Tag Archives: τραγούδι

Για τον Leonard Cohen

Ο θάνατος του Leonard Cohen συνέπεσε με τον θρίαμβο του Donald Trump και η βεβαιότητα ότι μια εποχή τελείωσε και μια άλλη, που δεν ενθουσιάζει αλλά μάλλον φοβίζει, ξεκίνησε, έγινε ακόμα πιο έντονη. Άλλωστε ο Καναδός τραγουδοποιός έμοιαζε πάντα με άνθρωπο αλλοτινών καιρών και τρόπων: Ντυμένος μονίμως με άψογες κοστουμιές και υπέροχα καπέλα, ποτέ με τζιν, το ρούχο του 20ου αιώνα, ρουφώντας αργά κόκκινο κρασί κι όχι χάπια ή σκόνες, όπως απαιτούν οι μόδες, και με ευγένεια ασυνήθιστη και απροσδόκητη για άνθρωπο της φήμης του, προσωποποιούσε μια δυνατότητα του δυτικού ανθρώπου, την οποία μάλλον ποτέ δεν κατάφερε να προσεγγίσει. Το πένθος λοιπόν για τον θάνατό του αφορά περισσότερο εμάς και το παρόν μας και λιγότερο εκείνον. Τον ίδιο μόνο να τον μακαρίζει κανείς μπορεί· υπήρξε ως το τέλος Ευλογημένος: Πέθανε διαυγέστατος και πλήρης ημερών, έχοντας ολοκληρώσει ένα σπουδαίο έργο, που δεν περιορίζεται στην τραγουδοποιία, αλλά εκτείνεται στην πεζογραφία, την ποίηση και τα εικαστικά, περιτριγυρισμένος από τα παιδιά, τους φίλους και την αγάπη εκατομμυρίων ανθρώπων ανά τον κόσμο. Leonard, έζησες μια ωραία ζωή κι αξιώθηκες έναν εξίσου ωραίο θάνατο –τι άλλο μπορεί κανείς να ελπίζει και να εύχεται για τον εαυτό του και τους αγαπημένους του;

Leonard Cohen at the Arena in Geneva, 27 October 2008

Leonard Cohen at the Arena in Geneva, 27 October 2008

Για τους θαυμαστές του, η αγγελία του θανάτου του αποδείχτηκε αφορμή να βυθιστούμε για μια ακόμα φορά στις μουσικές και τα λόγια του. Από τα πρώτα του 1967, που τραγουδάει χαμηλόφωνα (δειλά;) συνοδευόμενος με μια κιθάρα, στην σταθερή, σίγουρη φωνή που ξεπηδάει μέσα από τα συνθεσάιζερ της εποχής του Ρήγκαν και, τέλος, στην υπόγεια βραχνάδα του Popular Problems και του You Wanted Darker. Δεκατέσσερις σπουδαίοι δίσκοι αποτελούν το κυρίως σώμα της δουλειάς του δουλεμένοι μέσα σε 60 χρόνια και περιέχουν τραγούδια-ιδανικούς συντρόφους για μοναχικές ώρες και δύσκολες στιγμές. Τραγούδια που γλύφουν μέσα πληγές και δεν τις ξύνουν, που μπορούν να στοχαστούν ξεπερνώντας την συγκυρία, αλλά και να σαρκάσουν, να καταγγείλουν, να οργιστούν.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι και πολλοί λόγοι για να ακούσει κανείς τα τραγούδια του Cohen. Μπορεί να συγκινηθεί από την μελαγχολική αισθαντικότητα με την οποία αντιμετωπίζει τα μεγάλα και τα μικρά του κόσμου, την αγάπη και τον θάνατο ή τον καπιταλισμό και το κρασί. Μπορεί να διδαχθεί από την σοφή και διεισδυτική ματιά του (το «There is a crack in everything / That’s how the light gets» in είναι από τα σημαντικότερα μαθήματα που έχω πάρει). Και βεβαίως μπορεί να ωφεληθεί και από τον τρόπο που αντιμετώπιζε την δουλειά και τη ζωή. Γιατί ποτέ δεν υπέταξε ούτε το ένα ούτε το άλλο στη δημοσιότητα και το κέρδος –οι άνθρωποι που ενδιαφέρονται για το χρήμα και την φήμη δεν σπαταλούν πέντε χρόνια για να γράψουν ένα τραγούδι, ούτε βεβαίως έχουν ένα Hallelujah να επιδείξουν.

Εβραίος γεννημένος στο Κεμπέκ, κάτοικος της Νέας Υόρκης, της Ύδρας, του Λος Άντζελες και πολίτης του κόσμου, ο Cohen περιπλανήθηκε στα νεανικά κινήματα των μέσων του περασμένου αιώνα, πάλεψε με τον Χριστιανισμό, αναζήτησε την γαλήνη του Ζεν, παρέμεινε όμως πάντα ο Εβραίος προφήτης και ποιητής. Πέτυχε οι επιρροές του να τον βαθύνουν και να τον επεκτείνουν, όχι να τον αλλοιώσουν. Αυτή ακριβώς η σχέση του με την κληρονομιά του μπορεί να διδάξει πολλά εμάς τους Έλληνες. Όσο πιο συνειδητά έπαιρνε την θέση του μέσα στην μεγάλη Εβραϊκή παράδοση, τόσο πιο σημαντικά έργα μας παρέδιδε. Έτσι μας δίδαξε κι αυτός ότι η οικουμενικότητα ξεπηδάει μέσα από το συγκεκριμένο, όχι το αφηρημένο και το άρριζο.

Διαβάζω ότι ζήτησε να ταφεί με τον παραδοσιακό εβραϊκό τρόπο ανάμεσα στους γονείς και τους παππούδες του. Χοῦς εἰς χοῦν –ο Leonard επέστρεψε στην αρχέγονη μήτρα. Έκλεισε έναν τέλειο κύκλο, έγινε κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα. Υπάρχει μια μελαγχολική ομορφιά σ’ αυτό, ίδια μ’ εκείνη που κουβαλούν τα τραγούδια του. Και κάτι το ανομολόγητα ανακουφιστικό, καθώς δίνει προοπτική στα πράγματα και τη ζωή.

______________________

Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό Φρέαρ 

Νίκος Πλατύραχος – Γιώργος Νταλάρας: Τα άστεγα

Τα άστεγαΗ σχέση του ρεμπέτικου –και κατ’ επέκταση του λαϊκού τραγουδιού – με την ανατολίτικη μουσική,
δεν χρειάζεται ιδιαίτερα επιχειρήματα για να στοιχειωθετηθεί –τουλάχιστον για μας του Έλληνες. Αρκεί να θυμίσουμε τους μανέδες, που με τόσο καημό τραγουδούσαν ο Στελλάκης, ο Στράτος, η Ρόζα και οι άλλοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες στις προπολεμικές ηχογραφήσεις ή τις ασυγκέραστες κλίμακες, που χρησιμοποιούσαν θρυλικοί μουσικοί, όπως ο Γιοβάν Τσαούς. Εκείνο που ξεχνάμε όμως είναι η εξίσου στενή σχέση του ρεμπέτικου –και κατ’ επέκταση του λαϊκού – με την δυτική (την «Ευρωπαϊκή») μουσική. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε στα τάνγκο-ζεϊμπέκικο του Μπιθικώτση, τις μπλουζιές του Τσιτσάνη ή τα μάμπο του Χιώτη για να βρούμε συγγένειες. Ήδη το 1932 ο Γ. Μπάτης για τον περίφημο «Μπουφετζή» του αντλεί την μελωδική γραμμή από το How Dry I am, ένα αρχαίο τραγουδάκι από τον καιρό της ποτοαπαγόρευσης.

Αυτή τη μάλλον λησμονημένη σχέση υπενθυμίζει, αναδεικνύει και διερευνά ο Νίκος Πλατύραχος στον καινούργιο του δίσκο. Παράλληλα όμως, μας δείχνει ότι οι λαϊκοί ρυθμοί έχουν την δυναμική, το εύρος και την πλαστικότητα να μιλήσουν στο σήμερα για το σήμερα και να διαλεχθούν δημιουργικά με άλλες μουσικές κουλτούρες. Με άλλα λόγια, Τα άστεγα αποδεικνύουν ότι όσοι θεωρούν το ρεμπέτικο ως τελειωμένο είδος κατάλληλο για μουσειακές αναβιώσεις προς τέρψιν των νοσταλγών και μόρφωσιν των νεώτερων, είναι απλώς άνθρωποι χωρίς φαντασία ή χωρίς ταλέντο. Έχει μάλιστα ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ο συνθέτης δεν συνδέει το ρεμπέτικο με είδη που φαντάζουν σαν μακρινά ξαδέρφια του, όπως το blues ή η country, αλλά με το ragtime, τον ήχο της Νέας Ορλεάνης, την jazz. Λιτές κι ευφάνταστες ενορχηστρώσεις συνδέουν δημιουργικά το καμηλιέρικο και το απτάλικο, με το cakewalk και το stride – το βάρος του ρεμπέτικου με την ανεμελιά του ragtime.

Με την δουλειά του αυτή ο Πλατύραχος δίνει στέγη στο αίσθημα που ταλαιπωρήθηκε περισσότερο τα τελευταία 5-6 χρόνια, στη χαρά, την αισιοδοξία, την ελπίδα για ένα καλλίτερο αύριο, στην ομορφιά της ζωής εν τέλει. Πραγματικά, δεν πρέπει να έχει υπάρξει περίοδος που μια γενικευμένη μιζέρια μας έχει επιβληθεί με τόση ένταση από δυνάμεις που αλληλοσυγκρούονται στα υπόλοιπα ενοχοποιώντας μάλιστα οτιδήποτε ξεφεύγει · ο χαρούμενος, ο αισιόδοξος, ο άνθρωπος που ελπίζει, που δημιουργεί αίφνης ενοχοποιήθηκε και καλείται από τους διαφόρους κήνσορες σε απολογία. Μέσα σε μια απέλπιδα και σκοτεινή εποχή, Τα άστεγα είναι μια μελωδική παραφωνία, στέγη για την χαρά και την προσδοκία, ένα κάλεσμα να δούμε την κατάσταση αλλιώς.

Οι εξαιρετικοί στίχοι που υπογράφουν ο ίδιος ο συνθέτης, καθώς και οι Γιάννης Δούκας, Δημήτρης Λέντζος, Κώστας Παπαγεωργίου, Δημήτρης Ρούλιας, Παναγιώτης Μακρή και η Τίνα Γιωτοπούλου, συμβάλλουν σε αυτή την προσπάθεια, μεταφέροντας στη  σύγχρονη εποχή παλιά ρεμπέτικα στιχουργικά μοτίβα και εμμονές. Για παράδειγμα στο «Αχ ψυχή μου φυλλοβόλα», ο Λέντζος θυμάται το παλιό βαμβακαρικό «Χθες το βράδυ στο σκοτάδι / μου την πέσανε δυο μαύροι»· η «Κουκλίτσα» είναι μια από εκείνες τις δαιμονικές, άσπλαχνες γυναίκες, που καταστρέφουν τους άντρες με τα σκέρτσα τους (ο Τσιτσάνης είχε περιγράψει κάμποσες τέτοιες)· η «Λουκία» είναι ένα ανεξάρτητο λαϊκό κορίτσι, σαν αυτά που σκιτσάριζε ο Π. Τούντας κ.ο.κ. Ταυτοχρόνως, σχολιάζουν διακριτικά, αλλά με χιούμορ και σαρκαστική διάθεση την σημερινή κατάσταση –δεν μπορεί κανείς παρά να χαμογελάσει, όταν ακούει τον Νταλάρα να τραγουδάει «…για την κρίση εγώ φταίω / και με πέταξαν στα ΚΤΕΟ».

Τα άστεγα αξιώθηκαν να έχουν και εξαιρετικές ερμηνείες. Ο Σταμάτης Κραουνάκης δίνει ρέστα στην «Λουκία»· η Ελένη Τσαλιγοπούλου και η Ασπασία Στρατηγού συνδυάζουν την ώριμη μελαγχολία με το κοριτσίστικο νάζι· κι ο ίδιος ο συνθέτης τραγουδάει με παιγνιώδη διάθεση την «Κουκλίτσα». Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι το μεγάλο ατού του δίσκου είναι ο Γιώργος Νταλάρας.

 

Ο Γιώργος Νταλάρας

Μέσα από τα τραγούδια του Πλατύραχου ο τραγουδιστής επιχειρεί ένα ουσιαστικό comeback μετά την περιπέτεια του ’12 –όχι σαν «Νταλάρας», όπως δήλωσε ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του, αλλά σαν «Γιώργος». Το εγχείρημα φαντάζει τιτάνιο. Γιατί ο Νταλάρας, περισσότερο από κάθε άλλον συνάδελφό του, παλαιό ή νεώτερο, έγινε «εθνικός τραγουδιστής», όχι γιατί είπε κάποια τραγούδια «εθνικής» σημασίας, αλλά γιατί συνδέθηκε με τις αγωνίες, τους αγώνες και την πορεία του έθνους τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Υπό αυτή την οπτική, οι επιθέσεις που δέχτηκε δεν ήταν περιπτώσεις ανθρωποφαγίας, αλλά θεοφαγίας: Από την στιγμή που η πατρίδα βρέθηκε σε κρίση και το έθνος σε παρακμή, ο εθνικός τραγουδιστής δεν υπήρχε περίπτωση να διασωθεί. Το ίδιο το κοινό που τον λάτρεψε, οι πιστοί, επιχείρησαν να τον γκρεμίσουν από το βάθρο και να τον κατασπαράξουν –είχε κάτι βαθύ και καταγωγικό η άγρια στιγμή του γιουχαΐσματος, κάτι το πρωτόγονο και μυστικιστικό, που δεν εξηγείται μόνο με προφανείς παραπομπές στα σκουπίδια της συγκαιρινής πολιτικής.

Ο Γιώργος Νταλάρας λοιπόν επιστρέφει με έναν εξαιρετικό δίσκο, στον οποίο δεν είναι απλώς ο κεντρικός τραγουδιστής, αλλά και η κινητήριος δύναμη: Ο Νίκος Πλατύραχος έχει εξηγήσει ότι έγραψε τα τραγούδια έχοντας εκείνον στο μυαλό του κι ότι ο Νταλάρας συνέβαλε ως μουσικός και παραγωγός στην ολοκλήρωση του έργου (το όνομά του άλλωστε είναι δίπλα στου Πλατύραχου, πάνω από τον τίτλο). Αναμφίβολα, ο ερμηνευτής γνωρίζει σε βάθος το ρεμπέτικο και το λαϊκό, είναι και ο ίδιος ικανός μουσικός κι έχει πειραματιστεί με μύρια άλλα είδη τραγουδιού –έχει δηλαδή τις προϋποθέσεις να συμβάλει ουσιαστικά σε έναν δίσκο που έχει και μια πλευρά πειραματισμού. Επιπλέον αποδεικνύει για ακόμα μια φορά τα ταλέντα του, την δύναμη και την ευρηματικότητα της ερμηνείας, που φωτίζει κι αναδεικνύει τα τραγούδια καθιστώντας οικείο το ασυνήθιστο. Δείχνει όμως και την ευσυνειδησία του, καθώς είναι φανερό ότι έχει ψάξει το υλικό του και δεν επαναπαύτηκε στις ευκολίες του –δεν αρκέστηκε στο «μια κι έξω».

Εν κατακλείδι, Τα άστεγα αποτέλεσαν για μένα την ευχάριστη μουσική έκπληξη των τελευταίων μηνών. Ταλέντα παλαιά και νέα συναντήθηκαν και μας έδωσαν ένα φιλόδοξο δίσκο, από κείνους που σπανίως βλέπουμε πια στα δισκοπωλεία. Από αυτή την άποψη, η εργασία αυτή δεν είναι μόνο ακουστική απόλαυση, αλλά και μια βαθιά παρηγοριά μέσα στις όλες δυσκολίες.

 

Δημοσιεύτηκε στο globalview.g

…από την αρχή ήμουν χαμένος, χαμένος

Κιθάρες μας εισάγουν σε ένα γλυκό βαλσάκι, μελαγχολικό κι αθώο –γιατί η αθωότητα προκαλεί μελαγχολία στους ενηλίκους– και πολύ μελωδικό. Κι ύστερα ο πρώτος στίχος που μπορεί να θεωρηθεί παραπλανητικός:

Είσαι ένα λουλούδι, λουλούδι, λουλούδι

γιατί δίνει την εντύπωση ότι ακούμε ένα ερωτικό τραγούδι. Στην πραγματικότητα όμως ακούμε ένα βαθιά υπαρξιακό τραγούδι –η μελαγχολία και η αθωότητά του από πηγάζουν από το σημείο εκείνο που βρίσκεται πολύ βαθιά μέσα μας και διασώζει στο ακέραιο την παιδικότητά μας. Έτσι κι εδώ, η αγάπη είναι η αφετηρία μιας πορείας που καταλήγει στον εαυτό του με ενδιάμεσο σταθμό τον κόσμο. Μιας πορείας που τοποθετεί τον εαυτό σε σχέση με το πρόσωπο της αγάπης και τον κόσμο –απέναντι, δίπλα, μέσα, πουθενά.

Είναι αξιοσημείωτη η ασάφεια με την οποία μιλάει τόσο για την αγάπη του, όσο και για τον κόσμο: Η αγάπη είναι ένα υπερκόσμιο λουλούδι, που σαρκώνεται σε τραγούδι· ο κόσμος είναι σκοτεινός και άπορος. Για τον εαυτό του αντίθετα μιλάει με σιγουριά. Φαίνεται να ξέρει επακριβώς ποιος είναι και πού βρίσκεται:
Από την αρχή ήμουν χαμένος, χαμένος

Δεν μας εξηγεί γιατί νιώθει έτσι, αλλά αυτή η αίσθηση της ήττας του παρέχει μια παράξενη ελευθερία κινήσεων και επιλογών

Τι κι αν χάσω πάλι λοιπόν

Όπως ο σκλάβος δεν έχει να χάσει παρά τις αλυσίδες του, έτσι και ο ήρωάς μας το μόνο που διακινδυνεύει να χάσει είναι η ήττα του. Αφήνεται λοιπόν στο παιχνίδι, όχι για να κερδίσει, αλλά για το ίδιο το παιχνίδι και την ομορφιά του –την ζωή. Και βέβαια από πίστη στο θαύμα: Δεν το ομολογεί, αλλά είναι φανερό πως βαθιά μέσα του πιστεύει ότι κάτι μπορεί να γίνει και αυτή τη φορά όλα να είναι διαφορετικά στο τέλος.

 

Οι Έλληνες είχαμε εξ αρχής περίεργη, προβληματική σχέση με την ευτυχία, την επιτυχία, την νίκη. Οι αρχαίοι την προσέγγιζαν με φόβο, δέος και περίσκεψη. Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος οι θεοί να σε φθονήσουν, αν σε άκουγαν να λες «Είμαι ευτυχισμένος» και να σου στερήσουν όλα όσα με μόχθο πέτυχες –ή από τύχη αγαθή σου δόθηκαν. Ο φόβος της Ύβρεως δηλώνει την βαθιά πεποίθηση ότι η ανθρώπινη κατάσταση είναι ασύμβατη με την ευτυχία. Η Πτώση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αναπόδραστη και τραγική. Δημιουργήθηκε έτσι μια ιδιόρρυθμη κουλτούρα γκρίνιας. Μια νοοτροπία όπου, ακόμα κι αν έχει κανείς όλα όσα μπορούσαν να του δοθούν, δεν ομολογούσε ποτέ την χαρά του. Αναμφίβολα, το «ας τα λέμε καλά», εκεί φαίνεται να ρίζωσε.

Ο Χριστιανισμός τα άλλαξε όλα. Δεν αντέστρεψε απλώς το νόημα της ευτυχίας, της χαράς, της νίκης, αλλά τα τοποθέτησε οριστικά εκτός κόσμου, αφού πρώτα αφαίρεσε το ενδοκοσμικό τους νόημα. Έτσι, στη ζωή αυτή η ευτυχία, η νίκη είναι πάντα ζητούμενα και ποτέ δεν κατακτιούνται. Μάλιστα, αν έρθουν τώρα, υπάρχει πιθανότητα να τα στερηθούμε στο άπειρο μετά. Γιατί πλέον για να χορτάσεις, πρέπει να πεινάσεις· για να κερδίσεις την ζωή σου, πρέπει να την χάσεις· για να ευτυχήσεις, πρέπει να πενθήσεις. Η χαρά είναι μεγάλη, αλλά είναι μόνο εν τοις ουρανοίς. Εδώ υπάρχει μόνο αγώνας και αγωνία.
Και φτάνουμε στον σημερινό άνθρωπο, που κουβαλάει ασυναίσθητα στους ώμους του όλους αυτούς τους αιώνες, όλους αυτούς τους φόβους και τις προσδοκίες –το αρχέγονο σφίξιμο– ενώ παράλληλα ζει σε έναν κόσμο που τον θέλει άνετο, χαλαρό, κουλ, πετυχημένο, ευτυχή.

Πώς θα κινηθεί; Πώς θα λειτουργήσει; Τι θ’ απογίνει;

Η μια λύση είναι αυτή που τραγουδάει ο Φάμελλος: Να αποδεχτεί την εξαρχής, την οντολογική του ήττα και να προσπαθήσει για το θαύμα. Να ελπίσει στην αστραπή που θα φωτίσει τον δρόμο του.

[Το Λουλούδι του Μανώλη Φάμελλου πρωτοτραγούδησε ο Γιώργος Νταλάρας στο διπλό CD «Η άσφαλτος που τρέχει». Το ξανατραγούδησε ο ίδιος στο «Ποτέ όπως πριν»]

Δ. Σαββόπουλος: Ποιος φτιάχνει τα ανέκδοτα

Ο Θάνος Βελλούδιος υπήρξε θρυλικός αεροπόρος των αρχών του 20ου αιώνα. Πρωτοπόρος της ελληνικής αεροναυπηγικής, υπηρέτησε για δύο δεκαετίες ως πιλότος στην Πολεμική Αεροπορία και τα κατορθώματά του θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρώτης τάξεως υλικό για χολιγουντιανή ταινία. Ήταν επίσης ένας άνθρωπος με έντονες πνευματικές ανησυχίες. Συμμετείχε στις Δελφικές γιορτές του Σικελιανού, υπήρξε φίλος και συνεργάτης του Α. Εμπειρίκου, συγγραφέας, φωτογράφος, φαντασιομέτρης και ελληνευρέτης (που σημαίνει «ανευρίσκων, διαγιγνώσκων και δεχόμενος και ποικιλοτρόπως προάγων τον ελληνανθρώπινο παράγοντα και συντελεστή, όπου και υφ’ οιανδήποτε μορφή δύναται ούτος να υπάρχει»). Θυμάμαι κείμενα και φωτογραφίες του σε παλαιά τεύχη της Οδού Πανός του Γ. Χρονά για τους ζεϊμπέκηδες και τον χορό τους. Έγραφε σε μια ιδιόρρυθμη καθαρεύουσα, που μαγνήτιζε τη σκέψη και, κυρίως, την φαντασία, με τον τρόπο που μόνο ένας σαλός μπορεί να μαγνητίσει.

Σ’ αυτόν τον άνθρωπο (δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον πιο κατάλληλο) έθεσε, μας λέει ο Σαββόπουλος, ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα:

Μα ποιος τα εξαίσια ανέκδοτα σκαρώνει;
Μα πώς τα σκέπτεται, ποιο δρόμο κατοικεί;
Η ανωνυμία του τι πράγμα φανερώνει;
Πώς ξεφυτρώνει του γέλιου η μουσική;

Σε μια εποχή, όπως η σημερινή, που καθετί διαθέτει υπογραφή και ονομασία προέλευσης –συχνότατα και προορισμού–, το ανυπόγραφον του ανεκδότου δεν είναι μόνο μυστηριώδες, αλλά και κάπως ανησυχητικό.

Μέσα σε όλη αυτή την διαφάνεια που φέρνει η μεγάλη εξατομίκευση των καιρών μας, η ανωνυμία του ανεκδότου φέρνει κάτι το αρχέγονο, το καταγωγικό, κάτι που πηγάζει όχι πια από την δημιουργική ατομική διάνοια, αλλά από την σκοτεινή ρίζα της συλλογικής συνείδησης. Συμμετέχοντας στο κοινό γέλιο όταν το ακούμε ή επαναλαμβάνοντας το ανέκδοτο αργότερα, αγγίζουμε κάτι το πολύ αρχαίο, το πρωτόγονο, το προ-ομηρικό. Πάμε στην εποχή που ο άνθρωπος δεν είχε υποστασιοποιηθεί· δεν υπήρχαν πρόσωπα, μόνο φυλές.

«Φυλακισμένοι εκεί που εκτίουν την ποινή τους
Παιδιά θητεύοντα την νύχτα στη σκοπιά.
Και κάτι άρρωστοι που ακούς μες στη φωνή τους
Την ζωντανή τους την πλούσια μοναξιά.

Λοιπόν μπουντρούμι, νοσηλεία και στρατώνα
Και δώσ’ του ανέκδοτα», απεφάνθη ο παππούς.

Η απάντηση όσο εύλογη, άλλο τόσο παράδοξη είναι.

Αυτό που εκφράζει τόσο έντονα την κοινή συνείδηση, δεν δημιουργείται σε κάποια στιγμή στενής συνάφειας με τους άλλους, ανοίγματος της καρδιάς, ξεφαντώματος, αλλά σε οριακές στιγμές έσχατης μοναξιάς: Στο μπουντρούμι, τον θάλαμο νοσηλείας, την στρατώνα. Τότε, που δεν υπάρχει τίποτα και κανείς ν’ ακουμπήσουμε και να πιαστούμε κι αναγκαζόμαστε να βυθιστούμε μέσα μας. Εκεί, στον πυρήνα της ύπαρξής μας, βρίσκουμε τους άλλους· πυρήνας της ύπαρξής μας, προϋπόθεση για υγιή εξατομίκευση είναι ακριβώς οι άλλοι. Και αυτή η συνάντηση με τους άλλους στο βάθος του εαυτού μας δεν έχει τίποτα από την επιδερμικότητα του χαβαλέ, αλλά ακροβατεί στα καταράχια του βιώματος. Καρπός αυτού του ανταμώματος είναι και τα ανέκδοτα. Τα οποία ακριβώς επειδή γεννήθηκαν, όπως γεννήθηκαν, δεν έχει νόημα να κουβαλάνε credits.

Όπως εκείνοι που έφτιαξαν τα ανέκδοτα που επαναλαμβάνουμε στις συνάξεις μας ήταν μόνοι, έτσι και ο άνθρωπος που με τα τραγούδια του μίλησε για μια γενιά (περισσότερο: για τους ανθρώπους μιας συγκεκριμένης νοοτροπίας) κι έφτιαξε τον μύθο της παρέας, εργάστηκε κι εργάζεται μόνος. Αντλεί το υλικό από μέσα του, το κάνει τέχνη, και το παραδίδει στη συνέχεια στους συνεργάτες, τους φίλους, τους συνοδοιπόρους, το κοινό. Υπ’ αυτή την έννοια, ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι ένας άνθρωπος που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, και οπωσδήποτε όλη την δημιουργική του περίοδο, έγκλειστος σε ένα μπουντρούμι, νοσηλευόμενος σ’ έναν θάλαμο, θητεύων σε μια στρατώνα –αν εξήλθε από εκεί, ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει;

Ωραίο πράγμα ο έρωτας

Το 1992 κυκλοφόρησε το Συγγνώμη για την άμυνα σε μουσική Θ. Μικρούτσικου και στίχους  Κ. Τριπολίτη με τον Γ. Νταλάρα –ένας από τους πιο ενδιαφέροντες δίσκους της τελευταίας εικοσαετίας, αν και μάλλον άνισος, αν τον κρίνουμε αυστηρά.

Πηγαίνοντας ανάδρομα στο ρέμα, που απαιτούσε αισθηματικά τραγουδάκια ή γλυκανάλατες αναφορές στο παρελθόν, που πολύ τις συνήθιζαν τότες στο έντεχνο (πιθανόν ακόμα να τις επιστρατεύουν), ο δίσκος περιείχε τραγούδια για την σκληρή καθημερινότητα. Το Συγγνώμη για την άμυνα είναι ένας πολιτικός δίσκος, όχι από εκείνους που προορίζονται να συνεγείρουν τα πλήθη και να γεμίζουν τα στάδια, αλλά του άλλους, που ενδείκνυνται για κλειστές παρέες και κατ’ ιδίαν ενδοσκόπηση.

Ο δίσκος μας χάρισε δυο μεγάλες επιτυχίες, το Ανεμολόγιο και το Μοναξιά… χιλιάδες φύλλα, πραγματικά εξαιρετικά τραγούδια, που γνώρισαν πολλές επανεκτελέσεις στο μεταξύ. Αλλά ένα από τα τραγούδια, στα οποία κολλάω είναι το 1-0.

Ο μυστηριώδης τίτλος με τους αριθμούς κρύβει ένα αργό ζεϊμπέκικο, που αποτελείται από μια απλή αλλά υποβλητική μελωδία και δυο μικρά τετράστιχα -35 λέξεις όλο κι όλο.

Αυτή η περιγραφή, όσο ακριβής είναι, τόσο απέχει από την πραγματικότητα του τραγουδιού. Γιατί παρά την απλότητα και την συντομία του (2.23΄), το 1-0 δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε εύπεπτο.

Ξεκινάει με μια αναφώνηση:

Ωραίο πράγμα ο έρωτας

Μια αναφώνηση, που δεν έχει τίποτα το δοξαστικό, δεν φωτίζει το τραγούδι. Η ειρωνεία της φράσης υπογραμμίζεται από την λιτή, εικονογραφική μελωδία του Μικρούτσικου και την υποχθόνια ερμηνεία του τραγουδιστή.

Μόνο που έχει μια δυσκολία
χρειάζεται το λιγότερο δύο
στη φαντασία του ενός.

Έτσι που το ένα μηδέν του άλλου
να ‘ναι μηδέν του μηδενός

Η δυσκολία, το ζόρι το έρωτα, όπως αναφέρεται στο επόμενο κουπλέ είναι η παράξενη αριθμητική του. Γιατί αν υπάρχει ένας τόπος που το απολύτως λογικό και μετρημένο 1+1=2 δεν ισχύει, είναι η καρδιά. Εκεί, στην καρδιά, στον έρωτα, το 1+1 μπορεί να μας δώσει 1, 2, 3 ή και τίποτα –το λέει και ο Μ. Ρασούλης πολύ όμορφα σε ένα δικό του τραγουδάκι.

Όσο κι αν θέλει ο σύγχρονος άνθρωπος να κρυφτεί, τα μαθηματικά του έρωτα, λογικά μαζί και παράλογα και, πάνω απ’ όλα, αμείλικτα, την μοναξιά του υπογραμμίζουν στο τέλος. Διότι το ένα, όντας ένα, καταλήγει μηδέν.

«Ο κόσμος ξημερώνει»

Το Πρωινό του Διονύση Σαββόπουλου περιγράφει πώς ένα παντρεμένο ζευγάρι με παιδιά εισέρχεται μετά από μια νύχτα έρωτα σιγά-σιγά στον χρόνο της καθημερινότητας.

Πώς ο ρυθμός του πάθους αντικαθίσταται από εκείνον της ρουτίνας.

Πώς η αγάπη από συμπαγές βίωμα απομένει κομμάτια κι αποσπάσματα.

Πώς στο ερωτικό απόλυτο της ύπαρξης τους ζευγαριού εισέρχεται ο τρίτος –γέννημα, εισβολέας, δέκτης και πομπός αγάπης, το παιδί.

Πώς η ερωτική έκσταση ξεχειλίζει από την κλίνη και χύνεται στην πόλη· πώς φτιάχνει ουράνια τόξα μέσα στον θόρυβο και την σκόνη της κυκλοφοριακής αιχμής.

Μου αρέσει αυτό το τραγούδι!

 

Στο Ξημερώνει των Μίκη Θεοδωράκη και Κώστα Τριπολίτη το σκηνικό είναι διαφορετικό.

Εκεί δεν υπάρχει κοινότητα ζευγαριού, αλλά δυο άνθρωποι πέρασαν μαζί τη νύχτα κάνοντας σεξ. Δυο μόνοι άνθρωποι. Αγάπη δεν υφίσταται – ακόμα και η απολυτη πράξη αγάπης, τρυφερότητας και αφοσίωσης, το φιλί, καρφωμένο βαθιά μέσα στον άλλο, συνειρμούς πάλης και βιαιότητας προκαλεί. Έτσι, φεύγοντας απ’ το κοινό κρεβάτι οι δυο εραστές το μόνο που κουβαλάν μαζί τους είναι σκοτάδι –η ηδονή έχει ήδη εξατμιστεί, καμιά αναφορά δεν γίνεται σ’ αυτήν. Η όλη εικόνα καταλήγει να θυμίζει πεδίο μάχης, από το οποίο οι αντίπαλοι αποχωρούν κουβαλώντας τα λάφυρα που κέρδισαν.

«Ο κόσμος ξημερώνει», ψιθυρίζουν στο ρεφρέν. Ένα ξημέρωμα που συμβαίνει μόνο έξω, στην πόλη, στον κόσμο, στους άλλους, όχι στους ίδιους, όχι μέσα τους. Μετά την κοινή λαγνουργία, φαντάζουν ανίκανοι να συμμετάσχουν σε οτιδήποτε· να νιώσουν οτιδήποτε. Απομένουν ξένοι ο ένας ο από τον άλλον, ο καθένας από τους υπόλοιπους, πιθανόν κι από τους εαυτούς τους…

 

Τραπεζάκια μέσα

Καμιά φορά νομίζω ότι η ζωή μου είναι αυτό που περιγράφει ο Σαββόπουλος στα Τραπεζάκια:

Λένε πως άμα προσπαθήσεις
θά ‘ρθει ο καιρός που θ’ ανοιχτείς
και θα πλουτίσεις
σε μένα δεν συνέβη αυτό
και στο μηδέν ξαναγυρνώ.

Σημείωση: Το «ξαναγυρνώ», ρήμα ενεργητικής φωνής, σημαίνει ότι μόνος μου ξαναγυρνώ, δεν με πετάει εκεί κανείς και τίποτα το εξωτερικό. Κι αυτό γιατί το αποτέλεσμα της προσπάθειας δεν ήταν εκείνο στο οποίο εξαρχής στόχευα. Κι είμαι αρκετά ρομαντικός -ή αφελής-, ώστε να παρατήσω όλα όσα απόκτησα και να ξεκινήσω από την αρχή, από το μηδέν με την ελπίδα ότι αυτή τη φορά θα τα καταφέρω.

*

Ένα από τα βασικά μου προβλήματα ήταν ότι ένιωθα ως  περιορισμό εκείνο που οι άλλοι θεωρούσαν ασφάλεια ή προστασία. Δεν με ενδιέφερε να τρυπώσω κάπου και να βολευτώ. Δεν ήθελα να εξασφαλιστώ. Και δεν ντρεπόμουν την αποτυχία, ούτε φοβόμουνα να σπάσω τα μούτρα μου -ο πόνος άλλωστε, σωματικός, ψυχικός ή συναισθηματικός, μας φέρνει πιο κοντά στη βαθύτερη αλήθεια του εαυτού μας, μας βοηθάει να ξεχωρήσουμε το σημαντικό από το δευτερεύον και να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητές μας.

Γι’ αυτό αν η ζωή είναι πέλαγος, θέλω να βουτήξω μέσα της και να βραχω, κι αν είναι να πνιγώ, ας πνιγώ -στο κάτω-κάτω της γραφής, όπως λέει και το Ευαγγέλιο, θα κερδίσει την ζωή του εκείνος που θα την χάσει. Άλλωστε τι νόημα έχει να περάσει κανείς όλο του τον βίο στεγνός και ασφαλής κλειδωμένος σ’ ένα παράπηγμα δίπλα στη θάλασσα χωρίς παράθυρα;

ν

Μπορεί να μιλάμε για πέλαγα και ορίζοντες, αλλά το σημείο εκκίνησης κάθε νέας προσπάθειας, το μηδέν που λέει ο Σαββόπουλος, είναι πάντα ο εαυτός μας.  Αυτό είναι το τερέν που διεξάγονται οι πιο αποφασιστικές μάχες, εκεί κρίνεται αν θα προχωρήσουμε να κάνουμε το πρώτο βήμα, που είναι πάντα και το πιο δύσκολο.

Υπάρχει όμως μια δυσκολία: Επειδή η ζωή δεν είναι βιντεοπαιχνίδι, δεν επιστρέφεις αυτόματα στην αφετηρία, αλλά πρέπει να το προσπαθήσεις, να το διεκδικήσεις, να το παλαίψεις. Και ο νόστος του εαυτού μπορεί να αποδειχτεί σωστή Οδύσσεια. Όχι ότι πολυέχει σημασία -όλοι φαντάζομαι θα συμφωνήσουμε ότι το ταξίδι μετράει…

.

Τελευταία σκέφτομαι να προσπαθήσω για μια ακόμα φορά.

Δεν σας κρύβω ότι η ηλικία και η εμπειρία βαραίνει πάνω μου με τρόπο διαφορετικό απ’ ότι παλιότερα. Αλλά όσο βάζω τα πράγματα κάτω, όσο μετράω τις δυσκολίες και τους κινδύνους, τόσο μεγαλώνει η όρεξή μου.

Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια είναι να γυρίσω πίσω, να πιάσω την άκρη του νήματος, να ξαναφτάσω στο μηδέν, κι αυτό είναι μια ιστορία από μόνο του.

Και είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει με τον τρόπο που περιγράφει ο Σαββόπουλος: Τότε ήταν ΄83 και άνοιξη, φυσούσε άλλος άνεμος – τώρα είναι ’12 και φθινόπωρο κι ο αέρας είναι διαφορετικός. Γι’ αυτό νομίζω ότι σιγά-σιγά πρέπει να αρχίσω να βάζω τα τραπεζάκια μου μέσα.