Category Archives: Uncategorized

Μεγαλοβδομάδα

Δεν είναι δύσκολο να σου αρέσουν τα Χριστούγεννα. Όπως δεν είναι δύσκολο να χαμογελάσεις όταν βλέπεις ένα νεογέννητο. Δεν χρειάζεται να είσαι Χριστιανός για να συμμετέχεις στην χριστουγεννιάτικη εορταστική παραζάλη. Όλα είναι τόσο πολύχρωμα κι ανάλαφρα που στροβιλίζεσαι μαζί τους χωρίς καλά-καλά να το καταλάβεις: Στην καρδιά του χειμώνα, στολισμένες βιτρίνες, φωτισμένα δέντρα, δώρα, ρεβεγιόν -είναι αδύνατο να μην σου αρέσουν τα Χριστούγεννα, εκτός πια κι αν έχεις σοβαρή κατάθλιψη.

Το Πάσχα είναι άλλη φάση. Στο κέντρο του βρίσκεται / προϋπόθεσή του είναι ένας θάνατος. Κι όχι ένας οποιοσδήποτε θάνατος, αλλά θάνατος σκληρός, αγωνιώδης, πρόωρος και βάρβαρος. Και μετά, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα, υπάρχει και η Ανάσταση -τι ακατανόητο πράμα! Εντάξει, υπάρχουν βέβαια τα ψητά αρνιά, τα κόκκινα αυγά, τα κουλούρια και τα τσουρέκια, οι λαμπάδες και το φιλί, τα οποία -ας το παραδεχτούμε- αν τα ξεκόψεις από την Ανάσταση, βγάζουν χοντροκοπιά, βαρβαρότητα και χωριατίλα. Καμιά σχέση με τα ποπ λαμπιόνια των Χριστουγέννων. Με έναν τρόπο λογικό και ταυτόχρονα μυστικό, το Πάσχα αντιστέκεται στην ελαφρότητα της νεωτερικότητας.

Είναι φυσιολογικό.

Μια κοινωνία, ένας πολιτισμός, που προσπαθεί να απωθήσει και να μην αντιμετωπίσει οτιδήποτε έχει σχέση με την φθορά, της είναι δύσκολο, για να μην πω αδύνατο, να ασχοληθεί σοβαρά με τον θάνατο.

Σκέφτομαι πόσο άλλαξε η αντιμετώπιση των νεκρών τα χρόνια που εγώ θυμάμαι: Παλιά ο νεκρός πήγαινε στο σπίτι του, όπου τον περίμεναν συγγενείς, φίλοι και γείτονες, μαζεύονταν κόσμος, τον ξενυχτούσαν, μερικές φορές και δύο βράδια, κι ύστερα όλοι μαζί, πομπή, τον πήγαιναν στην Εκκλησία και στο κοιμητήριο. Υπήρχε θρήνος, αλλά και πολλή ηρεμία. Ήταν μια γιορτή απ’ το ανάποδο. Σήμερα προσπαθούμε να ξεφορτωθούμε τον νεκρό όσο πιο γρήγορα γίνεται. Δεν θέλουμε να τον αντικρίσουμε. Το ιδανικό είναι από το νεκροτομείο να πάει κατευθείαν στο νεκροταφίο. Εκεί να συγκεντρωθούν οι γνωστοί για τον τελευταίο χαιρετισμό και μετά όλοι γρήγορα στα σπίτια τους.

Μια κοινωνία όμως που δεν ξέρει να πενθεί, πώς να βιώσει την χαρμολύπη;

Κι όμως, η χαρά δεν χρειάζεται ενίσχυση για να την διαχειριστείς. Μπορεί ο καθένας μόνος του να κουβαλήσει το φορτίο της ευτυχίας. Τα ζόρια είναι στην άλλη πλευρά, στην αρρώστια και τον θάνατο. Εκεί χρειαζόμαστε αρωγή, σε αυτά θέλουμε να μας κάνουν κουράγιο. Όμως εμείς -κι όταν λέω εδώ εμείς εννοώ την κοινωνία, τον πολιτισμό μας- εμείς προτιμούμε να επιμερίζουμε τον πόνο στο κεφάλι του κάθε παθόντος και να στεγανοποιούμε το εγώ μας. Αυτό ίσως να λειτουργεί απέναντι στο κάθε μεμονωμένο περιστατικό, αλλά πόσο μπορούμε να προχωρήσουμε και πού μπορούμε να φτάσουμε απωθώντας το ερώτημα περί θανάτου; Το βασικότερο ίσως ερώτημα στην ζωή κάθε ανθρώπου ασχέτως φύλου, ηλικίας, μόρφωσης, επαγγέλματος, πλούτου. Το ερώτημα που αν απαντηθεί, νοηματοδοτεί τις πράξεις μας, δίνει αέρα στις ζωές μας.

Η J. Perkins θεωρεί, και συμφωνώ απολύτως μαζί της, ως το καθοριστικό στοιχείο που συνέβαλε στην διάδοση και την επικράτηση του Χριστιανισμού την αντίληψη που κόμισε περί θανάτου, πόνου και αρρώστιας. Εμείς σήμερα, που το πολιτιστικό και κοινωνικό μας DNA κουβαλάει 2000 Χριστιανισμού, δύσκολα ίσως συνειδητοποιούμε πόσο ριζικά διαφορετικό φαινόταν τότε το κήρυγμα της Εκκλησίας. Πόσο ριζικά διαφορετικό παραμένει ακόμα και σήμερα. Σκεφτείτε μόνο ότι happy end στη χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας ήταν ο θάνατος του ήρωα, ενώ στην παγανιστική ήταν φυσικά ο γάμος… Αυτή ακριβώς η αντίληψη κρατούσε εκείνους τους πρώτους Χριστιανούς εντός κι εκτός κοινωνίας / τους έκανε να φαίνονται αντικοινωνικοί, εχθροί του κράτους, της πόλης, του πολιτισμού. Και ίσως έτσι να ήταν. Τίποτε δεν μας βεβαιώνει ότι ο Χριστιανός-«μέσος άνθρωπος», που όλοι θεωρούμε ως δεδομένο, όντως υπήρχε τότε. Βέβαιο όμως είναι πως πάνω σε αυτή την άλλη, την αντικοινωνική αν θέλετε, αντίληψη περί θανάτου, χτίστηκαν νέοι κόσμοι και νέες κοινωνίες.

Ξεπεράστηκε η απάντηση που έδωσε ο Χριστιανισμός στο ερώτημα του θανάτου;

Δεν ξέρω. Δεν το πιστεύω, δηλαδή. Αν ξεπεράστηκε κάτι, είναι ο συναισθηματισμός, δηλαδή η υστερική απόλαυση που προσέφερε ένας συγκεκριμένος ναρκισσισμός, ο οποίος φυσικά καταλήγει και σε ιδεολογίες/ιδεοληψίες και σε στείρο φανατισμό. Αυτός ξεπεράστηκε – ελπίζω να ξεπεράστηκε. Το άλλο, η υπέρβαση του θανάτου, είναι πάντα εδώ, ελπίζω να είναι πάντα εδώ, και να μας περιμένει.

Ακόμα όμως και αν η Χριστιανική απάντηση ξεπεράστηκε, δεν αντικαταστάθηκε. Με άλλα λόγια, όπως και να το δεις, όπως κι αν το μετρήσεις, το κενό στις ζωές μας παραμένει εδώ και κραυγάζει προκλητικά. Όσο και να πιέζουμε τα δάχτυλα στ’ αυτιά μας, δεν υπάρχει περίπτωση, κάποια στιγμή θα το ακούσουμε.

………………………….

Όπως καταλαβαίνετε το κείμενο αυτό, όπως και όλα τα κείμενα του Σημειωματάριου, απάντηση, συμβουλές, παροτρύνσεις δεν περιέχει. Δεν έχω την θωράκιση που απαιτείται για να σας πω τι πρέπει να κάνετε, να πιστέψετε, να σκεφτείτε. Δεν έχω την θωράκιση που χρειάζεται για να σκεφτώ, να πιστέψω ή να κάνω ο ίδιος. Μεγάλη Παρασκευή σήμερα και θα σύρω τα βήματά μου στην Εκκλησία με την τυφλή πεποίθηση, ότι κάτι συμβαίνει εκεί μέσα. Ελπίζοντας ότι θα το ψηλαφίσω. Κι αυτό εύχομαι σε σας και σε μένα με όλη μου την καρδιά: Να το ψηλαφίσουμε!

Advertisements

Το πένθος κι ο εαυτός

Η λύπη, η μελαγχολία, το πένθος, όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει είναι φυσικά κι αναμενόμενα. Είναι ανθρώπινα, καθώς υπενθυμίζουν στον καθένα μας την κοινή μας μοίρα.

Παρατηρώ όμως μια εμμονή στα media, ειδικά τα κοινωνικά, γύρω από τους θανάτους και τα μνημόσυνα συγγραφέων, διανοούμενων, καλλιτεχνών, διασήμων εν γένει, που ξεφεύγει από το αναμενόμενο. Οι τοίχοι του facebook, η χρονογραμμή του twitter, δεν περιμένουν τον αιφνίδιο θάνατο για να πενθήσουν· καθημερινά γεμίζουν με φωτογραφίες και ημερομηνίες σπουδαίων και σημαντικών που γεννήθηκαν ή «φύγανε» σαν σήμερα.

Τα social media δεν είναι όμως ημερολόγια απωλειών ή πένθους, είναι χώροι δόμησης και αποδόμησης εαυτού. Κατά συνέπεια, το πένθος , επετειακό ή επικαιρικό, έχει σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Καλλίτερα: Το πένθος είναι ο τρόπος που συγκροτούμε τον εαυτό μας.

Κι έχει ενδιαφέρον ότι οι εαυτοί δεν συγκροτούνται στη βάση καθημερινών πράξεων και παραλήψεων, επιλογών και απορρίψεων, ιδεών ή πραγμάτων, αλλά στο βάθος επιμνημόσυνων αναφορών σε ανθρώπους οπωσδήποτε σπουδαίους και σημαντικούς. Είναι εντελώς διαφορετικό να διαβάζω και να διαλέγομαι με τα έργα του Ντοστογιέφσκι, του Τόμας Μανν ή του Μπρωντέλ, να προβληματίζομαι με τις ιδέες τους και να τους σχολιάζω στην ιστοσελίδα ή τον φεϊσμπουκικό μου τοίχο, κι άλλο να παραφυλάω την μέρα που γεννήθηκαν ή που πέθαναν για να αναρτήσω την φωτογραφία τους με τις ημερομηνίες αρχής και τέλους.

Σκέφτομαι ότι δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί το φαινόμενο –άλλωστε δεν αποτελεί ελληνικό προνόμιο, αλλά ολόκληρου του ευρωπαϊκού, ίσως του δυτικού, κόσμου. Έχει να κάνει με τον τρόπο που οριοθετούμε τις σχέσεις μας, πώς τοποθετούμε τους εαυτούς μας αναφορικά με το παρόν και το παρελθόν, την πολύμορφη ανασφάλεια που βιώνουμε, το έλλειμμα σε στόχους, σε οράματα και αξίες· με την εμπειρία χιλιετηρίδων που συνολικά, σαν ανθρωπότητα, αλλά κι ο καθένας ξεχωριστά, κουβαλάμε στους ώμους μας. Κι έχει βεβαίως να κάνει και με την πολυπλοκότητα του κόσμου, το πλήθος των ανεπεξέργαστων πληροφοριών που δεχόμαστε, τους αστραπιαίους ρυθμούς που ζούμε τις ζωές μας.

Φαίνεται ότι όσο τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις για να τις προλάβουμε, τόσο ακίνητη στέκει η ψυχή μας. Ανίκανη να κάνει ένα βήμα μπροστά, καθηλωμένη, αδυνατεί να διακρίνει την ομορφιά της πραγματικότητας, να αφομοιώσει την εμπειρία του παρόντος, να την μετουσιώσει σε έργο, κι έτσι αναπαύεται βουλιάζοντας στην πένθιμη νοσταλγία –είναι αυτός ο «πολιτισμός θανάτου, που περιέγραφε ο Ευγένιος Αρανίτσης ήδη από το (ευφορικό και προ-Ολυμπιακό) 1999.

………………

Να παγώσουμε τον χρόνο ή να τον βραδύνουμε, να στενέψουμε τον χώρο, να απλοποιήσουμε τον κόσμο, είναι αδύνατο. Ο εγχρονισμός στο σήμερα είναι ο μόνος τρόπος να απαλλαγούμε από την θανατίλα της νοσταλγίας και το μόνιμο πένθος· ο μόνος τρόπος να γίνουμε δημιουργικοί και ν’ αγαπήσουμε ξανά αυτό που έχουμε κι αυτό που είμαστε· ο μόνος τρόπος εν τέλει να σώσουμε την ψυχή μας…

Κατάρρευση

«Η κατάρρευση άρχισε ύπουλα, σαν όλες τις ψυχικές ασθένειες, και μάλιστα σε μιαν εποχή που ένιωθα σιδερένιος και χωρίς εκκρεμότητες», είναι η εναρκτήρια φράση του Κωστή Παπαγιώργη στο Σύνδρομο αγοραφοβίας (Εκδ. Καστανιώτη, 1998) και σκέφτομαι ότι ακριβώς η ίδια θα μπορούσε να τοποθετηθεί και στην αρχή ενός δοκιμίου, μιας μελέτης για την σημερινή Κρίση.

Νομίζω ότι όλοι συνομολογούμε –σε διαφορετική ένταση είναι η αλήθεια– ότι η Κρίση, παρότι κατατρώει μισθούς, συντάξεις κι επιδόματα, δεν είναι απλώς και μόνο οικονομική, αλλά δομική, εσωτερική του κράτους μας. Γι’ αυτό άλλωστε δεν θυμάμαι να υπάρχει κάποιος που να υποστηρίζει στα σοβαρά ότι δεν υφίσταται η αναγκαιότητα διαρθρωτικών αλλαγών και ότι μπορούμε να ξανασταθούμε στα πόδια μας με το ίδιο κράτος, με τις ίδιες αρχές και κοινωνικές προτεραιότητες.

Κι έπειτα, αναζητώντας το πότε έπεσε ο κακός σπόρος, πάμε πίσω σε εποχές που όχι μόνο δεν φανταζόμασταν ότι θα βιώναμε τέτοιες καταστάσεις, αλλά παρασυρμένοι από ένα πνεύμα αισιοδοξίας, που σήμερα φαντάζει και αφελής και κούφια και εγκληματική ίσως, γεμίζαμε τα γήπεδα για να τραγουδήσουμε άσματα για ήλιους.

Ποια είναι η λύση, ίσως αναρωτιέστε. Και μαζί σας αναρωτιέμαι κι εγώ. Γιατί δεν ξέρω –φαντάζομαι, αλλά δεν ξέρω. Και δεν θέλω μέσα στον ορυμαγδό των αναλύσεων και των εκτιμήσεων από ειδικούς και –κυρίως– από μη-ειδικούς (βέβαια στον τόπο μας έχουμε μιαν ευκολία να αυτοανακηρυσσόμαστε ειδικοί επί παντός) δεν θα ήθελα να προσθέσω και την δική μου φλυαρία επί του θέματος. Έτσι επιστρέφω στο βιβλίο.

Το οποίο μπορεί να ιδωθεί ως εξομολογητικό δοκίμιο, αλλά και ως μια έντονη, δραματική περιπέτεια με αγωνία, απρόσμενες ανατροπές και χιούμορ (για την ακρίβεια: αυτοσαρκασμό) που υπονομεύει πρώτα τον αφηγητή και μετά τον αναγνώστη –κάτι σαν τον Indiana Jones δηλαδή.

Κι όπως συμβαίνει σε αυτού του είδους τις περιπέτειες, έτσι και στο Σύνδρομο αγοραφοβίας το τέλος είναι happy:

«Είχα γιάνει επιτέλους», μας πληροφορεί ο συγγραφέας στην τελευταία του πρόταση.

Κι αυτό είναι το αισιόδοξο μήνυμα του βιβλίου:

Η αρρώστια μπορεί να θεραπευτεί. Η κατάρρευση μπορεί να ανατραπεί και να δώσει την θέση της στην ανόρθωση.

Αρκεί κάτι πολύ απλό, αλλά και πολύ δύσκολο καταπώς φαίνεται: Η αποδοχή εκείνου που είμαστε και εκείνου που είναι ο κόσμος, έτσι ώστε και εμείς να ενταχθούμε μέσα στον κόσμο, αλλά και ο κόσμος να βρει ένα κομμάτι στον μέσα εαυτό μας.

Και βέβαια ο έσωθεν και έξωθεν κόσμος, η ζωή αν προτιμάτε, δεν είναι μόνο γιορτή, χαρά και τραγούδι, αλλά είναι και φθορά και θάνατος –κατά κάποιο τρόπο μάλιστα είναι κυρίως φθορά και θάνατος.

Την πραγματικότητα αυτή καλούμαστε να διαχειριστούμε άμα τη ενηλικιώσει μας. Ερωτευόμαστε, γεννάμε, γράφουμε και διαβάζουμε μισοκλείνοντας το μάτι στον θάνατο. Με την βεβαιότητα ότι αν σε προσωπικό επίπεδο η μάχη θα αποδειχτεί άνιση για μας, στο ευρύτερο μπορεί και να είναι άνιση για τον Μαύρο Καβαλάρη.

Τελικά η ζωή αποκτά νόημα και βηματισμό από τη στιγμή που αποδεχθούμε την πραγματικότητα μέσα κι έξω και προσπαθήσουμε να την υπερβούμε. Και το παράξενο είναι ότι αυτή η προσπάθεια συνίσταται από τα πιο απλά, τα πιο καθημερινά πράγματα –στην αναγνώριση της ομορφιάς των πιο απλών και πιο καθημερινών πραγμάτων.

Άνθρωποι ή ακάουντ

Το έχουμε πλέον εμπεδώσει:

Το διαδίκτυο δεν είναι ένα ακόμα εργαλείο στα χέρια μας, αλλά ένας ολοκαίνουργιος τόπος, στο οποίο μπορούμε να κινούμαστε ελεύθερα και ίσως-ίσως να υπάρξουμε.

Αχανής κι αχαρτογράφητος, ο κόσμος του διαδικτύου έχει μια θεμελιώδη διαφορά από τον άλλο, τον παλαιό κόσμο: Είναι απολύτως χρηστικός. Φτιάχτηκε ως εργαλείο κι εξελίχθηκε σε χώρο υπηρετώντας δυο σημαντικές ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου: την δικτύωση και την ανταλλαγή πληροφοριών. Γιατί παρά την αύξηση των αναγκών που καλύπτει/δημιουργεί το διαδίκτυο, ο άνθρωπος, το μέσα, η ουσία του, αποζητά και ειρηνεύει σε μη-χρηστικές σχέσεις, καταστάσεις, δραστηριότητες, όπως και ο πρωτόγονος πρόγονός του.

Μας αρέσει να τα μπερδεύουμε, όντας και οι ίδιοι μπερδεμένοι, αλλά τα πράγματα παραμένουν απολύτως διακριτά: Άλλο η παρέα κι άλλο το δίκτυο. Όπως, άλλο η επικοινωνία, δηλαδή η συνεννόηση σε ένα ανώτερο επίπεδο, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη μιας σχέσης (φιλικής, ερωτικής, επαγγελματικής κτλ) κι άλλο η ανταλλαγή πληροφοριών που εξυπηρετεί αμοιβαία συμφέροντα. Και είναι εντελώς διαφορετικός ο κοινωνικός άνθρωπος από τον καλά δικτυωμένο –το αστείο για εκείνον με τους εκατοντάδες φίλους στο facebook, που δεν έχει έναν να βγει μαζί του το Σαββατόβραδο ή να του τηλεφωνήσει να πει τον πόνο του, δεν είναι πλέον αστείο.

Ο τεχνοβιότοπος του διαδικτύου επιτρέπει την ανάπτυξη συμπεριφορών, που προηγουμένως θεωρούνταν περιθωριακές και προβληματικές. Ο τύπος με το παραφουσκωμένο εγώ, για παράδειγμα, που κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα μαζεύοντας λάικ και φαβ, και συλλέγει οπαδούς, φίλους κι ακολούθους επιδεικνύοντας μιαν αφελή και συχνά επιθετική ευαισθησία, οπωσδήποτε επιδερμική και ανάλογη του συρμού, στην προ-διαδικτύου εποχή, αν υπήρχε, ήταν περιορισμένος στη γειτονιά ή το διαμέρισμά του. Σήμερα όμως που έχει χώρο ν’ αλωνίζει, βιτρίνα για να μοστράρεται και, κυρίως, βλέμματα που τον παρακολουθούν και να καθορίζουν την συμπεριφορά του, μετατρέπεται σε επιτυχημένο ακάουντ.

Το σουξέ ήταν πάντα εύπεπτο, ελαφρύ και μακριά από τα ζόρικα ζητήματα –συνεπώς δεν είναι η ανοησία ή η αφέλεια που ενοχλεί. Πρόβλημα είναι η έκπτωση ή η μετάθεση βασικών αναγκών. Η επαφή, η σχέση, αντικειμενικοποιείται, καθίσταται μετρήσιμο μέγεθος, και μετατρέπεται σε πρωταθλητισμό. Κι όπως ο καθένας που ασχολείται με τον πρωταθλητισμό είναι εξ ορισμού ανταγωνιστικός και πιθανότατα επιθετικός, έτσι και εκείνοι προβάλλουν την πραμάτεια τους. Μοναδικός στόχος είναι τα λάικ και βασικά μέσα το γλυκερό συναίσθημα και η βάναυση εριστικότητα. Η λογική –όπως και το γνήσιο αίσθημα– είναι διεργασία που απαιτεί χρόνο για να γονιμοποιηθεί, έχουν εξοριστεί. Τα επιχειρήματα είναι επιφανειακά, με πολυχρησιμοποιημένες λέξεις και φράσεις, που δεν εννοούν τόσα όσα υπονοούν ή περιορίζονται σε εικόνες (παιδιά, γατιά, κουτάβια, φεγγάρια, ηλιοβασιλέματα κτλ) που γαργαλάνε το χαμηλό υπογάστριο του θυμικού. Ένας πηχτός, κολλώδης συναισθηματισμός διαχέεται στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο, που καταπίνει τα πάντα –ακόμα και τους σκοπούς που υποτίθεται ότι υποστηρίζει, ακόμα και τους ανθρώπους, στους οποίους υποτίθεται ότι συμπαραστέκεται –προπάντων όμως εκείνους που τον παράγουν. Στην αγωνία τους να κατασκευάσουν ένα διακριτό πρόσωπο και να φανούν, βουλιάζουν στη χωματερή του διαδικτύου.

Το ερώτημα είναι τι θα αναδυθεί από κει μέσα…

 

———

Δημοσιεύτηκε στο frear.gr

James Ellroy: Τα σκοτάδια μου

ELLROY-SKOTADIAΚυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις εκδόσεις Άγρα το βιβλίο του James Ellroy «Τα σκοτάδια μου», σε μετάφραση Ανδρέα Αποστολίδη. Είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα, που ασχολείται με τον φόνο της μητέρας του, Τζηνήβα Ελλρόυ, η οποία βρέθηκε στραγγαλισμένη στις 22 Ιουνίου 1958, και τις προσπάθειές του σαράντα χρόνια μετά να τον εξιχνιάσει · το άλλο, «The Hilliker Curse», δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά.

Ο συγγραφέας δεν χρειάζεται συστάσεις στο αναγνωστικό κοινό της χώρας μας: Είναι από τους πλέον αγαπημένους συγγραφείς και τα βιβλία του αποτελούν εκδοτικό γεγονός. Αλλά και το συγκεκριμένο βιβλίο δεν έχει ιδιαίτερη ανάγκη τις κριτικές παρουσιάσεις: Κουβαλάει χιλιάδες σελίδες με ύμνους κριτικών και τιμητικές διακρίσεις –το Time το ανακήρυξε καλλίτερο βιβλίο του 1996 και οι New York Times ως το αξιοσημείωτο βιβλίο της ίδιας χρονιάς.

Το έργο αποτελείται από τέσσερα μέρη. Στο 1ο μέρος ο συγγραφέας περιγράφει τον φόνο της μητέρας του. Κάτι παιδιά βρήκαν το πτώμα της έξω από ένα σχολείο, η αστυνομία ειδοποιήθηκε και ξεκίνησε η έρευνα για την ταυτοποίηση του θύματος και την ανακάλυψη του δράστη. Το κομμάτι αυτό, που περιλαμβάνει πρακτικά ανακρίσεων και αστυνομικών ανακοινώσεων θυμίζει τα άλλα νουάρ μυθιστορήματα του Ελλρόυ, ειδικά την Τετραλογία του Λος Άντζελες και δη την «Μαύρη Ντάλια». Η αποστασιοποίηση που περιγράφονται τα γεγονότα, η απουσία συναισθηματικής φόρτισης, η ουδετερότητα, εντυπωσιάζει τον αναγνώστη και ίσως-ίσως τον σοκάρει.

Το 2ο όμως μέρος είναι πιο προσωπικό – η αφήγηση γίνεται πλέον πρωτοπρόσωπη. Ο Ελλρόυ ήταν 10 χρονών όταν δολοφονήθηκε η μητέρα του. Οι γονείς του είχαν ήδη χωρίσει, έβλεπε τον πατέρα του τα Σαββατοκύριακα και είχε επηρεαστεί από τα κηρύγματα μίσους εναντίον της «κοκκινομάλλας». Αντιμετώπισε την είδηση του θανάτου της με επιφανειακή ηρεμία, αλλά από την εφηβεία και μετά πήρε την κάτω βόλτα: εμμονές με μεγαλύτερες γυναίκες, διαρρήξεις, εξαρτήσεις από διάφορες ουσίες, φυλακή. Το πώς δεν καταστράφηκε ολοσχερώς, το πώς κατάφερε να διασωθεί, είναι θαύμα και αποκαλύπτει την μεγάλη του εσωτερική δύναμη. Μαζί όμως με τα καλά της νηφαλιότητας άρχισε να θυμάται την μητέρα του· άρχισε να νιώθει την ανάγκη να επανασυνδεθεί μαζί της.

Στο 3ο μέρος, που είναι το πιο σύντομο, ο συγγραφέας περιγράφει τον Μπιλ Στόουνερ, ντετέκτιβ της αστυνομίας του ΛΑ, ο οποίος μετά την συνταξιοδότησή του, τον βοήθησε στην έρευνα για την μητέρα του. Ο Ελλρόυ περιγράφει τις μεγάλες υποθέσεις που σημάδεψαν τον συνεργάτη του, με τον οποίο μοιράζεται την ίδια εμμονή για τις δολοφονημένες γυναίκες. Περιγράφει το πώς αποφάσισε να ανοίξει πάλι τον φάκελο της Τζην Ελλρόυ, σαράντα χρόνια μετά. Στο φόντο η τρέλα του ΛΑ της δεκαετίας του ’90, με την δίκη του Ο. Τζ. Σίμπσον και την φρενίτιδα που είχε προκαλέσει στα ΜΜΕ.

Στο τελευταίο μέρος περιγράφεται αναλυτικά η έρευνα που διεξήγαγαν ο Ελλρόυ και ο Στόουνερ, οι επισκέψεις τους στον τόπο του εγκλήματος, τα αστυνομικά αρχεία, σε ανθρώπους που ζήσανε την εποχή και γνωρίσανε την μητέρα του. Ξεκινάει ως μια προσπάθεια αναζήτησης του δολοφόνου, καταλήγει όμως με την δίψα του γιου που θέλει να γνωρίσει την χαμένη μητέρα. Οι τελευταίες σελίδες βιογραφούν την κοκκινομάλλα με τις πληροφορίες που ο Ελλρόυ άντλησε από την έρευνά του, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούν τον επίλογο. Ο Ελλρόυ δεν πιστεύει σε επιλόγους. Όντας εμμονικός δεν τους επιδιώκει. Απόδειξη η συγγραφή κι άλλου βιβλίου με το ίδιο θέμα.

«Τα σκοτάδια μου» είναι ένα βιβλίο που δύσκολα ταξινομείται. Ξεκινάει σαν νουάρ αστυνομικό μυθιστόρημα, γίνεται αυτοβιογραφία, δοκίμιο περί βίας, στοχασμός πάνω στην απώλεια. Εδώ βρίσκεται και η σημασία του Ελλρόυ: Φέρνει ένα λαϊκό είδος, όπως το σκληρό αστυνομικό μυθιστόρημα, στα όριά του. Οι μεγάλοι κλασικοί του αμερικάνικου αστυνομικού μυθιστορήματος, ο Τσάντλερ, ο Χάμετ, ο Σπιλέιν, διέθεταν κυρίως στιλ. Οι ιδέες, όπου υπήρχαν, είναι σχηματικές, οι χαρακτήρες, τυποποιημένοι, το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον συμβατικά σχεδιασμένο. Ο Ελλρόυ όμως εμβαθύνει στους χαρακτήρες, στις πράξεις και τις παραλείψεις τους, στο ιστορικό πλαίσιο. Οι πολυπρισματικές αφηγήσεις του θυμίζουν τους σπουδαίους συγγραφείς του 19ου αιώνα. Αίφνης αναδεικνύεται σε συγγραφέας μεγάλων ιστορικών μυθιστορημάτων, και μάλιστα χωρίς να καταργεί το είδος το οποίο υπηρετεί: Το «Αμερικάνικο ταμπλόιντ» είναι εξίσου αστυνομικό μυθιστόρημα (μυθιστόρημα εγκλήματος, crime novel) και πολιτικό-ιστορικό έπος, όπως και «Τα σκοτάδια μου» είναι αστυνομικό και αυτοβιογραφία.

Στο βάθος όμως, το βιβλίο του Ελλρόυ είναι ένα δοκίμιο για την συγγραφική τέχνη. Όπως ακριβώς το «Περί συγγραφής» του Στήβεν Κινγκ είναι αυτοβιογραφία, έτσι και η αυτοβιογραφία του Ελλρόυ είναι περί συγγραφής. Εκθέτοντας τα σχετικά με την δολοφονία της μητέρας του και πώς ο ίδιος την αντιμετώπισε, μας ξεναγεί στο συγγραφικό του εργαστήρι. Εκεί, στην έρημη αλάνα, απέναντι από το ντράιβ ιν εστιατόριο και το κωλάδικο, δίπλα από το σχολικό συγκρότημα, όπου κείτεται το ημίγυμνο γυναικείο πτώμα, εκεί είναι που συμβαίνει όλη η μαγεία.

Τελικά, αυτό που λέει ο Ελλρόυ, όπως και ο Στήβεν Κινγκ προηγουμένως, στους επίδοξους συγγραφείς είναι: Κοίτα μέσα σου· γνώρισε τον εαυτό σου. Γιατί η αφετηρία κάθε συγγραφέα είναι εκεί, στον εαυτό σου. Μπορεί να γράφει για τεμαχισμένες γυναίκες και συνωμοσίες της μαφίας ή για εγκληματικά πνεύματα και στοιχειωμένα σπίτια ή για την θλιβερή παρακμή ενός σπουδαίου συνθέτη ή την κόλαση που φέρνουν κάποιες ιδέες που ακούγονται πολύ όμορφα –δεν έχει σημασία. Θα πετύχει μόνο αν αντλήσει από μέσα για το θέμα του.

 

Για την έκδοση δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα. Η ποιότητα των εκδόσεων Άγρα είναι γνωστή σε όλους. Η μετάφραση του Ανδρέα Αποστολίδη, όπως πάντα εξαιρετική. Όπως και τα άλλα βιβλία του Ελλρού στα ελληνικά, έτσι κι αυτό χαίρεσαι να το πιάνεις στα χέρια σου και να το βλέπεις στην βιβλιοθήκη σου.

 

Δημοσιεύτηκε στο Global View

Νέοι τρόποι: Η εμφάνιση του μοναχισμού

Στην τρίτη διάλεξη του κύκλου «Κατασκευάζοντας τον νέο άνθρωπο. Όρια και δυνατότητες στο πρώιμο Βυζάντιο» ο μοναχισμός, το πιο μαζικό κι αυθεντικό κίνημα της ύστερης αρχαιότητας, θα βρεθεί στο επίκεντρο της μελέτης μας. Ο μοναχισμός διεύρυνε το φαντασιακό των ανθρώπων της εποχής, απελευθέρωσε δυνατότητες κι επιθυμίες, έφερε στο κέντρο περιφερειακές κι αφανείς δυνάμεις.

Είναι ενδεικτικό άλλωστε ότι ένας αιγύπτιος χωρικός, ο Αντώνιος, στην προσπάθειά του να εφαρμόσει κατά γράμμα τις επιταγές του Ευαγγελίου, έγινε ο πρώτος χριστιανός ασκητής, το παράδειγμα του οποίου ακολούθησαν κι ακολουθούν χιλιάδες άνθρωποι. Η βιογραφία του γραμμένη από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Αθανάσιο είναι ένα από τα ιδρυτικά κείμενα της δυτικής λογοτεχνίας και η επιδραστικότητά του δεν περιορίζεται στην ύστερη αρχαιότητα ή τους Μέσους Χρόνους, αλλά εκτείνεται ως τις μέρες μας.

Με αφετηρία τον Βίο του Αντωνίου θα εξηγήσουμε την γέννηση και την διάδοση του χριστιανικού ασκητισμού και θα εστιάσουμε τις οπτικές που έφερε σε ζητήματα όπως ο χρόνος, το σώμα, ο κόσμος.

Η διάλεξη θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 7 Μαΐου στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μ. και Β. Θεοχαράκη στις 18.00.

5 βιβλία του 2014

Μετά από την ευγενική πρόσκληση του Δημήτρη Αγγελή και μια καθυστέρηση εξαιτίας εορτών, ασθενειών και ακηδίας, σημειώνω τα 5 ελληνικά βιβλία που ξεχώρισαν στα διαβάσματά μου της περασμένης χρονιάς. Το ευχάριστο κι αιτία αισιοδοξίας είναι ότι παρά την κρίση, κυκλοφόρησαν πολλά εξαιρετικά βιβλία χωρίς εμπορικές ή και με αντιεμπορικές προδιαγραφές. Είναι κι αυτό μια απόδειξη ότι παρά τις παντοειδείς εκπτώσεις, υπάρχουν μερακλήδες, άνθρωποι που πιστεύουν ότι η καλή κι ευσυνείδητη εργασία στο τέλος θα επικρατήσει και θα επιβραβευτεί.

1.       Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά, Εκδόσεις Καστανιώτη
Ο Παπαγιώργης δεν χρειάζεται συστάσεις. Η γραφίδα του είναι πολύ γνωστή στους βιβλιόφιλους, αλλά και στον μέσο Έλληνα, αφού ο δοκιμιογράφος ψωμιζόταν επιφυλλιδογραφώντας σε εφημερίδες και περιοδικά. Τα Υπεραστικά συγκεντρώνουν κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο πολιτιστικό ένθετο της Απογευματινής την περίοδο 1995-1997. Αποτελούν τον πρώτο τόμο που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του κι ελπίζω όχι τον τελευταίο. Όσοι τον διαβάζαμε από βδομάδα σε βδομάδα στα έντυπα που αρθρογραφούσε, ξέρουμε ότι έχει δημοσιεύσει μικρά αριστουργήματα, που αξίζουν να κυκλοφορήσουν σε βιβλία.

2.       Νίκος Ορδουλίδης, Η δισκογραφική καριέρα του Τσιτσάνη (1936-1983), Εκδόσεις Ιανός
Η ρεμπετολογία ξεκίνησε ως συλλογή αφελών ανεκδότων με στόχο την επαναφήγηση ενός πρόσφατου παρελθόντος με συχνά ευδιάκριτες και ιδιοτελείς στοχεύσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ως ρεμπετολόγοι διακρίθηκαν και άνθρωποι που αγαπούσαν τα τραγούδια και πιθανόν και τους ανθρώπους που τα έγραφαν, αλλά αυτό δεν αρκεί ή δεν αρκεί πλέον. Τα προηγούμενα χρόνια σημειώθηκε μια αποφασιστική στροφή προς την ιδεολογική, κοινωνική και ανθρωπολογική μελέτη του ρεμπέτικου. Τα βιβλία του Βλησίδη και του Καλαποθάκου προσφέρουν νέες τολμηρές οπτικές στο θέμα συζητώντας το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, που γέννησε το ρεμπέτικο μέσα από τους στίχους των τραγουδιών. Ο Ορδουλίδης κάνει ένα αποφασιστικό βήμα μελετώντας με σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους την μουσική. Το βιβλίο, που αποτελεί μετάφραση της διδακτορικής διατριβής του συγγραφέα, η οποία εκπονήθηκε στο Πανεπιστήμιο του Leeds, εστιάζει σε σημαντικά θέματα, όπως οι δρόμοι και τα μακάμια, οι ρυθμοί και τα όργανα, οι τεχνικές ηχογράφησης κτλ διευκρινίζοντας πολλά κρίσιμα ζητήματα κι ανοίγοντας άλλα τόσα. Ο Ορδουλίδης δεν εξαντλεί τον δισκογραφημένο Τσιτσάνη, αλλά η ρεμπετολογία –ή η λαϊκή μουσικολογία, όπως προτιμά να ονομάζει το πεδίο της έρευνάς του ο συγγραφέας– δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια. H συμβολή του Ορδουλίδη είναι σημαντική και πρωτότυπη και ελπίζω ότι θα αποτελέσει οδοδείκτη για ανάλογες μελέτες στο μέλλον.

3.       Βασίλης Βαμβακάς – Παναγής Παναγιωτόπουλος (επιμέλεια), Η Ελλάδα στη Δεκαετία του ’80. Κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο, Εκδόσεις Επίκεντρο
Ο τόμος αυτός που πρωτοεκδόθηκε το 2010 κι επανεκδόθηκε φέτος, είναι ένα από τα πιο απολαυστικά αναγνώσματα των τελευταίων μηνών και πηγή ατέρμονων συζητήσεων στην παρέα. Μέσα από τα 264 λήμματα αυτής της πρωτοποριακής εργασίας παρελαύνει κι αναδεικνύεται μια ολόκληρη εποχή, που πολλοί την θεωρούν μητέρα όλων των δεινών που ζούμε σήμερα κι άλλοι τόσοι την νοσταλγούν ως ένα απολεσθέντα παράδεισο.

4.       Varlam Salamov, Οι βιβλιοθήκες μου, Εκδόσεις Άγρα
Γνωρίσαμε τον Σαλάμοφ πριν από λίγα χρόνια μέσα από το συγκλονιστικό έργο του Ιστορίες από την Κολιμά (εκδόσεις Ίνδικτος), που ιστορούσε την φρίκη των σταλινικών στρατοπέδων εργασίας. Σε αυτό το αυτοβιογραφικό χρονικό περιγράφει πώς τα βιβλία μπορούν να διασώσουν τον άνθρωπο και την ανθρωπιά του. Από αυτή την άποψη, Οι βιβλιοθήκες μου είναι ανησυχητικά επίκαιρες σήμερα.

5.       Ελένη Τσεκούρα, Αδέσποτα, Εκδόσεις Κουκκίδα

Το βιβλίο περιλαμβάνει 18 διηγήματα μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως. Με μια ασθματική γραφή που ακροβατεί ανάμεσα στην παράνοια  και την υστερία, σαρκαστική και αυτοϋπονομευόμενη, η Τσεκούρα καθρεφτίζει τον ψυχισμό της συγκαιρινής γυναίκας. Ένα βιβλίο που με μαγνήτισε.

 

Γράφτηκε για το Φρέαρ