν ως προδότη -αλλά τι να λέμε; Ο Βλάχος ήταν ιδιοφυΐα. Έφτασε το ρεμπέτικο -και το λαϊκό- σε ένα όριο, που κανένας άλλος δεν μπορούσε να το φέρει. Και μάλιστα με έναν ολιστικό (ας πούμε) τρόπο, τη στιγμή που όλοι οι άλλοι, έντεχνοι, άτεχνοι και λαϊκοί, υπηρετούσαν μόνο κάποιες πτυχές του.

Πέρασα ένα βράδυ ακούγοντας και ξανακούγοντας το περίφημο Ίσως αύριο -ίσως το καλλίτερο τραγούδι της συνεργασίας του συνθέτη με τον Καζαντζίδη. Ο Στέλιος το έχει ηχογραφήσει δυο φορές, μια υπό την επίβλεψη του Τσιτσάνη και μια λίγο αργότερα, στην Αμερική -και τις δυο φορές το λέει εξαιρετικά. Εξαιρετικά όμως το έχει πει και ο Νταλάρας στο Καλημέρα κυρία Λύδια, καθώς προσθέτει το αλανιάρικο στοιχείο, που δεν έχει ο Καζαντζίδης.

Ελπίζω κάποια στιγμή να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου και να γράψω κάτι για αυτό το τρίλεπτο αριστούργημα…

Μιλώντας για έργα τέχνης

Οι πιο παλιοί και σταθεροί φίλοι το ξέρουν, αλλά αισθάνομαι την ανάγκη να το πω:

Στο Σημειωματάριο δεν κάνω κριτικές τραγουδιών, δίσκων ή ταινιών.

Η κριτική προϋποθέτει έναν κριτή, ο οποίος ίπταται πάνω από το έργο, τον καλλιτέχνη και το κοινό, δεν ταυτίζεται με κανένα από τα τρία αυτά μέρη, παραμένει εκτός κατέχοντας κάποια αντικειμενικά μέτρα και σταθμά με τα οποία κρίνει. Ουσιαστικά, η κριτική επιδιώκει να καθοδηγήσει τον καλλιτέχνη και τον θεατή, να του διασαφηνίσει την κατάσταση, ώστε να ακολουθήσουν ή να εγκαταλείψουν περισσότερο συνειδητά κάποιον δρόμο.

Δεν λέω ότι είναι άχρηστη ή επιβλαβής η κριτική –τα δυόμιση χιλιάδες χρόνια που ασκείται είναι αρκετή απόδειξη της χρησιμότητας και της ωφελιμότητάς της. Και πιστεύω ότι η πραγματική κριτική οδηγεί κοινό και καλλιτέχνη σε νέους τρόπους έκφρασης, νέους δρόμους επικοινωνίας. Με άλλα λόγια, για την πνευματική φτώχεια που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στα πνευματικά και καλλιτεχνικά πράγματα του τόπου μας δεν ευθύνεται η αταλαντοσύνη των δημιουργών, η απαιδευσιά του κοινού, η εμπορευματοποίηση, αλλά και η απουσία οξυδερκούς κριτικής.

Εγώ βρίσκομαι στον αντίποδα της κριτικής, γιατί είμαι μέσα –ή αν θέλετε: έχω μέσα μου– όλα εκείνα για τα οποία έχω γράψει κατά καιρούς και θα γράψω στο μέλλον. Που σημαίνει, ότι είμαι εξαρχής και εξ ορισμού υποκειμενικός, προσωπικός, και καθόλου αντικειμενικός. Περισσότερο: Είμαι εξαρχής και εξ ορισμού προκατειλημμένος με το έργο και τον καλλιτέχνη –θετικά ή αρνητικά, δεν έχει σημασία.

Έπειτα νιώθω ότι δεν διαθέτω παρά ελάχιστες ειδικές γνώσεις, τις περισσότερες από τις οποίες τις απέκτησα εμπειρικά –που πάει να πει: σπάζοντας τα μούτρα μου– και όχι θεωρητικά ή εγκυκλοπαιδικά. Δεν κατέχω κανένα εργαλείο κατάλληλο για να κρίνω ένα έργο τέχνης ή έναν καλλιτέχνη. Μετά δυσκολίας και ψηλαφητά βρήκα τον δρόμο που τραβάω εγώ, δεν μπορώ να οδηγήσω άλλους…

Κι αν κατά καιρούς επιχείρησα να κρίνω την εργασία κάποιων, όσο περνάει ο καιρός καταλαβαίνω ότι πρέπει να αφήσω τις κριτικές για τους κριτές, τους ειδικούς, και να κάνω αυτό που μπορώ: Να συζητώ. Έτσι η ετικέτα «Κριτικές» στο Σημειωματάριο δεν είναι παρά υποκειμενικές-προσωπικές συζητήσεις του τι μου αρέσει και τι όχι σε ένα τραγούδι, ένα CD, μια ταινία ή ένα σήριαλ. Προσπαθώ να πω με λέξεις το νόημα και την σημασία που έχουν ή δεν έχουν όλα αυτά για μένα. Αυτό που εγώ βλέπω, που μπορεί να μην το βλέπει κανείς άλλος – μπορεί να μην υπάρχει καν! Έτσι, όσα κατά καιρούς γράφω για τον Χατζιδάκι ή τον Γκάτσο, τον John Ford και τον Ντοστογιέφσκι, τα παλιά ρεμπέτικα ή το σήριαλ που τυχαίνει να βλέπω, δεν είναι παρά απόπειρες μιας εσωτερικής αυτοβιογράφησης. Τίποτα παραπάνω και τίποτα παρακάτω.

Το Σημειωματάριο, παρά τις κατά καιρούς μεταμφιέσεις του (παραλίγο να γράψω: εμμονές του) ή κυρίως εξαιτίας αυτών, μένει πιστό σε αυτό που ήταν εξαρχής –σε αυτό που ήταν εξαρχής το ιστογραφείν:

Ένα δημόσιο/δημοσιευμένο προσωπικό ημερολόγιο.

Don’t go home with your hard-on

Ο καφές τελείωσε. Όσο και να αναποδογυρίζω την κούπα, δεν πρόκειται να πέσει ούτε μια σταγόνα παραπάνω στη γλώσσα μου. Απόμεινε μόνο το λερό καϊμάκι κολλημένο στα εσωτερικά τειχώματα της κούπας.

.   .   .

Να κινείσαι ανάμεσα σε δυο πόλεις είναι σαν να κινείσαι ανάμεσα σε δυο κορμιά. Μπορείς να κοκορεύεσαι και να ψηλώνεις στην παρέα, μα στην πραγματικότητα διαμελίζεσαι εδώ κι εκεί, αφήνεις κομμάτια του κορμιού και της ψυχής σου άλλα εδώ, άλλα εκεί, χάνεις την συνάρτηση και την ραχοκοκαλιά της ύπαρξής σου, σέρνεσαι εδώ κι εκεί ψάχνοντας να βρεις το πρόσωπο της αγαπημένης σου, πεινασμένος και διψασμένος ξεγελιέσαι από αντικατοπτρισμούς που διακρίνεις, που ψηλαφείς στα ξένα σώματα, μα πλήρωση δεν βρίσκεις πουθενά. Δεν ανοίξεις πουθενά. Κι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γαληνέψει, αν δεν ανήκει πουθενά. Δεν μιλάμε για ευτυχία τώρα, αυτή είναι για τις ροζ σελίδες των μπεστσέλερ, μιλάμε για την γαλήνη, την εσωτερική ειρήνη.

.   .   .

Τα πάντα γύρω μου παγωμένα. Εκτός από τον χρόνο, βεβαίως. Ο χρόνος ζεστός-ζεστός τρέχει ακούραστα προς το άπειρό του -το πέρας μου.

.   .   .

Τι δεν καταλαβαίνεις;

Είχαμε και τις καλές στιγμές μας, αλλά α) αισθανόμουν -και τώρα ξέρω- ότι δεν με άκουγες, β) με έκανες να καταπιέζω την μελαγχολία / νεύρα / οργή μου και πλέον ξέρεις κι εσύ ότι αυτό είναι επικίνδυνο.

Πάμε παρακάτω…

.   .   .

Το πληκτρολόγιο ισορροπεί πάνω σε φωτοτυπίες, δελτία, σημειωματάρια, μολύβια και στιλό, σκληρούς δίσκους και CD. Ακόμα κι αν αφιερώσω μία, δύο ώρες για να το τακτοποιήσω, η αυτή κατάσταση θα επανέλθει μέχρι αύριο το πρωί. Ο μόνος τρόπος για να επιβληθεί μια τάξη είναι να τελειώνω.

Δηλαδή δεν πρόκειται ποτέ να επιβληθεί καμιά τάξη…

.   .   .

Πρέπει να βρούμε τον τρόπο και την δύναμη να χαρούμε και να γιορτάσουμε χωρίς να καταναλώνουμε. Πρώτα για τα παιδιά που εξαρτώνται από μας κι έπειτα για τους ίδιους τους εαυτούς μας – τι αξίζει ο ανεόρταστος βίος; Η λιτότητα που μας επιβάλλουν ας είναι μόνο οικονομική, ας μην μετατραπεί σε λιτότητα αισθήματος. Στο κάτω-κάτω της γραφής εκείνο που πραγματικά τους ενοχλεί δεν είναι το πώς δίνονται οι άδειες στους ταρίφες ή αν οι σερβιτόροι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα βαρέα και ανθυγιεινά, αλλά ο συνολικότερος τρόπος ζωής μας, εννοώ των λαών της Μεσογείου -η ίδια η Α. Μέρκελ το διακήρυξε πριν από λίγους μήνες. Όσο δεν μετατρεπόμαστε σε μπυροπότες καλβινιστές, θα είμαστε τα μαύρα πρόβατα γι’ αυτούς. Συνεπώς, η διαφύλαξη της ουσίας του τρόπου ζωής μας, δηλαδή αυτή η εορταστικότητα και στα πιο μικρά που μας διακρίνει από εκείνους, είναι ίσως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος αντίστασης.

.   .   .

Το Death Of A Ladies’ Man προοριζόταν να γίνει ο πιο πετυχημένος του L. Cohen, καθώς συνεργαζόταν με τον ήδη από τότε θρυλικό παραγωγό Phil Spector. Όμως ο δίσκος ήταν περισσότερο Spector και λιγότερο Cohen -ο ίδιος ο Ποιητής αποκήρυξε τον δίσκο αμέσως μετά την κυκλοφορία του χαρακτηρίζοντάς τον καταστροφή.

Κι όμως, αν προσπεράσει κανείς τον ήχο του Spector, συναντά τον Leonard Cohen που ξέρει κι αγαπά, στοχαστικό, αυτοσαρκαστικό, βιωματικό, μελαγχολικό.

Το Don’t Go Home With Your Hard-On (που μου θυμίζει λίγο το Μπατιρημένο Κουρείο των Κουγιουμτζή-Χριστιανόπουλου) είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Όχι μόνο γιατί είναι ένα σπουδαίο αυτοβιογραφικό / αυτοσαρκαστικό τραγούδι, αλλά και γιατί στην πρώτη ηχογράφηση συμμετέχουν κάνοντας β’ φωνές ο Bob Dylan και ο Allen Ginsberg. Όμως όλο το τραγούδι καπελώνεται από το wall of sound του Spector. Ευτυχώς στο tribute του 1991 το τραγούδησαν ο David McComb και ο Adam Peters με τον τρόπο που πρέπει να τραγουδιέται -ο ίδιος ο Cohen έχει δηλώσει πως αυτή η εκτέλεση είναι καλλίτερη από τη δική του…

 

 

O Miles Davis για το «Birth of the Cool»

Το Birth of the Cool του Miles Davis θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους δίσκους της μετα-bebop jazz: Περιέχει 12 αριστουργηματικές συνθέσεις, που τις παίζουν κορυφαίοι μουσικοί, όπως o Kenny Hagood, ο Bill Barber, o John Lewis κ.α., και η ενορχήστρωση, επηρεασμένη από την κλασική μουσική, είναι πρωτοποριακή. Πιο σημαντικό, όμως, είναι εκείνο που πιο δύσκολα περιγράφεται με λέξεις, το αίσθημα δηλαδή που δημιουργεί ο δίσκος στους ακροατές. Αυτό ακριβώς το αίσθημα, το cool, δημιούργησε μια ολόκληρη μουσική κι αισθητική επανάσταση…

Τούτες τις ημέρες που λόγω δουλειάς είμαι εγκλωβισμένος μπροστά στο laptop, το Birth of the Cool είναι μια από τις πιο σταθερές συντροφιές μου. Στα διαλείμματα πολύ συχνά σερφάρω στο μπλογκοχώρι ή τουιτάρω σφυρίζοντας τους ρυθμούς του. Νομίζω ότι τον ακούω τόσο πολύ γιατί κι αυτός συμβολίζει -είναι- μια δυνατότητα -αλλά αυτή είναι μια άλλη κουβέντα, που την αρχίσαμε παλιότερα και ίσως την ξαναπιάσουμε στο μέλλον.

Γιατί σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σας το πώς έβλεπε ο ίδιος ο Miles το Birth of the Cool. Στην Αυτοβιογραφία του, που συνέγραψε με τον Quincy Troupe, περιγράφει πώς ηχογράφησε τον δίσκο και τις προθέσεις του. Αντιγράφω τις σελίδες 137-8 της Ελληνικής Έκδοσης (Σέλλας, μετάφραση: Μαριλένας Μασσάρου) με λίγες αλλαγές στην ορθογραφία και τη σύνταξη:

Ο δίσκος Birth of the Coοl έγινε αντικείμενο συλλεκτικής αξίας, σαν αντίδραση του κοινού στη μουσική του Bird και του Dizzy. Ο Bird κι ο Dizz έπαιζαν μ’ έναν τόσο γρήγορο ρυθμό που, αν δεν είχες γρήγορο αυτί, με τίποτα δεν μπορούσε να πιάσει το χιούμορ και το αίσθημα πουβάζανε στη μουσική τους. Ο ήχος τους δεν ήταν γλυκός, δεν είχε κάποιο μελωδικό σκοπό που θα μπορούσες εύκολα να σιγοτραγουδήσεις στο δρόμο, ας πούμε, για ν’ αποσπάσεις από τη γκόμενά σου κανένα φιλί. Το μπήμποπ δεν είχε την «ανθρωπιά» του Duke Ellington. Δεν είχε καμιά σχέση με τα μέχρι τότε ακούσματα του κόσμου. Η μουσική του Bird και του Dizzy μπορεί νά ‘τανε εμπνευσμένη, πρωτότυπη, προκλητική, αλλά σίγουρα δεν ήταν μελωδική.

Το Birth of the Cool όμως ήταν διαφορετικό, γιατί μπορούσες και να καταλάβεις τη μουσική, αλλά και να τησιγοτραγουδήσεις. Το Birth of the Cool βγήκε από τις ρίζες της μαύρης μουσικής. Βγήκε από τον Ντιουκ Έλιγκτον. Εμείς προσπαθούσαμε να παίξουμε σαν τον  Claude Thornhill, αλλά εκείνος είχε εμπνευστεί από τη μουσική του Duke Ellington και του Fletcher Henderson. Ο ίδιος ο Gil Evans ήταν φανατικός θαυμαστής του Ντιουκ Έλινγκτον και του Billy Strayhorn, και τις ενορχηστρώσεις στο Birth of the Coool τις είχε κάνει αυτός. Ο Ντιουκ και ο Μπίλι συνήθιζαν να κάνουν αυτό το ντουμπλάρισμα στα ακόρντα, όπως κάναμε κι εμείς στο Birth of the Cool. Ο Ντιουκ τό ‘κανε πάντα αυτό. Οι τύποι που έπαιρνε στην ορχήστρα του είχαν έναν ήχο δικό τους, που ξεχώριζε και όταν σολάρανε, αλλά και όταν παίζανε όλοι μαζί. Ορισμένα ακόρντα τους ήταν διαποτισμένα από την ίδια τους την προσωπικότητα.

Έτσι λοιπόν δουλέψαμε στο Birth of the Cool. Γι’ αυτό νομίζω πως είχε και τόση επιτυχία. Εκείνη την εποχή, οι λευκοί αγαπούσαν τη μουσική που μπορούσαν να καταλάβουν και ν’ ακούσουν αβίαστα. Το μπήμποπ δεν έβγαινε από μέσα τους, οι περισσότεροι λοιπόν δεν μπορούσαν να την πιάσουν αυτή τη μουσική. Έπρεπε νά ‘σαι μαύρος για να την καταλάβεις. Το Birth of the Cool, όμως είχε μια μουσική που μπορούσες να σιγοτραγουδήσεις Κι όχι μόνο αυτό, αλλά στην ηχογράφησή του είχαν πάρει μέρος και λευκοί μουσικοί, και μάλιστα σε πολύ σημαντικούς ρόλους. Αυτό άρεσε πολύ στους λευκούς κριτικούς. Τους άρεσε το γεγονός ότι και οι λευκοί έδειχναν νά ‘ναι κάπως μέσα στα πράματα. Ήταν σαν μια χειραψία λίγο πιο θερμή από το συνηθισμένο. Ταρακουνήσαμε τ’ αυτιά του κόσμου πιο διακριτικά απ’ ό,τι ο Μπερντ κι ο Ντιζ, κάναμε τη μουσική πιο προσιτή στον κόσμο. Αυτό ήταν όλο.

Έτσι λοιπόν ξεκίνησε μια επανάσταση: Από την ανάγκη να αναφερθούμε στους παλαιότερους και για να μπορείς να φιλήσεις την κοπέλα σου..