Category Archives: twitter

Εικόνα και Λόγος

Μια από τις πιο συνήθεις και σωστές συμβουλές που λαμβάνουν οι χρήστες του διαδικτύου και δη των social media από τους ειδήμονες είναι να μην γράφουν ποτέ, πουθενά και σε κανέναν τα προσωπικά τους δεδομένα και γενικότερα οτιδήποτε δεν θέλουν να μαθευτεί. Άπαξ κι ανέβει κάτι στο δίκτυο, μας λένε, παύεις να το ορίζεις. Τα δεδομένα κωδικοποιούνται και συγκεντρώνονται, σε μεγάλες βάσεις δεδομένων, προς χρήση αγνώστων και για αδιευκρίνιστους σκοπούς. Και βέβαια, όπως δείχνει η εμπειρία, λάθη γινονται, κωδικοί σπάνε, περίεργοι και ξένοι μπορούν να εισβάλουν ανά πάσα στιγμή.

Σενάριο καφκικού τρόμου η πραγματικότητα, αλλά κανείς δεν φαίνεται να τρομάζει πραγματικά.

Μυστικά κρατικά, επιχειρηματικα ή προσωπικά, φαντασιώσεις, κουτσομπολιά, απόρρητα σχέδια και πλάνα ανταλλάσσονται καθημερινά -αποθηκεύονται καθημερινά στα βρόγχια του διαδικτύου. Ακούμε φυσικά προσεκτικά τις προειδοποιήσεις των ειδικών, παίρνουμε τα απαραίτητα μέτρα προστασίας, αλλά η δραστηριότητά μας δεν περιορίζεται. Το αντίθετο: Όλο και περισσότεροι χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα και τις άλλες υπηρεσίες του internet για να μοιραστούν όλο και περισσότερα. Ίσως γιατί, πέρα από φόβους και δισταγμούς, το διαδίκτυο υπηρετεί την μεγαλύτερη ανάγκη που νιώθει ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος: Την ανάγκη για διαφάνεια.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας δημοσιεύουν τις πιο κρυφές τους σκέψεις και επιθυμίες, τις πιο προσωπικές τους στιγμές ή φωτογραφίες, αποδεικνύοντας ότι για τις πολυπληθείς φυλές του διαδικτύου η ιδιωτικότητα δεν έχει απλώς αλλάξει περιεχόμενο, έχει καταλυθεί. Οτιδήποτε πράξεις κατά μόνας, στην ασφάλεια του δωματίου σου, καλό ή κακό, ευχάριστο ή οδυνηρό, είναι μη γενόμενο, αν δεν δημοσιοποιθεί. Χρόνος που ξοδεύεται σε αδήλωτες δραστηριότητες, είναι χαμένος, νεκρός. Υπάρχεις μόνο ενώπιος των Άλλων, μας λένε. Το βλέμμα του Άλλου είναι αυτό που δίνει την ζωή και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση είναι τίποτα, κενό, θάνατος.

Ζώντας στο βλέμμα του Άλλου γινόμαστε Εικόνες. Υπάρχουμε στην επιφάνεια και ως επιφάνειες. Πολύχρωμοι, σίγουρα και πολύτροποι, διαφορετικοί, αλλά και επιδερμικοί. Γιατί η Εικόνα, όσο αποκαλυπτική (ή διαβρωτική) κι αν είναι, στον αφρό πάντα θα επιπλέει. Το περίβλημα πάντα θα δείχνει και θα αδυνατεί να βυθιστεί βαθιά -αυτή είναι και η φύση της, η ομορφιά της.

Το βάθος των ανθρώπων (και των πραγμάτων, του κόσμου) μόνο ο Λόγος μπορεί να προσεγγίσει. Η Εικόνα απλώνει τα πάντα στον καμβά,  τα ισοπεδώνει, τα καθιστά ορατά, δηλαδή δισδιάστατα. Ο Λόγος αντιθέτως λειτουργεί σαν εσωτερική ματιά που τα διαπερνά οριζόντια, κάθετα, διαγώνια, με κάθε τρόπο, μετατρέποντάς τα σε σε συνεκτική, πολυδιάστατη ενότητα.

Μια ενότητα που λείπει σήμερα από το δίκτυο, την κοινωνία μας, τους εαυτούς μας…

Οι γυμνές φωτογραφίες της πρωταθλήτριας

Βούιξαν χθες οι διαδικτυακοί τόποι της υπόγειας ενημέρωσης για τις γυμνές φωτογραφίες που η πρωταθλήτρια του στίβου ανέβασε στο facebook. Άλλοι ερεθίστηκαν, άλλοι σοκαρίστηκαν, άλλοι προσβλήθηκαν με το ενδεχόμενο η πρωταθλήτρια να είναι και αξιωματικός· δημιουργήθηκε, τέλος πάντων, η σχετική βαβούρα-επιβεβαίωση του γνωστού αφορισμού του Andy Warhol περί δημοσιότητας.

Το συμβάν και η αιτιολόγηση («κατά λάθος») οπωσδήποτε δεν είναι ούτε καινούργια, ούτε πρωτότυπη. Άπειρες φορές κάποιο άτομο από τον χώρο του θεάματος (αυτό που λέμε celebrity) δημοσίευσε σε social media γυμνές φωτογραφίες του κατά λάθος βέβαια –η περίπτωση της Alison Pill, εκ των πρωταγωνιστών του The Newsroom, είναι πρόσφατη και ενδεικτική.

.

Είδα τις φωτογραφίες.

Κουνημένες, θολές, άθλια καδραρισμένες, χωρίς εστίαση, με κακό φωτισμό, δεν ικανοποιούν κανένα αισθητικό στάνταρ· αναρωτιέται δε κανείς πώς είναι δυνατόν με τις δυνατότητες που παρέχουν σήμερα οι συσκευές κινητής τηλεφωνίας, να τραβηχτούν τόσο κακές φωτογραφίες. Αλλά έστω κι έτσι, το σώμα της πρωταθλήτριας, σφριγηλό και νεανικό, έλαμπε.

.

Το φαινόμενο είναι γνωστό και δεν χρειάζεται αναλυτικότερη καταγραφή:

Πέρα από την επαγγελματική πορνογραφία, που διακινείται μέσω δικτύου, για την οποία λένε όσοι ξέρουν ότι είναι η μοναδική πραγματικά διαδικτυακή βιομηχανία, από κινητό σε κινητό, από υπολογιστή σε υπολογιστή, από ταμπλέτα σε ταμπλέτα, με ένα απλό ιδιωτικό μήνυμα ή ένα e-mail, αλλά ακόμα και δημόσια, μέσω κοινωνικών δικτύων, εκατομμύρια χρήστες καθημερινά διακινούν φωτογραφίες του γυμνού κορμιού τους ή των πολύ προσωπικών τους στιγμών. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος απομονώνεται / εγκλωβίζεται στην σύγχρονη τεχνολογία, τόσο περισσότερο νιώθει την ανάγκη να εκτεθεί στο βλέμμα των άλλων. Το ιδιωτικό καθίσταται δημόσιο, το ταμπού καταρρίπτεται διά της ευρείας παράβασής του και το αίτημα για μεγαλύτερη διαφάνεια και για έναν άνευ ορίων κόσμο βρίσκει την εύκολη πραγμάτωσή του.

Μέχρι εδώ καλά, ας πούμε.

Αλλά είδα τις φωτογραφίες.

Το κακοτραβηγμένο είναι το πρώτο τους χαρακτηριστικό. Το δεύτερο είναι ο τρόπος που τοποθετεί το σώμα της η κοπέλα. Προκλητικά και ερεθιστικά σίγουρα, αλλά και τετριμμένα, υπακούοντας σε έναν συγκεκριμένο τύπο, σε ένα διάχυτο πρέπει για το τι θεωρείται αισθησιακό, σέξι ή προκλητικό.

Τυπικές φωτογραφίες τέτοιου τύπου, θα μου πεις. Και θα συμφωνήσω, θα προσθέσω όμως ένα αλλά.

Θα περίμενε κανείς κάτι πιο προσωπικό από προσωπικές φωτογραφίες. Κάτι πιο πρωτότυπο από σύγχρονες, δυναμικές γυναίκες (και άντρες –δεν αυτοφωτογραφίζονται μόνο οι γυναίκες), που διεκδικούν και με αυτόν τον τρόπο τους συντρόφους τους. Αν το σεξ είναι και τρόπος έκφρασης του καθενός, μοναδικός και ανεπανάληπτος, πώς τόσο εύκολα, αυτονόητα μπαίνουμε στο κουτάκι της τρέχουσας πορνογραφίας για να δειχτούμε; Τι σημαίνει για μας; Η μετατροπή του πολίτη από καταναλωτή πορνογραφίας σε παραγωγό πρακτικά απέχει ένα κλικ, ψυχικά όμως η απόσταση είναι τόσο μικρή;

.

Τα αιτήματα του σήμερα απαιτούν μεγαλύτερη εσωτερικότητα. Ένα άτομο που έχει κάθε στιγμή απόλυτη συνείδηση του εαυτού του. Κι όμως, έχουμε γίνει πιο επιδερμικοί. Επικεντρωνόμαστε στα πάθη που επιπλέουν, στα ανώδυνα ηδονικά θέλω. Κι ο μέσα εαυτός μας κραυγάζει –τον ακούμε;

Για τα social media…

Ξεκίνησα να ιστολογώ τον Οκτώβριο του 2007 με μάλλον ταπεινούς στόχους: Το στοίχημα ήταν να διατηρήσω το μπλογκ μέχρι τα Χριστούγεννα, δυόμιση μήνες, κάτι που τότε μου φαινόταν βουνό. Το Σημειωματάριο κλείνει φέτος τα πέντε χρόνια του.

Έφτιαξα την σελίδα στο Facebook με την βοήθεια του αδελφού μου ένα καλοκαιρινό μεσημέρι για να ξεφύγουμε από την ιδρωμένη πλήξη. Και παιδεύτηκα αρκετά για να κατανοήσω τον ρόλο του και να μπορέσω να το χρησιμοποιήσω.

Δεν θυμάμαι πώς και πότε άνοιξα τον λογαριασμό στο twitter – νομιζω ότι τον έφτιαξα, τον παράτησα, τον ξανάπιασα και τον ξαναπαράτησα και πέρασαν μήνες μέχρι να ασχοληθώ σοβαρά μαζί του. Μου άρεσε η αμεσότητα και η γρηγοράδα του. Με εντυπωσίασε η «δημοκρατικότητά» του και του παραδόθηκα άνευ όρων. Τους τελευταίους αρκετούς μήνες σχολίαζα την κοινωνική και πολιτική επικαιρότητα τιτιβίζοντας, χωρίς να προβληματιστώ σοβαρά γα τον μονοδιάστατο χαρακτήρα του -σε 140 χαρακτήρες, πόσες σκέψεις, πόσες πλευρές μπορούν να χωρέσουν; Μία αν είσαι τυχερός, όμως η ζωή και η πραγματικότητα έχουν πάντα περισσότερες από μία πλευρές.

 

Το φετεινό καλοκαίρι υπήρξε για μένα μεταιχμιακό. Τον Ιούνιο ολοκληρώθηκε αισίως μια ολόκληρη επιστημονική, επαγγελματικη και περίοδος της ζωής μου και κατά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο μπήκα σε μια διαδικασία αναστοχασμού και επαναπροσδιορισμού και των επιστημονικής και της επαγγελματικής και της προσωπικής μου ζωής. Ένιωσα, νιώθω έτοιμος για καινούργια πράγματα, για νέες αρχές, για διαφορετικές προσπάθειες. Μέσα σε αυτή την λογική ήταν λογικό κι αναμενόμενο, αλλά και επιβεβλημένο να σκεφτώ και να θέλω να επαναπροσδιορίσω την σχέση μου στα social media.

Ένα είναι το ερώτημα που με παιδεύει ειδικά σε αυτή την συγκυρία:

Ποιος είναι ο ρόλος που παίζουμε, εμείς οι χρήστες, και ποιος εκείνος που μπορούμε να παίξουμε.

Νομίζω ότι πλέον έχει αποδειχτεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι τα social media μπορούν να ασκήσουν επιτυχημένη πολιτική παρέμβαση μεν, πολύ συγκεκριμένη και ίσως περιορισμένη δε. Τα blog και το twitter αποδομούν εύκολα και αποτελεσματικά πολιτικούς και πολιτικές, αλλά δεν φαίνονται ικανά να μπορούν να δομήσουν, να συγκροτήσουν, να αναδείξουν ανθρώπους, ιδέες, προτάσεις θετικές και με προοπτικές.

Τα παραδείγματα είναι πολλά -και από την χώρα μας πλέον (πχ η αποδόμηση του πρώην Πρωθυπουργού κ. Γ. Α. Παπανδρέου συντελέστηκε κυρίως μέσω των social media)-, αλλά επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω εκείνο της Αιγύπτου, γιατί εικονίζει με μεγαλύτερη σαφήνεια τον προβληματισμό μου:

Ήταν εύκολο για τους χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης της Αιγύπτου να οργανωθούν και να γκρεμίσουν τον Μουμπάρακ και το καθεστώς του. Τι όμως είχαν να προτείνουν; Γενικές ιδέες και αρχές, με τις οποίες κέρδισαν την υποστήριξη όλου του Δυτικού κόσμου, αλλά τίποτα πρακτικό. Το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε το εκμεταλλεύτηκαν τα πλέον συντηρητικά κομμάτια της αιγυπτιακής κοινωνίας και ανέβηκαν στην εξουσία.

Δεν ισχυρίζομαι βέβαια πως η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί σε φονταμελιστικό κράτος εξαιτίας των μπλόγκερ, ούτε φυσικά ότι η κριτική που ασκούμε μέσω του twitter σε κάθε λογής εξουσία και στα κακώς κείμενα είναι επικίνδυνη και οδηγεί στην καταστροφή -κάθε άλλο.

Αναρωτιέμαι όμως αν εμείς, οι χρήστες αυτών των Μέσων, αν μπορούμε να επεκταθούμε και σε άλλα χωράφια εν πολλοίες ανεξερεύνητα:

Την προώθηση και την δημιουργία θετικών προτάσεων, θετικών στόχων, ενός οράματος για την κοινωνία και τους πολίτες.

Νομίζω ότι τούτη την ώρα, που με τόση οδύνη τελειώνει ένα οικοδόμημα, στο οποίο ούτως ή άλλως λίγα υγιή στοιχεία ενυπήρχαν, θα είναι κρίμα αν εμείς, που νοιαζόμαστε και για την χώρα και για τους πολίτες, που αγωνιούμε για την λειτουργία των θεσμών και την ποιότητα της Δημοκρατίας, αν απέχουμε και δεν συμβάλουμε θετικά σε αυτό που έχει ήδη ξεκινήσει να χτίζεται.

Δεν ξέρω για σας, αλλά προσωπικά το τελευταίο διάστημα νιώθω έντονη την ανάγκη όχι τόσο για αισιόδοξες ειδήσεις ή για ένα πιο θετικό κλίμα, αλλά για θετικές δράσεις.

Επιστρέφοντας στην πραγματικότητα

Το τελευταίο δεκαήμερο είχα την πολυτέλεια να μην ενημερώνομαι για την επικαιρότητα. Δεν διάβαζα εφημερίδες ή ενημερωτικούς ιστότοπους, δεν έβλεπα δελτία ειδήσεων –ακόμα και το twitter άφησα για να μην μένουν χαραμάδες απ’ όπου θα διεισδύει στον μικρόκοσμό μου η καθημερινότητα μέσω των τιτιβισμάτων.

Όχι, δεν πήγα διακοπές σε κάποιο ερημονήσι.

Ήμουν εδώ, στο γραφείο μου, τριγυρισμένος από τα βιβλία μου, μπροστά στον υπολογιστή και με το κινητό από δίπλα. Συνέχιζα να διεκπεραιώνω τις πιο επείγουσες εργασίες και να μεταθέτω για αργότερα ό,τι μπορούσε να μετατεθεί. Σπαταλούσα τον χρόνο μου σερφάροντας μακριά από την Ελλαδική ειδησεογραφία.

Ήταν μια συνειδητή επιλογή, μια βαθιά εσωτερική ανάγκη, να κλειστώ στον εορτάζοντα και εορταστικό μικρόκοσμό μας, αφήνοντας έξω την βία και το πένθος του κόσμου μας. Μην βιαστείτε να συμπεράνετε ότι προτίμησα/ένιωσα την ανάγκη να ασχοληθώ για 10 μέρες με τον εαυτούλη μου, ξεχνώντας τους συνανθρώπους μου. Δεν είναι καθόλου αυτή η περίπτωση· αν κάτι μου έχει λείψει αυτό το καλοκαίρι, κάτι που το περίμενα και το προετοίμαζα και το είχα βαθιά ανάγκη, είναι αυτή ακριβώς η ενασχόληση με τον «εαυτούλη» μου, κάτι που δεν το κατάφερα.

Νομίζω ότι πιο πολύ ήταν η ανάγκη να δημιουργήσω / να ζήσω μια διέξοδο –πλασματική, έστω. Μέσα στην απελπισία που δημιουργεί η ατελείωτη νύχτα που βιώνουμε 3 χρόνια τώρα, ακόμα και μια τεχνητή σπίθα είναι καλοδεχούμενη – σ’ αυτή τη φάση βρέθηκα.

Αλλά σήμερα η γιορτή μας τελείωσε κι αργά-αργά, ανόρεχτα και διστακτικά επιστρέφω στην πραγματικότητα: Έστειλα δύο σημαντικά μέιλ που χρόνιζαν και στη συνέχεια επισκέφθηκα τα 2-3 βασικά site από τα οποία ενημερώνομαι. Τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει: Πάλι πρώτο θέμα η αποφασιστικότητα Σαμαρά να περάσει τα νέα νέα μέτρα· από κάτω η εμμονή δανειστών κι εταίρων να τηρηθούν οι συμφωνίες, παρότι η πραγματικότητα δεν έχει καμία σχέση με τις προβλέψεις πάνω στις οποίες βασίστηκαν· πυρκαγιές και ληστείες και δολοφονίες που αποδεικνύουν ότι το Κράτος δεν ανταποκρίνεται σε καμία από τις υποχρεώσεις του, ότι δεν προστατεύει ούτε τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών, ότι οι φόροι και τα χαράτσια που επιβάλλει και εισπράττει δεν έχουν καμιά ανταποδοτικότητα…

Δέκα μέρες απουσίας και τίποτα δεν έχει αλλάξει. Τίποτα δεν έχει διαφοροποιηθεί.

Αναζητείται σχέδιο για την Μεγάλη Απόδραση.

Δεύτερες σκέψεις για το εκλογικό αποτέλεσμα

1. Οι εκλογές της 6ης Μαΐου έφεραν ένα καλό, κατά την εκτίμησή μου, αποτέλεσμα:

Αφενός μεν καταδικάζονταν απερίφραστα και πέραν κάθε αμφιβολίας οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν τα τελευταία 2 χρόνια καθώς και τα κόμματα και οι πολιτικοί που ταυτίστηκαν μαζί τους κι αφετέρου αναδείχτηκε η πιο φρέσκια πολιτική δύναμη του τόπου, η οποία στάθηκε με συνέπεια απέναντι σε αυτές τις πολιτικές, ο Σύριζα -αν δεν υπήρχε η ΧΑ στη μέση, θα μπορούσαμε να το πανηγυρίσουμε με λιγότερες τύψεις.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι όπως όλα τα ωραία, δεν είναι εύκολο στη διαχείριση. Όπως όλα τα ωραία, θα πρέπει να το προσεγγίσεις με αυτοπεποίθηση και ταπείνωση για να το κερδίσεις και να το χαρείς.

Γιατί η Δημοκρατία έχει αυτή την δυσκολία:Από τη μια σε θέλει δυνατό, να πιστεύεις ότι έχεις την απάντηση στο δεδομένο πρόβλημα, από την άλλη όμως σε θέλει και ταπεινό, να κόψεις τις γωνίες σου για να μπορέσουν να χωρέσουν και οι άλλοι, οι πιο αδύναμοι, σε αυτήν. Διαπραγμάτευση δεν είναι να λέει ο καθένας την άποψή  του με ολοένα πιο δυνατή φωνή, αλλά η κάθε πλευρά να εκφράζει με σαφήνεια την αρχική της θέση και να αναζητεί τον άλλον στη μέση. Και για να το πούμε πιο συγκεκριμένα, είναι άλλο πράγμα η προσπάθεια να πείσεις τους πολίτες προεκλογικά και άλλο να επιχειρείς να επιβάλεις την άποψή σου μετεκλογικά στους αντιπάλους σου. Μετεκλογικά δεν επιβάλεις. Μετεκλογικά, αν είσαι ο νικητής, συνθέτεις. Και όσο πιο ευρεία, όσο πιο επιτυχημένη είναι η σύνθεση, τόσο πιο μεγάλο βάθος κοινωνικό, χρονικό, ιστορικό διαθέτει. Χρόνια τώρα ζούμε την στρέβλωση να επιβάλλονται  στην κοινωνία, αλλά και στα κόμματα μετεκλογικά διλήμματα και μονόδρομοι από το Σύστημα Εξουσίας, είναι καιρός να απαλλαγούμε από την ανάγκη να συντρίψουμε τον άλλον.

.

2. Συζητούσα χθες στο twitter με οπαδούς του Σύριζα και κατανοώ απολύτως την αγωνία τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως όταν η ΝΔ_ και το Πασόκ προσφέρουν ψήφο ανοχής σε μια αριστερή Κυβέρνηση, ποντάρουν στην αποτυχία της και είναι βέβαιο ότι θα του πετάνε πεπονόφλουδες στον δρόμο -όλοι το ξέρουμε. Αλλά έτσι παίζεται το πολιτικό παιχνίδι στην Ελλάδα, όχι μόνο σε επίπεδο Συγκυβέρνησης ή Κυβέρνησης με ψήφο ανοχής από τους αντιπάλους, αλλά και στο εσωκομματικό πεδίο: λίγες πεπονόφλουδες έχουν ρίξει στον δρόμο του Αλέξη Τσίπρα οι σύντροφοί του, ακόμα και ο πολιτικός του μέντορας; Αλλά ο ίδιος ωρίμασε και δυνάμωσε μέσα από αυτές τις δοκιμασίες, ωφελήθηκε.

Επιπλέον, στην προκειμένη περίπτωση ισχύει αυτό που έγραφε χθες στο twitter ο Νίκος Κοτζιάς: «Κυβέρνηση δεν επείγει γιατί το ζητούν οι δανειστές, αλλά για να βρεθεί τροφή για τους πεινασμένους,εργασία στους ανέργους, να ανακτηθεί η κυριαρχία της χώρας, που βρίσκεται υπο επιτροπεία».

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο περιμένω και ελπίζω ο κ. Τσίπρας αντί να προσπαθεί να διαφυλάξει τα νώτα του, να ανοίγει δρόμους μπροστά του. Ο λαός το θέλει, οι αντίπαλοι του δίνουν την δυνατότητα, οπότε το μόνο ερώτημα είναι αν ο ίδιος και το κόμμα του το μπορούν. Ας συγκροτηθεί μια αριστερή Κυβέρνηση η οποία θα διαπραγματευτεί με τους εταίρους μας το χρέος, το δάνειο και το Μνημόνιο. Αν τα κόμματα που παρέχουν την ψήφο ανοχής προσπαθήσουν να επαναφέρουν το Μνημόνιο από το παράθυρο, ο λαός θα τα καταδικάσει -όχι μόνο οι οπαδοί του Σύριζα και της Δημάρ, αλλά και όσοι πολίτες με συνέπεια σταθήκαμε απέναντι στο Μνημόνιο αυτά τα 2 χρόνια, όσοι ήμασταν και είμαστε δίπλα στον Σύριζα σε αυτό, αν μη τι άλλο, το θέμα.

.

3. Ο κ. Σαμαράς προσπαθεί να μας πείσει ότι έχει πια κατανοήσει ότι το ιδεολογικό ρεύμα που εκπροσωπεί είναι πλειοψηφικό μόνο ανάμεσα στους σχολιαστές της ιστοσελίδας που και ο ίδιος αρθρογραφεί, αλλά συνεχίζει να κάνει το ένα λάθος μετά το άλλο. Χθες, μετά το άτοπο (ας το πούμε έτσι) αίτημα του κ. Τσίπρα να του ζητήσει να ανακαλέσει την παλιά υπογραφή του και να βάλει μια καινούργια, ζώστηκε τα άρματα και έκανε μια ιδιαίτερα επιθετική δήλωση -η οποία άφηνε παράθυρο ανοιχτό για συνεργασία παρόλα αυτά. Θα ήθελα να σταθώ σε δύο σημεία:

α) Το εκλογικό αποτέλεσμα της Κυριακής είναι η μεγάλη ευκαιρία να ενωθεί ο λαός και μάλιστα κάτω από την ομπρέλα μιας αριστερής Κυβέρνησης με στήριξη από την Δεξιά, αλλά και την Σοσιαλδημοκρατία. Θεωρώ ότι είναι η ιστορική ευκαιρία του Αλ. Τσίπρα, ένα πραγματικά win-win σενάριο. Αντιθέτως, αν η χώρα οδηγηθεί σε εκλογές με δίλημμα πλέον όχι την επικύρωση του Μνημονίου, αλλά Ναι ή Όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση κι από την μια έχουμε το Κεντροδεξιό Μέτωπο του κ. Σαμαρά κι από την άλλη το Αριστερό τ ου κ. Τσίπρα, ασχέτως αποτελέσματος θα ζήσουμε έναν διχασμό τέτοιας έκτασης, που είχαμε πολλές δεκαετίες να ζήσουμε. Αν συνυπολογίσουμε και την Κρίση, η οποία είναι εδώ και δεν πρόκειται να ξορκιστεί με κανένα εκλογικό αποτέλεσμα, αναρωτιέμαι ποιος είναι εκείνος που θα μπορέσει να διαχειριστεί την δυστυχία που προκάλεσαν η Κρίση και οι πολιτικές του Μνημονίου σε συνδυασμό με μια διασπασμένη κοινωνία.

β) Ο κ. Σαμαράς προσπαθεί να προβάλει ως δική του ιδέα και πρωτοβουλία το Μέτωπο που του επιβάλλεται πρώτα από τα κάτω, την βάση του κόμματος που αρχηγεύει και γενικότερα της Κεντροδεξιάς, και δευτερευόντως από τις άλλες πτέρυγες της ΝΔ_ του. Προσπαθεί επίσης να δείξει ότι εκπροσωπεί την ηγεμονική δύναμη της παράταξης. Όμως μετά την καταστροφική διετή αρχηγία του, η Νέα Δημοκρατία μόνο στο Antinews ψιλοηγεμονεύει και πουθενά αλλού – είναι απλώς το μεγαλύτερο κόμμα στα Δεξιά του πολιτικού φάσματος. Το να προσέλθουν σε αυτό το κόμμα 2-3 φουσκωμένα Εγώ, όπως του κ. Μάνου ή της κας Μπακογιάννη, ελάχιστα θα διαφοροποιήσουν την κατάσταση. Ένα κόμμα που οι βαρώνοι του πηγαινοέρχονται με στόχο την εξουσία δεν υστερεί απλώς σε ελκυστικότητα, δεν έχει καν λόγο ύπαρξης.

Συμπέρασμα: Για να έχει δυναμική το όποιο Μέτωπο χρειάζεται ιδεολογία και πρόγραμμα και συγκεκριμένους στόχους. Δεν αρκεί η συσπείρωση προσωπικοτήτων εν ονόματι ενός φαντασιακού εν πολλοίς εχθρού.

Επιτέλους, ζούμε στο 2012 και όχι στο 1945 (κι αυτό δεν αφορά μόνο τον κ. Σαμαρά.)

.

4. Ξέρω ότι πέραν των οπαδών που είτε αναλώνονται σε πανηγύρια είτε ετοιμάζονται να ξεθάψουν τα τσεκούρια του πολέμου, πολλοί συμπολίτες μας ανησυχούν αυτές τις μέρες φοβούμενοι ότι μπορούν να χάσουν τα λίγα που τους έχουν απομείνει ή ότι θα παραμείνουν καθηλωμένοι στην απελπισία στην οποία βρίσκονται. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε τρομερά δύσκολη θέση, ταυτόχρονα όμως η άποψη ότι η λιτότητα δεν οδηγεί μόνο σε μεγαλύτερη Κρίση βρίσκει όλο και περισσότερους υποστηρικτές. Μαζί με τις απειλές για άτακτη χρεοκοπία ή έξοδο της Ελλάδας από την ζώνη του Ευρώ, που ακούμε άλλωστε τα 2 τελευταία χρόνια, έρχονται και πολλές βροντερές φωνές συμπαράστασης. Οι χαρτογιακάδες των Βρυξελλών και η Γερμανία έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι, αλλά στην σύγχρονη διεθνή σκηνή η στυγνή επιβολή έχει κάποια όρια -φαίνεται ότι έχουμε φτάσει σε αυτά ακριβώς τα όρια. Το timing φαντάζει σωστό για να θέσει η Ελλάδα, μια νέα, δυναμική Κυβέρνηση της Ελλάδας τα ζητήματα του χρέους, της ανάπτυξης, της λιτότητας, ελπίζοντας σε μια άμεση ανακούφιση των πολιτών. Οπότε αντί να ανησυχούμε και να παίζουμε το παιχνίδι του κάθε κομματόσκυλου, που ποντάρει στην αγωνία μας για να κερδίσει λίγα ψιχία εξουσίας παραπάνω, ας διατηρούμε την ψυχραιμία και την αισιοδοξία μας.

Ακόμα και τίποτα να μην επιτευχθεί τώρα, πάλι δεν χρειάζεται φόβος και τρόμος. Όπως είχε πει και ένας σοφός στη ζωή και την πολιτική δεν υπάρχουν τελευταίες ευκαιρίες.

Προεκλογική κίνηση

1.  Αν διέθεταν στοιχειώδη σοβαρότητα τα δυο μεγάλα (;) κόμματα της Συγκυβέρνησης, θα μιλούσανε σε αυτή την προεκλογική περίοδο μόνο για το Μνημόνιο. Θα συζητούσαν τι  συνέβη στη χώρα και τους πολίτες τα τελευταία 2,5 χρόνια και θα ενημέρωναν τους πολίτες τι τους περιμένει σύμφωνα με την πολιτικές που συμφώνησαν με την Τρόικα, τους κινδύνους και τις προοπτικές.

Αντ’ αυτού τουφεκάνε άσφαιρα στον αέρα: Οι σκληρές –και καλά!– δηλώσεις για το debate. Η διαφωνία για το αν συμφέρει η αυτοδύναμη Κυβέρνηση ή η συνεργασία (θα μου πεις: Αφού ανέθεσαν στην Τρόικα τον καθορισμό της πολιτικής, τι άλλο μένει να διαφωνήσουν, από το ποιος θα την εφαρμόσει;) Η εφεύρεση της επικείμενης Συγκυβέρνησης Τσίπρα – Καμμένου, στην οποία εσχάτως προστέθηκε και η Παπαρήγα! Και πάει λέγοντας.

Όλα αυτά, φυσικά, σε συμφωνία με τα καθεστωτικά ΜΜΕ, τα οποία αναδεικνύουν τέτοιου είδους θέματα και προβάλουν τέτοιου είδους κόντρες για να κρύψουν την γύμνια των κομμάτων.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πολίτης στην καθημερινότητά του (ανεργία, φτώχεια, υπερφορολόγηση, διάλυση του συστήματος υγείας, διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης, κοκ), τα προσπερνάνε με την μαγική λέξη ανάπτυξη, το νέο αμπρακατάμπρα της ιθαγενούς πολιτικής σκηνής. Πώς, πότε, ποια και για ποιους θα είναι αυτή η ανάπτυξη, κουβέντα.

2.   Πρόβαλαν τα ΜΜΕ μια «συγγνώμη» που είπε ο κύριος ΓΑΠ σε συνέντευξή σου σε περιφερειακή εφημερίδα της Αχαΐας.

Όμως ο κύριος ΓΑΠ δεν ζήτησε συγγνώμη για τα δεινά που προκάλεσε στο λαό και τη χώρα η διετής διακυβέρνησή του –αντιθέτως, επιμένει ότι όσα διέπραξε ήταν καλώς καμωμένα. Είπε, λέει, συγγνώμη για λογαριασμό άλλων, του πολιτικού συστήματος. Ο ίδιος, προφανώς, δεν αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί για λάθη και παραλήψεις –για όλα φταίει το «πολιτικό σύστημα».

Δεν αισθάνεται όμως ο κύριος ΓΑΠ την ανάγκη να απολογηθεί καν για παραπλάνηση του λαού, όταν κραύγαζε από το μπαλκόνι «λεφτά υπάρχουν». Όταν έλεγε «λεφτά», εννοούσε το «ταλέντο», μας είπε στην ίδια συνέντευξη.

Ας ζητήσει τουλάχιστον συγγνώμη για την ασύγγνωστη κακοποίηση της Ελληνικής γλώσσας.

3.   Ο κ. Βενιζέλος όμως ξέρει καλά Ελληνικά. Και πολλά. Τόσα πολλά που όταν τον ακούς να μιλάει νιώθεις ένα αίσθημα πνιγμού.

Τελευταία ο κ. Βενιζέλος «εγγυήθηκε» την έξοδο από το Μνημόνιο σε 3 χρόνια. Έτσι απλά. Χωρίς να πει το πώς, ούτε, φυσικά, σε ποια κατάσταση θα είναι οι πολίτες και η χώρα μετά από 3 χρόνια.

Αλλά γιατί να μπει στον κόπο; Έτσι κι αλλιώς ποιος θα του ζητήσει τον λόγο, αν δεν βγούμε;

Άσε που οι δικαιολογίες είναι ήδη έτοιμες: Ο Σαμαράς, οι συνδικαλιστές, οι εσωκομματικοί αντίπαλοι, τα άκρα, κτλ.

Άσε που η επόμενη Βουλή δεν θα κρατήσει 3 χρόνια…

4.   Αν κάτι μας δείχνει η υπόθεση του Άκη είναι ότι, αν θέλει η Δικαιοσύνη και το Σύστημα, ούτε ασυλίες, ούτε τίποτα δεν τους εμποδίζει.

Και μια και μιλάμε για την Ισχυρή Ελλάδα: Με κείνον  τον Μαντέλη και το μύριο του Τσουκάτου, τι γίνεται;

5.   Ζάππειο για θέματα ασφαλείας διοργάνωσε το επικοινωνιακό επιτελείο της Συγγρού με τον κ. Σαμαρά να εξαγγέλλει διάφορα δραματικά για την πάταξη της εγκληματικότητας και της παράνομης μετανάστευσης.

Δεν αμφιβάλλω ότι τα δυο αυτά προβλήματα, ειδικά για τους κατοίκους των μεγάλων αστικών κέντρων, θα οξύνθηκαν τα τελευταία 2,5 χρόνια –αλλά τι δεν έχει οξυνθεί σε αυτό το διάστημα;

Οι δημοσιογράφοι λένε ότι επιχειρεί να προβάλλει σκληρή ατζέντα αλά Σαρκοζί για να αποδυναμώσει τις διαρροές της ΝΔ_ προς τα δεξιά.

Όμως η Ελλάδα δεν είναι Γαλλία και, βέβαια, ο Σαμαράς δεν είναι Σαρκό. Οι Γάλλοι είναι προβληματισμένοι με την πορεία της χώρας τους, οι Έλληνες είναι απεγνωσμένοι. Η Γαλλία είναι ένα από τα ισχυρότερα κράτη του πλανήτη, εμείς μετράμε έναν-έναν τους τουρίστες του θα έρθουνε το καλοκαίρι (χάσαμε ήδη 4-5 φίλους του κ. Θ. Δημάδη, όπως μας πληροφόρησε ο ίδιος από το twitter).

Η ΝΔ_ του κ. Σαμαρά δεν χάνει γιατί αποδείχθηκε ανεπαρκής ή επιεικής σε θέματα δημόσιας ασφαλείας, αλλά για την επιλογή της να ψηφίσει το Μνημόνιο –για την οικονομική της πολιτική, με άλλα λόγια. Όσους παράνομους μετανάστες και να υποσχεθεί  ότι θα επαναπροωθήσει ο κ. Σαμαράς, όσα επιδόματα κι αν τάξει ότι θα αποκαταστήσει ή θα διατηρήσει στα Σώματα Ασφαλείας, εκείνος που του γύρισε την πλάτη για το Μνημόνιο, θα εξακολουθεί να την έχει γυρισμένη.

Από αυτή την άποψη, η «σκληρή» ατζέντα για τα θέματα ασφαλείας έχει πάνω-κάτω την ίδια αξία με μια πολιτισμένη ατζέντα για ζητήματα Εκπαίδευσης, Παιδείας και Έρευνας. Πιθανότατα δε αυτή η δεύτερη να είχε και μεγαλύτερη αξία, γιατί θα έδειχνε έναν φωτεινό (για να θυμηθούμε και τον Ελύτη) δρόμο για το μέλλον.

Ποιος έχασε όμως την φαντασία και το όραμα για να το βρουν οι της Συγγρού…

Μιλώντας για έργα τέχνης

Οι πιο παλιοί και σταθεροί φίλοι το ξέρουν, αλλά αισθάνομαι την ανάγκη να το πω:

Στο Σημειωματάριο δεν κάνω κριτικές τραγουδιών, δίσκων ή ταινιών.

Η κριτική προϋποθέτει έναν κριτή, ο οποίος ίπταται πάνω από το έργο, τον καλλιτέχνη και το κοινό, δεν ταυτίζεται με κανένα από τα τρία αυτά μέρη, παραμένει εκτός κατέχοντας κάποια αντικειμενικά μέτρα και σταθμά με τα οποία κρίνει. Ουσιαστικά, η κριτική επιδιώκει να καθοδηγήσει τον καλλιτέχνη και τον θεατή, να του διασαφηνίσει την κατάσταση, ώστε να ακολουθήσουν ή να εγκαταλείψουν περισσότερο συνειδητά κάποιον δρόμο.

Δεν λέω ότι είναι άχρηστη ή επιβλαβής η κριτική –τα δυόμιση χιλιάδες χρόνια που ασκείται είναι αρκετή απόδειξη της χρησιμότητας και της ωφελιμότητάς της. Και πιστεύω ότι η πραγματική κριτική οδηγεί κοινό και καλλιτέχνη σε νέους τρόπους έκφρασης, νέους δρόμους επικοινωνίας. Με άλλα λόγια, για την πνευματική φτώχεια που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στα πνευματικά και καλλιτεχνικά πράγματα του τόπου μας δεν ευθύνεται η αταλαντοσύνη των δημιουργών, η απαιδευσιά του κοινού, η εμπορευματοποίηση, αλλά και η απουσία οξυδερκούς κριτικής.

Εγώ βρίσκομαι στον αντίποδα της κριτικής, γιατί είμαι μέσα –ή αν θέλετε: έχω μέσα μου– όλα εκείνα για τα οποία έχω γράψει κατά καιρούς και θα γράψω στο μέλλον. Που σημαίνει, ότι είμαι εξαρχής και εξ ορισμού υποκειμενικός, προσωπικός, και καθόλου αντικειμενικός. Περισσότερο: Είμαι εξαρχής και εξ ορισμού προκατειλημμένος με το έργο και τον καλλιτέχνη –θετικά ή αρνητικά, δεν έχει σημασία.

Έπειτα νιώθω ότι δεν διαθέτω παρά ελάχιστες ειδικές γνώσεις, τις περισσότερες από τις οποίες τις απέκτησα εμπειρικά –που πάει να πει: σπάζοντας τα μούτρα μου– και όχι θεωρητικά ή εγκυκλοπαιδικά. Δεν κατέχω κανένα εργαλείο κατάλληλο για να κρίνω ένα έργο τέχνης ή έναν καλλιτέχνη. Μετά δυσκολίας και ψηλαφητά βρήκα τον δρόμο που τραβάω εγώ, δεν μπορώ να οδηγήσω άλλους…

Κι αν κατά καιρούς επιχείρησα να κρίνω την εργασία κάποιων, όσο περνάει ο καιρός καταλαβαίνω ότι πρέπει να αφήσω τις κριτικές για τους κριτές, τους ειδικούς, και να κάνω αυτό που μπορώ: Να συζητώ. Έτσι η ετικέτα «Κριτικές» στο Σημειωματάριο δεν είναι παρά υποκειμενικές-προσωπικές συζητήσεις του τι μου αρέσει και τι όχι σε ένα τραγούδι, ένα CD, μια ταινία ή ένα σήριαλ. Προσπαθώ να πω με λέξεις το νόημα και την σημασία που έχουν ή δεν έχουν όλα αυτά για μένα. Αυτό που εγώ βλέπω, που μπορεί να μην το βλέπει κανείς άλλος – μπορεί να μην υπάρχει καν! Έτσι, όσα κατά καιρούς γράφω για τον Χατζιδάκι ή τον Γκάτσο, τον John Ford και τον Ντοστογιέφσκι, τα παλιά ρεμπέτικα ή το σήριαλ που τυχαίνει να βλέπω, δεν είναι παρά απόπειρες μιας εσωτερικής αυτοβιογράφησης. Τίποτα παραπάνω και τίποτα παρακάτω.

Το Σημειωματάριο, παρά τις κατά καιρούς μεταμφιέσεις του (παραλίγο να γράψω: εμμονές του) ή κυρίως εξαιτίας αυτών, μένει πιστό σε αυτό που ήταν εξαρχής –σε αυτό που ήταν εξαρχής το ιστογραφείν:

Ένα δημόσιο/δημοσιευμένο προσωπικό ημερολόγιο.