Κατάρρευση

«Η κατάρρευση άρχισε ύπουλα, σαν όλες τις ψυχικές ασθένειες, και μάλιστα σε μιαν εποχή που ένιωθα σιδερένιος και χωρίς εκκρεμότητες», είναι η εναρκτήρια φράση του Κωστή Παπαγιώργη στο Σύνδρομο αγοραφοβίας (Εκδ. Καστανιώτη, 1998) και σκέφτομαι ότι ακριβώς η ίδια θα μπορούσε να τοποθετηθεί και στην αρχή ενός δοκιμίου, μιας μελέτης για την σημερινή Κρίση.

Νομίζω ότι όλοι συνομολογούμε –σε διαφορετική ένταση είναι η αλήθεια– ότι η Κρίση, παρότι κατατρώει μισθούς, συντάξεις κι επιδόματα, δεν είναι απλώς και μόνο οικονομική, αλλά δομική, εσωτερική του κράτους μας. Γι’ αυτό άλλωστε δεν θυμάμαι να υπάρχει κάποιος που να υποστηρίζει στα σοβαρά ότι δεν υφίσταται η αναγκαιότητα διαρθρωτικών αλλαγών και ότι μπορούμε να ξανασταθούμε στα πόδια μας με το ίδιο κράτος, με τις ίδιες αρχές και κοινωνικές προτεραιότητες.

Κι έπειτα, αναζητώντας το πότε έπεσε ο κακός σπόρος, πάμε πίσω σε εποχές που όχι μόνο δεν φανταζόμασταν ότι θα βιώναμε τέτοιες καταστάσεις, αλλά παρασυρμένοι από ένα πνεύμα αισιοδοξίας, που σήμερα φαντάζει και αφελής και κούφια και εγκληματική ίσως, γεμίζαμε τα γήπεδα για να τραγουδήσουμε άσματα για ήλιους.

Ποια είναι η λύση, ίσως αναρωτιέστε. Και μαζί σας αναρωτιέμαι κι εγώ. Γιατί δεν ξέρω –φαντάζομαι, αλλά δεν ξέρω. Και δεν θέλω μέσα στον ορυμαγδό των αναλύσεων και των εκτιμήσεων από ειδικούς και –κυρίως– από μη-ειδικούς (βέβαια στον τόπο μας έχουμε μιαν ευκολία να αυτοανακηρυσσόμαστε ειδικοί επί παντός) δεν θα ήθελα να προσθέσω και την δική μου φλυαρία επί του θέματος. Έτσι επιστρέφω στο βιβλίο.

Το οποίο μπορεί να ιδωθεί ως εξομολογητικό δοκίμιο, αλλά και ως μια έντονη, δραματική περιπέτεια με αγωνία, απρόσμενες ανατροπές και χιούμορ (για την ακρίβεια: αυτοσαρκασμό) που υπονομεύει πρώτα τον αφηγητή και μετά τον αναγνώστη –κάτι σαν τον Indiana Jones δηλαδή.

Κι όπως συμβαίνει σε αυτού του είδους τις περιπέτειες, έτσι και στο Σύνδρομο αγοραφοβίας το τέλος είναι happy:

«Είχα γιάνει επιτέλους», μας πληροφορεί ο συγγραφέας στην τελευταία του πρόταση.

Κι αυτό είναι το αισιόδοξο μήνυμα του βιβλίου:

Η αρρώστια μπορεί να θεραπευτεί. Η κατάρρευση μπορεί να ανατραπεί και να δώσει την θέση της στην ανόρθωση.

Αρκεί κάτι πολύ απλό, αλλά και πολύ δύσκολο καταπώς φαίνεται: Η αποδοχή εκείνου που είμαστε και εκείνου που είναι ο κόσμος, έτσι ώστε και εμείς να ενταχθούμε μέσα στον κόσμο, αλλά και ο κόσμος να βρει ένα κομμάτι στον μέσα εαυτό μας.

Και βέβαια ο έσωθεν και έξωθεν κόσμος, η ζωή αν προτιμάτε, δεν είναι μόνο γιορτή, χαρά και τραγούδι, αλλά είναι και φθορά και θάνατος –κατά κάποιο τρόπο μάλιστα είναι κυρίως φθορά και θάνατος.

Την πραγματικότητα αυτή καλούμαστε να διαχειριστούμε άμα τη ενηλικιώσει μας. Ερωτευόμαστε, γεννάμε, γράφουμε και διαβάζουμε μισοκλείνοντας το μάτι στον θάνατο. Με την βεβαιότητα ότι αν σε προσωπικό επίπεδο η μάχη θα αποδειχτεί άνιση για μας, στο ευρύτερο μπορεί και να είναι άνιση για τον Μαύρο Καβαλάρη.

Τελικά η ζωή αποκτά νόημα και βηματισμό από τη στιγμή που αποδεχθούμε την πραγματικότητα μέσα κι έξω και προσπαθήσουμε να την υπερβούμε. Και το παράξενο είναι ότι αυτή η προσπάθεια συνίσταται από τα πιο απλά, τα πιο καθημερινά πράγματα –στην αναγνώριση της ομορφιάς των πιο απλών και πιο καθημερινών πραγμάτων.

Άνθρωποι ή ακάουντ

Το έχουμε πλέον εμπεδώσει:

Το διαδίκτυο δεν είναι ένα ακόμα εργαλείο στα χέρια μας, αλλά ένας ολοκαίνουργιος τόπος, στο οποίο μπορούμε να κινούμαστε ελεύθερα και ίσως-ίσως να υπάρξουμε.

Αχανής κι αχαρτογράφητος, ο κόσμος του διαδικτύου έχει μια θεμελιώδη διαφορά από τον άλλο, τον παλαιό κόσμο: Είναι απολύτως χρηστικός. Φτιάχτηκε ως εργαλείο κι εξελίχθηκε σε χώρο υπηρετώντας δυο σημαντικές ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου: την δικτύωση και την ανταλλαγή πληροφοριών. Γιατί παρά την αύξηση των αναγκών που καλύπτει/δημιουργεί το διαδίκτυο, ο άνθρωπος, το μέσα, η ουσία του, αποζητά και ειρηνεύει σε μη-χρηστικές σχέσεις, καταστάσεις, δραστηριότητες, όπως και ο πρωτόγονος πρόγονός του.

Μας αρέσει να τα μπερδεύουμε, όντας και οι ίδιοι μπερδεμένοι, αλλά τα πράγματα παραμένουν απολύτως διακριτά: Άλλο η παρέα κι άλλο το δίκτυο. Όπως, άλλο η επικοινωνία, δηλαδή η συνεννόηση σε ένα ανώτερο επίπεδο, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη μιας σχέσης (φιλικής, ερωτικής, επαγγελματικής κτλ) κι άλλο η ανταλλαγή πληροφοριών που εξυπηρετεί αμοιβαία συμφέροντα. Και είναι εντελώς διαφορετικός ο κοινωνικός άνθρωπος από τον καλά δικτυωμένο –το αστείο για εκείνον με τους εκατοντάδες φίλους στο facebook, που δεν έχει έναν να βγει μαζί του το Σαββατόβραδο ή να του τηλεφωνήσει να πει τον πόνο του, δεν είναι πλέον αστείο.

Ο τεχνοβιότοπος του διαδικτύου επιτρέπει την ανάπτυξη συμπεριφορών, που προηγουμένως θεωρούνταν περιθωριακές και προβληματικές. Ο τύπος με το παραφουσκωμένο εγώ, για παράδειγμα, που κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα μαζεύοντας λάικ και φαβ, και συλλέγει οπαδούς, φίλους κι ακολούθους επιδεικνύοντας μιαν αφελή και συχνά επιθετική ευαισθησία, οπωσδήποτε επιδερμική και ανάλογη του συρμού, στην προ-διαδικτύου εποχή, αν υπήρχε, ήταν περιορισμένος στη γειτονιά ή το διαμέρισμά του. Σήμερα όμως που έχει χώρο ν’ αλωνίζει, βιτρίνα για να μοστράρεται και, κυρίως, βλέμματα που τον παρακολουθούν και να καθορίζουν την συμπεριφορά του, μετατρέπεται σε επιτυχημένο ακάουντ.

Το σουξέ ήταν πάντα εύπεπτο, ελαφρύ και μακριά από τα ζόρικα ζητήματα –συνεπώς δεν είναι η ανοησία ή η αφέλεια που ενοχλεί. Πρόβλημα είναι η έκπτωση ή η μετάθεση βασικών αναγκών. Η επαφή, η σχέση, αντικειμενικοποιείται, καθίσταται μετρήσιμο μέγεθος, και μετατρέπεται σε πρωταθλητισμό. Κι όπως ο καθένας που ασχολείται με τον πρωταθλητισμό είναι εξ ορισμού ανταγωνιστικός και πιθανότατα επιθετικός, έτσι και εκείνοι προβάλλουν την πραμάτεια τους. Μοναδικός στόχος είναι τα λάικ και βασικά μέσα το γλυκερό συναίσθημα και η βάναυση εριστικότητα. Η λογική –όπως και το γνήσιο αίσθημα– είναι διεργασία που απαιτεί χρόνο για να γονιμοποιηθεί, έχουν εξοριστεί. Τα επιχειρήματα είναι επιφανειακά, με πολυχρησιμοποιημένες λέξεις και φράσεις, που δεν εννοούν τόσα όσα υπονοούν ή περιορίζονται σε εικόνες (παιδιά, γατιά, κουτάβια, φεγγάρια, ηλιοβασιλέματα κτλ) που γαργαλάνε το χαμηλό υπογάστριο του θυμικού. Ένας πηχτός, κολλώδης συναισθηματισμός διαχέεται στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο, που καταπίνει τα πάντα –ακόμα και τους σκοπούς που υποτίθεται ότι υποστηρίζει, ακόμα και τους ανθρώπους, στους οποίους υποτίθεται ότι συμπαραστέκεται –προπάντων όμως εκείνους που τον παράγουν. Στην αγωνία τους να κατασκευάσουν ένα διακριτό πρόσωπο και να φανούν, βουλιάζουν στη χωματερή του διαδικτύου.

Το ερώτημα είναι τι θα αναδυθεί από κει μέσα…

 

———

Δημοσιεύτηκε στο frear.gr

James Ellroy: Τα σκοτάδια μου

ELLROY-SKOTADIAΚυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις εκδόσεις Άγρα το βιβλίο του James Ellroy «Τα σκοτάδια μου», σε μετάφραση Ανδρέα Αποστολίδη. Είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα, που ασχολείται με τον φόνο της μητέρας του, Τζηνήβα Ελλρόυ, η οποία βρέθηκε στραγγαλισμένη στις 22 Ιουνίου 1958, και τις προσπάθειές του σαράντα χρόνια μετά να τον εξιχνιάσει · το άλλο, «The Hilliker Curse», δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά.

Ο συγγραφέας δεν χρειάζεται συστάσεις στο αναγνωστικό κοινό της χώρας μας: Είναι από τους πλέον αγαπημένους συγγραφείς και τα βιβλία του αποτελούν εκδοτικό γεγονός. Αλλά και το συγκεκριμένο βιβλίο δεν έχει ιδιαίτερη ανάγκη τις κριτικές παρουσιάσεις: Κουβαλάει χιλιάδες σελίδες με ύμνους κριτικών και τιμητικές διακρίσεις –το Time το ανακήρυξε καλλίτερο βιβλίο του 1996 και οι New York Times ως το αξιοσημείωτο βιβλίο της ίδιας χρονιάς.

Το έργο αποτελείται από τέσσερα μέρη. Στο 1ο μέρος ο συγγραφέας περιγράφει τον φόνο της μητέρας του. Κάτι παιδιά βρήκαν το πτώμα της έξω από ένα σχολείο, η αστυνομία ειδοποιήθηκε και ξεκίνησε η έρευνα για την ταυτοποίηση του θύματος και την ανακάλυψη του δράστη. Το κομμάτι αυτό, που περιλαμβάνει πρακτικά ανακρίσεων και αστυνομικών ανακοινώσεων θυμίζει τα άλλα νουάρ μυθιστορήματα του Ελλρόυ, ειδικά την Τετραλογία του Λος Άντζελες και δη την «Μαύρη Ντάλια». Η αποστασιοποίηση που περιγράφονται τα γεγονότα, η απουσία συναισθηματικής φόρτισης, η ουδετερότητα, εντυπωσιάζει τον αναγνώστη και ίσως-ίσως τον σοκάρει.

Το 2ο όμως μέρος είναι πιο προσωπικό – η αφήγηση γίνεται πλέον πρωτοπρόσωπη. Ο Ελλρόυ ήταν 10 χρονών όταν δολοφονήθηκε η μητέρα του. Οι γονείς του είχαν ήδη χωρίσει, έβλεπε τον πατέρα του τα Σαββατοκύριακα και είχε επηρεαστεί από τα κηρύγματα μίσους εναντίον της «κοκκινομάλλας». Αντιμετώπισε την είδηση του θανάτου της με επιφανειακή ηρεμία, αλλά από την εφηβεία και μετά πήρε την κάτω βόλτα: εμμονές με μεγαλύτερες γυναίκες, διαρρήξεις, εξαρτήσεις από διάφορες ουσίες, φυλακή. Το πώς δεν καταστράφηκε ολοσχερώς, το πώς κατάφερε να διασωθεί, είναι θαύμα και αποκαλύπτει την μεγάλη του εσωτερική δύναμη. Μαζί όμως με τα καλά της νηφαλιότητας άρχισε να θυμάται την μητέρα του· άρχισε να νιώθει την ανάγκη να επανασυνδεθεί μαζί της.

Στο 3ο μέρος, που είναι το πιο σύντομο, ο συγγραφέας περιγράφει τον Μπιλ Στόουνερ, ντετέκτιβ της αστυνομίας του ΛΑ, ο οποίος μετά την συνταξιοδότησή του, τον βοήθησε στην έρευνα για την μητέρα του. Ο Ελλρόυ περιγράφει τις μεγάλες υποθέσεις που σημάδεψαν τον συνεργάτη του, με τον οποίο μοιράζεται την ίδια εμμονή για τις δολοφονημένες γυναίκες. Περιγράφει το πώς αποφάσισε να ανοίξει πάλι τον φάκελο της Τζην Ελλρόυ, σαράντα χρόνια μετά. Στο φόντο η τρέλα του ΛΑ της δεκαετίας του ’90, με την δίκη του Ο. Τζ. Σίμπσον και την φρενίτιδα που είχε προκαλέσει στα ΜΜΕ.

Στο τελευταίο μέρος περιγράφεται αναλυτικά η έρευνα που διεξήγαγαν ο Ελλρόυ και ο Στόουνερ, οι επισκέψεις τους στον τόπο του εγκλήματος, τα αστυνομικά αρχεία, σε ανθρώπους που ζήσανε την εποχή και γνωρίσανε την μητέρα του. Ξεκινάει ως μια προσπάθεια αναζήτησης του δολοφόνου, καταλήγει όμως με την δίψα του γιου που θέλει να γνωρίσει την χαμένη μητέρα. Οι τελευταίες σελίδες βιογραφούν την κοκκινομάλλα με τις πληροφορίες που ο Ελλρόυ άντλησε από την έρευνά του, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν αποτελούν τον επίλογο. Ο Ελλρόυ δεν πιστεύει σε επιλόγους. Όντας εμμονικός δεν τους επιδιώκει. Απόδειξη η συγγραφή κι άλλου βιβλίου με το ίδιο θέμα.

«Τα σκοτάδια μου» είναι ένα βιβλίο που δύσκολα ταξινομείται. Ξεκινάει σαν νουάρ αστυνομικό μυθιστόρημα, γίνεται αυτοβιογραφία, δοκίμιο περί βίας, στοχασμός πάνω στην απώλεια. Εδώ βρίσκεται και η σημασία του Ελλρόυ: Φέρνει ένα λαϊκό είδος, όπως το σκληρό αστυνομικό μυθιστόρημα, στα όριά του. Οι μεγάλοι κλασικοί του αμερικάνικου αστυνομικού μυθιστορήματος, ο Τσάντλερ, ο Χάμετ, ο Σπιλέιν, διέθεταν κυρίως στιλ. Οι ιδέες, όπου υπήρχαν, είναι σχηματικές, οι χαρακτήρες, τυποποιημένοι, το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον συμβατικά σχεδιασμένο. Ο Ελλρόυ όμως εμβαθύνει στους χαρακτήρες, στις πράξεις και τις παραλείψεις τους, στο ιστορικό πλαίσιο. Οι πολυπρισματικές αφηγήσεις του θυμίζουν τους σπουδαίους συγγραφείς του 19ου αιώνα. Αίφνης αναδεικνύεται σε συγγραφέας μεγάλων ιστορικών μυθιστορημάτων, και μάλιστα χωρίς να καταργεί το είδος το οποίο υπηρετεί: Το «Αμερικάνικο ταμπλόιντ» είναι εξίσου αστυνομικό μυθιστόρημα (μυθιστόρημα εγκλήματος, crime novel) και πολιτικό-ιστορικό έπος, όπως και «Τα σκοτάδια μου» είναι αστυνομικό και αυτοβιογραφία.

Στο βάθος όμως, το βιβλίο του Ελλρόυ είναι ένα δοκίμιο για την συγγραφική τέχνη. Όπως ακριβώς το «Περί συγγραφής» του Στήβεν Κινγκ είναι αυτοβιογραφία, έτσι και η αυτοβιογραφία του Ελλρόυ είναι περί συγγραφής. Εκθέτοντας τα σχετικά με την δολοφονία της μητέρας του και πώς ο ίδιος την αντιμετώπισε, μας ξεναγεί στο συγγραφικό του εργαστήρι. Εκεί, στην έρημη αλάνα, απέναντι από το ντράιβ ιν εστιατόριο και το κωλάδικο, δίπλα από το σχολικό συγκρότημα, όπου κείτεται το ημίγυμνο γυναικείο πτώμα, εκεί είναι που συμβαίνει όλη η μαγεία.

Τελικά, αυτό που λέει ο Ελλρόυ, όπως και ο Στήβεν Κινγκ προηγουμένως, στους επίδοξους συγγραφείς είναι: Κοίτα μέσα σου· γνώρισε τον εαυτό σου. Γιατί η αφετηρία κάθε συγγραφέα είναι εκεί, στον εαυτό σου. Μπορεί να γράφει για τεμαχισμένες γυναίκες και συνωμοσίες της μαφίας ή για εγκληματικά πνεύματα και στοιχειωμένα σπίτια ή για την θλιβερή παρακμή ενός σπουδαίου συνθέτη ή την κόλαση που φέρνουν κάποιες ιδέες που ακούγονται πολύ όμορφα –δεν έχει σημασία. Θα πετύχει μόνο αν αντλήσει από μέσα για το θέμα του.

 

Για την έκδοση δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα. Η ποιότητα των εκδόσεων Άγρα είναι γνωστή σε όλους. Η μετάφραση του Ανδρέα Αποστολίδη, όπως πάντα εξαιρετική. Όπως και τα άλλα βιβλία του Ελλρού στα ελληνικά, έτσι κι αυτό χαίρεσαι να το πιάνεις στα χέρια σου και να το βλέπεις στην βιβλιοθήκη σου.

 

Δημοσιεύτηκε στο Global View

Τα πέντε πιο ενδιαφέροντα βιβλία που διάβασα το 2015

Derek Krueger, Liturgical Subjects. Christian Ritual, Biblical Narrative, and the Formation of the Self in Byzantium, University of Pennsylvania Press 2014

Προσωπικά το θεωρώ το βιβλίο της χρονιάς. Ο Krueger θέτει ένα πολύ ενδιαφέρον και πρωτότυπο ερώτημα στο τελευταίο του βιβλίο: Πώς συγκροτείται ο εαυτός του Βυζαντινού ανθρώπου; Το ερώτημα έχει τεθεί για τον Μεσαιωνικό Δυτικό άνθρωπο, το Βυζάντιο όμως στερούνταν ανάλογες μελέτες και –δυστυχώς– ανάλογους προβληματισμούς. Αυτό οφείλεται εν πολλοίς, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, στο γεγονός ότι ο εαυτός του Δυτικού Μεσαιωνικού ανθρώπου συνδέεται με το έργο του Αυγουστίνου· εξαιτίας της μηδενικής επιρροής του Λατίνου Πατέρα της Εκκλησίας στην Ελληνική Ανατολή, θεωρήθηκε ότι το Βυζάντιο δεν γνώρισε ανάλογες εξελίξεις. Ο Krueger ανατρέπει αυτή την άποψη διορθώνοντας ταυτόχρονα και την εδραιωμένη εικόνα περί Βυζαντινής ακινησίας: Από τον Ρωμανό στον Θεόδωρο Στουδίτη κι από εκεί στον Ανδρέα Κρήτης και τέλος στον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, οι δογματικές, αισθητικές, ψυχολογικές αναζητήσεις των Βυζαντινών και ο τρόπος με τον οποίο συμβάλλουν στην συγκρότηση του εαυτού δημιουργούν μια συναρπαστική αφήγηση, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα κι ένα εντελώς νέο πεδίο έρευνας στις Βυζαντινές σπουδές.

 

Kyle Harper, From Shame to Sin: The Christian Transformation of Sexual Morality in Late Antiquity, Harvard University Press, 2013

Με το δεύτερο βιβλίο του ο Kyle Harper επιχειρεί να δώσει την δική του απάντηση στο ερώτημα «Τι καινούργιο κόμισε ο Χριστιανισμός;» εστιάζοντας στον έρωτα και την σεξουαλική ηθική. Σε αντίθεση με άλλους ιστορικούς (πιο γνωστό είναι το παράδειγμα του R. MacMullen), οι οποίοι έχουν υποστηρίξει ότι η επίδραση του Χριστιανισμού ήταν μικρή κι ασήμαντη, ο συγγραφέας θεωρεί ότι ο Χριστιανισμός άλλαξε ριζικά τον Ελληνορωμαϊκό κόσμο μετά τον 5ο αιώνα. Αυτή η αλλαγή αποτυπώνεται στο σχήμα του τίτλου: Ο υστεροαρχαίος άνθρωπος πέρασε από την ντροπή, δηλαδή από ένα αίσθημα που χαρακτήριζε τον άνθρωπο της αγοράς κι είχε πολύ συγκεκριμένες επιπτώσεις στην κοινωνική ζωή του ατόμου, σε μια υποκειμενική κι εν πολλοίς υπερκόσμια κι εξώκοσμη θεώρηση του εαυτού. Ο Harper χειρίζεται με άνεση ένα δύσκολο υλικό, συμπυκνώνει και ελέγχει τις σχετικές έρευνες που προηγήθηκαν και μας δίνει ένα βιβλίο καλογραμμένο, το οποίο αναδεικνύει τον ρόλο της Εκκλησίας στο τέλος του αρχαίου κόσμου.

 

Julia Hillner, Prison, Punishment and Penance in Late Antiquity, Cambridge University Press 2015

Οφείλω να ομολογήσω ότι άνοιξα το βιβλίο της Hillner με ένα αίσθημα κούρασης («ακόμα ένα βιβλίο για το ρωμαϊκό δίκαιο…»), αλλά τα ερωτήματα που θέτει, ο χειρισμός του υλικού, και οι αναπάντεχες απαντήσεις που δίνει, με έκαναν να το διαβάσω με προσοχή από την αρχή ως το τέλος. Το βασικό ερώτημα του βιβλίου είναι πώς και γιατί ο υποχρεωτικός εγκλεισμός σε μοναστήρι θεσμοθετήθηκε ως ποινή από το ρωμαϊκό κράτος. Η συγγραφέας αναδεικνύει τον αναμορφωτικό και παιδαγωγικό χαρακτήρα του Ρωμαϊκού δικαίου, τον συνδυάζει με τις διδασκαλίες των φιλοσοφικών σχολών και τα κηρύγματα των Χριστιανών, συνθέτοντας μια τοιχογραφία της υστεροαρχαίας κοινωνίας. Σίγουρα, δεν είναι ένα βιβλίο που ο μη-ειδικός αναγνώστης θα το χαρεί (όπως του Harper ή και του Krueger), αποτελεί όμως παρόλα αυτά μια σημαντική συμβολή.

 

Brenda Llewellyn Ihssen, John Moschos’ Spiritual Meadow: Authority and Autonomy at the End of the Antique World, Ashgate 2014.

Παρά την αμείωτη δημοφιλία του κατά την ύστερη αρχαιότητα, το Βυζάντιο, αλλά και στις μέρες μας, το Λειμωνάριο του Ιωάννη Μόσχου δεν είχε απασχολήσει ιδιαίτερα την σύγχρονη έρευνα. Μάλιστα, εξαιτίας της περίπλοκης χειρόγραφης παράδοσης, δεν έχει γίνει ακόμα κριτική έκδοση του κειμένου –χρησιμοποιούμε και σήμερα εκείνη του 1681 που ετοιμάστηκε από τον Jean Baptiste Cotelier. Η Ihssen ανακάλυψε τυχαία, όπως σημειώνει στην Εισαγωγή, μια αγγλική μετάφραση του έργου και η (γνωστή) ιστορία του μοναχού που πήγε στην κόλαση, αλλά χάρη στις προσευχές του πνευματικού του πατέρα δεν βυθίστηκε ολοκληρωτικά στο πυρ το εξώτερο, αλλά στεκόταν στο κεφάλι ενός επισκόπου, της τράβηξε την προσοχή. Έτσι προέκυψε αυτό το βιβλίο που συζητάει συστηματικά κάποια από τα μοτίβα που ξεπηδούν από τον Πνευματικό Λειμώνα: Τις σχέσεις μοναχών και λαϊκών, τον πλούτο και την πενία, την διαχείριση της ασθένειας, τον θάνατο. Η μελέτη δεν είναι φυσικά εξαντλητική, χαρτογραφεί όμως όχι μόνο το μοναστικό τοπίο του πρώιμου βυζαντίου, αλλά μας επιτρέπει να δούμε και το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον μέσα από τα μάτια ενός χαρισματικού συγγραφέα.

 

Edward J. Watts, The Final Pagan Generation, University of California Press 2015.

Ένα πολύ ενδιαφέρον και φιλόδοξο βιβλίο. Ο Watts επιχειρεί να συγγράψει την πνευματική ιστορία του 4ου αιώνα μέσα από την σύγχρονη οπτική των γενεών. Έτσι μελετώντας ουσιαστικά τον βίο και τις πράξεις του Αυσωνίου, του Λιβανίου, του Πραιτεξτάτου και του Θεμιστίου, γενικεύει, κανονικοποιεί, ούτως ώστε να συγκροτήσει αυτό που εμείς σήμερα εννοούμε ως «γενιά» και μέσω αυτής να συνθέσει την αφήγησή του. Μέσα από τα μάτια αυτών των ανθρώπων, που γεννήθηκαν πριν ο Κωνσταντίνος μεταστραφεί στον Χριστιανισμό, βλέπουμε τις εξελίξεις που συντάραξαν και άλλαξαν την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία: την επικράτηση του Χριστιανισμού, την ερήμωση των ναών, την θρησκευτική βία της εποχής, την αντιπαγανιστική νομοθεσία κτλ.

 

Δημοσιεύτηκε στο frear.gr

Επέτειοι

Τὸ παρελθὸν βαραίνει πάνω μας. Οἱ μνῆμες.

Κάθε μέρα ποὺ περνάει μᾶς φορτώνει κι ἄλλες ἐμπειρίες, ποὺ γίνονται ἀναμνήσεις στὸν λάκκο τῆς συνείδησης.

Καὶ δὲν εἶναι μόνο τὸ δικό μας παρελθὸν ποὺ βαραίνει πάνω μας.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ μοναδικὸς ζωντανὸς ὀργανισμὸς, ποὺ ἡ ἀτομική του μνήμη ὑπερβαίνει τὴν βιολογική του ἐμπειρία. Ἡ γάτα, ὁ σκύλος μου θυμούνται ὅσα ἔχουν τὰ ἴδια ζήσει· ἐγὼ θυμάμαι κι ἐκεῖνα ποὺ ἔζησαν οἱ γονεῖς μου, οἱ παπποῦδες μου, ἀκόμα κι ἄνθρωποι με τοὺς ὁποίους δὲν σχετίζομαι μὲ οἱονδήποτε τρόπο. Ἔτσι, ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ βαραίνει πάνω μου, ὅπως καὶ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ’21, τὸ τύπωμα τοῦ Ἐρωτόκριτου, ἡ ἀνακάλυψη τοῦ Νέου Κόσμου. Εἶναι ἐμπειρίες χωνεμένες, μνῆμες ζωντανές, ποὺ ἐνυπάρχουν στὶς σκέψεις καὶ τὶς πράξεις μου, τὶς ἐνστικτώδεις ἀντιδράσεις καὶ τὰ πετάγματά μου.

Υπάρχουν ὅμως καὶ οἱ ἐπέτειοι. Γεγονότα καρφιτσωμένα στὰ ἐτήσια ἡμερολόγια, ὑποχρεωτικὲς ὑπενθυμίσεις γεννήσεων καὶ θανάτων, ἡρωικῶν κατορθωμάτων καὶ ὁλοσχερῶν καταστροφῶν, ἰδιωτικῶν γεγονότων. Σήμερα εἶναι ἡ ἐπέτειος τῆς δολοφονίας τοῦ Λόρκα, αὔριο τῆς γνωριμίας με τὴν φίλη μου, μεθαύριο τῆς γεννήσεως τοῦ Χατζιδάκι κ.ο.κ. γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν 1η Ἰανουαρίου καὶ νὰ ξεκινήσουμε πάλι ἀπ’ τὴν ἀρχή.

Οἱ ἐπέτειοι ποὺ συντηροῦν καὶ συντηροῦνται ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς κυκλικότητας τοῦ χρόνου.

Ὅμως ἂν ὁ χρόνος κινεῖται πάντα μπροστά, πρὸς ἕνα νόημα, δηλαδὴ ἕνα ἔσχατο, τί χρησιμότητα ἔχουν αὐτὲς οἱ συνεχεῖς στάσεις; Μοιάζουν καὶ εἶναι ἐμπόδια ποὺ μπλέκονται στὰ πόδια μας καὶ δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν ν’ ἀναπτύξουμε ταχύτητα.

Κι ἂν πάλι ὁ χρόνος ἐκτείνεται ἀδιαμόρφωτα, χωρὶς νόημα πρὸς τὸ ἀπειρο, ποιά ἡ χρησιμότητα τῶν συνεχῶν αὐτῶν στάσεων; Ἀν τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον στεροῦνται νοήματος, τότε οὔτε καὶ τὸ παρελθὸν ἔχει καὶ σὲ τίποτα δεν χρησιμεύουν αὐτὲς οἱ συνεχεῖς στάσεις, πέραν ἴσως μιᾶς ψυχολογίστικης ἀνάπαυσης ἤ αὐτεπιβεβαίωσης, ποὺ μπορεῖ νὰ παρέχουν.

Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ παρελθόν, οἱ ἐπέτειοι, ἡ ἱστορία ἔν τέλει, ἂν ἔχουν κάποιο νόημα, τὸ ἔχουν ὡς κομμάτι τοῦ κάθε στιγμῆς παρόντος κι ὄχι ὡς ἐμφυτεύματα στὸν χρόνο. Γιατὶ ἐκεῖ ποὺ ἡ ζωντανὴ μνήμη διευκρινίζει καὶ διευκολύνει τὴν ὁδοιπορία μου στὸ τώρα, ἡ ἐπέτειος διακόπτει τὴν πορεία μου καὶ τὴν συνομιλία μου μὲ τὸ παρόν.

 

[Μπορῶ νὰ σκεφτῶ δύο παραδείγματα ἀνθρώπων ποὺ ἀποκόπηκαν πλήρως ἀπὸ τὸ παρελθὸν καὶ ξεκίνησαν ἀπὸ τὴν ἀρχή: Τοὺς ἀποίκους τοῦ Νέου Κόσμου, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν τὶς Πολιτεῖες τους σ’ ἕναν σύγχρονο, ἐντελῶς ὑποκειμενικό χρόνο, καὶ τοὺς ἀρχαίους μοναχούς, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν τὴν δική τους στὸν ἐσχατολογικό…]

ΝΑΙ!

Ο κ. Αλέξης Τσίπρας δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ στην λιτότητα. Ο ίδιος έχει υπογράψει μια πρόταση με μέτρα λιτότητας 8 δισεκατομμυρίων, η οποία, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, δημοσιονομικά δεν απείχε πολύ από εκείνη των δανειστών. Από τον Γιούνκερ κατόπι μάθαμε ότι η διαφορά ήταν μόλις στα 60 εκατομμύρια €, κάτι που δεν έχει διαψευστεί από την Ελληνική Κυβέρνηση.

Επίσης, δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ σε τελεσίγραφα, γιατί απλούστατα αυτά δεν υπάρχουν. Τα ίδια τα στελέχη του κραδαίνουν θριαμβευτικά δηλώσεις ξένων παραγόντων, που διαβεβαιώνουν προς πάσα κατεύθυνση ότι θα συζητήσουν με την Ελλάδα και μετά από ΟΧΙ. Από ποια βάση θα ξεκινήσουν αυτές οι διαπραγματεύσεις, βεβαίως, δεν λένε λέξη.

Τέλος, δεν μας καλεί να πούμε ΟΧΙ σε ένα non paper των Θεσμών, το οποίο έχει ήδη αποσύρθηκε από το τραπέζι αφού προηγουμένως είχε αλλάξει. Αυτό θα ήταν πολύ απλά ηλίθιο.

Στην πραγματικότητα, ο κ. Τσίπρας μας καλεί να πούμε ΝΑΙ ή ΟΧΙ σε ένα ασαφώς διατυπωμένο ερώτημα επί ανύπαρκτου διακυβεύματος, το οποίο η κάθε πλευρά (εταίροι, δανειστές, ολιγάρχες, δραχμολάγνοι κλπ), θα ερμηνεύσει κατά βούληση και κατά συμφέρον.

Με άλλα λόγια, ο κ. Τσίπρας μας παγίδευσε.

Το γιατί μας παγίδευσε, το αποκάλυψε ο κ. Τσακαλώτος το πρωί:
Η κοινοβουλευτική ομάδα του Σύριζα δεν θα ψήφιζε την συμφωνία. Η συμφωνία βεβαίως θα περνούσε –Νέα Δημοκρατία, Ποτάμι και Πασόκ θα υπεραναπλήρωναν τους αριστερούς βουλευτές που θα λάκιζαν. Σε αυτή την περίπτωση, ο κ. Τσίπρας θα μπορούσε να προχωρήσει σε σαρωτικό ανασχηματισμό χρησιμοποιώντας ικανούς ανθρώπους από όλο το πολιτικό φάσμα. Σε λίγους μήνες θα ξαναπήγαινε στις Βρυξέλλες για να συζητήσει το θέμα του χρέους. Θα τον υποστήριζαν το ΔΝΤ, ο φίλος του ο Ρέντσι, αλλά και οι νεοεκλεγείσα κυβέρνηση της Ισπανίας και η κοινή λογική. Δεν θα έπαιρνε, φυσικά, όλα όσα θα ζητούσε, αλλά θα μπορούσε να γυρίσει στην Ελλάδα φορώντας γραβάτα. Θα είχε αναδειχτεί σε εθνικός ηγέτης.

Αντ’ αυτού, του δύσκολου και ανηφορικού δρόμου, ο κ. Τσίπρας προέκρινε την ενότητα του κόμματός του. Για να μην διασπάσει τον Σύριζα πέταξε το μπαλάκι στην εξέδρα και διχάζει τους πολίτες. Αντί για ηγέτης, προτίμησε να παραμείνει κομματικός αρχηγός.

Ας είναι.

Πρέπει κι εμείς τώρα να κοιτάξουμε το συμφέρον μας .

Πρέπει να απαντήσουμε θετικά και να αφήσουμε την άρνηση.

Πρέπει να επιδιώξουμε την ώριμη σύνθεση κι όχι την παιδιάστικη απόρριψη.

Πρέπει να πούμε το μεγάλο, το δύσκολο και βαρύ ΝΑΙ.

Νέοι τρόποι: Η εμφάνιση του μοναχισμού

Στην τρίτη διάλεξη του κύκλου «Κατασκευάζοντας τον νέο άνθρωπο. Όρια και δυνατότητες στο πρώιμο Βυζάντιο» ο μοναχισμός, το πιο μαζικό κι αυθεντικό κίνημα της ύστερης αρχαιότητας, θα βρεθεί στο επίκεντρο της μελέτης μας. Ο μοναχισμός διεύρυνε το φαντασιακό των ανθρώπων της εποχής, απελευθέρωσε δυνατότητες κι επιθυμίες, έφερε στο κέντρο περιφερειακές κι αφανείς δυνάμεις.

Είναι ενδεικτικό άλλωστε ότι ένας αιγύπτιος χωρικός, ο Αντώνιος, στην προσπάθειά του να εφαρμόσει κατά γράμμα τις επιταγές του Ευαγγελίου, έγινε ο πρώτος χριστιανός ασκητής, το παράδειγμα του οποίου ακολούθησαν κι ακολουθούν χιλιάδες άνθρωποι. Η βιογραφία του γραμμένη από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Αθανάσιο είναι ένα από τα ιδρυτικά κείμενα της δυτικής λογοτεχνίας και η επιδραστικότητά του δεν περιορίζεται στην ύστερη αρχαιότητα ή τους Μέσους Χρόνους, αλλά εκτείνεται ως τις μέρες μας.

Με αφετηρία τον Βίο του Αντωνίου θα εξηγήσουμε την γέννηση και την διάδοση του χριστιανικού ασκητισμού και θα εστιάσουμε τις οπτικές που έφερε σε ζητήματα όπως ο χρόνος, το σώμα, ο κόσμος.

Η διάλεξη θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 7 Μαΐου στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μ. και Β. Θεοχαράκη στις 18.00.